ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Η εξορία των Κυπρίων στην Μικρά Ασία και τη Συρία - The exile of the Cypriots to Asia Minor and Syria

Κατά τον έβδομο αιώνα μ.Χ. είχε εγκαινιαστεί ένα περίεργο καθεστώς "ουδετερότητας" της Κύπρου ή και συγκυριαρχίας μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, που περιελάμβανε και τη μεταξύ τους ίση κατανομή των φόρων που κατέβαλλαν οι Κύπριοι. Στην Κύπρο υπήρχαν παράλληλα Βυζαντινοί αξιωματούχοι και Μουσουλμάνος κυβερνήτης, (wali), διορισμένος από τους Άραβες.
Παρόλ' αυτά η ισορροπία αυτή ανατράπηκε στα 691-2 ξαφνικά, εξαιτίας του σημαντικότερου γεγονότος που πραγματοποιήθηκε στις ημέρες του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β', σχετικά με την Κύπρο. Την εποχή αυτή, εντελώς "παράδοξα", ο αυτοκράτορας διέταξε τη μεταφορά του πληθυσμού της Κύπρου στην Κύζικο, αρχαία πόλη της Προποντίδας, ανάμεσα στην Πάνορμο και στην Αρτάκη (Ελλήσποντος). Όπως σήμερα θεωρείται βέβαιο, οι λόγοι της μεταφοράς αυτής του κυπριακού πληθυσμού στην Κύζικο ήταν βασικά η αποστέρηση των κυπριακών φόρων από το θησαυροφυλάκιο των Αράβων και η χρησιμοποίηση των Κυπρίων σε διάφορες σημαντικές (για την περίοδο εκείνη) υπηρεσίες στην αυτοκρατορία, όπως στρατιωτικές, ναυτικές / ναυπηγικές και άλλες, υπό τις διαταγές της στρατηγίας των Καραβισιάνων.
Η ασύνετη, όπως χαρακτηρίστηκε ενέργεια του Ιουστινιανού να μεταφέρει μεγάλο αριθμό Κυπρίων στην Κύζικο είχε σαν συνέπεια παρόμοια ενέργεια του χαλίφη Αμπντ Αλ Μάλικ, ο οποίος μετέφερε στη συνέχεια τον υπόλοιπο κυπριακό πληθυσμό από την Κύπρο στη Συρία. Η ενέργεια αυτή του χαλίφη σήμαινε ότι θεωρούσε μέρος του πληθυσμού της Κύπρου ως υποκείμενο σε φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις απέναντί του.
Στην Κύζικο μεταφέρθηκαν, πιθανότατα, οι επιφανέστεροι αλλά και οι ικανότεροι από τους Κυπρίους για ναυτική και στρατιωτική υπηρεσία. Επικεφαλής αυτών που μεταφέρθηκαν ήταν ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ιωάννης και οι επίσκοποι. Η περιοχή του Ελλησπόντου στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Κύπριοι, ονομάστηκε Νέα Ιουστινιανούπολις ή Ιουστινιανή. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της μετοικεσίας, ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος Κύπρου φέρει μέχρι σήμερα στον τίτλο αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου.
Η μετοικεσία των Κυπρίων στην Κύζικο (που πολλοί την θεώρησαν ως εξορία, αλλά που ήταν πράξη συνηθισμένη κατά το Μεσαίωνα) δε διάρκεσε για πολύ αλλά στοίχισε σε πολλούς τη ζωή εξαιτίας των ταλαιπωριών. Μια νέα επαναβεβαίωση της συνθήκης του 688 μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, που έγινε πιθανότατα το 705, μόλις ο Ιουστινιανός επανήλθε στο θρόνο του (αντί το 698/9 όπως πιστευόταν μέχρι πρόσφατα), επέτρεψε την επιστροφή των Κυπρίων από την Κύζικο στην πατρίδα τους, αλλά και την επιστροφή στο νησί των Κυπρίων που είχαν μεταφερθεί στη Συρία.
Με την επιστροφή των Κυπρίων στην πατρίδα τους, επέστρεψαν και επανεγκαταστάθηκαν στο νησί και Άραβες (αιχμάλωτοι των Βυζαντινών και άλλοι). Εφαρμόστηκε έτσι και πάλι το καθεστώς της "ουδετερότητας", της ισορροπίας και της συνύπαρξης. Με την επικράτηση ειρηνικών συνθηκών διευκολύνθηκε πολύ και το εμπόριο μεταξύ Κύπρου και Αράβων. Η Κύπρος χρησίμευε και σαν διαμετακομιστικός σταθμός.

During the seventh century AD a very unusual state of "neutrality" or co-domination was inaccurated for Cyprus between the Byzantines and the Arabs, which included the equal distribution of taxes paid by the Cypriots among them. In Cyprus of that time there were Byzantine officials as well as a Muslim commander, (wali), appointed by the Arabs.
Nevertheless, this balance was suddenly interrupted in 691 - 2 due to the most important event about Cyprus which took place in the days of the Emperor Justinian II. At that time, for a "strange" reason the emperor ordered the transfer of the population of Cyprus to Cyzicus, an ancient city of Propontis (Sea of Marmara), between Panormos and Artaki (Hellespont). It is now clear, that the reason behind the transfer of the Cypriot population to Cyzicus was basically done in order to deprive Cypriot taxes from the treasury of the Arabs, and for the use of Cypriots in several important (for the time) services to the Byzantine Empire, such as military, marine / shipbuilding and others, under the command of the Karavisianoi generals.
The unwise, as its been characterized, action of Justinian to transfer a large number of Cypriots in Cyzicus had as a consequence a similar action been made by the Arab caliph Abd Al-Maliki, who then transferred the remaining Cypriot population from Cyprus to Syria. This action meant that the caliph considered part of the population of Cyprus as his subjects for taxation and other obligations to him.
Probably, the most socially outstanding, but also the most capable of Cypriots were transfered to Cyzicus for naval and military service. Heading those who were transferred from Cyprus to Cyzicus was the Cypriot Archbishop John and the Cypriot bishops. The area of the Hellespont which was settled by the Cypriots was named New Ioustinianoupolis or Justinian. Because of this resettlement, the current Archbishop of Cyprus has to date the title Archbishop of New Justinian and All Cyprus.
The resettlement of the Cypriots in Cyzicus (which many saw as an exile, but was a common practice during the Middle Ages) did not last for long but cost many lives because of much suffering. A new confirmation of the Treaty of 688 between the Byzantines and the Arabs, which was probably signed in 705, when Justinian returned to the throne (instead of 698 - 9 as believed until recently) allowed the return of the Cypriots from Cyzicus to their homeland, but also the return to the island of the Cypriots who had been transferred to Syria.
With the return of the Cypriots to their homeland, Arabs also returned and resettled on the island (prisoners of the Byzantines and others). The status of "neutrality" for Cyprus, was applied again and so was balance and coexistence. The prevalence of peaceful conditions made trade between Cyprus and the Arabs much easier. Cyprus served as a transit point.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά: Ένα κρίνο στην έρημο - Saint Catherine's Monastery in the Sinai: A lily in the wilderness

Κάθε φορά που κάποιος εισέρχεται ή εξέρχεται από την μονή, το σύστημα συναγερμού που ανιχνεύει μεταλλικά αντικείμενα, ουρλιάζει στον άνεμο και σαρώνει ολόκληρη τη γυμνή κοιλάδα του Σινά. Οι παρασυρόμενοι ρυθμοί της Θείας Λειτουργίας κατά τις ημέρες των νηστειών σμίγουν με τον αέρα, όπως έκαναν δια μέσω των αιώνων.

Πέρα από τα όρια των τεσσάρων τοίχων της μονής βρίσκεται το βραχώδες οροπέδιο που διαπερνά μέχρι κάτω στο πέρασμα Ουατία. Το τοπίο είναι μαγευτικό: ένα σκληρό και άνυδρο τοπίο, από το οποίο-γιγαντιαία βράχια σε κόκκινη απόχρωση σπρώχνουν προς τα πάνω, στον ομιχλώδη ουρανό. Τα φαράγγια που επεκτείνονται ανάμεσα σε αυτούς τους σιωπηλούς κολοσσούς είναι άγονα και συνεχίζουν για μίλια, μισοσκεπασμένα από τις οδοντωτές σκιές που ρίχνονται από τον απογευματινό ήλιο. Αλλού, λόφοι σμιλεμένοι από καθαρή πέτρα καταδύουν πάνω από αμμόλοφους. Και στην απόσταση, τα βουνά συγχωνεύονται με οδοντωτές δισδιάστατες γραμμές των οποίων οι σκιές ρίχνονται κατά μήκος του ορίζοντα.

Το τοπίο του Όρους Σινά βρίσκεται πέρα από την κατανόηση των σύγχρονων αστών, αυτούς τους κατοίκους των πόλεων που προσπαθούν να επιβάλουν μια διαφορετική αντίληψη του χρόνου σε ένα μέρος όπου το πέρασμα του αιώνα, δεν είναι παρά μια αναλαμπή στον ωκεανό της αιωνιότητας. Όπως ένας μοναχός παρατήρησε: «Εμείς εδώ έχουμε την πολυτέλεια να υπάρχουμε σε ένα διαχρονικό κενό. Η ζωή είναι μόνο ένα σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ του χωρισμού και της επανένωσης με το Δημιουργό μας».

Αυτή είναι η απόλυτη ηρεμία που πρόσφατα είχε δεχθεί εισβολή από μια αξιόλογη συγκέντρωση αποτελούμενη από πατριάρχες, θρησκευτικούς αξιωματούχους, πολιτικούς, λάτρεις των τεχνών, ακαδημαϊκούς και εκπρόσωπους ιδιωτικών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά φιλοξένησε, μεταξύ 6 και 9 Δεκεμβρίου, τους εορτασμούς για τους 17 αιώνες μοναχισμού στη χερσόνησο. Ένα μείγμα από ακαδημαϊκές, πολιτιστικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις συναγωνίστηκαν για την προσοχή των παρευρισκομένων, με τους διοργανωτές να επιτυγχάνουν μια λεπτή ισορροπία μεταξύ του ακαδημαϊκού λόγου, της ψυχαγωγίας, της ξενάγησης, και εκδηλώσεις με πιο θρησκευτικό χαρακτήρα. Συνολικά, ίσως, το πιο σημαντικό γεγονός για τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση του μοναστηριού να ήταν το άνοιγμα του ανακαινισμένου Θησαυροφυλακίου.

Σε μια συνεργασία τεσσάρων χρόνων με το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, η μονή της Αγίας Αικατερίνης είχε ανακαινίσει εντελώς ένα από τα κτίρια της, μετατρέποντάς το σε μία από τις πιο αξιόλογες συλλογές τέχνης που στεγάζονται σήμερα στην Αίγυπτο. Το Θησαυροφυλάκιο στεγάζει μια μοναδική πολύτιμη συλλογή βυζαντινής τέχνης τις οποίας η ομορφιά και η σημασία είναι ακόμη μεγαλύτερη, δεδομένου ότι καλύπτει 16 αιώνες καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Μόνο 150 εικόνες, από μια συλλογή με περισσότερες από 2.000, έχουν λάβει την προσοχή των εμπειρογνωμόνων του Μητροπολιτικού Μουσείου. Κάθε εικόνα, ένας θησαυρός από μόνη της, που χρονολογούνται από τα τέλη του 5ου αιώνα μέχρι τον 16ο, και καλύπτουν τις περισσότερες Σχολές Αγιογραφίας σε εφαρμογή - από πρώιμες κοπτικές , ελληνικές, γεωργιανές και ασσυριακές εικόνες μέχρι μία σπάνια καταλανική εικόνα του 14ο αιώνα της Αγίας Αικατερίνης σε γοτθικό στυλ καθώς και μια συλλογή έργων από την φημισμένη Κρητική Σχολή του 16ου αιώνα. Η συναρπαστική ποικιλία των στυλ είναι απόδειξη της διαρκής παρουσίας της Αγίας Αικατερίνης στο μονοπάτι προσκυνημάτων. Το μοναστήρι έχει φιλοξενήσει κατανυκτικούς ανθρώπους από την αυγή του μοναχισμού και, σε αντάλλαγμα, οι επισκέπτες του παραχώρησαν μια συλλογή εκκλησιαστικής και θρησκευτικής τέχνης που χαρακτηρίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμιανό, τον ηγούμενο της Αγίας Αικατερίνης, ως «μια κιβωτός του Νώε με πρώιμη βυζαντινή και χριστιανική τέχνη». Η Αγία Αικατερίνη φιλοξενεί τις τρεις αρχαιότερες ελληνικές εικόνες που έχουν διασωθεί καθώς και ένα δισκοπότηρο της εποχής του Καρόλου ΣΤ', του οποίου η σπανιότητα επικεντρώνεται γύρω από το γεγονός ότι είναι ένα από τα ελάχιστα πολύτιμα βασιλικά κειμήλια που έχουν επιβιώσει από τα δεινά της Γαλλικής Επανάστασης. Επιπλέον, το μοναστήρι περιέχει τη μεγαλύτερη συλλογή Μέσης Βυζαντινής τέχνης.

Σύμφωνα με την Helen Evans, επιμελήτρια του Μητροπολιτικού Μουσείου για την βυζαντινή και μεσαιωνική τέχνη και μέλος της ομάδας που συνεργάστηκαν με το μοναστήρι στη σύσταση του Θησαυροφυλακίου, η συλλογή δείχνει ότι ο Ορθόδοξος Κόσμος διατήρησε καλλιτεχνικό μεγαλείο, ακόμη και μετά τη συστηματική του λεηλάτηση κατά την τέταρτη σταυροφορία. Επιπλέον, δείχνει ότι συνέχισε να χρησιμοποιεί τις εικόνες που στη συνέχεια προχώρησαν να επιδράσουν πάνω στην ιταλική τέχνη στα τέλη του 13ου αιώνα. Αυτό είναι ένα ακόμη κομμάτι που λείπει από το παζλ της σημερινής πολιτιστικής συζήτησης και δείχνει ότι οι πολιτισμοί δεν είναι μονολιθικοί και άκαμπτα όντα, αλλά λεπτά συνυφασμένοι και αντιδραστικοί φορείς. Ακριβώς όπως ο επιστημονικός και φιλοσοφικός παράγoντας του ισλαμικού πολιτισμού ήταν ένας μεγάλος παράγοντας που συνέλαβε στην ευρωπαϊκή Αναγέννηση, έτσι και η Ανατολική Χριστιανοσύνη έχει αποδειχθεί γόνιμο έδαφος για καλλιτεχνική έμπνευση στα εδάφη της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτό προέκυψε μέσα από το μοναδικό κοσμοπολίτικο χαρακτήρα των προσκυνητών που επισκέπτονται το Σινά και τη συνακόλουθη γόνιμη αλληλεπίδραση των διαφόρων μορφών εκκλησιαστικής τέχνης που ήταν διάχυτες μεταξύ τους.
Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ και μεταξύ αυτών είναι οι επισκέπτες που έρχονται στο Σινά από τότε που απέκτησε την πρώτη φήμη του ως κέντρο προσκυνήματος. Τα πλήθη συνεχίζουν να το γεμίζουν και σήμερα, ιδιαίτερα μετά την κατασκευή της σήραγγας Ahmed Hamdi κάτω από τη διώρυγα του Σουέζ, που συνδέει την Αφρική με την Ασία, και που έδωσε στην περιοχή μεγαλύτερη προσβασιμότητα. Με περισσότερους από 1.000 επισκέπτες την ημέρα σε περίοδο αιχμής, οι μοναχοί δυσκολεύονται να εστιάσουν την προσοχή τους στη διατήρηση της δέσμευσής τους στον ασκητισμό. Όπως ο Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός λέει: «Οδηγούμαστε σε απόσπαση από την προσοχή μας κάθε μέρα από τις 9 πμ όταν ανοίγουμε τις πύλες μας μέχρι το μεσημέρι, όταν τις κλείνουμε. Έχουμε τρεις τύπους τουριστών που μας επισκέπτονται: υπάρχουν οι κατανυκτικοί, υπάρχουν οι λάτρεις της τέχνης που έρχονται να μας δουν για τους θησαυρούς μας, και υπάρχουν εκείνοι που έρχονται, διότι θεωρούν ένα ημερήσιο ταξίδι τους στην Αγία Αικατερίνη να είναι το πολιτιστικό τμήμα των διακοπών τους στις παραλίες - αυτοί είναι το χειρότερο είδος».

Αναμφισβήτητα, ένα από τα αξιοθέατα της Αγίας Αικατερίνης είναι ο φημισμένος θαυματουργός χαρακτήρας των περιοίκων της. Σ' όλους τους συμμετέχοντες στη διάσκεψη δόθηκε, μεταξύ άλλων σουβενίρ, μια τούφα από λευκή ουσία που μοιάζει σαν βαμβάκι η οποία φυτρώνει ανεξήγητα από την διατηρημένη κεφαλή της Αγίας Αικατερίνης. Αποπνέει μια γλυκιά μυρωδιά και φημολογείται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Οι μοναχοί υποστηρίζουν ότι η Φλεγόμενη Βάτος, από την οποία ο Μωυσής έλαβε τις δέκα εντολές, και η οποία είναι περικλεισμένη μέσα στα τείχη της μονής, δεν μπορεί να μεταφυτευτεί σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του Σινά. Όλες οι προσπάθειες για να την μετακινήσουν σε άλλες περιοχές έχουν αποτύχει. Και η Φλεγόμενη Βάτος έχει ακόμη μια θαυματουργή διεκδίκηση που συνδέεται με αυτήν. Η πηγή που αναβλύζει στη βάση της Βάτου θεωρείται ότι εγγυάται την συζυγική ευτυχία για όποιον πιει από αυτή. Στην πραγματικότητα, σε μια επίσκεψη του πρίγκιπα Καρόλου στο μοναστήρι το 1996, τόσο ο ίδιος όσο και ο τότε Βρετανός πρέσβης ήπιαν νερό από την πηγή. Μόλις δυο μήνες αργότερα, άρχισαν να εμφανίζονται ειδήσεις στον Τύπο σχετικά με το τέλος του γάμου του με την Νταϊάνα. Φαίνεται ότι μερικές φορές ούτε και θαύμα μπορεί να σώσει ένα αταίριαστο ζευγάρι.

Ο υψηλός αριθμός τουριστών σε ένα χώρο που δεν έχει σχεδιαστεί για να φιλοξενεί μεγάλα πλήθη ανάγκασε τους μοναχούς να καταπιαστούν με την εφαρμογή πιο πεζών ανησυχιών, με το πώς να περάσουν, κάθε φορά, αρκετές εκατοντάδες τουρίστες γύρω από τα βασικά σημεία ενδιαφέροντος, χωρίς να προκαλείται συμφόρηση. Ένα σύστημα έκδοσης εισιτηρίων είχε προταθεί, αλλά στη συνέχεια απορρίφθηκε - οι Ελληνορθόδοξοι κανόνες φιλοξενίας υπαγορεύουν ότι, δεδομένου ότι ο κάθε επισκέπτης σε ένα Ορθόδοξο μοναστήρι θα μπορούσε να είναι ο Σωτήρας Χριστός, που επέστρεψε σε μεταμφίεση, είναι ανήθικο να χρεώνουν τους τουρίστες.

Παράλληλα με το Θησαυροφυλάκιο, μια άλλη μεγάλη έλξη για το μοναστήρι είναι η βιβλιοθήκη του, που θεωρείται από την Helen Evans του Μητροπολιτικού Μουσείου να είναι «με συνέπεια η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη με ελληνικά χειρόγραφα στον κόσμο εκτός από εκείνη του Βατικανού». Η βιβλιοθήκη περιέχει 3.000 χειρόγραφα, από τα οποία τα δυο τρίτα είναι στα ελληνικά, και τα υπόλοιπα αποτελούνται από ένα εντυπωσιακά ευρύ φάσμα από ζωντανές και νεκρές γλώσσες: αραβικά, σλαβικά, ασσυριακά, κοπτικά, λατινικά, γεωργιανά, αρμενικά, εβραϊκά και αιθιοπικά. Τα χειρόγραφα επεκτείνονται χρονολογικά από τον 4ο αιώνα μέχρι τον 19ο αιώνα, και, όπως το Θησαυροφυλάκιο κάνει με την εκκλησιαστική τέχνη, παρουσιάζει στον αναγνώστη μια αφήγηση της γλωσσικής εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας.

Η βιβλιοθήκη περιέχει αρκετές πρώτες εκδόσεις λογοτεχνικών και επιστημονικών έργων, κάτι που υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδει η Ελληνική Ορθοδοξία στη γνώση και την εκπαίδευση. Επίσης, έχει βάλει στόχο να συνεχίσει το εκπαιδευτικό έργο της Αλεξανδρινής βιβλιοθήκης στο να επεκτείνει τη πολιτιστική ακτινοβολία του Ελληνισμού, αφού η τελευταία κάηκε. Σήμερα ο μεγαλύτερος θησαυρός της βιβλιοθήκης είναι ο Συριακός Κώδικας, που χρονολογείται περίπου από το 400 μ.Χ, και κατέχει την υψηλότερη θέση, μεταξύ άλλων πολύτιμων έργων μετά το 1865 όταν ένας γερμανο-ρώσος ερευνητής, ο Tisschendorf, δανείστηκε για λογαριασμό του ρώσου αυτοκράτορα τον Κώδικα του Σινά, το πιο αρχαίο και πιο πολύτιμο χειρόγραφο της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης στην ελληνική γλώσσα στον κόσμο, και απέτυχε να το επιστρέψει. Πωλήθηκε στο Βρετανικό Μουσείο το 1933 για 100.000 λίρες και διαμένει εκεί μέχρι σήμερα. Το επόμενο αρχαιότερο ελληνικό Ευαγγέλιο στην κατοχή της μονής χρονολογείται από 717 μ.Χ. και ήταν ένα δώρο από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Θεόφιλο. Η Βιβλιοθήκη διαθέτει επίσης πάνω από 5.000 έντυπα βιβλία, ορισμένα χρονολογούνται από τις πρώτες δεκαετίες εκτύπωσης.

Τα χειρόγραφα του μοναστηριού φέρνουν στη ζωή ένα κόσμο που εξαφανίστηκε, που όμως δεν είναι τόσο διαφορετικός από τη σύγχρονη πραγματικότητα μας. Υπάρχουν διηγήσεις από ταξίδια προσκυνητών στο Σινά και, αν και είναι πιθανώς πιο εξαντλητικές από αυτές της σύγχρονης εκδοχής προσκυνημάτων που γίνονται από εκδρομές με ταξί ή ναυλωμένα λεωφορεία, τόσο τα παλαιότερα όσο και νεότερα έργα είναι εμποτισμένα με τα ίδια λατρευτικά και περιγραφικά στοιχεία, και ρίχνουν μια ματιά σ΄ένα προσωρινό κόσμο που είναι τόσο ταραγμένος και που κυριαρχείται από διαμάχες όπως και η τωρινή μας πραγματικότητα.

Τα εκθαμβωτικά αντικείμενα και έργα εκκλησιαστικής τέχνης που υπάρχουν στην εκκλησία της μονής και στο Θησαυροφυλάκιο, με μια πρώτη ματιά, φαίνονται να είναι εκτός συγχρονισμού με το περιβάλλον τους και με τις οδηγίες του Ισλάμ για τη μη λήψη της ανθρώπινης μορφής στην τέχνη. Τα μαγευτικά τους χρώματα, η εκθαμβωτική τους μεγαλοπρέπεια από χρυσό και επιχρυσωμένο ασήμι, και η καθαρή τεχνική τους σύνθετη, τα φέρνει σε έντονη αντίθεση με την βουβή έρημο που τα περιβάλλει. Αλλά το μοναστήρι δεν είναι προπύργιο Ελληνορθόδοξου σοβινισμού στη μέση ενός μουσουλμανικού ωκεανού αλλά ούτε και οι μοναχοί αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους με αυτό τον τρόπο.

Αυτό που ίσως εντυπωσιάζει πιο πολύ τον επισκέπτη στο μοναστήρι με την πρώτη του ματιά εκεί είναι οι δίδυμοι πύργοι του καμπαναριού της εκκλησίας και το τζαμί με το μιναρέ να εξυψώνονται σε αρμονία το ένα δίπλα στ' άλλο. Το τζαμί χτίστηκε για τους Βεδουίνους που εργάζονται στο μοναστήρι για να πηγαίνουν εκεί και να προσεύχονται, και αυτό αποτελεί μια ηχηρή απόδειξη ότι η Αγία Αικατερίνη είναι ένας σημαντικός πολιτιστικός θεσμός και αναπόσπαστο στοιχείο της πλούσιας θρησκευτικής κληρονομιάς της Αιγύπτου. Ακριβώς όπως η σειρά με τα περίπλοκα αντικείμενα στην εκκλησία και ο ειρηνικός και κενός χώρος του τεμένους είναι και τα δύο αφιερωμένα στον ένα Θεό του μονοθεϊσμού, έτσι και η πολυμορφία στο εσωτερικό της μονής μαρτυρεί τη δυνατότητα να μπορεί ο πνευματικός στόχος να προσεγγιστεί με διαφορετικό τρόπο.

Η παρουσία της μονής του Σινά σε μια τέτοια εγγύτητα προς την κορυφή όπου ο προφήτης Μωυσής λέγεται ότι έχει λάβει τις Δέκα Εντολές από το Θεό, καθιστά την Αγία Αικατερίνη έναν ιερό χώρο και για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες. Παρά την ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ του Ισραήλ και της Αιγύπτου, και το άνοιγμα των συνόρων μεταξύ των δυο χωρών, καθώς και τη συντονισμένη προσπάθεια των Ισραηλινών, όταν κατέλαβαν το Σινά, στην ανάπτυξη της περιοχής τουριστικά, οι εβραίοι προσκυνητές έχουν μειωθεί σημαντικά από το 1982, όταν οι Ισραηλινοί αποσύρθηκαν. Οι μουσουλμάνοι, ωστόσο, έρχονται συχνά και σε μεγάλους αριθμούς, τόσο για την περιοχή γενικότερα και ειδικότερα για το μοναστήρι, και για να τιμήσουν τον Μωυσή, ένα από τους προφήτες που αναφέρονται στο Κοράνι. Έτσι, δεν είναι σπάνιο θέαμα να δείτε μουσουλμάνους, παράλληλα με Χριστιανός προσκυνητές, να προσεύχονται μαζί στον ιερό αυτό χώρο. Επίσης, είναι σύνηθες για τους χριστιανούς όλων των δογμάτων να προσεύχονται μαζί, είτε πρόκειται για Ελληνορθόδοξους, Κόπτες ή Καθολικούς. Οι δογματικές διαφορές και οι καυγάδες αιώνων διαγράφονται μπροστά τις φοβερές κορυφές του Σινά.

Αυτή η ειρηνική συνύπαρξη επισημάνθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών στο μήνυμα που απηύθυνε στη διάσκεψη, και στην οποία είπε:

«Το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, με τη 1.500 χρόνων παρουσία του εδώ, έχει υπερβεί πέρα από φυλές, λαούς και θρησκείες. Ταυτόχρονα, οι μοναχοί του έχουν βοηθήσει τους συνανθρώπους τους, που στην πλειοψηφία τους, είναι ξένης προέλευσης και θρησκείας. Εκφράζουμε την ικανοποίησή μας ότι η προσπάθεια αυτή εκτιμάται και αναγνωρίζεται από όλους και ότι εξακολουθούν να είναι πεπεισμένοι ότι η παρουσία του μοναστηριού- το οποίο αγαπά την ειρήνη - θα εξακολουθήσει να είναι εξίσου ισχυρή στο μέλλον και θα συμβάλει στην επίτευξη της συμφιλίωσης μεταξύ των λαών της Μέσης Ανατολής, εκ των οποίων όλοι είναι πλάσματα του ίδιου Ενός και μόνου Θεού».

Η συνύπαρξη του μοναστηριού με το Ισλάμ δεν είναι ο μόνος τομέας στον οποίο προωθεί την ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων. Υπάρχει μια σημαντική κοινότητα εγκατεστημένων Βεδουίνων που ζουν στην άμεση περιοχή, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων εξαρτάται και επωφελείται από το μοναστήρι. Από το να μοχθούν μαζί με τους μοναχούς στο να διοργανώνουν εκδρομές και στην προώθηση του τουρισμού στην περιοχή, οι Βεδουίνοι έχουν ωφεληθεί πολύ από την Αγία Αικατερίνη, και αυτός είναι κατ' αρχή και ο λόγος που τους έκανε να παρατήσουν το νομαδικό τρόπο ζωής τους. Σε αντάλλαγμα, αυτοί βοήθησαν στο ν' ανθίσει κυριολεκτικά η έρημος, στη μορφή των κήπων και τα ψηλά κυπαρίσσια που εκπλήσσουν τον επισκέπτη που έρχεται για πρώτη φορά στο μοναστήρι, με την υπερήφανη παρουσία τους στη μέση της ερήμου.

Οι Βεδουίνοι επιπλέον ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τις 200 οικογένειες σκλάβων που μεταφέρθηκαν από την Αλεξάνδρεια και τον Καύκασο από τον Ιουστινιανό, όταν διέταξε την ανέγερση του μοναστηριού, προκειμένου να το προστατέψουν από ληστές και απείθαρχες φυλές. Έτσι, μολονότι δεν μοιάζουν με τους σύγχρονους έλληνες, μιλούν μόνο αραβικά και είναι μουσουλμάνοι, οι Βεδουίνοι ισχυρίζονται ότι είναι έλληνες και ορισμένοι έχουν ακόμη κάνει και την προσπάθεια για να μάθουν την ελληνική γλώσσα. Επιπλέον, έχουν ονομάσει ένα από τα χωριά τους στην περιοχή του μοναστηριού, Αγία Αικατερίνη, μια άμεση νύξη στο που καταβάλουν τη πίστη και την επιβίωσή τους. Παρά το γεγονός ότι είναι μουσουλμάνοι, διατηρούν ορισμένες από τις παραδόσεις και τις συνήθειες του Χριστιανισμού. Γιορτάζουν τη μνήμη του Μωυσή, του Ααρών, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Αικατερίνης, και ορκίζονται αιώνια πίστη στο μοναστήρι, υποστηρίζοντας ότι, όπως και οι πρόγονοί τους, είναι έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους για την άμυνά του.

Κατά το μεσημέρι την τρίτη ημέρα, οι παρευρισκομένοι επισκέπτες άρχισαν να απομακρύνονται. Με τις περισσότερες από τις εκδηλώσεις να έχουν τελειώσει - η πανηγυρική Θεία Λειτουργία να έχει ολοκληρωθεί, το Θησαυροφυλάκιο να έχει εγκαινιαστεί , η διάσκεψη να έχει ολοκληρωθεί και τα φαγώσιμα να έχουν καταναλωθεί - τα μεγάλα λεωφορεία, φορτωμένα με τους επισκέπτες, άρχισαν να κινούν τα ογκώδη μεταλλικά τους καλούπια έξω από τα σκονισμένα πάρκινγκ και να επιστρέφουν στο Κάϊρο ή σε οποιοδήποτε από τα αεροδρόμια από τα οποία τα ναυλωμένα αεροσκάφη είχαν προγραμματιστεί να αναχωρήσουν. Οι τεχνικοί τηλεόρασης φόρτωσαν τα καλώδια τους στα φορτηγά δορυφόρου, οι γυναίκες ανταποκριτές έφτιαξαν τα μαλλιά τους και ξανάβαλαν το μακιγιάζ τους, και ανταλλάχτηκαν αρκετές εκατοντάδες επαγγελματικές κάρτες. Πάνω από όλα αυτά, το δροσερό αεράκι του Δεκέμβρη σφύριζε μέσα από τα ψηλά φαράγγια και τις βουνοκορφές, φυσώντας στα ράσα των μοναχών, καθώς έσπευσαν στις δουλειές τους μέσα στην επανερχόμενη ηρεμία του σιναΐτικου απογεύματος.

Οι επισκέπτες και οι αντιπροσωπείες έφυγαν τόσο ξαφνικά όσο είχαν φθάσει, μόνο αυτή τη φορά με πολύ λιγότερες τυμπανοκρουσίες - λεωφορεία, οπλισμένοι στρατιώτες, αρκετή επίδειξη όπλων, μυστική αστυνομία, 400 επισκέπτες και η πλήρης μεγαλοπρέπεια και φασαρία που συνοδεύεται με τέσσερις πατριαρχικές αντιπροσωπείες που ανταγωνίζονται για προσοχή. Η παρουσία τους ξεθώριασε κάτω από τις επιβλητικές κορυφές των βουνών. Οι φωνές τους, οι ψίθυροι, τα γέλια και τα κουτσομπολιά τους παρασύρθηκαν και απομακρύνθηκαν μέσα από το ζοφερό τοπίο από πέτρινα βουνά .

Του Ιάσονα Αθανασιάδη

Μετάφραση Noctoc

Από την εφημερίδα Al- Ahram


There is a repetitive, forlorn beeping whose shrill, electronic whine pierces the desolation of the place. Every few seconds, whenever someone enters or leaves the still monastery, the metal-detector's alert punctuates the howl of the wind sweeping across the bleak Sinai wadi. The drifting cadences of the feast-day liturgy mingle with the wind, as they have down the centuries.
Beyond the confines of the monastery's four walls lies the rocky plateau that runs down to the Watia Pass. The scenery is breathtaking: a harsh and waterless landscape out of which gigantic reddish-hued rocks thrust in untidy protuberances that grasp upwards to the misty sky. The gorges extending in between these silent behemoths are arid wastes that continue for miles, half-enveloped by the jagged shadows cast by the afternoon sun. Elsewhere, hills sculpted out of sheer stone plunge into over-lapping sand dunes. And in the distance, the mountains merge into jagged two-dimensional lines whose shadows criss-cross along the horizon.
The landscape of Mount Sinai lies beyond the comprehension of modern urbanites, those city-dwellers who descend upon it in loud and busy droves. They attempt to impose a different conception of time in a place where the passing of a century is but a blink in the ocean of eternity. As one monk remarked: "We have here the luxury of existing in a timeless vacuum. Life is only the brief interval between being separated from and re- united with our Creator."
This is the splendid isolation that was recently invaded by a remarkable coming-together of patriarchs, religious dignitaries, politicians, art-lovers, academics, and representatives of private charitable foundations. St Catherine's monastery in Sinai hosted, between 6 and 9 December, the celebrations marking 17 centuries of monasticism in the peninsula. A mix of academic, cultural and religious events vied for the attention of the assemblage, with the organisers striking a fine balance between academic discourse, entertainment, sightseeing and events of a more religious nature. Overall, perhaps, the most significant event for the long-term direction of the monastery was the opening of the renovated Treasury.
In a four-year collaboration with New York's Metropolitan Museum, St Catherine's has completely revamped one of its buildings, turning it into one of the more remarkable collections of art to be housed in Egypt today.The Treasury houses a uniquely precious collection of Byzantine art whose beauty and importance is all the greater in that it spans 16 centuries of artistic activity. Only 150 icons, out of a collection of more than 2,000, have received the Metropolitan Museum's expert attention. Each icon a treasure in itself, they date from the late 5th century to the 16th, and cover most styles of icon- painting in currency -- from early Coptic, Greek, Georgian and Syrian to a rare 14th century Catalan icon of St Catherine in the Gothic style as well as a collection of works by the acclaimed 16th century Cretan school.The baffling diversity of styles is testament to St Catherine's enduring presence on the pilgrimage trail. The monastery has played host to the devout since the dawn of monasticism and, in return, its visitors bestowed upon it a collection of ecclesiastical and devotional art that is characterised by Archbishop Damianos, St Catherine's abbot, as "a Noah's ark of early and Byzantine Christian art." St Catherine's plays host to the three earliest surviving Greek icons as well as to a Charles VI era chalice whose rarity centres around the fact that it was one of the precious few royal relics to survive the ravages of the French Revolution. In addition, the monastery contains the greatest collection of Middle Byzantine art.
According to Helen Evans, the Metropolitan Museum's curator of Byzantine and medieval art and a member of the team that collaborated with the monastery in setting up the Treasury, the collection shows that the orthodox world retained artistic greatness even after it was systematically looted during the fourth Crusade. Furthermore, it shows that it has held on to icons that subsequently went on to influence Italian art in the late 13th century. This is yet another piece missing from the jigsaw puzzle of the current civilisational debate and indicates that cultures are not monolithic and inflexible creatures, but subtly intertwining and reacting entities. Just as the scientific and philosophic derivatives of Islamic culture were a great contributing factor to the European Renaissance, so has Eastern Christianity proven a fertile ground for artistic inspiration in the lands of the former Roman Empire. This came about through the uniquely cosmopolitan nature of the pilgrims visiting the Sinai and the attendant cross- fertilisation of different styles of ecclesiastical art that were diffused between them.
Some things never change and amongst these are the visitors who have come to Sinai since it first gained its reputation as a centre of pilgrimage. The crowds continue to pour in today, especially after the building of the Ahmed Hamdi tunnel under the Suez Canal, linking Africa with Asia, gave the region greater accessibility. With more than 1,000 visitors a day in peak season, the monks have a hard time concentrating on maintaining their commitment to asceticism. As Archbishop Damianos says: "We are driven to distraction every day from 9am when we open our gates until midday when they are shut. We have three types of tourists visiting us: there are the devout, there are art lovers who come to see us for our treasures, and there are those who come because they consider a daytrip to St Catherine's to be the cultural part of their beach holiday -- they are the worst kind."

Undeniably, one of the attractions of St Catherine's is the reputed miracle-working character of its environs. All participants at the conference were given, amongst other mementos, a tuft of white, cottonwool-like substance which inexplicably grows from the preserved head of St Catherine. It gives off a sweet smell and is reputed to have healing qualities. The monks claim that the Burning Bush, from which Moses received the Ten Commandments, and which was enclosed within the monastery walls, cannot be replanted in any other part of the Sinai. All attempts to move it to other areas have failed. And the Burning Bush has yet another miraculous claim associated with it. The spring which gushes forth at the Bush's base is reputed to guarantee marital happiness for whoever drinks from it. In fact, on a visit made by Prince Charles to the monastery in 1996, both he and the then British ambassador partook of the spring. Just two months later, news started appearing in the press about the ending of his marriage to Diana. Sometimes, it seems, not even a miracle can save an unsuitable match.The high number of tourists in a space that has not been designed to deal with large crowds forced the monks to apply themselves to the more mundane concerns of how to funnel several hundred tourists, at a time, around the key points of interest, without causing congestion. A ticketing system was suggested but subsequently discarded -- Greek Orthodox rules of hospitality dictate that, since any visitor to an Orthodox monastery could be Christ the Saviour returning in disguise, it is unethical to charge tourists.
Alongside the Treasury, another big draw to the monastery is its library, considered by the Met's Helen Evans to be "pretty consistently the greatest library for Greek manuscripts in the world outside the Vatican." The library contains 3,000 manuscripts, of which two thirds are in Greek, and the rest consists of a bafflingly wide array of living and dead languages: Arabic, Slavic, Syriac, Coptic, Latin, Georgian, Armenian, Hebrew and Ethiopic. The manuscripts extend chronologically from the 4th century to the 19th and, as the Treasury does with ecclesiastical art, present the reader with a narrative of the linguistic progression of the Greek language.
The library contains several first editions of literary and scientific works, something that underlines the importance that Greek Orthodoxy attaches to knowledge and education. It also aimed to continue the educational work of the Alexandrian library in expanding the cultural influence of Hellenism, after the latter burned down. The library's greatest treasure today is the Syrian Codex, dating from around 400 AD, and occupying pole position amongst other valuable works since 1865 when a German-Russian researcher, Tisschendorf, borrowed on behalf of the Russian emperor the Sinai Codex, the earliest and most valuable Greek-language manuscript of the Old and New Testament in the world, and failed to return it. It was sold to the British Museum in 1933 for 100,000 sterling and resides there to this day. The next oldest Greek Testament in the monastery's possession dates from 717 AD and was a present by the Byzantine Emperor Theophilus. The library also houses more than 5,000 printed books, some dating from the early decades of printing.
The monastery's manuscripts bring to life a vanished world, yet one that is not so different from our contemporary reality. There are accounts of pilgrims' journeys to the Sinai and, although they are arguably more gruelling than contemporary accounts of the taxi-charter- pullman version of the pilgrimage, both older and newer works are infused with the same devotional and descriptive elements, and give out glimpses of a temporal world that is as troubled and strife-riven as our current reality.
The dazzling artefacts and works of ecclesiastical art that are dotted around the monastery's chapel and Treasury are, at first glance, as out of sync with their environment as with Islam's directive against capturing the human form in art. Their bewitching colours, dazzling gold and silver-plated splendour, and sheer technical intricacy contrast sharply with the muted desert that surrounds them. But the monastery is no bastion of Greek Orthodox chauvinism in the middle of a Muslim ocean, nor do the monks see themselves in this way.
Perhaps what strikes the visitor most about the monastery at first sight are the twin towers of its church steeple and mosque minaret rising in harmony alongside each other. The mosque was built for the Bedouin who work in the monastery to go and pray in and constitutes resounding proof that St Catherine's is an important cultural institution and an inseparable component of Egypt's rich religious heritage. Just as both the intricate array of artefacts in the church and the peaceful and empty spaces of the mosque are both dedicated to the one God of monotheism, so does the diversity within the monastery testify to the possibility of approaching one spiritual goal in different ways.
The monastery's presence in the Sinai, in such proximity to the peak where the prophet Moses is said to have received the Ten Commandments from God, renders St Catherine a holy place to all three monotheistic religions. Despite the 1979 peace accord between Israel and Egypt, open borders between the two countries, and the concerted effort which the Israelis put, when occupying the Sinai, into developing the area touristically, Jewish worshipers have decreased sharply since 1982, when the Israelis withdrew. Muslims, however, come often and in large numbers, both to the area in general and the monastery specifically, to honour Moses, one of the prophets mentioned in the Qur'an. Thus, it is not a rare sight to see Muslims, alongside Christian worshippers, venerating the holy site. Equally, it is normal for Christians of all creeds to pray together, whether they are Greek Orthodox, Coptic or Catholics. Dogmatic differences and century-long quarrels are erased before the Sinai's awesome peaks.
This peaceful coexistence was noted by the Archbishop of Athens in the message he delivered to the conference, in which he said:
"St Catherine's monastery, in its 1,500 year presence here, has aimed above and beyond tribes, peoples and religions. At the same time, its monks have aided their fellow-men who, in their majority, have been of foreign descent and religion. We are pleased that this effort is appreciated and recognised by everyone and remain certain that (the monastery's) peace-loving presence will continue to be equally strong in the future and will contribute to the achievement of reconciliation between the peoples of the Middle East, all of whom are the creatures of the same One and Only God."
The monastery's coexistence with Islam is not the only sphere in which it promotes concord among people. There is a sizeable community of settled Bedouin living in the immediate area, the vast majority of whom depend on and benefit from the monastery. From toiling alongside the monks to organising tours and promoting tourism in the area, the Bedouin have benefited greatly from St Catherine's, the very reason which made them surrender their nomadic lifestyle in the first place. In return, they have helped make the desert literally bloom, in the shape of the green gardens and tall cypress trees that shock the first-time visitor with their proud presence in the middle of the desert.
The Bedouin even claim descent from the 200 slave families brought from Alexandria and the Caucasus by Justinian when he ordered the construction of the monastery in order to protect it from brigands and unruly tribes. Thus, despite not resembling modern-day Greeks, speaking only Arabic and being Muslim, the Bedouin claim that they are Greek, and some have even made the effort to learn the language. In addition, they have named one of their villages in the vicinity of the monastery, St Catherine, in direct allusion to where their loyalties and livelihoods lie. Despite being Muslim, they preserve some of the traditions and habits of Christianity. They celebrate the feast of Moses, Aaron, St George and St Catherine, and swear eternal allegiance to the monastery, claiming that, as with their ancestors, they are ready to lay down their lives in its defence.
By lunchtime on the third day, the assembled visitors were beginning to leave. With most of the events having taken place -- the feast day service completed, the Treasury inaugurated, the conference attended and the official meals partaken of -- the large coaches, laden with visitors, began to move their bulky metal frames out of the dusty carpark and make their way back to Cairo or to any one of the airports from which the chartered airplanes were scheduled to depart. The TV technicians loaded their cables into the satellite vans, their female correspondents smoothed back their hair and re-applied their makeup, and several hundred business cards were exchanged. Over it all, the cool December wind whistled through the high gorges and mountain peaks, snapping at the monks' cassocks, as they hurried about their business in the newly-returned calm of the Sinai afternoon.
The visitors and delegations left as suddenly as they had arrived, only with considerably less fanfare -- the pick-up loads of heavily-armed soldiers, several machinegun-toting secret police, 400 visitors and the full splendour and bustle associated with four patriarchal delegations jostling for attention. Their presence faded under the unforgiving peaks. Their shouts, whispers, laughter and gossip drifted through the bleak and rock-strewn mountain scape.

By Iason Athanasiadis

From Al- Ahram Newspaper


Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Η Μαγεμένη Βασιλοπούλα: Κυπριακό Παραμύθι

 Πρόλογος

Το παραμύθι της μαγεμένης βασιλοπούλας μου το είπε η Χαρίκλεια Θεοδώρου Μιτσικούρη, μία από τις επτά αδελφές του παππού μου Επαμεινώνδα. Ο παππούς απέθανε νωρίς, δεν τον εγνωρίσαμε. Γι' αυτό, όταν ήμουν μικρός, σπάνια πηγαίναμε στο χωριό του, μόνο κάθε τόσα χρόνια που ετύγχανε να έχουμε συγγενικό γάμο. Θυμάμαι τότε, έπεφταν πάνω μας και μας έπνιγαν στις αγκάλες τους- ιδίως τον πατέρα μου- επτά μαυροφορμένες γερόντισσες. Κι όλο έκλαιγαν, έκλαιγαν κι εγελούσαν ταυτόχρονα. Τα ονόματά των ήσαν: Νεοφύτα, Ροδιά, Κλεοπάτρα, Καλλισθένη, Λευκή, Χαρίκλεια και Χρυσή.
Αργότερα, όταν μεγάλωσα λίγο, άρχισα να επισκέπτομαι συχνότερα τις γιαγιάδες. Παρπατούσα αρκετά χιλιόμετρα, μέσ΄από δρόμους και μονοπάτια για να πάω από το χωριό μας στο χωριό των. Ανακάλυψα τότε πως οι γερόντισσες εγνώριζαν παλαιά τραγούδια, ιστορίες και παραμύθια ατέλειωτα. Ιδίως η Χαρικλού, που έμενε μόνη της σ' ένα μικρό σπίτι στην άκρα ενός μεγάλου περιβολιού. Μάλιστα αυτή, που ήταν και καντηλανάφτισσα, κτυπούσε την καμπάνα του χωριού κάθε μέρα κι όποιος ήθελε ερχόταν στο προαύλιο της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής ν΄ακούσει ιστορίες και παραμύθια.
Εγώ καθόμουν για ώρες μαζί της κι έγραφα τες ιστορίες και τα παραμύθια, τα τραγούδια και τις προσευχές που μου έλεγε. Αυτή η δουλειά μας δεν τέλειωσε, είχε ακόμη κι άλλα να μου πει, μα έπρεπε να φύγει, ήταν πια πάνω από ενενήντα ετών. Ωστόσο έγραψα τόσα πολλά που δεν μπορώ να τα μάθω όλα απ' έξω ώστε να τα διηγούμαι κι εγώ όπως αυτή. Γι΄αυτό, αποφάσισα να γράψω μερικά και να τα πλουμίσω με ζωγραφιές να γενεί ένα βιβλίο. Κι έτσι, πρώτο σας παρουσιάζω τούτο εδώ το παραμύθι της μαγεμένης βασιλοπούλας. Εσείς που θα το διαβάσετε, αν σας αρέσει, να λέγετε: ο Θεός να μακαρίσει τη γιαγιά Χαρικλού και για λόγου μου πολλά έτη.

Χαράλαμπος



Μια φορά ήταν ένα παιδί. Αρρώστησεν η μάνα του κι απέθανε και το παιδί ζούσε με τον κύρη του. Επήγαινε κι εδούλευε, ετάνυεν του ενός, του άλλου, από κει από 'δω, εδίναν του κάτι τι. Επήγιανε και τα 'δινε του κυρού του.
Επέρασε λίγος καιρός, αρρώστησεν ο κύρης του και τον εφρόντιζε. Αγόραζεν του το ένα, το άλλο, εμαγείρευέν του, έλουέν τον, έπλενέν τον. Μια νύχτα βάρυνε η ασθένειά του, το παιδί ακούμπησε δίπλα στο προσκέφαλον του κι αποκοιμήθη. Ξυπνά ξαφνικά, αγγίζει τον να δει πως είναι... απέθανε! Πια, αρχινά κλάμα, φωνές... Είχε γειτόνους που άμα τον ακούσαν, εβουρήσαν κι επήγαν κοντά του.
- Μην κλαίεις, γιε μου, μην κλαίεις, ήταν γέρος, ήταν άρρωστος... Επαρηγορούσαν τον.
Εξημέρωσεν ο Θεός, εθάψαν τον. Το παιδί εσκέφτετο: «δε θα μείνω εδώ, θα φύγω. Αφού κι εδώ ξένος είμαι, δεν έχω συγγενή κανένα, ούτε αδελφό ούτε θεία ούτε γιαγιά ούτε παππού... Θα φύγω».
Εκοίταξε μέσα στο σπίτι, ηύρε τριάντα σελίνια. Εκρατούσε κι εκείνος μια λίρα που επήρε από τες δουλειές που έκαμνε. Εκλείδωσε το σπίτι και έδωσε το κλειδί στη γειτόνισσα.
- Θεία, έλα το κλειδί, εγώ δε μένω απόψε μέσα στο σπίτι. Θα φύγω κι άμα θέλεις τίποτε κι ότι χρειάζεσαι, άνοιγε το σπίτι μας και πιάνε, τραπέζι, καρέκλες, όταν θα έχεις ξένους. Ν΄ανοίγεις και το σπίτι να παίρνει λίγο αέρα. Εγώ φεύγω.
- Έλα, γιε μου, να μείνεις κοντά μου απόψε...
- Μα δεν είναι μια νύχτα, θεία. Δεν εμπορώ να μείνω καθόλου, αροθυμώ.
Ελάμνησε. Λάμνε, λάμνε, λάμνε, εσυγκόντεψεν ένα χωριό. Αποκείθεν, πίσω από το χωριό, ήταν ένα παρεκκλήσι. Κι είχαν σύστημα οι χωριανοί, άμα ήταν να πεθάνει κανένας, εβάλλαν τον μέσα σ΄εκείνην την εκκλησούδα, ώσπου να τον θάψουν και δεν τον εξενυχτούσαν. Εξενυχτούσε μόνος του μέσα στο ξωκλήσι. Άναβαν το καντήλιν του εκεί μέσα ώσπου να σηκωθούν το πρωΐ να τον πάρουν, να τον θάψουν.
Εσκέφτηκε το παιδί «να μείνω μέσ' τούτην την εκκλησούδαν απόψε, να κάμω οικονομίαν το πουγγούδι μου».
Ανοίγει την πόρτα να μπει, παρατηρά, θωρεί έναν πεθαμένον μέσα 'κει. Έφυγεν από έναν πεθαμένον, επήγε και ηύρεν άλλον. Ο Θεός έδωκέν του κουράγιο, παρηγοριά, θάρρος και δεν εφοβήθηκε, δεν αροθύμησε. Επροσκύνησεν τους αγίους, επροσκύνησεν και το λείψανο που ήταν εκεί. Ενέβην μέσ' στο σκάμνο κι έπιασ' ένα βιβλίο και διάβαζε.
Πέρασε κάμποση ώρα, επήρεν η νύχτα καλά, αγροικά της πόρτας κι άνοιξε. «Τι να είναι;» σκέφτηκε.

«Είναι οι άνθρωποι που έχουν τον πεθαμένο;» Ενέβησαν δυο κοπέλια έσω.
- Τι κάμνεις εδώ μέσα;
- Ε, τι να κάμνω; Ήρθα να ξενυχτίσω τούτον το πλάσμα.
- Ναί, αλλά θα τον πιάσουμε και θα τον κάψουμε.
- Γιατί; Τι σας έκαμε;
- Εχρωστούσε μας λεφτά κι απέθανεν άξιππα και δε μας τα έδωκε.
- Άμα τον κάψετε, θα σας τα δώσει; Αφού απέθανε τι θα κερδίσετε; Εκρατούσεν τα και δε σας τα 'δωκε;
- 'Οχι, θα τον κάψουμε, αφού φέραμε και πετρόλαδο. Θα τον πάρουμε εκεί έξω, θα τον λούσουμε με το πετρόλαδο και θα τον κάψουμε.
- Ε, ρε, για το όνομα του Πλάστη μου, μα είναι πολλά που σας χρωστούσε;
- Από δεκαπέντε σελίνια στον καθένα.
- Ε, άκου! Για τριάντα σελίνια να τον κάψουν...! Ελάτε 'δω να σας τα δώσω.
Έμεινε ΄κει μέσα για να κάμει οικονομία. Βγάζει, έδωκε δεκαπέντε σελίνια του ενός και δεκαπέντε του άλλου κι εφύγασι.
Έμεινε πάλι μόνος του κι εκάθησε στο σκάμνο του ψάλτη κι εδιάβαζε το ψαλτήρι. 'Αμα νύσταζε, σηκωνόνταν, επροσκυνούσε τες εικόνες κι επέστρεφε και διάβαζε. Άρχισε να ξημερώνει.
- Να σηκωθώ να φύγω πριν έρθουν οι δικοί του πεθαμένου.
Επροσκύνησε τους αγίους κι έσκυψε και λέει του πεθαμένου:
- Έχε γειά, συγχωρεμένε, από τον αφέντη μου το Θεό, εγώ φεύγω. Κι εξέβην στο δρόμο και λάμνησε.
Σαν επήγε κάμποσο τόπο, έκουσε πατημασιές ξωπίσω του. Γυρίζει πίσω, ερχόταν ένας άνθρωπος.
- Γειά σου, γιε μου.
- Καλώς τον.
- Ε, που πάεις μοναχός σου;
- Τι να σου πω; Να, είχα έναν κύρη στο κόσμο μόνο κι απέθανε κι εκείνος. Δεν εμπορούσα να μείνω στο σπίτι μόνος μου κι ελάμνησα κι όπου με βγάλει η τύχη μου. Εσύ;
- Εγώ; Κι εγώ τα ίδια με σένα.
Κι ελάμνησαν μαζί. Όταν επήγαν κάμποσο δρόμο, βλέπουν ένα περιστέρι άσπρο να έρχεται κατά πάνω τους. Έπεσε μέσ΄τα πόδια τους, λαχτάρησε κάμποσο, αναφτεράκισε κι έμεινε ψοφισμένο εκεί χαμαί.
- Κύρι' ελέησον! Τι κακόν ένι;
Έσκυψε ο σύντροφός του κι έβγαλε τρια φτερά, ένα από τη μια φτερούγα κι ένα από την άλλη και ένα από την ουρά.
- Μα τι θα τα κάμεις; Ερώτησε το παιδί.
- Ε, μπορεί να μας χρειαστούν.
Τα τύλιξε και τα έβαλε στην τσέπη του. Επερπάτησαν πολύ δρόμο μαζί, έφτασαν έξω από μια πόλη. Ήταν εκεί ένα χάνι, μπήκαν μέσα, έφαγαν και ξεκουράστηκαν. Ο ήλιος πήγαινε να δύσει. Ερώτησαν τον χανιτζή:
- Έχεις τόπο να μείνομεν απόψε;
- Έχει τόπο πολλή, ελάτε στο ανώγι που έχει δροσιά. Ανέβηκαν κι έκατσαν στο μπαλκόνι. Παρατηρούν ένα πράγμα, τριγιαλλοκοπούσε!
- Μα τι είναι αυτό που φαίνεται όπως τη φωτιά και δεν μπορούμε να το βλέπουμε;
- Α, είναι τα σπίτια του βασιλιά κι έχει τα μπαλκόνια, τα παραθύρια και τες στέγες με χρυσάφι. Τώρα που γύρισε ο ήλιος κι έπεσε πάνω τους δεν μπορείς να γυρίσεις να δεις προς τα ΄κει.
- Άκου! Ο κόσμος πεινά κι άλλοι κάμνουν τα μπαλκόνια τους χρυσαφένια!
- Αλήθεια έχει μια κόρη γιε μου... Τι τα θέλει για τα χρυσαφένια για τα ασημένια; Ότι πει εκείνη γίνεται. Ούτε του κυρού της αγροικά ούτε της μάνας της ούτε κανενός. Ότι θέλει γίνεται. 'Ερχεται ένας και την θέλει... «Θα σου πω αινίγματα. Αν τα εύρεις, θα σε πάρω, ειδεμή θα σου κόψω την κεφαλήν σου». Δεν το βρίσκει και κόβει την κεφαλήν του και την κρεμάζει από τ΄αυτί κάτω στα υπόγεια.
- Ε, και δεν τήνε σκοτώνει να πάει στ΄ανάθεμα;
- Μπορεί και θα τήνε σκοτώσει, γιε μου; Μπορεί να κάμει τίποτε;
Σαν ομιλούσασι, ανέφανεν από ΄κει η βασιλοπούλα με τη συνοδεία της: Πέντε άλογα άσπρα και οι φορεσιές αυτής και των δούλων της άσπρες. Επέστρεφαν από διασκέδαση που έκαμναν εις το δάσος. Σκύβει το παιδί, παρατηρά, μια κοπέλλα όφορφή! Λέγει:
- Θα πάω κι εγώ να δωκιμαστώ, μπορεί να ΄βρω το στοίχημα και να μου τη δώσουν.
Εκοιμήθησαν τη νύκτα στο χάνι, εξημέρωσεν ο Θεός, εσηκώστηκεν το παιδί και λέει του συντρόφου του:
- Θα πάω.
- Άμε στο καλό και στο σκέπος του Θεού.
Επήγεν εις το παλάτι. Άμα κι ενέβην έσω, είδε το Βασιλιά και καθόταν στο θρόνο του κι ήταν έτσι τουσιουντισμένος, περίλυπος. Άμα κι ανέφανε το κοπελούδι κι ήρθε κοντά, λέγει του:
- Ποιος είσαι, γιε μου; Μήπως είσαι υποψήφιος;
- Ναι.
- Λάμνε στη δουλειά σου, γιε μου. Λάμνε και θα σε σκοτώσει κι είσαι κρίμα . Έλα 'δω να δεις. Κατεβάζει τον στα υπόγεια και του δείχνει μια σειρά κεφαλάδες, κρεμμασμένες πάνω στον τοίχο. Ώσπου ν' ανεβούν πάνω, νάσου και τη βασιλοπούλα και κατεβαίνει κάτω, Είδεν το κοπέλλι, λέγει του:
- Είσαι υποψήφιος;
- Ναι.
- Να πάεις τώρα και να έρθεις αύριο τέταιαν ώρα.
Εσηκώστηκεν το κοπέλλι, κι επέστρεψε στο χάνι. Λέγει του ο σύντροφός του:
- Ε, τι σου είπε;
- Είπεν μου να πάω αύριο την ίδιαν ώρα.
- Καλά.
Ενύχτωσεν ο Θεός, εκοιμήθησαν. Όμως εκείνος ο σύντροφος του παιδιού, εγίνη μια μύγα κι επήγε κι ενέβη μέσ' τα μαλλιά της Βασιλοπούλας. Αυτή, αφού πέρασαν τα μεσάνυχτα, σηκώστηκε, καβαλίκεψε στ΄άλογο της κι επήγε δρόμον από ΄δω ίσα με τον Άγιο Τρύφωνα. Εκεί είχε μια τρύπα, έδεσε το άλογο έξω και αυτή μπήκε μέσα στην τρύπα. Λέμνε, λάμνε, πήγε κι εβρήκε ΄κείνους τους εξαποδώ. Εχορεύαν, ετραγουδούσαν, επαίζαν, εγελούσαν... Λέγει τους ύστερα:
- Ήρθεν ένας να βρει το στοίχημα.
- Να βάλεις στο νου σου τα παπούτσια σου και να τον ερωτήσεις να σου πει τι έχεις στο νου σου.
Ο σύντροφος είδεν και άκουσεν τα όλα. Επέστρεψεν η βασιλοπούλα πριν ξημερώσει και πήγε στο κρεβάτι της.
Ο σύντροφος πήγε στο παιδί, «εξημέρωσε», λέγει του, «θα πάεις;»
- Θα πάω.
- Εψές εθώρουν όνειρο ότι η βασιλοπούλα θα βάλει τα παπούτσια της εις τον νου της και να το θυμάσαι.
- Καλά.
Επήγεν εις το παλάτι. Έρχοντο και τα πλάσματα όλα, άμα υπήρχεν υποψήφιος για να δουν που θα τόνε σκοτώσει. Εκείνος ο βασιλιάς, ο κύρης της, έκλαιε και παρακαλούσε το παιδί να φύγει να γλυτώσει. Ήρθεν η βασιλοπούλα, λέγει:
- Ήρθες;
- Ήρθα.
- Τι έχω στο νου μου;
- Τα παπούτσια σου, της λέει.
Έμεινεν έτσι παλαβωμένη. Ο βασιλιάς του είπε:
- Την ευχή μου να 'χεις, γιε μου, την ευχή μου. Και να 'πεμψεν ο Θεός να τα 'βρεις όλα, γιε μου. Έλα 'δω, κρατείς χρήματα; Έλα πέντε λίρες χρυσές να περνάς. Να πάεις τώρα και να 'ρθεις αύριο πάλι.
Έφυγε το παιδί και πήγε στο χάνι, βρήκε το σύντροφόν του και του είπε πως ηύρεν το ερώτημα.
Η βασιλοπούλα, άμα πέρασαν πάλι τα μεσάνυχτα επήγε κι ηύρεν εκείνους τους φίλους της.
- Ηύρεν το, λέγει τους.
- Γιατί;
- Ε, ηύρεν το, ξέρω 'γω γιατί;
-Να βάλεις τα γάντια σου αύριον.
- Καλά. Κι έφυγε.
Να τους αφήσουμε τούτους και να πάμεν εις το παιδί. Εσηκώστηκε την άλλην ημέρα πρωΐ.
- Θα πάεις; Του λέγει ο φίλος του.
- Με τη βοήθειαν του Θεού θα πάω.
- Εθώρουν όραμαν εψές πως θα βάλει στο νου της τα γάντια της. Να το θυμάσαι.
- Καλά.
- Κι ελάμνησεν, επήγε στην αίθουσα κι επερίμενε. Κατέβηκε η βασιλοπούλα, κάθησε στο θρονί της με μια φαντασία... και τον ερώτησε:
- Τι έχω σήμερα στο νου μου;
- Τα γάντια σου.
Έμεινε κάμποσην ώρα σκεφτική κι ύστερα παραδέχτηκε:
- Ηύρες το.
Ε, πια ο βασιλιάς επήρεν πάνω του:
- Α, γιε μου, γιε μου, γιε μου! Θα σε κάμω, θα σε φτιάσω, θα σε σάσω, θα σε παραχρυσώσω, αν τα 'βρεις όλα και δούμεν ίντα κακόν ένι...
Την επομένη νύχτα εσηκώστην εκείνη κι ετοίμασε τ' άλογόν της κι επήγε κι ηύρεν το δαιμόνιο και λαλεί του:
- Ηύρεν το πάλι.
- Θα πάω μαζί σου ως εκεί που θα κατεβείς να δούμεν ποιος είναι που ακούει, να δούμεν ίντα δουλειά ένι.
Εκαβαλικέψαν κι οι δυο κι ήρθασιν εις τα σπίτια του βασιλιά. Εκείνη πήρε τ' άλογο να το δέσει.
- Αύριο να βάλεις στο νου σου την κεφαλή μου, της λέγει εκείνος ο αναθεματισμένος. Να βάλεις την κεφαλήν μου αύριο... Κι ελάμνησε να φύγει.
Εκείνη την ώρα εβρέθην η κεφαλή του κομμέμη κι έπιασέν την ο σύντροφος του παιδιού που ήταν εκεί κρυμμένος κι ετύλιξέν την μέσα σ΄ένα χαρτί. Την επήρε και την έβαλε κάτω από το κρεβάτι. Το παιδί εκοιμάτο.
Το πρωΐ σηκώστηκε κι ετοιμάζετο. Λέγει του:
- Θα πάεις;
- Θα πάω.
- Ά, θωρείς εκείνο το πράγμα που είναι τυλιγμένο στο χαρτί; Μήπως και ξετυλίξεις το. Να το πιάσεις σιγά-σιγά και να το πάρεις μαζί σου. Κι άμα σου πει «Τι έχω στο νου μου», να το βάλεις πάνω στο τραπέζι. Να μην πεις τίποτε ούτε να το ξετυλίξεις καθόλου.
Έτσι εγίνη, επήγε το παιδί στην αίθουσα του βασιλιά και περίμενε. Σε λίγο κατέβηκε η κόρη και του λέει:
- Τι έχω στο νου μου;
Εσκυψεν το παιδί, πήρε 'κείνο το χαρτί κι έβαλεν το στο τραπέζι. Εκείνη ήρθε κοντά κι εξετύλιξέν το. Έβαλε μια φωνή, άμα κι είδε την κεφαλήν εκείνου του αναθεματισμένου. Άμα και θωρεί κι ο βασιλιάς έτσι πράγμα...
- Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον! Τι είναι τούτον το πράγμα!
Η βασιλοπούλα είπε:
- Να πάεις τώρα και να ετοιμαστείς, να 'ρθεις αύριο και θα σε πάρω.
- Καλά. Επήγε στο σύντροφό του.
- Τι έκαμες; Ηύρες το;
- Παναγία μου! Μέσα σ΄εκείνο το χαρτί είχε μιαν κεφαλή! Μήτε πλάσμα ελογάτο μήτε ξέρω τι. Όμως η βασιλοκόρη μου είπε να ετοιμαστώ και θα με αρμαστεί, εσύ που μου παράγγελλες θα σε βάλω κουμπάρο.
- Μα ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
- Όχι.
- Είμαι ο πεθαμένος εκείνος, που μου 'καμες καλόν και δεν με κάψασι, κι έπεμψεν με ο Ιησούς Χριστός να σε βοηθήσω και σ' εβοήθησα. Εγινόμουν μια μύγα κι έμπαινα στα μαλλιά της κόρης του βασιλιά κι επήγαινα εκεί που εύρισκεν τους εξαποδώ και της έλεγαν τι να κάμει. Την τελευταίαν φοράν έκοψα την κεφαλήν του, κι έφερα σου την. Τούτο το μπουκαλούδιν έδωκέν μου το ο Ιησούς Χριστός, έχει φάρμακο μέσα για να βγει το ακάθαρτο πνεύμα που έχει πάνω της. Να γεμίσετε το μπάνιο νερό και να βάλετε από τούτον το φάρμακο μέσα και να πείτε τρεις φορές «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος αμήν». Και να σταυρώσεις και τούτα τα φτερά του περιστεριού τρεις φορές και να τα βάλεις μέσ' στο μπάνιο. Ύστερα να τη λούσετε τρεις φορές, να τη βουτάτε μέσα και να την σηκώνετε πάνω τρεις φορές και θα έρθει ο νους της. Θα ξεχάσει τους εξώτερους.
Μόλις του τα έδωκε, εχάθηκε.
Το παιδίν επήγε στο βασιλιά:
- Να βάλεις τες δούλες σου να ζεστάνουν νερό, να τη λούσουμε.
Μάνι- μάνι, εγεμίσαν το μπάνιο νερό κι επιάσαν την κι εβάλαν την μέσα. Έσταξεν και το φάρμακο στο νερό και είπαν τρεις φορές «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμήν».
Άμα κι εβουτήσαν την, εγίνη μαύρη όπως τη μερέζα. Τη δεύτερη φορά εγίνη κίτρινη, κίτρινη όπως εκείνο το παγούρι το κίτρινο που είν' εκεί. Την τρίτη φορά, την τελευταίαν, αφού την εβαπτίσαν κι εβγάλαν την, εγίνη όπως ήταν πριν... Ήρθεν ο νους της.
- Παναγία μου! Μα τι μου εγίνη; Μα ελούσετέ με; Τι μου εκάμετε; Κι έπιασε τον κύρην της κι εφίλησεν το χέρι του. Αισθάνθηκε αίσθηση κι εσκέφτηκε σκέψην καλή, η γνώμη της άλλαξε. Έπιασε το κοπελούδι, έβαλεν το μέσ΄στην αγκάλη της, τον εφιλούσε, τον εφιλούσε..., ακόμη και τες δούλες εφιλούσε... Εσυνήλθε, κύριε μου, δε θυμόταν τίποτε από τα πρότερα.
Ο δε βασιλέας εφώναξε το κοπελούδι, «έλα δω γιε μου», κι επιάσέν τον κι επήρεν τον εις τον χρυσοχόον. Τούτα είναι ρολόγια, εκείνα είναι δακτυλίδια, χρυσαφικά, εφόρτωσέν τον. Ύστερα επήρεν τον εις τον ράφτη, έκοψέν του πέντε αλλαξιές ρούχα, πολύχρωμα, χρυσοκέντητα, βασιλικά. Επήρεν τον εις τον τσαγκάρη, έκοψεν του δυο- τρία- τέσσερα ζευγάρια παπούτσια. Ότι λογής χρώμα ήταν τα ρούχα, έκοψεν του και τα παπούτσια. Κι άλλα πράγματα, ότι εχρειάζετο, κι άλλαξέν τον κι έκεμέν τον, μάνα μου, άσιλα βασιλέα. Ύστερα ΄πιάσαν και ΄κάμαν γάμο κι αρμάσαν τους κι έμεινε βασιλιάς το κοπελούδι όπως του άξιζε.
Έκαμε το καλό στον πεθαμένο! Κάμε καλό και σύρε το στο γιαλό. Ακούεις;


Τέλος και τω Θεώ δώξα

Χαράλαμπος Επαμεινώνδα

Γλωσσάρι

άξιππα = ξαφνικά
αρμάζομαι = παντρεύομαι
αροθυμώ = φοβάμαι
άσιλα = ακριβώς
βουρώ = τρέχω
λάμνω = προχωρώ, πηγαίνω
μερέζα = πλερέζα, μαύρη μαντήλα
σάζω = ισιάζω, τακτοποιώ
τουσιουντισμένος = κατσουφιασμένος
τριγιαλλοκοπώ = είμαι ολόλαμπρος



Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Ο Άγιος Ονησιφόρος ο Θαυματουργός ο παρά την Αναρίταν ασκήσας - Saint Onesiphorus the Miracle Maker who lived as a hermit at the village of Anarita

Θείοις θαύμασι κατεπλουτίσθη, πάτερ όσιε Ονησιφόρε, η της Πάφου Αγία Μητρόπολις- τον άσυλον θησαυρόν η Αναρίτις εκτήσατο, έχουσα την λάρνακα των αγίων λειψάνων σου' η και βρύει αεννάως ιάσεις εις δόξαν Χριστού του εν Τριάδι.

Απολυτίκιο Αγίου Ονησιφόρου της Αναρίτας

Ο Άγιος Ονησιφόρος ήταν γέννημα της Βασιλίδας των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, ενάρετοι και πλούσιοι, στους οποίους έχαν δοθεί μεγάλες τιμές από τους τότε βασιλείς.
Ο Ονησιφόρος ανατρεφόταν στα ανάκτορα, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μορφωθεί στη γνώση των Νόμων και στην ειδική σπουδή της πολεμικής ναυτικής τέχνης. Ο βασιλιάς, βλέποντας τη σοφία του και την ικανότητα που είχε, τον ανέδειξε Αυγουστάλιο, πρώτο δηλαδή Ναύαρχο του πολεμικού στόλου της Αυτοκρατορίας. Ο Ονησιφόρος ναυπήγησε νέες ναυτικές μονάδες, επισκεύασε παλαιά πολεμικά πλοία, μερίμνησε για την πολεμική εξάσκηση, και αύξησε την μαχητικότητα του Βασιλικού πολεμικού ναυτικού.
Εχθροί καλά εξωπλισμένοι επετέθησαν κατά της Αυτοκρατορίας. Αποστάλθηκε αμέσως εναντίον τους ο Ονησοφόρος με πολλά πολεμικά πλοία. Όμως, κατά τη μεγάλη σύγκρουση, όλα τα πλοία μας καταποντίστηκαν, εκτός από ένα, με το οποίο σώθηκε και ο Ναύαρχος. Για κάποιο λόγο, βρασμός από το πυθμένα της θάλασσας, διέλυσε τη πίσσα με την οποία ήταν συγκολλημένα τα ξύλα των πλοίων μας.
Ο Όσιος λυπήθηκε πολύ. Αποφάσισε να αποσυρθεί από τη ματαιότητα του κόσμου, και μαζί με δέκα φίλους του, οι οποίοι εξ ίσου επιζητούσαν την ασκητική ησυχία, έφυγε και ήλθε στο λιμάνι της Πάφου. Αφού βγήκαν από το πλοίο, ασπάσθηκαν αναμεταξύ τους, και ο καθένας ανεχώρησε όπου τον οδηγήσει ο Θεός.
Περνώντας από την Αναρίτα, ο Ονησιφόρος διαπίστωσε την ύπαρξη σπηλαίου, που ήταν ιδεώδες για σκοπούς ησυχίας και ασκήσεως. Εγκαταστάθηκε σ’ αυτό και επιδόθηκε με ζήλο στην υλοποίηση αυτού που έβαλε σκοπό της ζωής του. Νήστευε, αγρυπνούσε, προσευχόταν και ανέπεμπε δεήσεις στο Θεό. Εκεί έκτισε και μικρό Ναό ο οποίος δυστυχώς κατέρρευσε πριν λίγα χρόνια από σεισμό.
Εκείνο τον καιρό, φοβερή ανομβρία και ξηρασία μάστιζε πάλι την Κύπρο. Οι πηγές είχαν στερέψει, τα πηγάδια άδειασαν, τα σπαρτά ξήραναν, τα δέντρα έχασαν τους καρπούς και τα φύλλα τους, τα ζώα πέθαιναν από τη δίψα, και για ένα σταμνί νερό έπρεπε κάποιος να ταξιδεύσει μίλια πολλά σε κάποια από τις μεγάλες πηγές ή σε πηγάδι αστείρευτο. Απειλητικό έγινε και το φάσμα της πείνας.
Για τρεις ημέρες ο Άγιος Ονησιφόρος, ούτε έφαγε, ούτε έβρεξε τα χείλη, ούτε έκλεισε τα βλέφαρα, και με αδιάκοπα δάκρυα απήυθηνε θερμές προσευχές στον Θεό. Μετά από αυτές τις τρεις μέρες προσευχής, σύννεφα πυκνά σκέπασαν τον κυπριακό ουρανό και έδοσαν το ανεκτίμητο δώρο που ζήτησε από τον Θεό ο Άγιος. Όταν πλήθη μεγάλα ήρθαν να τον ευχαριστήσουν, αυτός τους είπε να αποδώσουν τις ευχαριστίες τους στον Δοτήρα παντός αγαθού, και τους συνέστησε να ζουν πάντοτε μια καθαρή ζωή, τη μόνη την οποία αγαπά και θέλει ο Θεός.
Και μετά θάνατον, ο Ασκητής της Αναρίτας συνεχίζει να θαυματουργεί μέσω της μεσιτείας του προς τον Θεό. Καθαρίζει λεπρούς, προσφέρει τη ποθητή όραση στους μη βλέποντες, ξαναδίνει τη φωνή στους βωβούς, ανορθώνει τους χωλούς, αποκαθιστά τους καρκινοπαθείς υγιείς, και γίνεται άμισθος ιατρός σε όλους τους κακοπαθούντες που προσέρχονται με πίστη σε αυτόν.
Σήμερα στην Αναρίτα, τη νότια είσοδο του χωριού, βρίσκεται το νέο εκκλησάκι του Αγίου Ονησιφόρου που η κοινότητα φρόντισε για την ανέγερση του, μετά τη κατέρρευση του παλαιού Ναού. Το εκκλησάκι βρίσκεται στον ίδιο χώρο αλλά έξω από το κοιμητηρίο, ενώ ο παλιός Ναός ήταν εντός του κοιμητηρίου. Το σπήλαιο, όπου ο Άγιος Ονησιφόρος άγιασε υπήρχε μέχρι πριν περίπου είκοσι χρόνια εκεί στη περιοχή που κτίστηκε το εκκλησάκι. Σήμερα όμως, αγνοείται. Πιθανόν να καλύφθηκε με μπάζα που έρριξε εκσκαφέας στα δυτικά της νέας εκκλησίας του Αγίου, στην ορφύ του κρημνού.
Το θαυματουργό λείψανο του Αγίου Ονησιφόρου, για πολλά χρόνια βρισκόταν στο χωριό και φυλασσόταν σε μια λάρνακα στον παλαιό Ναό του. Από καιρό όμως χάθηκε και κανένας δεν ξέρει τίποτε γι αυτό. Λείψανα του όμως σώζονται στη Μονή Κύκκου και στη Μονή Χρυσορρογιάτισσας.

Η μνήμη του Αγίου Ονησιφόρου της Αναρίτας εορτάζεται στις 18 Ιουλίου

Saint Onesiphorus was an offspring of the Queen of all cities, Constantinople. His parents were pious, virtuous and wealthy, and were given many honours by the kings of the time.
Onesiphorus was brought up in the palace, where he was given the opportunity to be educated to the knowledge of Law and his special study was that of military seamanship. The king seeing his wisdom and skill, made him Augustale (Augustalis), that is, the top Admiral of the naval fleet of the Byzantine Empire. Onesiphorus build new naval units, repaired old warships, took care for the military exercises, and increased the militancy of the Royal Navy.
Well armed enemies attacked the Empire. Onesiphorus along with many warships was immediately sent against them. However, during the great conflict, all of the Greek ships were sunken, except one, with which the Admiral was also saved. For some reason, the heat of the seabed broke up the pitch which clued together the wood of the Greek ships.
The Saint felt very sad. He decided to withdraw from the vanity of the world, along with ten of his friends who were equally seeking the ascetic silence, and left and came to the port of Paphos. After disembarking, they kissed and said fairwell to one another, and everyone departed to where he was led by God.
Passing from Anarita, Onesiphorus found the existence of a cave, which was ideal for the purpose of serinity and ascentisism. He settled there and actively strived for the implementation of what he had set for his life. He fasted, made vigils, and prayed to God. At this location, he built a small church which unfortunately collapsed a few years ago by an earthquake.

At that time, a terrible drought was again plaguing Cyprus. The water springs had dried up, the wells emptied, the crops dryed up, the trees had lost their fruit and leaves, the animals were dying of thirst, and for a jar of water someone had to travel many miles away to one of the major water springs or a running well. The threat of hunger was very evident.
For three days Saint Onesiphorus neither ate, nor put water to his lips, nor did he close his eyelids, and with unending tears, made pleading prayers to God. After these three days of prayer passed, thick clouds covered the sky of Cyprus and gave the priceless gift that the Saint had asked from God. When large crowds of people came to thank him, he told them to give their thanks to the giver of all good, and recommended to them, to always live a clean life, which is the only one that God loves and wants.
And after death, the hermit of Anarita still makes miracles through his intercession to God. He cleanses lepers, offers vision to the blind, gaves voice to mutes, makes the lame get up, cures cancer patients, and heals without pay all those who ask for his help and have faith in him.
In Anarita today, at the southern entrance of the village, there is the new chapel of Saint Onesiphorus which the community took care in building after the collapse of the old church. The chapel is located in the same area as the old one, but outside the cemetery, while the old church was in the cemetery. The cave where Saint Onesiphorus became sanctified could still be seen up until about twenty years ago, in the area where the old church was built. Today however, it is unknown where it is. It was probably filled up with rubble during the building of the new church which was to the west, by the cliff.
The miraculous remains of Saint Onesiphorus were kept for many years in a shrine in the old church of the village. However, his body has now been lost and nobody knows anything about it. Parts of his relics are kept at the Monastery of Kykkos and the Monastery of Chrysorrogiatissa.

The memory of Saint Onesiphorus of Anarita is celebrated on July 18


Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Ο Όσιος Θεόδωρος ο Ταμασεύς - Saint Theodorus of Tamassos

Εν σοί Πάτερ ακριβώς διεσώθη τό κατ' εικόνα, λαβών γάρ τόν σταυρόν, ηκολούθησας τώ Χριστώ, καί πράττων εδίδασκες, υπεροράν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ, επιμελείσθαι δέ ψυχής, πράγματος αθανάτου, διό καί μετά Αγγέλων συναγάλλεται, Όσιε Θεόδωρε το πνεύμα σου.

Απολυτίκιο Οσίου Θεοδώρου του Ταμασέα

Ο Άγιος Θεόδωρος έζησε τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες από την γην των Ταμασέων.Δηλαδή από την Ταμασόν, εκεί που βρίσκεται σήμερα το χωριό Πολιτικό. Ο πατέρας του ήταν αγαλματοποιός. Κατασκεύαζε αγάλματα θεών, τα οποία ο γιος του Θεωνάς έπαιρνε και τα πωλούσε στην αγορά. Η ακόλουθη παράδοση η οποία διασώθηκε από στόμα σε στόμα στους κατοίκους του Πολιτικού δείχνει την σχέση που είχε ο Άγιος Θεόδωρος με τον Άγιο Ηρακλείδιο. Μία ημέρα ενώ ο Ηρακλείδιος, ο Μνάσωνας και ο Θεόδωρος τους οποίους συνέδεε φιλική σχέση, αποφάσισαν να πάνε στην πέραν του Πεδιαίου συνοικία της Ταμασού τα Πέρα.
Ο Θεόδωρος πήρε μαζί του και τα αγάλματα που του έδωσε ο πατέρας του να τα πωλήσει. ΄Ηταν χειμώνας και ο Πεδιαίος ποταμός έτρεχε γεμάτος. Ο Θεόδωρος τότε άρχισε να ρίχνει τα αγάλματα στον ποταμό προσευχόμενους στους θεούς του να σταματήσει ο ποταμός. ‘Έριξε ένα, δύο, τρία αλλά δεν έγινε τίποτε. Τότε έριξε όλη την σακούλα με τα αγάλματα αλλά και πάλι δεν έγινε τίποτε. Ο άγιος Ηρακλείδιος τότε ήρεμος, προσευχήθηκε στον θεό και με το ραβδί του άγγιξε τον ποταμό. Τότε έγινε το μεγάλο θαύμα. Ο ποταμός χωρίστηκε στα δύο και πέρασαν στην αντίπερα όχθη. Σύμφωνα με τον Βίο του Αγίου Ηρακλειδίου, ο Άγιος Θεόδωρος έζησε την ίδια περίοδο με τους Αγίους Ηρακλείδιο και Μνάσωνα. Κάποτε είχε πάει στην Ρώμη με τον φίλο του Μνάσωνα για να λύσουν κάποιες διαφορές που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των ειδωλολατρών των χωριών Πολιτικού και Πέρα για το ποιος από τους ψευδωνύμους θεούς ήταν ο μεγαλύτερος. Εκεί οι δύο φίλοι γνωρίστηκαν με μερικούς από τους αποστόλους. Τόσο μεγάλη ήταν η δίψα τους για την νέα θρησκεία και αντί να γυρίσουν πίσω, ταξίδεψαν στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσουν τον κορυφαίο των αποστόλων τον Πέτρο και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Αφού δέχτηκαν όλα όσα καταλεπτώς τους εξιστόρησαν οι απόστολοι, βαπτίσθηκαν. Μετά την επιστροφή τους από τα Ιεροσόλυμα συνάντησαν στην Κύπρο τους αποστόλους Παύλο, Βαρνάβα και Μάρκο και τον πρώτο Κύπριο Επίσκοπο τον Άγιο Ηρακλείδιο. Ο Μνάσωνας συνόδεψε τους αποστόλους και τον άγιο Ηρακλείδιο στην πορεία τους για την Πάφο ενώ ο Άγιος Θεόδωρος αποτραβήκτηκε και έζησε σκληρή ασκητική ζωή για τριανταοκτώ χρόνια. Έτρωγε πολύ λίγο. Ακόμα και το νερό το χρησιμοποιούσε πολύ λίγο. Αναφέρετε δε ότι την σκληρή αυτή ζωή την έζησε στην σημερινή περιοχή "Παλιοεκκλησιά" έχοντας πάνω του σειρά από βαρίδια. Πριν πεθάνει φώναξε τον Άγιο Ρόδωνα Τρίτο Επίσκοπο Ταμασού, στον οποίο ανέφερε όσα γνώριζε για τον Βίο του Αγίου Μνάσωνα και Ηρακλειδίου δίνοντας του μάλιστα όσα ο ίδιος έγραψε για αυτούς. Του ανάθεσε το δύσκολο έργο της συγγραφής των έργων των Αγίων μας. Η τελευταία του διδασκαλία απευθυνόταν στα πνευματικά του παιδιά τα οποία φώναξε κοντά του λίγο πριν πεθάνει. Τον Άγιο Θεόδωρο κήδευσαν οι Άγιοι Ηρακλείδιος και Μνάσωνας στον τάφο του πατέρα του Μνάσωνα Χρύσιππου.
Στο χωριό Πολιτικό, μέχρι τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, εσώζετο παλαιός Ναός αφιερωμένος στο όνομα του Αγίου Θεοδώρου του Ταμασέα, ο οποίος κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε από τον μέχρι σήμερα υπάρχοντα Ναό, επίσης αφιερωμένο στον Άγιο Θεόδωρο. Δίπλα στον Ναό του Οσίου Θεοδώρου, στα νότια, σώζεται η σαρκοφάγος που θεωρείται ο τάφος του.

Η μνήμη του Οσίου Θεόδωρου του Ταμασέα εορτάζεται στις 4 Οκτωβρίου

Saint Theodorus lived during the early years of Christianity. His parents were idolaters from the land of Tamaseon, meaning Tamassos, where the village of Politiko is situated now. His father was a statuary. He carved statues of gods, which his son Theonas took and sold to the market. The following legend which has been passed down from generation to generation by the residents of the village of Politiko, demonstrates the relationship between Saint Theodorus and Saint Heracledius. One day while Heracledius, Mnason, and Theodorus (who were friends) decided to go to the district of Tamassos which was beyond the Pediaios River, the district of Pera. Theodorus carried with him the statues that his father gave him to sell. It was winter and the Pediaios River was running full. Theodorus then began to throw the statues in the river praying to the gods for the river to stop running. He threw one statue, two, three, but nothing happened. Then he threw the whole bag with the statues he was carrying, but again nothing happened. Saint Heracledius then, feeling calm, prayed to God and with his stick touched the river. Then a great miracle took place. The river was split in two and they passed to the other side.
According to the Biography of Saint Heracleidius, Saint Theodorus lived during the same period as the Saints Heracledius and Mnason. Once he went to Rome with his friend Mnason to resolve some disputes which had arisen between the pagan villages of Politiko and Pera about which of the false gods was the greatest. There, in Rome, the two friends met with some of the apostles. Their thirst for the new religion was so great, that instead of coming back to Cyprus, they traveled to Jerusalem to meet the top of the apostles, Peter and John the Evangelist. Once they accepted everything that the apostoles with detail narrated to them, they were baptized. After their return from Jerusalem, they met in Cyprus the Apostles Paul, Barnabas and Mark and the first Cypriot Bishop, Saint Heracledius. Mnason accompanied the apostles and Saint Heracledius on their way to Paphos and Theodorus removed himself from the world and lived a hard, ascetic life for thirty-eight years. He ate very little. Even the water he used for drinking was very little. It is said that he lived this hard life in the area known today as "Palioeklisia" carrying on him a number of weights. Before he died he called Saint Rhodon, the third Bishop of Tamassos, and told him what he knew about the lives of Saint Mnason and Saint Heracleidius and even gave him the paper on which he had written what he knew about them. He had assigned to Rhodon the difficult task of writing the acts of these two saints. His last teaching was addressed to his spiritual children whom he had called on to him shortly before he died. The funeral of Saint Theodorus was made by the Saints Heracledius and Mnason and he was barried at the tomb of Mnason's father, Chrysippus.

Until the late nineteenth century, in the village of Polititiko, there was an ancient church surviving which was dedicated to Saint Theodorus of Tamassos, which was demolished and replaced by the hitherto existing church, also dedicated to him. Next to the Church of Saint Theodorus, to the south, there is a sarcophagus which is believed to be his tomb.


The memory of Saint Theodorus of Tamassos is celebrated on October 4

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Ο Όσιος Κυριακός ο της Ευρύχου - Saint Kyriakos of Evrychou

Της ερήμου πολίτης και εν σώματι άγγελος και θαυματουργός ανεδείχθης, Θεοφόρε Κυριακέ πατήρ ημών νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τους νοσούντας, και τας ψυχάς των πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Απολυτίκιο Οσίου Κυριακού της Ευρύχου

Τον Θαυματουργό αυτόν Άγιο δεν τον αναφέρουν οι Κύπριοι Χρονογράφοι και οι Συναξαριστές, αλλά η ιστορία, η Παράδοση και ο αρχαίος Ναός του λίγο έξω από το χωριό Ευρύχου, μαρτυρούν για την αγία ζωή του. Κατά το τέλος του τρίτου και αρχές του τετάρτου αιώνα αρχίζει να ανθεί ο Μοναχισμός και η αναχώρηση στην έρημο της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Τούτο το πνεύμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Χριστό κυριαρχούσε σε πολλούς χριστιανούς. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Όσιος Κυριακός ο της Ευρύχου, που γεννήθηκε από χριστιανούς γονείς και έμαθε από την παιδική του ηλικία για το Χριστό. Το Χριστό όμως, όπως η Ακολουθία του αναφέρει, τον αγάπησε από τη βρεφική του ηλικία. Τούτη η αγάπη συνέχισε για να γίνει πλήρης αφιέρωσης προς αυτόν.
Το ασκητήριο του, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Τάφος και ο Ναός του, κατέστη κέντρο ιεραποστολικής εργασίας για τη γύρο περιοχή και πνευματικής τροφοδοσίας για όσους κατάφευγαν εκεί όπου ασκήτευε ο Όσιος. Η αγία ζωή του, η προσφορά του, και τα θαύματα που η Χάρη του Θεού τον καταξίωσε να κάμνει με τις προσευχές του στο Χριστό, συντέλεσαν ώστε στη συνείδηση του κόσμου, ο οποίος τον γνώρισε, να αναγνωρίζεται ως Άγιος. Τούτη η συνείδηση ανάμεσα στο χριστεπώνυμο πλήρωμα διατηρείται άσβεστη μέχρι σήμερα. Ο όμορφος κοιμητηριακός, σήμερα Ναός του, η μεγάλη συγκέντρωση πιστών την ημέρα της γιορτής του στις 24 Μαΐου, αλλά και τα θαύματα που με τη Χάρη του γίνονται μέχρι σήμερα, αποτελούν τη βεβαίωση του ότι ο Όσιος Κυριακός έζησε εκεί, όπου βρίσκεται ο Ναός του και για 1700 τώρα χρόνια οι ικεσίες του προς τον Ιησού Χριστό αναπέμπονται συνεχώς για όσους τον επικαλούνται με πίστη. Μόλις πριν δυο χρόνια οραμάτισε ασθενή με όγκο στον εγκέφαλο στη Λάρνακα, ο οποίος ήρθε στο Ναό και θεραπεύτηκε.

Η θήκη των λειψάνων του Αγίου Κυριακού της Ευρύχου βρίσκεται στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στην Ευρύχου. Το πότε έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του είναι άγνωστο.

Η μνήμη του Οσίου Κυριακού της Ευρύχου εορτάζεται στις 24 Μαΐου

This Saint and Miracle Maker is not mentioned by any Cypriot chroniclers nor by any writers about the lives of saints (synaxaristes), but history, tradition and the ancient church just outside the village of Evrychou, bear testimony to his holy life. Monasticism started booming at the end of the third and early fourth century and so was acentism in the deserts of Palestine and Egypt. This spirit of total dedication to Christ dominated many Christians of that time. Among these men and women was Saint Kyriakos, the Saint of Evrychou, born of Christian parents and taught about Christ from childhood. However, as his Devine Service states, he came to love Christ from infancy. This love continued on to become a complete dedication to Him.
His hermitage, where today his the tomb and church are located, became a center for missionary work around the region, and spiritual growth for those who came where the saint lived seeking for advice. His holy life, his contribution, and the miracles that the grace of God allowed him to make through his prayers to Christ, all contributed for him to be recognized as a saint in the conscience of the people who knew him. This consciousness about his sainhood is kept alive by the Christians of Cyprus until today. His beautiful, now cemetery church, the high concentration of believers on the day of his memory on May 24, but also the miracles which with his the Grace take place up until today, are the confirmation that Saint Kyriakos lived at the location where his church is now situated, and that for 1700 years his supplications to Jesus Christ are always unswered to those who invoke him with faith. Just two years ago he was evisioned by a patient in Larnaca who was suffering with a brain tumor and this patient came to his church and was healed. The case of the remains of Saint Kyriakos of Evrychou is in the church of Saint Marina in Evrychou. It is unknown when the removal of his remains from his tomb took place.

The memory of Saint Kyriakos of Evrychou is celebrated on May 24

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Η Αγία Μαύρα και η εκκλησία της στο Κοιλάνι Λεμεσού - Saint Mavra and her church at the village of Koilani in Limassol

Η επίσημη εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ότι ο Άγιος Τιμόθεος και η Αγία Μαύρα (Αγία Μαύρη) καταγόταν από την Αίγυπτο. Ήταν και οι δύο παιδιά ενάρετων οικογενειών. Ο Τιμόθεος καθημερινά με τα πύρινα λόγια του αγωνιζόταν ενάντια στην ειδωλολατρία. Ένεκα της δράσης του αυτής συνελήφθη ως Χριστιανός μόλις 20 μέρες μετά το γάμο του με τη Μαύρα. Αρνήθηκαν και οι δύο να υποκύψουν στα φρικτά βασανιστήρια που του επέβαλε ο ηγεμόνας της Θηβαίδας Αρριανός και στο τέλος πέθαναν με το μαρτύριο του σταυρικού θανάτου που διάρκησε 9 μέρες.
Δεν είναι γνωστό πως η λατρεία των δύο αγίων μεταφέρθηκε στην Κύπρο. Φυσικά στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους γινόταν μεγάλη διακίνηση χριστιανικών πληθυσμών εξ αιτίας των διωγμών και η Αίγυπτος καθώς και η Κύπρος βρισκόταν κάτω από τη Ρωμαϊκή κυριαρχία είχαν στενές σχέσεις.
Στο χωριό Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού, η Αγία αναφέρεται από τα μεσαιωνικά χρόνια και φαίνεται ότι από τότε συνεορτάζεται με το σύζυγο της Τιμόθεο στις 3 Μαΐου.
Διάφορες παραδόσεις θέλουν την Αγία Μαύρη να κατάγεται από το Πέρα Πεδί ή από το Κοιλάνι, ότι οι γονείς της ήθελαν να την παντρέψουν και η ίδια αρνιόταν. Την παραμονή του γάμου της μπήκε να καθαρίσει το φούρνο που άναβαν τα ξύλα και έτσι μαύρισε το πρόσωπο της. Με το γεγονός αυτό δικαιολογείται το επίθετο Μαύρη. Δεν κάηκε, πράγμα που ερμηνεύεται ως θαύμα και έφυγε κρυφά στα γειτονικά βουνά για να αποφύγει το γάμο. Κυνηγημένη έφτασε σε μια σπηλιά εκεί που είναι σήμερα το εξωκλήσι της. Εκεί την βρήκαν οι χωριανοί που την κυνηγούσαν. Μόλις αυτή τους είδε άρχισε να κτυπά τα χέρια της με απελπισία στο βράχο. Τότε έγινε το θαύμα. Ο βράχος άνοιξε και η κόρη μπήκε και χάθηκε σε αυτόν. Έτρεξαν τότε να την συλλάβουν αλλά τότε μια ορμητική πηγή αναπήδησε από τον βράχο. Αυτή είναι η πηγή που το κρυστάλλινο νερό περνάει κάτω από τα θεμέλια της εκκλησίας.
Η πιο πάνω παράδοση συσχετίζεται και με μια άλλη που λεει ότι μετά το θαύμα του ανοίγματος του βράχου η ίδια η Αγία τρύπησε το βουνό και προχωρώντας βγήκε κάπου μεταξύ των Μανδριών και Πέρα Πεδί ακολουθούμενη από τον αρραβωνιαστικό της.
Υπάρχει και η αντίθετη εκδοχή ότι δηλαδή το σημείο των Μανδριών είναι η αφετηρία της σήραγγας και ότι τελικά η Αγία εξήλθε στη τρύπα που είναι πάνω από τον ναό όπου και ανελήφθησαν με τον Τιμόθεο. Η εκδοχή αυτή συνδυάζεται και με τη μόνη γραπτή μαρτυρία εκείνη του Στέφανου Λουζινιανού ο οποίος γράφει ότι η Αγία γεννήθηκε στο Πέρα Πεδί και μαζί με τον σύζυγο της μαρτύρησαν παρά την πόλη Κοιλάνιον και συνεχίζει ότι στο τόπο του μαρτυρίου τους ανάβλυσε νερό. Στο τόπο του μαρτυρίου τους κτίστηκε το εκκλησάκι μετά που οι κάτοικοι της περιοχής, κατά τη παράδοση, έβλεπαν στην κορυφή του βράχου περίεργα φαινόμενα.

Η Μονή της Αγίας Μαύρας λειτούργησε στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται ο ναός της Αγίας Μαύρας στο χωριό Κοιλάνι. Ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, που καταγόταν από το Κοιλάνι, άφησε μία εξαιρετική και ποιητική περιγραφή για τη θέση της Μονής (1778). Από τον Αρχιμανδρίτη Κυπριανό έχουμε την πληροφορία ότι η Αγία Μαύρα μέχρι την εποχή του εξακολουθούσε να λειτουργεί σαν μοναστήρι. Ξέρει ότι οι Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα δεν είναι Κύπριοι, αλλά τα συνδυάζει ώστε να κατάγονται από την Αίγυπτο, αλλά να μαρτύρησαν στην Κύπρο. Πριν από αυτόν, ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι επισκέφθηκε το Κοιλάνι το 1734 και μετά κατέβηκε και στην Αγία Μαύρα. Από τον μοναχό Μπάρσκι αντλούμε την πληροφορία ότι η μικρή εκκλησία ανήκε σε ένα πολύ μικρό μοναστήρι. Η ανέγερση του, μονόκλιτου με τυφλό τρούλο και με δεύτερη ξύλινη στέγη, ναού, μπορεί να τοποθετηθεί στον 12ο αιώνα. Τα σωζόμενα τμήματα του παλαιότερου ζωγραφικού διακόσμου χρονολογούνται στον 12ο αιώνα. Το μεγαλύτερο, όμως, μέρος των τοιχογραφιών μπορεί να χρονολογηθεί στον πρώιμο 16ο αιώνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απεικόνιση του Αγίου Αυγουστίνου στο Βήμα, γιατί ο Άγιος αυτός είναι της Δυτικής Εκκλησίας και σπάνια παρουσιάζεται σε Ορθόδοξους ναούς. Γύρω στη δεκαετία του 1950 φανατικοί Τούρκοι μωαμεθανοί της περιοχής έγδαραν τα μάτια των αγίων των τοιχογραφιών. Η ζημιά είναι ανυπολόγιστη αλλά και μη αναστρέψιμη. Η διασωθείσα εικόνα των αγίων Τιμοθέου και Μαύρας χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα και είναι θαυματουργή στη θεραπεία του κρυολογήματος. Στο δάπεδο υπάρχει τετράγωνη τρύπα από όπου περνά γάργαρο νερό, το αγίασμα της Αγίας Μαύρας, το οποίο καταλήγει έξω ανατολικά στο δρόμο, κάτω από το νότιο προαύλιο του ναού, σε μια μαρμάρινη πηγή. Δίπλα στο ναό υπάρχει αιωνόβιος πλάτανος ύψους 35 μέτρων και περιφέρειας κορμού 8 περίπου μέτρων.

Η Μονή πανηγυρίζει στις 3 Μαΐου.

The official Church Tradition states that Saint Timothy and Saint Mavra (Mavra or Mavri means Black in Greek) came from Egypt. They were both children of virtuous families. With fierce words, Timothy fought daily against idolatry. In virtue of this action, he was arrested as a Christian, just 20 days after his marriage to Mavra. They both refused to succumb to the horrific torture that they had to endure from Arianos, the ruler of Thebaid, and they finally died through the suffering of crucifixion which lasted for 9 days.
It is not known how the worship of the two Saints arrived to Cyprus. Of-course during early Christian times there was a great movement by Christian communities due to persecutions and both Egypt and Cyprus were under Roman rule and thus had close relations. In the village of Koilani in the district of Limassol, there is already reference to Mavra from the Medieval Period and it seems that it is since then that her memory is co- celebrated along with her husband Timothy on the 3rd of May.Different legends want Saint Mavra to come from the village of Pera Pedi or from the village of Koilani, and that her parents wanted to marry her off but she refused. On the eve of her marriage she went to clean the outdoor oven where they burned wood for food, and in doing so her face was blackened. With this excuse, her name Mavri (Black) is justified. However, she did not burn from the wood, which is interpreted as a miracle and secretly fled to the nearby mountains to avoid the marriage. Being chased after, she reached a cave at the place where today her church is found. This is where she was found by the villagers who chased her. Once she saw them, she began to beat her hands with despair on the rock. Then a miracle happened. The rock opened up and the girl went in and was lost in it. They then ran to catch her, but a very fast running water spring started flowing from the rock. This is the water spring whose crystal water passes under the foundation of the church. The above legend is associated with another that says that after the miracle of the opening of the rock, the Saint herself made a hole in the mountain and by passing through it, she arrived somewhere between the villages of Mandria (Limassol) and Pera Pedi, followed by her fiancé.
There is also the opposite scenario which states that the opening of the mountain in Mandria is the starting point of the tunnel and that the Saint came out of the mountain hole which is above the church, where she was ascended to Heaven along with Timothy. This scenario is coupled with the only written evidence, that of Stephen Lusignan, who writes that Mavra was born in the village of Pera Pedi and that she, along with her husband, became Martyrs at the town of Koilani, and continues on by writing that a water spring started running at the place where their martyrdom took place. According to tradition, at the place of their martyrdom, a church was built after the locals saw strange phenomena occurring at the top of the mountain.

The Monastery of Saint Mavra functioned on the site where now the church of Saint Mavra in Koilani village is to be found. Archimandrite Kyprianos, who came from Koilani, left an extraordinary and poetic description about the location of the Monastery (1778). From Archimandrite Kyprianos we learn that Saint Mavra continued to function as a monastery until his time. He knows that the Saints Timothy and Mavra are not Cypriots, but he combines facts and legend in such a way as to have them originating from Egypt, but martyred in Cyprus. Before him, the Russian monk Basil Barsky visited Koilani in 1734, and after that, he came down to visit the Monastery of Saint Mavra also. From monk Barsky we derive the information that the small church belonged to a small monastery. The construction of the single aisled, with a blind dome and a second wooden roof church, can be assigned to the 12th century. The surviving parts of the older painted decoration date to the 12th century. However, the biggest part of the wall paintings can be dated to the early 16th century. Of particular interest is the depiction of Saint Augustine in the Sanctuary of the church, because this Saint belongs to the Western Church and is rarely depicted in Orthodox churches. Around the 1950's fanatical Turkish Muslims of the region erased the eyes of the saints painted on the murals. The damage is incalculable and irreversible. The surviving icon of the Saints Timothy and Mavra date to the early 13th century and is miraculous in the treatment of colds. At the floor of the church there is a square hole where gurgling water runs, the Holy Water of Saint Mavra, which leads out to the East, on the road, beneath the southern courtyard of the church, to a marble fountain. Beside the church, there is a perennial plane tree with a 35 m trunk and is approximately 8 meters in hight.

The Monastery celebrates on May 3.