ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Γεώργιος Μηλιώτης: ο εκατονταετής

Εσυγχώρεσε σήμερον ο Θεός το δούλον αυτού Γεώργιον και η Παναγία η Δέσποινα έπεμψε το Μιχαήλ Αρχάγγελο και πήρε τον υπέργηρο νεωκόρο της. Διότι αυτή ακριβώς ήτο και η έμπονος προσευχή του, τα τελευταία έτη, κατά τα οποία ευρίσκετο έγκλειστος οίκαδε ατενίζοντας από μακριά την εκκλησία της Χρυσελεούσης. Έγκλειστος και αλειτούργητος ήτο, πλην όμως όχι ακοινώνητος, διότι συχνά-πυκνά ερχόταν ο παπα-Θεοφύλακτος και του μετέδιδε τα Άχραντα Μυστήρια.
Ως ένα μυστήριο μου εφαίνετο η ζωή και η μορφή του ανθρώπου τούτου. Τον εσυνάντησα για τελευταία φορά, ολίγες μέρες προ του θανείν αυτόν και εσυντύχαμεν αρκετά. Ήτο σύννους και σοβαρός. Το δειν του ήτο σταθερό και ιλαρό, άμα και ζοφώδες. Εκοίταζε ως να βλέπει μακριά, εις την αντίπερα όχθη. Πλην, όμως, ήτο παρών και ομιλούσε σε μένα για τα παρόντα και τα παρελθόντα. Και ήσαν πολλά τα παρελθόντα, διότι είχε περασμένα τα εκατόν χρόνια της ζωής του. Εφαίνετο ως να μην είχε ανάγκη να μιλήσει ούτε ν' ασχοληθεί πλέον με τα περασμένα ούτε με τα τωρινά. Ακόπως, όμως, συγκατένευε, με ταπείνωση φυσική, απλότητα και απάθεια - ως να ήτο πλέον έξω και πάνω από αυτά - και εδιηγείτο έτσι τα του παρελθόντος βίου παθήματα τε και μαθήματα, θλιβερά ομού και χαρμόσυνα. Δεν έδιδε βαρύτητα πια σε τίποτε απ' όσα έλεγε, απ' όσα έζησε. Ούτε θλίψην εξέφραζε ούτε χαρά, ήταν απλώς απαθής αφηγητής μιας έντονης ρευστότητας, της δραματικής ρευστότητας του βίου του δικού του και του σύμπαντος κόσμου.
Ενθυμείται ο εκατονταετής εντονότατα, ως να ήταν εχθές, το όραμα εκείνο που έβλεπε στη νηπιακή και παιδική του ηλικία, οσάκις τον έπαιρνε η μάνα του στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής για να λειτουργηθούν. Μέσα στο σκάμνο του Δεσπότη, ήγουν το θρόνο, έβλεπε να κάθεται άνδρας ωραίος, υπέρκαλλος. Άλλοτε τον έβλεπε ως καλόγερο και άλλοτε ως Δεσπότη. Κι όταν επερνούσε από δίπλα του, άπλωνε το χέρι του και τον άγγιζε στον ώμο ή του εθώπευε την κεφαλή. Για πολλά χρόνια έβλεπε τον Δεσπότην τούτον, αλλά δεν έλεγε σε κανένα τίποτε, διότι ενόμιζε πως όλοι τον έβλεπαν και πως όλους εχαιρέτα και άγγιζε δια της δεξιάς του. Εις τα δεκατρία του χρόνια έκοψεν ο νους του να πει της μητρός του: «Μάνα, ποιος ένι τούτος ο Δεσπότης που κάθεται μέσ΄στο σκάμνο;» Έκτοτε δεν τον ελιδεν άλλη φορά.
Κατ΄αυτή την ηλικία έτυχε να φιλονικήσει μετά της αδελφής του Ζηνοβίας και εβλαστήμησε. Τότε, κατά την φράση του, «εφάνην η ορκή του Θεού πα' στον ουρανό». Και περιγράφει ότι εφάνη ένας «ατσουπάς», ένα πλάσμα μαύρο, ανάποδο σαν να κρεμμόταν από πάνω και του είπε: «Φέρ' μου το χέρι σου να σε πάρω μετά μου». Και τον άρπαξεν αυθίς από το χέρι. Ο μικρός του ξέφυγε λέγοντάς του: «Όχι. Θέλεις να με πάρεις πάνω και να με ξαπολύσεις κάτω να πεθάνω!». Αμέσως εξαφανίστηκε το δαιμόνιο.
Μέχρι σήμερα - έναν αιώνα μετά - θυμάται αυτό το δαιμονικό άγγιγμα στο χέρι του κι ανατριχιάζει, «ωσάν να συνέβηκε μόλις τώρα», λέγει ο ίδιος.
Στο μεταξύ, απέθανε ο πατέρας του, Σάββας. Η μητέρα του, Μαρία, έμεινε με τέσσερα ορφανά, το Γιωρκή, το Νεόφυτο, το Θρασύβουλο και τη Ζηνοβία. Η Ζηνοβία έμεινε στο χωριό τους τη Μηλιού. Ήταν συνομήλικη και φίλη με τη Χαρικλού, την παραμυθού. Μου έλεγε η ίδια ότι συχνάκις επήγαινε με τη Ζηνοβία στα προσκυνήματα της περιοχής και ότι εκαθάριζαν μαζί την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.
Ο Γιωρκής, δεκατριών ετών, χωρίς να φοιτήσει σε σχολείο καθόλου, εστάλη σ΄ένα μακρινό του συγγενή στη Θελέτρα, τον παπα-Χριστόφορο, τον γνωστό ως Χατζή-παπα. Εκεί του ανετέθη να φροντίζει τις μούλες του παπά. Δια πλερωμή ήταν το φαγητό του και μία βράκα τον χρόνο. Έκαμε ως τέσσερα χρόνια κοντά στον παπά κι έπειτα άλλα τρία εδούλεψε στην Πέγεια, όπου εσύναγε κεράτια. Ύστερα έφυγε έξω ως μισθωτός στρατιώτης, το 1918. Υπηρέτησε ως μουλάρης στη Ρωσία, στα Δαρδανέλεια, στη Τύνιδα. Έπαιρνε μισθό μια λίρα το μήνα και την έστελνε στη μάνα του. Κατ' αυτήν την περίοδο έμαθε πολλά τραγούδια της εποχής, τα οποία ετραγούδα μέχρι τα γεράματά του. Μου ετραγούδησε τον «Πορφυρή», τους «Τρεις καλογήρους» και ένα άλλο που το κατέγραψα κι έχει ως εξής:

Μια μάνα είχε δυό παιδιά στον πόλεμο γραμμένα,
πέστε να μην τα καρτερεί, να μην τα περιμένει,
για' τα παιδιά σκοτώθηκαν στης Δομοχού τα μέρη.
Κι η Δομοχός κατέβαζε δέντρα ξεριζωμένα,
κατέβαζε και μια μηλιά τα μήλα φορτωμένη.
Πάνω στα κλωναράκια της δυό αδέλφι΄αγγαλιασμένα,
μαύρα πουλιά τους τρώγανε, μαύρα τους τριγυρίζαν.
Κι ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάει.

Φάε και συ, καλό πουλί, που το δικό μας κρέας,
να κάμεις πήχυν το φτερό και πιθαμή το νύχι
κι αν πας εις την πατρίδα μας να μας τη χαιρετήσεις
και να της πεις της μάνας μας για κάθε κλωναράκι,
όπου χωριό κι όπου ' κκλησιά ν' αφταίνει ένα κεράκι.

Είχε μάλιστα ο Γιωρκής το χάρισμα της ευφωνίας έμφυτο. Αφότου επέστρεψε στην πατρίδα, εσυνήθιζε να τραγουδά αμανέδες στους γάμους και στα πανηγύρια και στις εορτές της Λαμπρής Ανάστασης. Κάποτε, αφού ετραγούδησε πάρα πολύ, εκουράστηκε και εσιώπησε. Όμως, ο κόσμος τόσο πολλά ευχαριστήθη, που τον επαρακαλούσαν όλοι ομοθυμαδόν να τους πει, έστω, ακόμα ένα. Και αυτός εσυγκατένευσε και αφού στάθηκε στη μέση των οργανοπαικτών, εμελώδησε ακόμα και τούτο:

Άνοιξε, στόμα μου γλυτζύ, τραγούδησε ακόμα
γιατί εν να΄ρτει ένας τζιαιρός πο' ν' να γεμώσεις χώμα!

Και πάνω σ΄αυτό, όλος ο κόσμος έκλαψε κλάμα πολλή. Τούτο το γεγονός μου το είπε και η Χρυσή του Μιτσικουρή, η αδελφή του παππού μου που ήτο παρούσα.
Ο Γιωρκής στα είκοσι δυο του χρόνια ενυμφεύθη τη Χριστίνα από τη Θελέτρα. Αυτή ήταν εγγονή του παπα-Νικόλα, ο οποίος έφθανε συγγενής με τον κυρ Λεόντιο, τον Δεσπότη. Τούτη η Χριστίνα, λέγουν, ήταν θεοφοβούμενη πολλά και καλόγνωμη. Εγηροκόμησε τον παππού της, τον παπά, και έμαθε εξ αυτού πολλά εκκλησιαστικά και βίους αγίων και ιστορίες ψυχωφελείς. Εγνώριζε όλες τις εορτές των αγιών, δηλαδή κάθε μέρα ποιος Άγιος εορτάζει. Άμα ήθελαν να μάθουν γι' αυτά τα πράγματα, ερωτούσαν τη Χριστίνα. Εγνώριζε ακόμα όλα τα ευαγγέλια των Κυριακών κατά σειράν όλου του έτους. Λέγουν ότι ήτο αγία γυκαίκα. Εγώ δεν την εγνώρισα.

Ο Γιωρκής και η Χριστίνα έκαμαν οκτώ παιδιά, των οποίων τα ονόματα είναι: Πολυξένη, Παρτενού, Σάββας, Φιγούρα, Κατερίνα, Μαρία, Ανδρούλα και Λεόντιος.
Ο Γιωρκής έζησε την οικογένειά του ασχολούμενος με τη γεωργία. Είχε δικά του βόδια, έσπερνε και θέριζε. Ήτο μάλιστα και κυνηγός καλός, παρόλο που ο ίδιος δεν συνήθιζε να τρώει κρέας. Το φαγητό του ήτο πάντοτε λιτότατο. Δεν έτρωγε ποτέ γλυκά με ζάχαρη. Όταν όργωνε με τα βόδια, το σύνηθες φαγητό του κατά τις νηστείες ήταν ένα κολοκυθάκι βραστό, ελιές και σταφίδες, και κατά τις άλλες ημέρες, προσέθετε λίγο χαλούμι. Το δείπνο του αποτελούσαν πέντε σαλιγκάρια, δύο-τρεις ελιές και ένα ποτήρι κρασί. Δεν θυμάται να αρρώστησε ποτέ και δεν είχε ποτέ συνάντηση με γιατρό. Νήστευε όλες τις εκκλησιαστικές νηστείες του χρόνου, χωρίς να είναι θρήσκος. Πήγαινε στην εκκλησία, μόνο όταν κοινωνούσε, δηλαδή τρεις εως τέσσερις φορές το χρόνο.
Κάποτε, περίτο 1972, είχε προκύψει κάποιο πρόβλημα στο χωριό. Έγινε διχασμός και δεν ανελάμβανε κανένας επίτροπος στην εκκλησία ούτε καντηλανάφτης ούτε και ψάλτης. Έμεινε μόνος του ο παπάς και ευρίσκετο σε πολλή στενοχωρία, μαζί και απορία για το τι να κάμει. Είδε τότε όνειρο η παπαδιά, την Παναγία και της είπε: «Να βάλετε τον Γιωρκή τον Μηλιώτη!» Εγερθείσα η παπαδιά το είπεν εις τον παπά και ο παπάς εις τον Γιωρκή. Και αυτός εβρέθη σε δυσκολία και έπεσε σε σκέψη και απορία. Από τη μια δεν ήθελε να αρνηθεί του παπά και της παπαδιάς και της Παναγίας, και από την άλλη δεν εγνώριζε καθόλου την τάξη της εκκλησίας και ήτο τελείως αγράμματος και εβδομήντα ετών γέρος.
Εξέβη όμως από τη δυσκολία, όταν φωτίστηκε ο νους του να κάμει τάξιμο στον Άη-Φώτη, για να τον φωτίσει, όπως έκαμναν οι μανάδες, για να μάθουν τα παιδιά των γράμματα. Επήρε, λοιπόν το γαϊδούρι του κι επήγε προσκύνημα στον Άγιο Φώτιο, που βρίσκεται έξω από τη Μηλιού και που ήταν παλιά μεγάλο μοναστήρι. Αυτός ο Άγιος Φώτιος είναι ο Ανάργυρος, αν συμπεράνουμε από την παλαιότερη εικόνα που ήταν εκεί και που την ιστόρησε ο Παρθένιος το 1820.
Αφού, λοιπόν, έκαμε το τάξιμό του ο Γιωρκής και επέστρεψε στο σπίτι του, αισθάνθηκε ένα φωτισμό μέσα στο νου του ότι μπορούσε να γίνει νεωκόρος. «Ήθελα», όπως έλεγε, «να μπορώ να βγάλω τον παπά ΄που τη λουτουρκά». Δηλαδή, να βοηθεί τον παπά ν΄απολειτουργεί. Επιστρέφοντας κιόλας από το προσκύνημά του, επί του χώου καθήμενος, άρχισε να ψάλλει. Όταν ήρθε πίσω στο χωριό, βρέθηκε κάποιος Νεόφυτος που ήξερε γράμματα και ήταν πρόθυμος να τον διδάξει. Διάβαζε, λοιπόν, ο Νεόφυτος τις ακολουθίες της εκκλησίας, Εσπερινό, Όρθρο, Θεία Λειτουργία και ο Γιωρκής άκουγε και αποστήθιζε. Μάλιστα λέγει ότι μετά το τέλος του μαθήματος απομονωνόταν κι ανέβαινε πότε πάνω στο δώμα και πότε πάνω στις αθασιές και απήγγελλε μεγαλόφωνα, για να εμπεδώσει. Μετά έτρεχε στον Νεόφυτο και του διάβαζε άλλο κομμάτι και έπειτα επέστρεφε στην αμυγδαλιά και ούτω καθ΄εξής. Έμαθε όσα εχρειάζοντο, «για να βγάλει τον παπά ΄που τη λουτουρκά». Και τέτοιο μεράκι τον έπιασε, ώστε ποτέ από τότε δεν έλειψε από τις ακολουθίες. Πολλές φορές ημπορούσε να περπατήσει οδό τριών και τεσσάρων μιλίων επιστρέφοντας από τους αγρούς, για να είναι στην ώρα του στο ναό, ν' ανάψει τις κανδήλες και ν΄απαγγείλει τον Προοιμιακό «με χαρά» όπως έλεγε, «με μανία».
Με τον παπα-Θεοφύλακτο λειτουργούσαν όλους τους μεγάλους αγίους και τα ξωκκλήσια. Μια φορά, στον Άγιο Χαράλαμπο, στη Σαραμά, όπου πήγαν να λειτουργήσουν, συνέψαλλε μαζί τους ένας ψηλός καλόγερος με άσπρα γένια. Έψαλλε μάλιστα πολύ ωραία! Μόλις τέλειωσε η λειτουργία διέφυγε ο καλόγερος και κατευθύνθηκε προς το σπήλαιο, που είναι έξω από το εκκλησάκι. Περίμεναν έξω του σπηλαίου, για να βγει να του πουν να κάτσει μαζί τους για φαγητό, μα ούτε βγήκε ούτε τον βρήκαν μέσα στο σπήλαιο. Ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος!
Ο Γιωρκής χρημάτισε καντηλανάφτης δώδεκα χρόνια στο παλαιό χωριό και έξι στο νέο, διότι μετοίκησε ολόκληρο το χωριό σε άλλη τοποθεσία πλέον ευρύχωρη. Το παλαιό χωριό που χρονολογείται από τον 11 ο αιώνα ήτο κτισμένο στην κόγχη ενός βουνού και εμπρός του είναι γκρεμοί και δεν ημπορούσε να επεκταθεί. Εις το νέο χωριό εγνώρισα, για πρώτη φωρά, το γέροντα σε μια λειτουργία, που είχα πάει τυχαίως. Μπήκα στην εκκλησία την ώρα του Χερουβικού και είδα τον παπά να εξέρχεται του Ιερού Βήματος με τα Δισκοπότηρα. Ταυτοχρόνως, είδα τον εν λόγω γέροντα να προπορεύεται κρατώντας σταυρό, κερί αναμμένο και θυμιατό και να ψάλλει: «Τον Βασιλεία των όλων υποδεξόμεθα...» και τα επίλοιπα της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να πλησιάσει στο αναλόγιο. Έκτοτε γίναμε φίλοι. Τα τελευταία χρόνια τον εσυναντούσα στο σπίτι της κόρης του Μαρίας, όπου διέμενε, καθότι δεν μπορούσε, εκ του γήρατος, να περπατεί εύκολα. Γι' αυτό είχε παύσει και από του ιερού διακονήματός του.
Συχνά, εύρισκα το γέροντα να κάθεται μόνος του και να σιγομουρμουρίζει. Όπως μου είπαν, από πάντα είχε αυτό το συνήθειο να σιγοψιθυρίζει σαν να μιλούσε με τον εαυτό του. Μια φορά τον ερώτησα τι λέγει τόσες ώρες μόνος του, και μου απάντησε μόνο τούτο: «Δικάζω τα έπραξα!». Ο κανόνας της προσευχής του ήτο ο εξής: κάθε βράδυ το Τρισάγιο μεγαλόφωνα, το Πάτερ Ημών και το Πιστεύω. Μετά έκαμνε το σταυρόν του τρεις φορές και εκοιμάτο. Το αμάρτημα της ζωής του, που όταν το θυμόταν- ως το θάνατό του- έκλαιγε, είναι που στα νιάτα του μια φορά εσήκωσε χέρι κατά της μητρός και κατά της γυναικός του. τα τελευταία χρόνια του εσήκωσε ο Σατανάς έναν πόλεμο. Του ψιθύριζε συνέχεια να βλαστημήσει. Δηλαδή, άκουγε μια φωνή να του λέγει: «Βλαστήμα τον Θεόν». Αυτός εντέλεγε το «Κύριε ελέησον» επίμονα κι όσες άλλες προσευχές εγνώριζε. Εκράτησε αυτός ο πειρασμός τρία χρόνια κι έπειτα έπαυσε τελείως.
Τα περασμένα Χριστούγεννα ενώ ο γέροντας ήτο έγκλειστος και κατάκοιτος, η κόρη του Μαρία εσηκώθη πρωί και επήγε στην εκκλησία, χωρίς να πει τίποτε στον πατέρα της για την εορτή. Αυτός, αφού ξύπνησε, είδε στο διπλανό κρεβάτι, που ήταν εκεί στρωμένο, να ξαπλώνει μια ωραία γυναίκα κρατούσα ένα μωρό. Το μικρό εχαριεντίζετο στις αγκάλες της μητρός του. Ο γέρων Γιωρκής έβλεπε έκθαμβος και γεμάτος αγλλίαση, όταν ξαφνικά μπήκε η κόρη του στο δωμάτιο. Γυρίζει και της λέγει:
- Μόλις ήρθες, εχάθη το μωρό! Μα τι γιορτήν έχουμε;
- Χριστούγεννα!
Αυτά έμαθα για τη ζωή του Γιωργίου Μηλιώτη από τον ίδιο κατά τις συναντήσεις που είχα μαζί του, ιδίως την τελευταία φορά, όπου μου είπε και τούτο: «τωρα που δεν ημπορώ να πάω στην εκκλησία, ανεφανίσκω στο παραθύρι, θωρώ την εκκλησία τζιαι λαλώ: Θεέ μου, συγχώρα μου. Τζιαι σου, Παναγία μου, πέμψε τον Μιχαήλ Αρχάγγελο να με πάρει!» Μετά από λίγες ημέρες άκουσα ότι ο Αρχάγγελος ήρθε και τον επήρε τρεις του Γενάρη του 1997. Ο Θεός μακαρίσοι τον.

Από το βιβλίο «περί ΗΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

Στυλιανή: η εγγονή του παπά

Μ' έστειλαν μια φορά, πριν από αρκετά χρόνια, να κάμω κήρυγμα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στο χωριό Αργάκα. Με έπεμψαν από τη Μητρόπολη επίτηδες για να μιλήσω για μια αίρεση που έκανε την εμφάνισή της τελευταία και σε αυτό το χωριό. Βέβαια, όταν επήγα δεν εσυνάντησα αιρετικούς- εξάλλου, πώς να τους αναγνωρίσω; Ήταν το εκκλησίασμα δεκαπέντε με είκοσι πλάσματα δεν μου έβγαινε να μιλήσω για αιρέσεις και αρνητικά πράγματα πρώτη φορά που τους εσυνάντησα. Δεν ενθυμούμαι τι τους είπα, πάντως την λέξη αίρεση δεν την έβαλα στο στόμα μου. Και ήσαν όλοι τόσο συμπαθείς από τον παπά ως τον καντηλανάφτη.
Με αυτό τον τελευταίο εγίναμε φίλοι και ψιλοκουβεντιάζαμε μέσα στο ιερό. Ελέγετο Νικόλας Παύλου και ήταν ένας ευσυμπάθητος γέρος μεγαλόσωμος μα άκακος και αθώος στη ματιά, μαλακός στο δειν, θωριά βοδιού. Μου έλεγε κάθε τόσο: «Τώρα είσαι θεολόγος να πούμε; Και θα μας κηρύξης; Ωραία!»
Όταν επιτέλους εκήρυξα κι είπα ότι μου ήρθε στο νου, επέστρεψα αμέσως στο ιερό και εκάθησα κοντά του πάλι. «Πώς σου φάνηκε;» Του κάνω. «Ποιο;» «Το κήρυγμα» «καλό, καλό... βέβαια δεν κατάλαβα εγώ τίποτε. Έλα να πιούμε καφέ μετά, στο σπίτι μου».
Στο σπιτάκι του Νικάλα εγίνετο χαμός. Δεν ήμουν ο μόνος προσκεκλημένος. Κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε στο μικρό σπίτι και στη μικρή ξέφραγη αυλή. Γείτονες και γειτόνισσες, ξένοι και δικοί, παιδιά και εγγόνια. Και η γερόντισσα Στυλιανή, η γυναίκα του Νικόλα πηγαινοερχότανε κάνοντας καφέδες. Επρόσεξα πως αυτή καθόλου δεν εβιάζετο, απεναντίας είχε ειρήνη στην όψη της και ένα ελαφρύ μειδίασμα και ρυθμό στο βάδισμα και στους τρόπους.
Αργότερα κατάλαβα ότι αυτό το πανηγύρι εγίνετο κάθε μέρα. Ο κάθε περαστικός εκάθετο στην αυλή να πιει έναν καφέ, να αγναντέψει την θάλασσα, να πιει και να φύγει. Αυτή η χωρίς κάγκελο αυλή ήταν σαν δημόσια και αυτοί οι άνθρωποι δεν ήσαν ποτέ βαρετοί, ούτε σκοτεινοί. Τους αγάπησα και εγώ και τους επισκεπτόμουν κάθε τόσο.
Σε κάποια επίσκεψή μου διεπίστωσα πως έλειπε ο Νικόλας. Ερώτησα τη Στυλιανή που είναι, και αυτή μου είπε: «Έφυγε» και μου έγνεψε προς τον ουρανό. Επέμενα να μάθω πως έγινε, με ποιο τρόπο και τα συνηθισμένα που ερωτούμε. Αυτή είπε μόνο τούτο: «Αποφάσισε να βαρκάρει κι εβάρκαρε».
Μια χρονιά ανέλαβα να ιστορήσω τοιχογραφίες στο ναό των Αποστόλων με το μαθητή μου, τον Σωκράτη. Εκείνο το καλοκαίρι εβλέπαμε καθημερινά τη γερόντισσα. Κάθε μέρα ήρχετο στην εκκλησία να μας δει και να μας φέρει κάτι να πιούμε, το μεσημέρι συνήθως τρώγαμε στο σπίτι της και το απόγευμα πάλι επηγαίναμε για καφέ και γλυκό του κουταλιού.

Μια μέρα ήταν στην αυλή υπό την κληματαριά με τις δυο αδελφές της, την Χρυστάλλα και την Αικατερίνη. Και οι τρεις ήσαν όμοιες, ξερακιανές, μαυροφορεμένες και ξυπόλητες. Αυτές είναι οι μόνες εν ζωή κόρες του Πετρή, εγγονές του παπα-Χαράλαμπου, του εξακουστού γερόπαπα της Αργάκας που άφησε ιστορίες και ανέκδοτα να έχει να λέγει ο κόσμος.
Η Στυλιανή έχει μια φωτογραφία του, αυτός απέθανε το 1951 εκατόν δέκα ετών. Συχνά τον φέρνουν στην κουβέντα τους οι γερόντισσες, ιδίως η Χρυσταλλού που είναι εξαιρέτως ομιλητική και αεικίνητη.
Όσο κρατούσε η επίσκεψή μας ομιλούσε, νουθετούσε, φιλοσοφούσε και ερητόρευε. Σε κάποια στιγμή εξαφανίστηκε για να επιστρέψει σύντομα προσφέροντάς μας από ένα μεγάλο πιάτο, γεμάτο κατακόκκινο καρπούζι. Ενώ ετρώγαμε αυτή ομιλούσε άνευ τελαίας και χωρίς τη δική μας συμμετοχή. Εμείς απολαμβάναμε την ομιλία και τον τρόπο της, την τοπική διάλεκτο και προφορά, τα δίστιχα που με αυτά διήνθιζε τον λόγο της κάθε τόσο. Ομιλούσε για τον παππού, τον παπά και τις προφητείες του που επαληθεύθησαν, για τον παλαιό κόσμο, και την άνευ άγχους ζωή, για τους Τούρκους της Μακούντας και την ευλάβεια των προς την Αγία Βαρβάρα, το μοναστήρι όπου ελειτουργούσε ο παππούς.
Η Αικατερίνη, η δεύτερη αδελφή σιωπούσε, που και που προσέθετε κάτι γελώντας. Αυτή δεν φιλοσοφεί, δεν εμβαθύνει, δεν στοχάζεται. Βλέπει και μειδιά. Διότι πολλά της έτυχαν, παιδιά και εγγόνια και είναι ως τα γεράματα της εμμέριμνος. Για αυτό τα παίρνει όλα ελαφριά και από πάνω για να συνεχίζει να ζει.
Η δε Στυλιανή είναι απ' όλες πιο σώφρων, ολιγομίλητη, σύννους, συνετή πλην μειδιώσα με συμπάθεια, πλήρης ηρεμίας και πραότητος. Τα μάτια της είναι έξυπνα μα και αθώα, είναι παιδαριογερόντισσα.
Μια φορά ο Νεόφυτος, ο νεώτερος εγγονός της γιαγιάς είχε κάποια νευρικότητα και μιλούσε απότομα και άσχημα προς τη γιαγιά του. Αυτή τότε γύρισε με σοβαρότητα και ήρεμα του είπε: «Πρόσεξε! Μη μου αντιμιλάς έτσι, γιατί όπου να΄ναι εγώ θα πεθάνω και τότε εσύ θα λυπάσαι για αυτά που κάνεις!» Δεν τον παρατήρησε για λόγου της, εκείνον εσκέπτετο για εκείνον ενοιαζόταν. Γενικά η σχέση της με τα εγγόνια της ήταν σπάνιο φαινόμενο. Συνέτρωγαν κι εσυμπεριφέροντο μαζί της ωσάν να μην υπήρχε διαφορά στην ηλικία. Στη συμπεριφορά της γιαγιάς δεν υπήρχε το παράπονο, οι παρατηρήσεις, η γκρίνια. Δεν παρενέβαινε να διορθώσει. Όταν δεν συμφωνούσε, εδήλωνε απλώς τη διαφωνία της, έτσι για να γραφτεί ήρεμα κάτω στα πρακτικά. Στα πρακτικά των συνεδριάσεων των καρδιών των παιδιών.
Μια φορά την ευρήκα να κεντάει μοναχή της και της λέγω: «Κι εσύ τώρα τι θέλεις τα κεντήματα σε αυτή την ηλικία και βασανίζεις τα μάτια σου... ». Αυτή σήκωσε τα μάτια και μειδιώντας είπε: «Όταν κάνεις κάτι, ξεχνάς κάτι!» Πραγματικά ποτέ δεν εκάθετο άπραχτη, αργά μεν, αλλά πάντοτε έκανε κάτι. Και όταν περπατούσε στο δρόμο με το ταψί στο ώμο για να πάρει το φαγητό στο φούρνο της αδελφής της, περπατούσε τόσο ρυθμικά, τόσο ιερά σαν να χόρευε. Λες κι η υπηρεσία της η ακατάπαυστη γινότανε μετά ρυθμού και χορού, ωσάν το δράμα, σαν την τραγωδία των Ελλήνων, όπως την ιεροτελεστία των Χριστιανών.
Όταν εζωγραφίζαμε μέσα στην εκκλησία ο Σωκράτης εσυνήθιζε συχνά να κάνει διαλείμματα μόνος του, καπνίζοντας ένα τσιγάρο έξω. Τότε θυμάμαι ζωγραφίζαμε τις αγίες Βαρβάρα, Μαρίνα, Παρασκευή και Ιουστίνη και ήταν ενθουσιασμένος με την ιστόριση των γυναικείων αγίων μορφών. Μια φορά λοιπόν που έκενε το διάλειμμά του, επρόσεξε τη Στυλιανή που περπατούσε ως συνήθως αργά στο δρόμο και ξυπόλητη φέροντας το ταψί στον ώμο. Αυτή δεν τον επρόσεξε διότι επρόσεχε μη χυθεί το λάδι, μόνο εβάδιζε ως συνήθως ως να ελιτάνευε τα άγια. Όταν ήρθε μέσα στο ναό, Σωκράτης μου λέγει: «Αυτή την γυναίκα πρέπει να την αγαπούσε πολύ ο άνδρας της. Αυτή η γυναίκα έχει την ομορφιά των αγίων που ζωγραφίζουμε. Είναι μια ζωντανή εικόνα!»
Την άκουσα μια φορά που έλεγε: «Όταν πεθάνω, εύχομαι εις τον Θεό να ξαπλώσω πάνω στη μονή μου και να πάω να βρω το Νικόλα χωρίς να απασχολήσω κανένα». Και σύνηψε την ιστορία της αδελφής της της Λωξάνδρας.
«Ήταν βουβή εκ γενητής. Από μωρό ήταν πίσω που τες αίγες των άλλων. Όλη την ημέρα, κάθε μέρα ως μια εβδομάδα πριν το θάνατό της. Τότε έδωσε ότι δικό της είχε και εξάπλωσε στη μονή της. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε αδυναμία και έκαμε εμετό. Οι ευεργετηθέντες συγγενείς που ήσαν εκεί αισθάνθηκαν αηδία και έφυγαν. Αυτή εσταύρωσε τα χέρια και τα πόδια κι έμεινε έτσι για μια εβδομάδα άσιτη και ασύντυχη. Κι έφυγε έτσι. Ο Θεός αναπαύσοι την».
Μια φορά που εμπαίναμε στην αυλή της Στυλιανής την ακούσαμε να μονολογεί μεγαλόφωνα: «Όποιος πελλός χάσει το πας του έρκεται δαμέσα». Προς στιγμή νομίσαμε πως το είπε για μας, αμέσως καταλάβαμε πως το είπε για κάποιους που είχαν φύγει, και αργότερα σκεφτήκαμε πως για όλους μας εταίριαζε. Το πελλός έρχεται από το απολωλός. Και η Στυλιανή φαίνεται πως έχει βιώσει βαθιά το τι εστί απολωλός άνθρωπος και ότι πας άνθρωπος απολωλός. Για αυτό η αυλή της μα και η καρδιά της είναι ξέφραγη εν επιγνώσει και με το λογισμό της εύχεται εν ειρήνη να πάει να συναντήσει τον Νικόλα.

Του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Ιωάννης Αργυρού: Ο ευκατάνυκτος προσκυνητής

Ο Ιωάννης Αργυρού Ρουσιούνης εγεννήθη το 1839 στο χωριό Ακουρδάλια. Μικρόν τον πήρε ο κύρης του Χατζη-Αργυρός στον Άγιον Τάφο και έτσι παιδιόθεν εκλήθη προσκυνητής. Τόσο μάλιστα εγράφη όμορφα τούτο το προσκύνημα στην παιδική ψυχή ώστε μέχρι τα βαθιά γεράματά του ο Ιωάννης τίποτε άλλο δεν εθεωρούσε σπουδαιότερο, στον παρόντα βίο, από την προσκύνηση των αρχάντων απί της γης ιχνών του Ιησού Χριστού. Κι όσοι τον ενθυμούνται, ως την σήμερον, λέγουν πως έλεγεν όλο ένα: «την ευχή μου νάχετε και να σας καταξιώσει ο Θεός να προσκυνήσετε τον Άγιον Τάφο».
Μια φορά ενώ ο Γιάννης ευρίσκετο σε νεαρή ηλικία τον έστειλε ο πατέρας του να κτίσει το χαλασμένο πετρότοιχο της φρακτής τους. Η φρακτή συνόρευε με την αυλή του παρεκκλησιού της Παναγίας.
Έκτισε, λοιπόν τον πετρότοιχο, μαζεύοντας πέτρες που ήσαν ερριμμένες χαμαί γύρωθεν. Τη νύχτα ήρθε η Παναγία στον ύπνο του και του λέγει: «όταν έχτισες τον τοίχον επήρες κι πέτρες της εκκλησίας μου. Σήκου τώρα να πάμε να σου δείξω τες πέτρες μου». Και τον επήρε στον τόπο και του έδειξε τις πέτρες, λέγοντάς του: «Τούτη εν δική μου, τούτη εν δική σου, τούτη εν δική μου...». Κι εξεχώρισέν τες μια-μια και τις έβγαλε από τον κτισμένο τοίχο.
Το πρωί σηκώθηκε ο Γιάννης και επήγε στον τοίχο. Ηύρεν τον χαλασμένο και χωρισμένες τις πέτρες, όπως ακριβώς τις εξεχώρισε στον ύπνο του. Αυτός τις επήρε τότε και τις έβαλε κοντά στην εκκλησία.
Όταν ενηλικιώθηκε ο Γιάννης, ενυμφεύθηκε την Ευλογία από τη Γιόλου και έκτισαν το σπίτι τους εκεί. Η Ευλογία ήταν από την οικογένεια του παπά-Λογίζου και ήταν και αυτή ευλαβής και καλόγνωμη.
Λίγα χρόνια μετά το γάμο τους, ταξίδεψαν μαζί για τα Ιεροσόλυμα και του Χριστού τον τάφο. Μαζί τους επήραν και τα πρώτα τους δύο παιδιά, το Γεώργιο και την Ελπινίκη. Ήτο ως ένα είδος αναβαπτίσματος για το Χατζη-Γιάννη αυτό το προσκύνημα, αν εννοήσουμε ότι συνεπάγετο αυτού εξομολόγηση και θεία κοινωνία. Ήτο ωσάν την κουρά των μοναχών, αφού το προσκύνημα συνακολουθούσε μετάνοια και κατάσταση μόνιμης κατανύξεως, που στην περίπτωση του εν λόγω Χατζη-Γιάννη, φαίνεται ότι εκράτησε μέχρι την κοίμησή του.
Αλλά και η Ευλογία συνευλογούσε και συνευδοκούσε τα έργα του ομοζύγου της και συνοδοιπορούσε στην οδό της ευλαβείας! Εβγήκε μάλιστα η φήμη γι αυτήν ότι ήταν πολλά ελεήμων και την επισκέπτοντο συχνά-πυκνά οι διακονητάδες. Εκτός από το λεγόμενο ψυχικό που έδινε, δηλαδή ξηράν τροφή, τους έκαμνε και σούπα λουβάνα, κουννοζούμι ή φακιές και τους έβαλλε να γευματίσουν και να ξεκουραστούν. Λέγουν πως, όταν οι πλείστοι έδιωχναν τους μισθούς- έτσι έλεγαν τους ζητιάνους στη Γιόλου- λέγοντάς τους την καθορισμένη φράση:« Ο Χριστός να σας ελεήσει», η Ευλογία τους εφώναζε από μακριά: «ελάτε μέσα, ελάτε μέσα...».

Άλλοτε πάλιν, πολύ συχνά, έκαμνε πιλάφι και φώναζε τα ορφανά και τα γειτονόπουλα, τα΄βαζε να κάτσουν χαμαί και τους γέμιζε μια μεγάλη κούπα κι έτρωγαν. Λέγουν ακόμη πως μετά που απέθανε ήρχοντο οι διακονητάδες και την εγύρευαν και εκλαίασι λέγοντας: «που εν η Χατζήνα, που εν η Χατζήνα
Αλλ' ας επιστρέψωμε στο Χατζη-Γιάννη, για τον οποίο θέλω να σημειώσω ακόμη μια ιστορία. Περί το 1900 ο Χατζη-Γιάννης ενοικίασε τα χωράφια της Μονής των Αγίων Αναργύρων μαζί με τον Χατζη-Στάθιο. Ο τελευταίος ήταν ο πατέρας της Μαρίας, της γυναίκας του Χατζη- Παναγιώτη. Αυτοί είναι οι γονείς του Χατζη-Χαράλαμπου, που είναι σήμερα ο ψάλτης του χωριού. Η γυναίκα του πάλιν η Παρτενού είναι δισέγγονη του εν λόγω Χατζη-Γιάννη. Ενοικίασαν, λοιπόν, αυτοί οι δυο τα χωράφια και τα έσπερναν. Τον καιρό του θέρους έμεναν νυχθημερόν έξω στ΄αλώνια, πότε ο ένας και πότε ο άλλος φυλάγοντας τες θυμωνιές. Εκείνο το διάστημα εχρημάτιζαν και καντηλανάφτες του ναού της Μονής των Αγίων Αναργύρων.
Μια βραδιά ήσαν στο αλώνι ο Χατζη-Γιάννης με το γιο του Χατζη-Στάθιου, τον Σοφοκλή. Ο τελευταίος ελάμνησε να πάει στο χωριό και ο Χατζη-Γιάννης του φωνάζει: «σαν περνάς άναψε και τις καντήλες του Αγίων, ρε Σοφοκλή». «Καλά», είπε ο Σοφοκλής, μα προσπέρασε και δεν τις άναψε, πήγε κατευθείαν στο χωριό. Ο Χατζή-Γιάννης εξάπλωσε να κοιμηθεί ένεγνιος, οπότε εμφαανίσθηκαν μεσ΄στ' αλώνι «μια κοπή νέοι» -όπως ο ίδιος έλεγε αργότερα- «κι έφεξε ο τόπος». Του φώναξαν: «να σωκωθείς τώρα να πάεις και οι καντήλες μας είναι σβηστές».
Σηκώθηκε και πήγε αμέσως στην εκκλησία. Την ώρα που ενέβη της πόρτας, εκείνοι οι νέοι εδώκαν μεσ΄το ιερό περνώντας από την Ωραία Πύλη και εχάθησαν. Άναψε τις καντήλες δοξάζοντας τους Αγίους κι επέστρεψε πίσω κι εκοιμήθηκε.
Ο Χατζη-Γιάννης γνώριζε λίγα γράμματα και είχε για συντροφιά του δυο βιβλία, που του έστειλαν τα παιδιά του από την Αίγυπτο, τη «Σύνοψη» και την «Αμαρτωλών Σωτηρία». Έτσι τον ενθυμάται σήμερα η εγγονή του, η Χατζη-Ελένη, να διαβάζει αυτά τα βιβλία και να κλαίει.
Διαβάζοντας έκλαιγε και κλαίγοντας διάβαζε. «Εθώρουν τον», λέγει η Ελένη, «ήμουν έντεκα χρονών, διάβαζε κι έτρεχαν τα μάτια του σαν τη βρύση. Ως τα σήμερα είναι πάνω στες σελίδες τα κεριά που έσταζαν και τα δάκρυα που έρρεαν. Κι άμα νείεν έρτω που την εκκλησίαν, ελάλεν μου, έλα κόρη μου να δούμεν ίντα Ευαγγέλιον είπεν ο παπάς να το εξηγήσουμε. Κι εξήγαν μου το. Άμα τέλειωνεν, ελάλεν μου την ευχή μου να' χεις, κόρη μου και να σε καταξιώσει ο Θεός να πάεις στον Άη-Τάφο. Κι έπιασε πράγματι η ευχή του».
Ο δούλος του Θεού Ιωάννης προσκυνητής, ο ευκατάνυκτος, εκοιμήθη με το βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία» στα χέρια και τα δάκρυα στα μάτια το 1934, ετών ενενήντα πέντε. Ο Θεός μακαρίσοι τον.

Από το βιβλίο «περί ΗΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Χαραλάμπης Ρέπανος: Ο ευλαβής διδάσκαλος

Τούτος ο ευλογημένος Χατζη-Χαραλάμπης Ρέπανος, ο επικαλούμενος ευλαβής, εγεννήθη περί το 1810 στο χωριό Κάθηκας. Εσπούδασε κατ' αρχάς τα ελληνικά γράμματα αρχόμενος εκ του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, όπως τότε, αλλά και μέχρι των αρχών του εικοστού αιώνα, τούτο εσυνήθιζαν οι μανθάνοντες γράμματα. Λόγου χάριν, ο παπά-Θεοφύλακτος που ιερατεύει τώρα στη Θελέτρα, έμαθε γράμματα από τον πατέρα του αρχόμενος να συλλαβίζει το «μακάριος ανήρ». Στη συνέχεια εδιάβαζε ένα κάθισμα του Ψαλτηρίου κάθε βράδυ, προ του ύπνου για να μάθει καλήν ανάγνωση. Ο πατέρας του έμαθε τα γράμματα στη Μονή των Αγίων Αναργύρων της Μηλιούς, κοντά στους μοναχούς.
Αυτή η Μονή ήτο μετόχι της αρχαίας μονής του Αγίου Φωτίου του Αναργύρου. Σ΄αυτή τη Μονή Φωτίστηκε στα γράμματα και ο εν λόγω Χαραλάμπης. Τότε η Μονή αυτή βρισκόταν σε ακμή. Είχε, λένε, περί τους εβδομήκοντα μοναχούς και ναό τρίκλιτο τοιχογραφημένο που κατέπεσε σταδιακά περί το 1934.
Δεν γνωρίζουμε αν ο Χαραλάμπης εσπούδασε περαιτέρω στη Λευκωσία ή στο εξωτερικό. Πάντως το 1845 βρίσκεται στο μικρό χωριό Μηλιού. Ενυμφεύθη εκεί και ίδρυσε το πρώτο σχολείο στο χωριό.
Το σχολείο ήταν το ίδιο το σπίτι του που βρισκόταν σε μεγάλο κτήμα φυτευμένο με ποικιλία δέντρων και ανθέων. Αγαπούσε πολύ να ασχολείται με τη μελέτη δέντρων και φυτών. Γενικώς, εμελετούσε και ασχολείτο με τα πάντα, ήτο φιλομαθής και άοκνος ερευνητής είδος επιστητού. Συνάμα ήτο άνθρωπος θεοσεβής, ευλαβούμενος μάλιστα πολλά την Κυρίαν Θεοτόκον Παναγίαν του Κύκκου. Σ' αυτή τη Μονή χάρισε τελικά και το μεγάλο αυτό κτήμα με το σπίτι του που ήταν και το πρώτο σχολείο των χωριού και της περιφέριας.
Ο Χαραλάμπης εγνώριζε άριστα την εκκλησιαστική μουσική, την οποία εδίδασκε στους μαθητές του ως κύριο μάθημα. Τα άλλα μαθήματα που δίδασκε ήσαν: Ψαλτήριο, Οκτώηχον, Απόστολον και μαθηματικά. Έπαιρνε ως αμοιβή από κάθε μαθητή 20- 30 γρόσια για κάθε βιβλίο, επληρώνετο και με γεννήματα αντί για χρημάτων. Του έκαμναν και διάφορα δώρα κάθε Σάββατο, τα λεγόμενα σαββατιάτικα. Εδίδαξε στη Μηλιού για πενήντα συναπτά έτη. Μαθητές είχε και από τα γύρω χωριά.
Περί το 1855 σε συνεργασία με τον παπά του χωριού ανακαίνισε την εκκλησία, την Αγίαν Παρασκευή. Αυτή την περίοδο ή θα ευρίσκετο σε βαθύ γήρας ο λαοφιλής εικονογράφος της επαρχίας μας, ο μέγας και πολύς Παρθένιος. Γι΄αυτό φαίνεται ο διδάσκαλος κατέφυγε στην αγαπητή του άλλωστε Μονή του Κύκκου για να παραγγείλει τις εικόνες. Ιστορήθηκαν πιθανόν από μοναχό της Μονής, άγνωστο σε μας, μαθητή πάντως του σπουδαίου ζωγράφου, Ιωάννου του Κορνάρου. Ο εικονογράφος αυτός δεν υπέγραψε, έγραψε μόνο την δέησιν. Στην εικόνα του Χριστού «μνήσθητι, Κύριε» και στην εικόνα της Παναγίας «μνήσθητι Δέσποινα του δούλου σου Χαραλάμπους, συζύγου και τέκνων, 1855».
Για την εικόνα του αγίου Χαραλάμπους εδαπάνησε ο παπα-Χριστόδουλος και κάποιος Παύλος. Η εικόνα της αγίας Παρασκευής δεν σώζεται.
Το έτος 1879 ο φωτίζων τις εσκοτισμένες διάνοιες των αγροτόπαιδων έχασε το φως του παντελώς. Ο κόσμος πολύ λυπήθηκε για την ξαφνική και ανεξήγητη τύφλωση του ανθρώπου του Θεού, του αφοσιωμένου στην εκκλησία και τα γράμματα. Αναζητώντας μια εξήγηση που να ικανοποιεί τη λογική των απλών ανθρώπων της εποχής εκείνης, είπαν: «Ήταν θέλημα Θεού να τυφλωθεί ο δάσκαλος για να μη συνεχίσει τη μανιακή έρευνα του και γνωρίσει και άλλα μυστήρια, που δεν έπρεπε». Διότι τον έβλεπαν που μελετούσε τη φύση, έκαμνε σημάδια και έγραφε ημερομηνίες στους κορμούς των δέντρων. Μάλιστα κάποιοι έλεγαν ότι σημείωνε ένα δέντρο κάθε μέρα κόβοντας ένα κλάδο του, παρατηρώντας τις αντιδράσεις του, π.χ. αν σάπιζε ή αν ξηραινόταν για να γνωρίσει έτσι τις καλές και κακές μέρες του χρόνου και άλλα παρόμοια. Ο Χατζη-Χαραλάμπης όμως μετά την τύφλωσή του συνέχισε να κάνει, ότι μπορούσε. Δεν παρατηρούσε πλέον τα δέντρα και τα πετρώματα αλλά συνέχισε να διδάσκει τα ελληνικά γράμματα και την ψαλτικήν για άλλα δεκαπέντε χρόνια, δηλαδή μέχρι τον θάνατό του, το 1894.
Δεν χρησιμοποιούσε βιβλία, βέβαια, αλλ' εγνώριζε απ' έξω όσα εχρειάζοντο ώστε και οι μαθητές που είχε αυτά τα χρόνια να μην υστερούν σε τίποτα από τους παλαιότερους. Οι τελευταίοι αυτοί μαθητές του που μιλούσαν γι΄αυτόν στις μέρες μας τον εγνώριζαν εξαρχής της μαθητείας τους τυφλό.
Ένας από τους μαθητές του αόμματου διδασκάλου, ο Θεμιστοκλής Δημητρίου που κοιμήθηκε το 1975, έμαθε από αυτόν ανάγνωση και σπούδασε ιδιαιτέρως την Οκτώηχο. Έλεγε μάλιστα ότι κατά την ώρα της διδασκαλίας οι μαθητές είχαν το βιβλίο μπροστά τους και τους έλεγε ο δάσκαλος να βρουν και να διαβάσουν το τάδε τροπάρι. φερ΄ειπείν, το «πρόσδεξαι, Κύριε...». Μετροφυλλούσαν οι μαθητές κι όταν αργούσαν να το βρουν, του έλεγε: «στην τάδε σελίδα ρε!». Ενθυμάτο και τη σελίδα όπου υπήρχε ένα έκαστο των τροπαρίων! Τούτος ο αξιομακάριστος Θεμιστοκλής όντας στο κρεβάτι, προτού να πεθάνει, ψυχορραγών εσιγόψαλλε την Παρακλητική απ΄έξω. Λόγια ιερά που είχε μάθει στα πρώτα χρόνια της ζωής του από τον ιερό διδάσκαλο.
Άρχιζε: «τας εσπερινάς ημών ευχάς πρόσδεξαι, Άγιε Κύριε, και παράσχου ημίν άφεσιν αμαρτιών, ότι μόνος Συ ο δείξας εν κόσμω την Ανάστασιν» και συνέχιζε μέχρι να κουραστεί. Εκοιμήθη με τα άγια τούτα λόγια στα χείλη του.
Ένας άλλος μαθητής, συνηλικιώτης του Θεμιστοκλή, ο Κλεόβουλος του Χατζη- Γιώργη εμακάριζε το δάσκαλόν του μετ' ευγνωμοσύνης. Αυτός ο Κλεόβουλος δεν αγαπούσε τη μάθηση και τον κόπο καθόλου.
Ο δε πατέρας του, Χατζη-Γιώργης, ήθελε πολύ να μάθει ο υιός του γράμματα καθώς και την ψαλτικήν. Γι΄αυτό μικρό-μικρό τον επήρε πρώτα στον παπα-Χριστόδουλο και του διάβαζε την ευχή: «Όταν απέρχεται παιδίον μανθάνειν τα Ιερά Γράμματα». Έπειτα τον επήρε και τον παρέδωσε στον τυφλό Χατζή-δάσκαλο.
Εκεί, λέγει, δυσκολεύτηκε πολύ. Ο Χατζη-Γιώργης έδειχεν περισσήν ευλάβεια προς τον ευλαβή, αόμματο ναρθηκοφόρον κι εκουβαλούσεν προς αυτόν κάθε Σάββατο πλούσια τα ελέη. Αφ' ενός όμως ο υιός του δεν έπαιρνε τα γράμματα, αφ΄ετέρου ο ναρθηκοφόρος Χαραλάμπης άμα και βάκχος δεν εχρησιμοποιούσε καθόλου τον νάρθηκα, δηλαδή την βέργα. Επειδή ήτο φτανόκαρδος, δηλαδή λιπόψυχος, ελυπάτο να κτυπά τους μαθητές, γι΄αυτό εφηύρε μια πρωτότυπη μέθοδο τιμωρίας.
Είχε μια κεφαλή του γαϊδάρου, δηλαδή κρανίο, περασμένη μ΄ ένα λουρί. Αυτό το τεράστιο κρανίο εκρέμαζε στο λαιμό των ατάκτων και ανεπιδέκτων μαθήσεως μαθητών για ορισμένη ώρα ή και ολόκληρη την ημέρα, αναλόγως του σφάλματος. Να ήθελεν έτσι να παρομοιάσει τον απαίδευτο μαθητή με γαϊδούρι και τη κεφαλή του ανεπίδεκτου μαθήσεως με καφαλήν αλόγου ζώου; Πάντως οι λοιποί μαθητές περιγελούσαν τον φέροντα ως περιδέραιον το κρανίον. Εκ τούτου καθίστατο αβάστακτη η τέταια τιμωρία στο μικρό, καλομαθημένο Κλεόβουλο, ο οποίος φαίνεται ότι περιεβάλλετο συχνάκις την κεφαλή. Σαν μικρόσωμος μάλιστα που ήτο, του έρχονταν το περίεργον κρανίον μέχρι τα γόνατα. Ούτε να τρέξει ημπορούσε, ούτε να περπατήσει.
Ο καημένος ο Χατζη-Γιώργης στην αγωνία του για την πρόοδο του υιού του κάλεσε για δεύτερη φορά τον παπα-Χριστόδουλο να διαβάσει την ευχή. Ο παπάς βρίσκοντας περιττό να διαβάσει την ίδια ευχή, του διάβασε την «Ακολουθία εις παίδας κακοσκόπους». Ο μικρός όμως δεν είχε καθόλου κακό σκοπό, απλώς δεν έπιανε ο νους του τα γράμματα. Γι αυτό αποφάσισε να μη ξαναπάει στο σχολείο. Επειδή όμως εφοβάτο τον πατέρα του, έπαιρνε κανονικά το συσσίτιό του από τη μάνα του το πρωί και πήγαινε κι εκρύβετο στην κουφάλα μιας τρεμιθιάς. Υπήρχε μέχρι πρότινος οπότε και κατεκάη από πυρκαγιά.
Το Σάββατο όμως ο πατέρας του επισκέφθηκε το χατζή- δάσκαλο για τα καθιερωμένα δώρα και τον ερωτά: «πως πάει τώρα ο μικρός;» «Μήτε πάει, μήτε έρχεται» απάντησε ο χατζής. «Είναι μια εβδομάδα που δεν φάνηκε». Απόρησε ο φιλότεκνος πατέρας και αναχώρησε σκεπτόμενος για το τι μπορεί να συμβαίνει. Τη Δευτέρα το πρωί παρακολούθησε από μακριά και είδε που ο μαθητής ενδιατρίβει και που ενδιαιτάται. Αφού τον ετιμώρησε και δια χειρός και δια νάρθηκος, τον έπεμψε εις το σχολείο.
Όταν ο διακριτικός και ευαίσθητος διδάσκαλος έμαθε τα γενόμενα, έδειξε κατανόηση στην περίπτωση του ευαίσθητου μαθητή και δεν του εφόρεσε άλλη φορά την κεφαλήν του γαϊδάρου. Έτσι, παρέμεινε ο Κλεόβουλος δυο-τρία χρόνια στο σχολείο κι έμαθε δυο-τρια γράμματα κι άλλα τόσα τροπάρια των αγίων. Το σπουδαιότερο, έμεθε ν΄αγαπά τις ακολουθίες και τις ψαλμωδίες της εκκλησίας. Γι΄αυτό είχε να λέγει ως τα γεράματά του, στην ευχή του Αποδείπνου, «μακαρίσωμεν τους γονείς ημών και διδασκάλους, αιωνία η μνήμη αυτών» φέρνοντας στη μνήμη του και τούτον τον αοίδιμο διδάσκαλο, το Χατζη-Χαραλάμπη τον ευλαβή.

Από το βιβλίο «περί ΗΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Κύπρον ου μ' εθέσπισεν οικείν ... Η Αγαθή Ελένη

Στις 3 Νοεμβρίου εορτή του αγίου Γεωργίου- ανακομιδή των λειψάνων του- ελειτουργήσαμε στην εκκλησία του Αγίου, στο παλαιό χωριό. Ήρθε μάλιστα και ο Δεσπότης μετά της συνοδείας του και εδόθη λαμπρότης στην εορτή. Ήρθε και η Ελένη, η αγαθή του χωριού και εκοινώνησε. Την εκρατούσε μπράτσο η εξαδέλφη της Αναστασία. Αυτή διατηρεί την ομορφιά της και σ΄αυτή την προγεροντική ηλικία. Τα μαύρα ακόμα μαλλιά της χωρισμένα σε δυο ζουλούφια πλαισιωμένα από το βυσσινί τσεμπέρι τονίζουν την ασπράδα του προσώπου της και τη λεπτότητα των χαρακτηριστικών του. Μαζί με το γλυκύ, καλοσυνάτο μειδίαμα αναδεικνύουν την Αναστασία ως μια ωραία γυναίκα του παλαιού καιρού.
Αυτή λοιπόν, η Αναστασία είναι κόρη του Μοδέστη, ο οποίος είχε αδελφή την Ευφημία, την γνωστή ως Στέλιαινα, καθότι γυναίκα του περιβόητου Στέλιου. Αυτοί ήσαν οι γονείς της εν λόγω Ελένης, η οποία έμεινε μονάχη τώρα και ουδένα στενότερο συγγενή έχει στον κόσμο παρά μόνο αυτήν τούτην την εξαδέλφη, την Αναστασία.
Τελευταία που έτυχε να συναντήσω στο δρόμο την Ελένη, στην ερώτηση μου τι κάμνει, αυτή απάντησε σε τραγικό ύφος σέρνοντας τη φωνή της κλαψουριστά: «Έμεινα μόνη μου και γέρημη μες στες στράτες...». Και μάλιστα στις έρημες στράτες έρημου χωριού. Διότι τώρα πια το χωριό ολίγους αριθμεί κατοίκους και πολλά ερείπια, αφού είναι γνωστό πως μισοχάλασε στο σεισμό του '53 κι εκτίσθη καινούργιο χωριό πιο κάτω. Πριν όμως από το σεισμό ήτο ανθούσα κωμόπολη με παπάδες και δασκάλους, καφενεία και μπακάλικα, αρτοποιεία κι εργοστάσια κρασιού, σύλλογο, αστυνομία και δικαστήριο περιφερειακό.
Τότε και ο Στέλιος Μωησή, πατέρας της Ελένης, ήτο περίφημος καμηλιέρης στο χωριό. Διέθετε αρκετές καμήλες, ένα καραβάνι που έκαμνε εμπόριο και μεταφορές από Πάφο εις Μεσαορία και τ' αντίθετο. Επρόκοψε στο εμπόριο και με την πολιτικήν του και την λεϊκοσύνη του, διότι λέϊκα ομιλούσε πάντοτε, δηλαδή ελλαδίτικη προφορά, και μάλιστα της Αλεξάνδρειας. Εκεί έζησε αρκετά χρόνια χωρίς να προκόψει. Όταν επέστρεψε, παρ΄ εκτός που ομιλούσε λέϊκα, εφορούσε κουστούμι και γραβάτα. Γι΄αυτό ενυμφεύθη αρχόντισσα μα σύντομα η γυναίκα του αρρώστησε κι απέθανε. Δεν ήταν της τύχης του να μείνει στους αριστοκράτες. Σύντομα ξανανυμφεύθηκε την Ευφημία.
Η Ευφημία ήταν δυναμική γυναίκα και σκληρή, θρήσκα και δεισιδαίμων, αγύριστο καφάλι, μονότροπη κια μονόχνωτη που δεν σήκωνε την πολιτική και τους ψευτομουραφάδες του Στέλιου. Γι' αυτό και δύσκολα έκαμναν το καλό, συχνά εμάλλωναν. Ο Στέλιος ξεφυσούσε από το άχτι του κι έλεγε για τη γυναίκα του: «Είναι πατταλόμαλο», δηλαδή παλιοχώραφο. Κι έπαιρνε τες καμήλες του κι έφευγε σε ταξίδια που κρατούσαν μέρες κι έσβηνε ο θυμός του. Η δε Ευφημία κατέφευγε σε ξόρκια και διαβατικά.
Το χουζούρι του Στέλιου ήταν το πείσμα του, το γινάτι του. Να του το εδίδαξαν άραγε οι αγαπημένες του καμήλες; Λέγουν μάλιστα πως τις υπερέβαινε στην επιμονή. Κάποτε σε κάτι του έφταιξε μια καμήλα και για να την εκδικηθεί την εδάγκασε στα χείλη. Αυτή εσηκώθη πάνω και ο Στέλιος ευρέθη μετέωρος, αλλά επιμένοντας να κρατεί δαγκωμένη την καμήλα.
Όταν επέστρεφε από τα μακρινά του ταξίδια, εξαπολούσε τις καμήλες του να ξεκουραστούν και να βοσκήσουν. Αυτές έπαιρναν τες στράτες και τα χωράφια κι έτρωγαν ελεύθερα ότι έβρισκαν. Πολλές φορές έρχοντο παραπονημένοι οι χωριανοί: «κύριε Στέλιο, το και το, οι καμήλες σου μου χάλασαν το σιτάρι ή έφαγαν τα κουκιά...». Ο δε κύριος Στέλιος εσυνήθιζε ν΄απάντα σε όλους απαθώς: «Θα περάσωμε χωριανοί, θα περάσωμε!» Δηλαδή, όλοι θα βολευτούμε, όλοι θα διαβούμε. Μια φορά εσυμφώνησαν κάμποσοι χωριανοί και επήραν τα ζώα των όλα, πρόβατα και αίγες, βόδια και γαϊδούρια και τα έβαλαν στο μοναδικό σπαρμένο χωράφι του Στέλιου. Τα ζώα κατέφαγαν τα πάντα, δεν άφησαν ίχνος πράσινου χόρτου.
Όταν τα είδε η Ευφημία έτσι, ενόμισε ότι εδιάβησαν οι Σαρακηνοί από μέσα, και όταν το είπε στο Στέλιο, αυτός έγινε «Τούρκος». Επήγε στο καφενείο αμέσως. «Ρε χωριανοί, τι είναι τούτα που μου έκάματε;». Οι δε χωριανοί απαθώς απάντησαν: «θα περάσωμε κύριε Στέλιο, θα περάσωμε...».
Τότε ο κύριος Στέλιος αναφώνησε έξαλλος: «Έτσι πέρασμα να χέσω μέσα!». 'Εκτοτε ο λόγος αυτός έμεινε και λέγεται ως τη σήμερον σε ανάλογες περιστάσεις.
Ο Στέλιος και η Ευφημία απέκτησαν δυο κόρες, τη Θεοδώρα και την Ελένη. Η Θεοδώρα ήταν προκομμένη και κουμαντάρισσα. Είχε ραπτομηχανή και ήταν οικονομικά ανεξάρτητη. Υπανδρεύτηκε κι απέκτησε μια κόρη μα απέθανε λίγο μετά τη γέννα. Η Ελένη δεν είχε πρωτοβουλία, προσκολλήθηκε στη μάνα της και την ακολουθούσε όπου κι αν επήγαινε. Όπου εύρισκε καμιά γωνιά, καμιά σκιά η βολικό θάμνο έγερνε κι αποκοιμάτο. Η μάνα της συχνά την έχανε και εγύριζε από χωράφι σε χωράφι για να την εύρει.
Ακούγετο η φωνή της σε όλο το χωριό: «Ορή Ελένηηη... ορή Ελένηηη...». Και πραγματικά μόνο μια τόσο άγρια φωνή ημπορούσε να ξυπνήσει η κοιμωμένη Ελένη.
Τα λόγια της Ελένης ήταν λίγα. Όχι πως δεν ήξερε να μιλά μα εντρέπετο τον κόσμο κι εφοβάτο την αγριάδα και τον θυμό των ανθρώπων. Για αυτό επέλεξε την απομόνωση. Ομιλούσε μοναχή της κι έπλαθε τον δικό της κόσμο διατηρώντας απλώς ειρηνικές σχέσεις με τον κόσμο του χωριού.
Ο Στέλιος το είχε μεγάλο καημό που η μικρή του κόρη, η αγαπημένη του, επήρε αυτό το μονοπάτι της απομόνωσης. Διότι και ένεκα τούτου κανένας γαμπρός δεν την εγύρευε. Ένα και ρό εσυνήθιζε να πηγαίνει στο καφενείο της ΣΕΚ (Συνομοσπονδία Εργαζομένων Κύπρου), στο χωριό. Εκεί όμως έπρεπε να είναι κανείς μέλος και να πληρώνει κάποιες εισφορές. Τον ανέχθησαν στην αρχή, μα κάποια μέρα η επιτροπή της συντεχνίας του είπε: «άκουσε κύριε Στέλιο, εδώ πληρώνουμε. Και στο κάτω- κάτω άμα γραφτείς και πλερώνεις τακτικά θα έχεις και περαιτέρω ευεργεσίες και οφέλη από τη ΣΕΚ. Τον επήρε το παράπονο και εσηκώθη πάνω και τους είπε: «Τι ΣΕΚ και ΣΤΕΚ και ΠΕΚ και οφέλη. Εμένα μπορείτε να μου παντρέψετε την Ελένη μου;».
Η ΣΕΚ όμως δεν ημπορούσε, μα ούτε και κανείς άλλος να αποκαταστήσει την κακόμοιρη Ελένη. Έτσι έμεινε μόνη της και γέρημη μες στες στράτες, όπως η ίδια λέγει. Ιδίως μετά τον θάνατο της δυναμικής μητέρας της. Την ενθυμούμαι ένα αέρα. Αυτή επλήρωσε για τα εγκαίνια της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας, και άλλες δωρεές έκαμνε σε εκκλησίες. Ήταν μια ξερακιανή γριά με άσπρα μαλλιά που επετάγοντο από την μαντήλα της αχτένιστα. Είχε άγρια όψη και ακατάστατα κουρελιασμένα ενδύματα. Κρατούσε πάντα στο δεξί της χέρι μια μακριά βέργα και περπατούσε γρήγορα. Σε κάποια απόσταση πάντα την ακολουθούσε η Ελένη που είχε εντελώς το αντίθετο απ' αυτήν ύφος, ήταν ήρεμη και με αφελές μειδίαμα. Ήμουν μικρός, μαθητής στο γυμνάσιο, όταν η Ευφημία ήρθε στο σπίτι μας μια μέρα και μου παρήγγειλε να της κάμω μια εικόνα της Παναγίας. Της την ιστόρησα και την επήρε στην Τήνο, όπου επήγε προσκύνημα. Μετά από λίγο καιρό εκοιμήθη.
Η Ελένη πρέπει να εδυσκολεύτηκε πολύ τότε που εστερήθηκε την κραταιά προστασία της ισχυρής μητρός της. Μπορεί και να ένιωσε ανακούφιση. Ποιος ξέρει; Την επρόσεξα πάντως λίγα χρόνια μετά να κρατεί αυτή τη μεγάλη βέργα, χωρίς να τη χρειάζεται, έτσι απλώς ως σκήπτρο. Και κρατάει ακόμη ως τη σήμερον μαζί της πάντοτε αυτή τη βέργα. Διεπίστωσα όμως ότι δεν έχει μόνο μία. Μια μέρα που επήγα στο σπίτι της είδα σε μια γωνιά δεσμό από βέργες, τουλάχιστον εκατό. Όλες ίσιες, καθαρισμένες από τους ρόζους.
Να έγινε άραγε η βέργα σύμβολο εξουσίας για την φτωχήν Ελένη, ανεξαρτησίας, αυτοπεποίθησης και δυναμισμού;

Εσυναντούσα την Ελένη στο δρόμο συχνά ή στην εκκλησία και το καφενείο. Με πλησίαζε πάντα με οικειότητα. Αυτή πρώτη μ' εκαλούσε: «έλα πω σου» και με αφόπλιζε με το «αγαπώ σε πολλά, αγαπώ σε πολλά» που έλεγε κάθε τόσο στην κουβέντα ως ρεφρέν. Η κουβέντα της συνήθως ήταν μακρές προτάσεις χωρίς τελείες και δεν εκαταλάβαινα τίποτα απ' όσα έλεγε. Έτρωγε τις λέξεις, εμασούσε τις φράσεις, εκατάπινε τα νοήματα από τη βιασύνη της. Ήθελε να τα πει όλα, διότι κάποιος την άκουγε. Κάθε τόσο με ερωτούσε κάτι κι επειδή δεν καταλάβαινα έλεγα πάντα ναι. Εξάλου, δεν μου έδινε χρόνο για κάτι περισσότερο. Τάχα πως άκουγε για λίγο και αμέσως συνέχιζε παίρνοντας ύφος σοβαρό και στοχαστικό σαν να έλεγε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Δεν σταματούσε από μόνη της όμως δεν αργούσε να της φωνάξει κάποιος: «Κανεί Ελένη». Εκαταλάβαινε την προσβολή, το θυμό, την παρατήρηση κι αποσύρετο.
Είχα για χρόνια την εντύπωση ότι δεν μπορεί να ομιλεί κανονικά. Όσες φορές όμως την άκουγα ευρισκόμασταν σε δημόσιους χώρους και εκινδύνευε πάντα από την επέμβαση των γνωστκών που της εθύμωναν.
Τελευταία έτυχε να πάω στο σπίτι της. Όταν πλησίασα την πόρτα την άκουσα να ομιλεί μόνη της πολύ καθαρά. Κοντοστάθηκα. Έλεγε διάφορα, ξεκαθάρισα το όνομα μαρία ή Μαρίνα. Όταν επμήκα- ήμουν με τα παιδιά- μας λέγει: «θωρείτε την κοπελούδα;». Της λέω ποιάν; Μου λέγει «να την εκει πάνω» και μου έδειχνε προς την οροφή. Όταν είδε που απορούσαμε άλλαξε κουβέντα. Ήταν χαρούμενη και ξεκούραστη, μιλούσε αργά κια καθαρά, λόγια μετριμένα. Όταν αναχωρήσαμε δεν εσηκώθηκε από τη θέση της και αφού κλείσαμε την πόρτα την ακούσαμε πάλι να μιλά. «Μαρίνα μου, ευκαριστώ σε, Μαρίνα μου, ευκαριστώ σε πολλά. Μαρίνα μου...».
Μια φορά που ήμασταν μόνοι μας μου είπε: «εκάψαν τα ρούχα μου, επετάξαν τα πράματα μου, ασπρίσαν το σπίτι μου...». Κατάλαβα πως ήρθαν από το Γραφείο Ευημερίας. Άλλη φορά πάλι μου λέγει: «ήρθαν στο σπίτι μου κάτι γυναίκες και είπαν πως θα γίνει παρουσία και θα λαωθεί ο κόσμος. Εφοήθηκεν η καρκιά μου που μέσα». Μου εθύμισε το ψαλμικό «η καρδία μου εταράχθη εν εμοί και δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ». Καημένη Ελένη, λέγω, πόσο σε βασανίζουμε εμείς οι λογικοί με τους παραλογισμούς μας.
Άλλη φορά την είδα να στέκεται για αρκετή ώρα έξω στο δρόμο κρατώντας στο ένα χέρι τη ράβδο και χειρονομώντας με το άλλο.
Ομιλούσε δε ακατάπαυστα, ήρεμα, σε χαμηλό τόνο, φιλικά με τη... Μαρίνα. Όταν πήγα κοντά της μου είπε: «θέλωμε να μας πάρεις κάπου...». Της λέγω ποιες; Μου λέγει: «εμένα και τη Μαρίνα. Δεν θωρείς την Μαρίνα;». Της λέω όχι. Μου λέει «καλά!» και συνέχισε να μιλά προς την Μαρίνα που υποτίθεται ήταν εκεί.
Άραγε, λέγω μέσα μου, ελυπήθηκε την απέραντη μοναξιά της η Αγία Μαρίνα και της κάμνει συντροφιά γιατί η φαντασία της φτωχής έπλασε μια Μαρίνα και την κουβαλεί μαζί της για να' χει κάποιον να του μιλά, κάποιον που να ακούγει; Όπως και να' χει το πράγμα εχάρηκα που την είδα του Αγίου Γεωργίου να μεταλαμβάνει χωρίς να κρατεί τη βέργα της, μόνο την εκρατούσε παραμάσχαλα η εξαδέλφη της, η Αναστασία.

Του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Κυριάκος ο Τεθλιμμένος

Εν τω επικαλείσθαι με εισήκουσας μου, ο Θεός
της δικαιοσύνης μου, εν θλίψει επλάτυνας με·

«Άνθρωπος ένι ο τόπος κι ο τόπος έρημος». Έρημος κι ο άνθρωπος μέσα στον πόνο του. Έφυγε κι ο δούλος του Θεού Κυριάκος, ο βοσκός. Επήρε μαζί του, τον πόνο του κι άφησε πίσω τον τόπο του, το μικρό χωριό του, την Αγία Μαρινούδα. Έφυγε για εκεί «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός» κι άφησε «γεια στα πεύκα, στα πλατάνια, στα μερσίνια τα ζηλευτά, όπου δεν ξέρουνε τον Χάρο μήτε τ' άσπρα γηρατιά». Άφησε την άπλα των γυμνών λόφων, τις ράχες με τα βοσκοτόπια και τις βαθύσκιωτες νάπες με τα πηγάδια, με τες γούρνες όπου ξαπόστανε αυτός και το κοπάδι του.
Στην πραγματικότητα, έφυγε προ καιρού απ' όλα αυτά. Κι αποσύρθηκε στον παλαιόν του
οικίσκον, με την για περισσότερο από μισόν αιώνα ομόζυγόν του, Ευδοκία. Σύντροφός του αυτή και τώρα στην απραξία, στην αναμονή, τώρα που κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού.
Πραγματικά, δεν είχε πια ούτε ένα πρόβατο, ούτε αίγα για γάλα. Ούτε καν ένα εργόχειρο.
Κατέπαυσε από πάντων... Κατέπαυσε του να τραγουδεί τα ποιμενικά άσματα, τους αργούς αμανέδες με την εκ πλάτους και βάθους των στέρνων τρέμουσαν εξερχομένη, και ηχοποιούσαν το πάθος παφίτικη φωνή. Κατέπαυσε το έντεχο και περιπαθές παίξιμο του αυλού, που με τον οξύ στη μοναξιά ήχο, έτρύπα τη σιωπή των ηλιοψημένων ερημικών λόφων. Κατέπαυσε του να χορεύει τους έντεχνους καρτσιλαμάδες, δηλαδή αντικριστούς χορούς, άμα δε και τον της τατσιάς επιδεικτικό και του δρεπανιού που εχόρευε εις γάμους, πανηγύρια και άλλην λαού σύναξη. Κατέπαυσε του παριάγειν και περιέρχεσθαι τις ράχες, τις νάπες, τα λαγόνια, κρημνούς και μονοπάτια και όλην την αγαπημένην του γην που την επάτησε βήμα προς βήμα αναρίθμητες φορές και την επότισε με ιδρώτα, αίμα και δάκρυ και που κοιμήθηκε πολλάκις στες αγκάλες της αυτός και τα ζωντανά του και η καλή του.
Κατέπαυσε
, τέλος, του να περπατεί απλώς στες στράτες, τα στενά και τις ρήμες του μικρού χωριού του συνομιλώντας με τους ανθρώπους και με τα σοκάκια. Κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού και περιορίσθηκε εκών ή άκων - πιος ξέρει;- στο μικρό του σπίτι, όλο κι όλο ένα δωμάτιο με την κυρά του, με την σιωπή του και με τον πόνο του.
Έρημος και μόνος είναι ο άνθρωπος μέσα στον πόνο του. Διότι περί αυτού πρόκειται'
περιέπεσεν ο γέρο-Κυριάκος σε θλίψη και μαρασμό μετά το θάνατο του υιού του. Και δεν ήταν τόσο γέρος όσο φαινόταν ούτε τόσο απεγνωσμένος, όπως έδειχνε. Πάντως από τότε, από τον ξαφνικό θάνατο είχε μαραζώσει, είχεν ασθενήσει, είχεν αδυνατίσει και άρχισε να πάσχει από δυνατούς συνεχείς ιλίγγους. Το πρόσωπόν του το μελαμψό είχε γεμίσει με ρυτίδες πόνου. Και οι ρυτίδες βάθαιναν όσο οι σκέψεις του κι οι στοχασμοί του.
Ήταν όμορφος άνθρωπος και σεμνός στην όψη. Είχε το μουστάκι τεράστιο και τα φρύδια μεγάλα, κοντά τα μαλλιά, μεγάλο το μέτωπο, όλο γραμμές, μάτια μικρά, βαθουλωτά, με κόρες
μελισσιές που χόρευαν ήμερα, που ιστορούσαν τη θλίψη του, τη λύπη του, τον πόνο του, τον πόνο για τον αιφνίδιο θάνατο του ανθρώπου, για κάθε τι αιφνίδιο, για κάθε θάνατο, για κάθε άνθρωπο... για την περιπέτεια του ανθρώπου, για τη ρευστότητα του βίου.
... Από την σκέψη ρυτίδωσε βαθιά το
μεσόφρυδό του, κύρτωσε κι έγυρε ελαφρώς στο πλάι η καφαλή του. Εσταύρωσε τα χέρια του σφίγγοντάς τα στο στήθος του. Συρρικνώθηκε όλος. Κι απ' αυτή τη στάση κι αυτή τη θέση διαλεγόταν αργά και σοβαρά, πλην μειλίχια, με τόνο γλυκύ, ταπεινό. Εθρηνούσε κι εφιλοσοφούσε, έκλαιγε και παρηγοριότανε και παρηγορούσε.
Δεν σε φόρτωνε το πένθος του' ένιωθες άνετα να κάθεσαι κοντά του. Δεν υπήρχε στην κατάστασή του καθόλου απελπισία μήτε απόγνωση μήτε κατάθλιψη ή κάτι άλλο από τα σχετικά. Τον κατείχε μια ιερή θλίψη, που γεννούσε την κατάνυξη, που
άγιαζε το πρόσωπό του και το κορμί του, την κάθε του κίνηση και δράση.
Αυτή η θλίψη τον έκαψε, τον
επύρωσε «ως πυρούται το αργύριον», τον εδοκίμασε «ως χρυσόν εν χωνευτηρίω», σαν φωτιά, που πέρασε κι έκαψε τα φρύγανα όλα του κόσμου τούτου, τες πονηριές και τες μικρότητες, τες ανοησίες και τες αστοχίες, τες αμαρτίες κι όλα τα πρόχειρα κι ευτελή και μάταια του βίου δήθεν κατορθώματα.
Αυτή η θλίψη εργάστηκε την όψη του Κυριάκου και την
εσμίλεψε σεμνά. Την ιστόρησε με τα χρώματα των ταπεινών ζωγράφων της Τουρκοκρατίας. Έμοιαζε πια με εικόνισμα, «εγίνην εικόνα» κατά την φράση των παλαιών.
Η στάση του θύμιζε την εικόνα του Χριστού της Άκρας Ταπείνωσης. Η φάτσα του θύμιζε την όψη του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου, που ιστόρησε ο κυρ- Αυξέντιος στη Μητρόπολη της Πάφου περί το 1750. 'Εμοιαζε πάλι με τη μορφή του Αποστόλου Λουκά, που ιστόρησε ο ιεροδιάκονος Λαυρέντιος λίγο αργότερα. Κι έτσι πια, έφτασε κάποια στιγμή, που ωρίμασε τρόπον τινά σαν τον καρπό, που δεν χρειαζόταν άλλο να μένει στο δέντρο. Κι έφυγε ήσυχα, αθόρυβα κι ατάραχος, σαν έτοιμος από καιρό για να συναντήσει τον υιό του, που γι' αυτόν κι ένεκ' αυτού έκλαψε και πόνεσε πολύ. Να συναντήσει, μάλλον να παρασταθεί έμπροσθεν του Υιού του Ανθρώπου, «λελαμπρυσμένος καλλοναίς των καλλοποιών του βίου παθημάτων».

Από το βιβλίο «περί ΗΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά» του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα