ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Το κτύπος του ήλιου: Ένα ποιήμα του Παλαιστίνιου ποιητή Ζαχαρία Μοχάμεντ - Sun stroke: A poem by Pelestinian poet Zakaria Mohammed

Γεννηθήκαμε από το κτύπος του ήλιου
από το κτύπος του δρεπανιού ενάντια στον αέρα
και του κέρατος πάνω στη πέτρα
Ρίξαμε τον πλακούντα μας στα σκυλιά
και την ψυχή μας σε μια δεξαμενή κατάθλιψης
Όπως τις φτωχές γυναίκες κεντήσαμε
τα χείλια μας στον ιστό της σιωπής
Ακάθαρτοι πήγαμε στην προσευχή της αυγής
στον κήπο με τα λουλούδια
και στις παιδικές μας αναμνήσεις
Άμμος είναι το σιτάρι μας
και άμμος ο σανός του αλόγου
Ανεβήκαμε στην άμμο λαχάνιασμένοι
και τετριμμένοι κατεβήκαμε
Δεν υπάρχει μαρτυρία για τ' ονόματά μας
εκτός από ένα αλφάβητο που δεν αναφέρεται στο λεξικό
δεν υπάρχει μαρτυρία για τους προγόνους μας
εκτός από τη σιωπή των σκύλων στην πόρτα
Μας γάντζωσαν από τα κορδόνια μας
και τις τρίχες των βλεφαρίδων
και τις ουρές των κομητών
Σκύψαμε σαν σκυλιά προστά στην πόρτα
σκύψαμε άκεφοι μπροστά από το λουλούδι
Και το λουλούδι είναι το αίμα της θυσίας του μεσημεριανού
Το αλεύρι μας σκορπίστηκε παντού
και η απόγνωση έχει την αίσθηση του σιδήρου στα δάχτυλά μας
Δώστε μας ανακωχή
ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τις σκιές μας
και οι οπλές μας να μπορέσουν να μεγαλώσουν
Μια τεράστια καμπάνα κρέμεται πάνω από το κεφάλι μας
μια επίμονη καμπάνα μας κάνει να χάνουμε το δρόμο
Προσευχόμαστε να σιωπήσει η μεγάλη κωδωνοκρουσία
από τα χείλη των νεκρών μας
Πάρτε μας από το χέρι
και τη μέση
κρατήστε μας κάτω από το στήθος
είμαστε συγγενείς της σκόνης και της φωτιάς
Αυτό είναι το δάχτυλό μας
βρεγμένο για να ελέγχει τον άνεμο
πληγωμένο από τις ατελείωτες ερωτήσεις μας
Παίζουμε με τ' ονόματά μας
και τη γύμνια των κουμπιών του πουκαμίσου
και οδηγούμε τις προσευχές όπως τα γουρούνια μπροστά μας
Γαντζώσαμε τα γαϊδούρια στους αστραγάλους των παιδιών
και γαντζώσαμε το φθινόπωρο στο καλοκαίρι
να ησυχάσει το τρέμουλο μας
Φανάξτε μας πίσω από τα δωμάτια μας
φονάξτε μας με σκανδαλιάρα φωνή
που θα μας ξεγυμνώσει από ντροπή
φονάξτε μας με φωνή που θα ξεσκίζει ξύλα και μπαμπού
Ξαπλώστε τις προσευχές μας
ώστε να μπορέσουμε να προσευχηθούμε
πέρα από το όριο του καθήκοντος
και οι ψυχές μας να σταθούν όρθιες μαζί με τα κορμιά μας
Πικρό το μεσημεριανό μας
το δείπνο μας είναι τόσο ξηρό, όπως μια πέτρα
και η σιωπή ρέει
όπως το αίμα της εμμηνόρροιας ανάμεσα στα πόδια μας
Προσευχόμαστε για να σπάσουμε τις πέτρες στα νεφρά μας
και προσευχόμαστε για να σπάσει το ψωμί του δείπνο μας
Δεν υπάρχει ασυλία για τα βότσαλα
ή τα τριαντάφυλλα -
όλα βρίσκονται μέσα στα όρια της βροντής
Γεννηθήκαμε από την παραμόρφοση του χείλους
και της βλεφαρίδας
γεννηθήκαμε από το κτύπος του κέρατος πάνω στην πέτρα.

Ζαχαρίας Μοχάμεντ - μετάφραση
NOCTOC

Sun stroke

We were born of a sun stroke
of the stroke of scythe against wind
and of horn against stone
We threw the placenta to the dogs
and our soul into a pool of gloom
Like poor women we embroidered
our lips on the fabric of silence
Impure we went to the dawn prayer
to the flower garden
and memories of childhood
Sand is our grain
and sand is the horse's fodder
We climbed the sand gasping for breath
and worn out we came down
No evidence of our names
except an alphabet not cited in the dictionary
no evidence of our forbears
except the silence of dogs at the door
We got hitched to our shoelaces
and to the hair of eyelashes
and to the tails of comets
We crouched like dogs before the door
crouched cheerless before the flower
And the flower is the blood sacrifice of midday
Our flour was strewn everywhere
and despair felt like iron in our finger tips
Grant us respite so we may recognize our shadows
and our hooves may grow
A giant bell hangs over our head
a persistent bell makes us lose the way
We pray to silence the great chime on the lips of our dead
Take us by the hand
and the waist
hold us below our breasts
we are kin of dust and fire
This is our finger
wet to explore the wind
wounded by our endless questions
We fooled around with our names
and the nakedness of shirt buttons
and drove prayers like pigs in front of us
We hitched the donkeys to children's ankles
and hitched autumn to summer
to calm down our shivers
Call us from behind our rooms
call us with a scandalous voice that would shame us bare
call us with a voice that would rip apart wood and bamboo
Lead our prayers so we may pray beyond the bound of duty
and our souls stand erect within our bodies
Bitter is our lunch
our dinner is as dry as stone
and silence flows like menstrual blood between our legs
We pray to crush our kidney stones
and pray to break the bread of our supper
No immunity for the pebble
or the rose --
all lie within the range of thunder
We were born of the inversion of the lip
and the eyelash
we were born of the stroke of horn against stone.

Zakaria Mohammed

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Αμφίβολοι Άγιοι της Πάφου - Disputable Saints of Paphos

ΑΓΙΟΣ ΑΒΒΑΤΖΙΕΡΟΣ: Ο Άγιος Αββάτζιερος τιμάται στο χωριό Άρμου. Αυτός ο Άγιος ήταν ένας από τους «Τριακόσιους» πρόσφυγες Αλαμάνους που ήρθαν στην Κύπρο από την Παλαιστίνη και ασκήτεψε κοντά στο χωριό.

ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ & ΜΙΣΗΤΙΚΟΣ: Ο Άγιος Αγαπητικός, ή Αγάπης ή Αγαπίτης, ή Αγάπιος και ο Άγιος Μισητικός ή Μίσιος ή Μισήτης τιμούνται στο χωριό Πάνω Αρόδες και στη Κάτω Πάφο. Στις δε Αρόδες υπάρχουν δυο αρχαίες μαρμάρινες λάρνακες που φέρουν τα ομόνατα αυτών των Αγίων. Η λάρνακα που φέρει το όνομα του Αγίου Αγαπητικού βρίσκεται στη νότια πλευρά του Ναού του χωριού που είναι αφιερωμένος στον Άγιο Καλανδίωνα. Σε πιο παλιά χρόνια, ο ιερέας του χωριού έξυνε σκόνη από το κάλυμμα της λάρνακας του Αγίου Αγαπητικού, την έριχνε μέσα σε αγιασμένο νερό, και μετά έπινε αυτός ή αυτή που επιζητούσε αγάπη. Σήμερα πολλοί πέρνουν τη σκόνη από μόνοι τους χωρίς τη μεσολάβηση του ιερέα. Για αυτούς που ζητούν μίσος, η σκόνη αποξέεται από το κάλυμμα της λάρνακας του Αγίου Μισητικού που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του εν λόγω ναού. Στην Κάτω Πάφο οι δυο αυτοί Άγιοι τιμούνται μαζί με ένα τρίτο, τον ΑΓΙΟ ΞΟΡΙΝΟ σε εκκλησάκια τα οποία είναι λαξευμένα σε βράχους. Ο Άγιος Αγάπιος τιμάται και στο χωριό Ίνεια.

ΑΓΙΟΣ ΑΜΠΕΛΗΣ: Ο Άγιος Αμπέλης τιμάται στο χωριό Δρούσια όπου υπάρχει και η σπηλιά του. Περισσότερα
εδώ

ΑΓΙΑ ΑΡΚΩΝΑ: Η Αγία Αρκώνα ή Αυγώνα τιμάται στο χωριό Μανδριά όπου και υπάρχουν σοροί ερειπίων Ναού αφιερωμένου στο όνομά της. Φέρεται ότι ήταν Κύπρια Αγία.

ΑΓΙΟΣ ΑΡΝΑΚΙΟΣ: Ο Άγιος Αρνάκιος τιμάται στο χωριό Χολέτρια όπου υπάρχει σπήλαιο αφιερωμένο στ' όνομά του. Από την λάσπη του σπηλαίου του Αγίου Αρνακίου αλοίφουν τα μιμίθκια (εξανθήματα) και γιατρεύονται. Στον Άγιο Αρνάκιο αφιερώνουν οι βοσκοί ματσούκες (γκλίτσες) και κουδούνια. Ίσως να ήταν και αυτός κάπιος ασκητής, πιθανόν από τους «Τρακόσιους», και να προμηθευόταν το νερό του από το εν λόγω σπήλαιο. Δεν αναφέρεται από κανένα χρονογράφο. Μόνο τοπική παράδοση διαζώζει τα πιο πάνω. Προς τιμήν του Αγίου Αρνακίου γινόταν και το μεγάλο πανηγύρι της Έζουσας.

ΑΓΙΑ ΑΧΙΝΙΩΤΙΣΣΑ: Η Αγία Αχινιώτισσα ή Αχινιά τιμάται στο χωριό Κρήτου Τέρρα.

ΑΓΙΟΣ ΒΕΡΚΕΝΗΣ: Ο Άγιος Βερκένης ή Περκέντης ή Περικέντης όπως τον αποκαλούν στα μέρη της Πάφου τιμάται ή ετιμάτο στα χωριά Ακουρσός, Λαπηθιού (που ήταν κυρίως Τουρκοκυπριακά) και Στατός όπου και υπάρχουν και ερειπωμένοι Ναοί του. Το πραγματικό του όνομα είναι Βικέντιος. Πρέπει να ήταν και αυτός ένας από τους «Τρακόσιους» και ασκήτεψε στα μέρη της Πάφου.

ΑΓΙΟΣ ΔΟΝΤΑΣ: Ο Άγιος Δόντας τιμάται στο χωριό Μαραθούντα.

ΑΓΙΑ ΖΟΓΙΑ: Η Αγία Ζόγια τιμάται στο Νέο χωριό.

ΑΓΙΑ ΚΑΛΑΚΑΤΖΑ: Τιμάται στο χωριό Γουδί δίπλα σε θάμνο. Θεραπεύει και διάρροιαν αιγοπροβάτων. Στον τόπο αυτό οι πιστοί άναβαν κεριά.

ΑΓΙΟΣ ΚΑΛΟΛΥΤΟΣ: Ο Άγιος Καλόλυτος τιμάται στο χωριό Αχέλεια. Κάτω από μοσφιλιά κρεμούσαν ρούχα.

ΑΓΙΑ ΚΑΛΗ: Η Αγία Καλή ή Καλή Γεναίκα τιμάται στο χωριό Κούκλια. Περισσό
τερα εδώ

ΑΓΙΟΣ ΚΑΡΥΟΣ: Ο Άγιος Κάρυος ετιμάτο στο Τουρκοκυπριακό χωριό Φάσλι.

ΑΓΙΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΛΛΟΤΖΕΦΑΛΟΣ: Ο Άγιος Κουτσουλλοτζέφαλος τιμάται ή μάλλον ετιμάτο στο χωριό Λυσός. Κάτω από ένα πελώριο δρυ, κοντά στο κοιμητήριο της κοινότητας, υπήρχαν μερικές πέτρες όπου οι πιστοί άναβαν κεριά. Ο ασκητής αυτός μάλλον θα είχε το κεφάλι του συνέχεια σκυφτό προσευχόμενος γι΄αυτό ονομάστηκε κουτσουλλοτζέφαλος.

ΑΓΙΑ ΚΟΝΩΝΗ: Η Αγία Κονώνη ή Κονώνα τιμάται στο χωριό Κισσόνεργα όπου υπάρχει και εκκλησάκι αφιερωμένο στο όνομά της. Περισσότερα
εδώ

ΑΓΙΟΣ ΚΟΡΩΝΗΣ: Ο Άγιος Κορώνης τιμάται στο χωριό Χούλου.

ΑΓΙΟΣ ΜΑΝΤΗΣ: Ο Άγιος Μάντης τιμάται στο χωριό Άρμου.

ΑΓΙΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΡΗΣ: Ο Άγιος Ματσουκάρης τιμάται στο χωριό Καλλέπεια όπου υπάρχει και ερειπωμένο παρεκκλήσι στο όνομά του. Οδηγούσαν εκεί άρρωστα πρόβατα.

ΑΓΙΟΙ ΜΠΕΑΤΟΙ: Οι Αγίοι Μπεάτοι ή Αοι Μπεάοι τιμούνται στο χωριό Χούλου.

ΑΓΙΟΣ ΝΕΠΙΟΣ: Ο Άγιος Νέπιος ή Νήπιος τιμάται στο χωριό Γιόλου. Δίνει την ικανότητα στα νήπια να περπατούν.

ΑΓΙΑ ΣΤΑΖΟΥΣΑ: Η Αγία Στάζουσα τιμάται στο χωριό Στατός.

ΑΓΙΟΣ ΤΖΙΛΙΚΑΣ: Ο Άγιος Τζίλικας ετιμάτο στην Κάτω Πάφο.

ΑΓΙΟΣ ΤΟΜΑΖΟΣ: Ο Άγιος Τομάζος τιμάται στο χωριό Στρουμπί όπου υπάρχει και προσκύνημά του.

Κανένας από αυτούς τους Αγίους δεν αναγνωρίζεται από την Εκκλησία της Κύπρου (εκτός από τον Άγιο Αγάπιο) και ορισμένοι από αυτούς έχουν πλέον ξεχαστεί.

SΑΙΝΤ AVVATZIEROS: Saint Avvatzieros is honoured at the village of Armou. This Saint was one of the "Three Hundred" Alaman refugees who came to Cyprus from Palestine and lived as a hermit near the village.

SAINT AGAPITIKOS & MISITIKOS: Saint Agapitikos or Agapitis or Agapios (which means Saint Love in Greek) and Saint Misitikos or Misios (which means Saint Hate in Greek) are honoured in the village of Pano Arodes and Kato Paphos. In Arodes itself there are two ancient marble tombs bearing the name of these Saints, one each. The tomb bearing the name of Saint Agapitikos is located on the south side of the village church which is dedicated to Saint Kalandionas. In older times, the priest of the village used to scrape some dust from the cover of the tomb of Saint Agapitikos which he then plunged into holy water which in turn was drunk by the person who was looking for love. Today, many people scrape the dust themselves without the mediation of the priest. For those seeking hate, they scrape dust from the cover of the tomb of Saint Misitikos located on the northern side of the church grounds. In Kato Paphos, these two Saints are honored along with a third one named SAINT XORINOS (Saint Exile) in churches that are carved into the rocks. Saint Agapitikos is also honored at the village of Ineia.

SAINT AMBELIS: Saint Ambelis (which means Saint Vine in Greek) is honoured at the village of Droushia where his cave is to be found. More
here

SAINT ARKONA: Saint Arkona or Avgona is honored at the village of Mandria where there are ruins of a church dedicated to her name. She is believed to be a Cypriot Saint.

SAINT ARNAKIOS: Saint Arnakios (which means Saint Lamb in Greek) is honoured at the village of Choletria where there is a cave dedicated to him. In the past people used to put mud from the cave of Saint Arnakios on hives of their bodies to be healed. Shepherds dedicate sticks (crooks) and bells to the Saint which they put in the cave. Perhaps this ascetic was one of the "three hundred", who used to get the water he needed from this cave. He is not mentioned by any historian. He is known only through oral tradition. In the past the big Festival of Ezousa used to take place in his honour.

SAINT ACHINIOTISSA: Saint Achiniotissa or Achinia is honoured at the village of Kritou Terra.

SAINT VERKENIS: Saint Verkenis or Perkentis or Perikentis as he is called in the parts of Paphos is or was honoured at the villages of Akoursos, Lapithiou (which were mostly inhabited by Turkish Cypriots) and Statos where there are ruins of churches dedicated to him. His real name is Vikentios (Vincent). He must have been one of the "three hundred" and lived as an ascetic in different parts of Paphos.

SAINT DONTAS: Saint Dontas is honoured at the village of Marathounta.

SAINT ZOYA: Saint Zoya is honoured at the village of Neo Chorio.

SAINT KALI: Saint Kali (which means Saint Good in Greek) or Kali Genaika (which means Good Woman in Greek) is honoured at the village of Kouklia. More
here

SAINT KALAKATZA: Saint Kalakatza is honoured at the village of Goudi beside a bush. She treats diarroia in sheep and goats. The believers used to lit candles there.

SAINT KALOLYTOS: Saint Kalolytos is honoured at the village of Acheleia. Believers used to hang some of their clothes on a tree found at his place of worship.

SAINT KARYOS: Saint Karyos used to be honoured at the Turkish Cypriot village of Fasli.

SAINT KOUTSOULLOTZEFALOS: Saint Koutsoullotzefalos is or rather was honoured at the village of Lysos. Beneath a huge oak tree near the cemetery of the community, there were some stones where the believers used to lit candles. This hermit is likely to have had his head always bowed down praying, and this is why he was called koutsoullotzefalos which in the Greek Cypriot dialect is means "blend head".

SAINT KONONI: Saint Kononi or Konona is honoured at the village of Kissonerga where there is a small church dedicated to her name. More
here

SAINT KORONIS: Saint Koronis is honoured at the village Choulou.

SAINT MANTIS: Saint Mantis is honoured at the village of Armou.

SAINT MATSOUKARIS: Saint Matsoukaris is honoured at the village of Kallepeia where there is a ruined chapel dedicated to his name. He cures sick sheep.

SAINTS MBEATOI: Saints Mbeatoi or Mbeaoi are honoured at the village of Choulou.

SAINT NEPIOS: Saint Nepios or Nipios (which means young child in Greek) is honoured at the village of Giolou. He gives the ability for children to walk).

SAINT STAZOUSA: Saint Stazousa is honoured at the the village of Statos.

SAINT TZILIKAS: Saint Tzilikas was honoured at Kato Paphos.

SAINT TOMAZOS: Saint Tomazos is honoured at the village of Stroumbi where there is also his shrine.

None of these Saints are recognized by the Church of Cyprus (expect Saint Agapios) and some of them have now been forgotten.

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Φώτης Κόντογλου: Το αληθινό Βυζάντιο. Η αρχοντική και βασιλική πολιτεία.

Τι ήτανε, αληθινά το Βυζάντιο, εκείνη η Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος! Όχι μονάχα η αρχαία πολιτεία, μα και η καινούργια, ως του σουλτάν-Χαμίτ τα χρόνια. Είχα γνωρίσει έναν χριστιανό Ανατολίτη κοσμογυρισμένον, που έζησε πολλά χρόνια στην Ευρώπη και στην Αμερική, στη Λόντρα, στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Νέα Υόρκη. «Όλες αυτές οι μεγάλες πολιτείες, μου έλεγε, είναι σπουδαίες, μα σαν την Κωνσταντινόπολη δεν υπάρχει άλλη στην οικουμένη, κι ούτε βρίσκεται στον ντουνιά τέτοια επίσημη αρχοντική και βασιλική πολιτεία».

Στα χρόνια των Βυζαντινών «η βασιλεύουσα Πόλις» θα είχε μια εξωτική κι αλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλοι κουμπιέδες (τρούλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στη βλογημένη αυτή αφεντοπολιτεία. Στη μέση στεκότανε, σαν ήλιος, η Αγιά Σοφιά, και γύρω της ήτανε σκορπισμένες οι άλλες εκκλησίες με τους χρυσούς κουμπιέδες, σφαίρες ουράνιες, που λες και γυρίζανε γύρω στον ήλιο. Δεν φαινότανε πως ήταν κτίρια κανωμένα από τον άνθρωπο αλλά σαν να κατεβήκανε από τον ουρνανό και σταθήκανε απάνω στη γη. Κι από μέσα ήτανε καταστολισμένες με ψηφιά, με χρωματιστά μάρμαρα, με σμάλτα, με ζωγραφιές, που θαρρούσε κανένας πως μπαίνει σε ουράνια παλάτια. Είχανε δίκιο οι παλιοί Κινέζοι που λέγανε πως αυτά τα κτίρια ήτανε, «κάποια παλάτια μεγάλα και λαμπερά, που από μέσα μοιάζανε σαν τα χρυσά φτερά του φασιανού την ώρα που πετά».

Ανάμεσα στις ακαταμέτρητες εκκλησίες, στα παλάτια και στα μοναστήρια, που σκεπάζανε ανεξερεύνητα μυστήρια, ήτανε χτισμένα τα σπίτια και τα αμέτρητα παζάρια που μερμίγκιαζε ο κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τα χάνια, τα μαγαζιά, φωλιές γεμάτες ζωή και κίνηση. Εδώ κι εκεί πρασινίζανε κάποια περιβόλια με ψηλά δένδρα μέσα στην πολιτεία, μα ένα γύρω τη ζώνανε, σαν ολόδροσο στεφάνι, ανθισμένοι κήποι, δάση με πλατάνια, με δρύς, με κυπαρίσσια, με καβάκια (λεύκες), που ρίχνανε τον πυκνό ίσκιο τους απάνω σε ξωτικά κιόσκια, σε βρύσες με κρυσταλλένια νερά, ενώ από παντού χλιμιντρούσανε χαρούμενα τα λυγερά άτια (άλογα) της Ανατολής, κι ακουγότανε κάτι τραγούδια που μοιάζανε με ψαλμωδίες. Ανάμεσα στα δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια.

Μα σαν γύριζε κανένας τη ματιά του κατά τη θάλασσα, ευφραινότανε ακόμα πιο πολύ από το θαυμαστό πανόραμα. Ο Βόσπορος, αυτός ο εξαίσιος θαλασσινός ποταμός, δρόσιζε με τα νερά του τα πόδια της πολιτείας, ρεματίζοντας ανάμεσα σ' αυτή και την καταπράσινη Ανατολή, με τη Χρυσούπολη και με τα παλάτια που παραθερίζανε οι Κωνσταντινουπολίτες. Όπου να στεκότανε άνθρωπος έβλεπε μπροστά του ένα μαγικό θέαμα, τις ήμερε ακρογιαλιές του μπογαζιού ανάμεσα στα δέντρα που βουΐζανε από το γλυκό φύσημα τ' αγεριού. Ακαταμέτρητο πλήθος από καράβια λογιών –λογιών, από βάρκες, από μαούνες, από καΐκια, από μπιαντάδες, αρμενίζανε παντού, άλλα με πανιά κι άλλα με κουπιά. Τα λιμάνια ήτανε γεμάτα από καράβια αραγμένα τους μόλους ή φουνταρισμένα ανοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα και ακατάλυτα, ζώνανε της αξετίμητη πολιτεία, απο στεριά και από θάλασσα, με χίλιες καστρόπορτες, μ' αμέτρητες τάμπιες και πύργους, όλα αρματωμενα καλά με στρατό, με βάρδιες που ξαγρυπνούσανε.

Το Σαββατόβραδο, κατά το δειλινό, η ατμόσφαιρα γέμιζε από τη γλυκειά βουή που κάνανε χιλιάδες καμπάνες και που ανέβαινε σαν ψαλμωδία απάνω από την αγιασμένη πολιτεία, από τη Νέα Σιών, «ήχος καθαρός εορταζόντων». Πανηγυρική μεγαλοπρέπεια! Μοναχά το Βυζάντιο κατέβασε στη γη την ουράνια αρμονία.

Για τους Βυζαντινούς, η πατρίδα τους ήτανε η Κιβωτός της αληθινής θρησκείας, και είχανε πόθο να τραβήξουνε μέσα σ' αυτή όλα τα έθνη της γης, και να τα σώσουνε φωτισμένα από το ανέσπερο φώς του Ευαγγελίου. Γι' αυτό, ένας αυτοκράτορας μιλώντας στους στρατηγούς του που πηγαίνανε να πολεμήσουνε καταπάνω σε βάρβαρους λαούς, τους παράγγελνε να φέρονται με ευσπλαχνία στους νικημένους και να μην τους βιάζουνε να πληρώσουνε φόρους. «εμείς, έλεγε, δεν θέλουμε να σκλαβώσουμε τους άλλους, αλλά η δόξα μας κι η τιμή μας είναι να γίνουνε ευτυχισμένοι κι ελεύθεροι μαζί μας». όσοι αλλόθρησκοι πηγαίνανε στην Πόλη από ξένες χώρες απορούσανε πως γινότανε οι χριστιανοί, που είχανε τέτοια πολούσια και μεγαλόπρεπη πολιτεία, να λατρεύουνε για Θεό τους έναν ταπεινόν, τυραννισμένον, καρφωμένον απάνω σ' ένα ξύλο, ενώ περιμέναμε να δούνε να προσκυνάνε κάποιο είδωλο χρυσοντυμένο, με περήφανη όψη, με κορμί γίγαντα.

Στο Βυζάντιο η θρησκεία βασίλευε απάνω σε όλα. Με όλη τη ζωηρή δρατηριότητα που είχανε οι Βυζαντινοί στα εγκόσμια, η σκέψη τους και η καρδιά τους ήτανε πάντα γυρισμένη στην άλλη ζωή, στην αιώνια ζωή. Στο νου τους είχανε μέρα- νύχτα τα λόγια του Παύλου: «Ου γαρ έχωμεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσα επιζητούμεν». Τούτη η αφοσίωση στη μέλλουσα ζωή, στην βασιλεία των ουρανών, έκανε ώστε και το σύστημα της επίγειας ζωής τους να πάρει κάποιον χαρακτήρα αιωνιότητας, σαν μια ατελής προεικόνιση «εκείνου του αιωνίου, του θαυμαστού». Όχι μονάχα τα θρησκευτικά αισθήματα, μα και τα κοσμικά, είχανε χαρακτήρα λειτουργικόν. Για όποιον είναι σε θέση να νοιώσει καλά τι είναι αυτό το «λειτουργικό», ποτές άλλη φορά η ομαδική ζωή των ανθρώπων δεν έφτασε σ ένα τέτοιο πνευματικό ύψος. Όσοι θελήσανε και θέλουνε να κρίνουνε το Βυζάντιο με τον συνηθισμένον χονδροειδή αντιπνευματικόν τρόπο και με τις γνωστές ανόητες ευφυολογίες, και να ονομάζουνε «βυζαντινισμό» κάθε αφηρημένη συζήτηση και ουτοπία, αυτοί φανερώνουνε μ' αυτό πόσο ανίδεοι είναι από αληθινή πνευματικότητα, με όλους τους ψεύτικους τίτλους της σοφίας και της επιστήμης που είναι στολισμένοι.

Το Βυζάντιο είναι πολύ λεπτό πράγμα για να μπορέσουνε να το πιάσουνε τα χοντροκανωμένα εργαλεία τους. Το Βυζάντιο είναι η αληθινή χριστιανική θρησκεία, ανάμεσα στα ψεύτικα και ελεεινά παραμορφωμένα ομοιώματά της, που τα φτιάξανε λαοί βάρβαροι και υλιστές, ανίκανοι να την καταλάβουνε και να την αισθανθούνε. Για τούτο, το Βυζάντιο κρίνεται απο τους λεγόμενους σοφούς του κόσμου όπως κρίνεται το Ευαγγέλιο, δηλ. σαν μωρία, μπροστά στη δική τους γνώση, κι η γνώμη τους ίσια-ίσια, πως το Βυζάντιο είναι «μωρία», πιστοποιεί πως αληθινά στάθηκε η Νέα Σιών, η έμψυχος κιβωτός, που μέσα σ' αυτή φυλάχθηκε η επαγγελία του Θεού προς τους ανθρώπους πως θα γίνουνε τέκνα του, και «η μακάρια ελπίς της αιωνίου ζωής». Όσο νοιώσανε οι υλικοί άνθρωποι τί λέγει ο Παύλος για το Ευαγγέλιο και για τη σοφία του Θεού, άλλο τόσο νοιώσανε κι οι ιστορικοί κι οι επιστήμονες της κοσμικής γνώσης, «οι συζητηταί του αιώνος τούτου» όπως λέγει ο Παύλος, τί είναι το Βυζάντιο.

Να, τι λέγει ο Παύλος για την ψεύτικη σοφία τους και για την αληθινή του Θεού: «Ουχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν, αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν». «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενωμένα εξελέξατο ο Θεός και τα μη όντα (τις ουτοπίες και τις θρησκοληψίες), ίνα τα όντα (τις θετικές επιστήμες, τον ορθολογισμό, και την εμπειρική γνώση) καταργήση». «Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων. Αλλά λαλούμεν σοφίαν του Θεού εν μυστηρίω, την αποκεκρυμμένην, ην προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών, ην ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου έγνωκεν». (Νομίζει κανεις πως αυτά τα λόγια τα λέγει το Βυζάντιο). «Μηδείς εαυτόν εξαπατάτω. Ει τις δοκεί σοφός είναι, μωρός γενέσθω, ίνα γένηται σοφός. Η γαρ σοφία του κόσμου τούτου, μωρία παρά το Θεό έστιν». «Ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς δε φρόνιμοι εν Χριστώ. Ημείς ασθενείς, υμείς δε υσχυροί. Υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι».

Απάνω στο Βυζάντιο ήτανε γραμμένος ο λόγος του Παύλου: «ο καυχώμενος, εν Κυρίω καυχάσθω». Όλες οι καρδιές, από τον βασιλιά ως τον πιο φτωχό καντηλανάφτη, ή βαρκάρη , ή στρατιώτη ή ξωχάρη, αυτά τα λόγια είχανε μέσα. Η προσευχή ήτανε η ζωή τους. Κι η τυπική ακόμα ευσέβεια σε κάποιους αυτοκράτορες ή άρχοντες, δείχνει πως υποταζόντανε στον πνευματικό νόμο της θρησκείας κι εκείνοι που δεν ήτανε σε θέση να τον νοιώσουνε και να ευφρανθούνε από τη γλυκύτητα «του ζώντος ύδατος του αλλόμενου εις ζωήν αιώνιον». Ακόμα κι εκείνοι που δε μπορούσανε να νικήσουνε τη φυσική κακία τους, ήτανε ευλαβείς, ένα πράγμα παράδοξο.

Ο Νικηφόρος Φωκάς έκανε κάθε μέρα την προσευχή του, και στον πόλεμο φορούσε από μέσα, κάτω από τον θώρακα του ένα παλιοράσο του θείου του ασκητή Γεωργίου του εν Μαλεώ που είχε αγιάσει, για να τον φυλάγει. Ο Αλέξιος Κομνηνός όποτε ήτανε να πάγει σε καμμιά εκστρατεία, έβαζε τα πολεμικά σχέδια του κάτω από την αγία Τράπεζα, κι όλη τη νύχτα προσευχότανε γονατιστός απάνω στα σκαλοπάτια του ιερού, και το πρωΐ έπαιρνε το σχέδιο που έβγαινε κάτω από το σκέπασμα της αγίας Τράπεζας, γιατί πίστευε πως του το έδινε ο αρχάγγελος Μιχαήλ. Ο Ιωάννης Τσιμισκής γονάτιζε σαν παιδί μπροστά στην αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας με δάκρυα να του δώσει ο Θεός έναν άγγελο φύλακα που να τον φωτίζει κατά τον πόλεμο.

Όσο σφίγγεται το Βυζάντιο από τους βαρβάρους, κι όσο η ψυχή υποφέρνει και πονά, τόσο γυρίζει τα μάτια του κατά τον ουρανό. Ο βασιλιάς Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρις σύνθεσε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα στην Παναγία, που είναι γεμάτος από συντριβή, ταπείνωση και πίστη. Ο Λέων ο Σοφός εποίησε τα εξαίσια Εωθινά που τα ψέλνουν στον Όρθρο κάθε Κυριακή κι ο γυιός του Κωνσταντίνος φιλοτέχνησε τα Εξαποστειλάρια. Κι άλλοι πολλοί βασιλιάδες ψέλνανε ή υμνογραφούσανε. Αλλά κι οι ομιλίες που κάνανε στους στρατιώτες και στον λαό, είχανε κι εκείνες ύφος θρησκευτικό κι ήτανε γεμάτες ευλάβεια και πίστη. Ο πικραμένος λόγος που έβγαλε ο τελευταίος βασιλιάς, Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, ήτανε σαν νεκρώσιμο τροπάρι. Το Βυζάντιο είναι ο προεικόνιση απάνω στη γη της βασιλείας των ουρανών, όσο ήτανε δυνατό να πραγματοποιηθεί από την ανθρώπινη ατέλεια μέσα στον κόσμο της φθοράς.

Σαν μπήκανε οι Σταυροφόροι σ' αυτή την πολιτεία του Χριστού, δεν καταλάβανε τίποτα από τον μυστικό πλούτο που έκλεινε μέσα της, μ' όλο που λεγότανε Χριστιανοί. Αυτοί θαμπωθήκανε από «το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος», από τα κτίρια, από τα πλούτη της, από τα υλικά πράγματα που κρύβανε από κάτω τους τα πνευματικά μυστήρια, όπως η στολή του αρχιερέως συμβολίζει, με το χρυσάφι και τις πολύτιμες πέτρες, την πνευματική μεγαλοπρέπεια της λατρείας. Εκείνοι οι βάναυσοι τυχοδιώκτες κοιτάζανε με λαιμαργία τα ακριβά στολίσματα της Πόλης, και θέλανε να τ' αρπάξουνε για να τα φάνε.

Που να καταλάβουνε πως εκείνη η μεγάλη εκκλησία ήτανε εκκλησία της Σοφίας του Θεού. Κανωμένη κατά τον ναό του Σολομώντος, που τον στόλισε με ό, τι ακριβό και θαυμαστό είχε ο άνθρωπος για να τιμήσει τον Θεό. Που να καταλάβουν εκείνη την αρχιτεκτονική, εκείνη την αγιογραφία, τα σκεύη, την ψαλμωδία, την υμνωδία, που όλα ήτανε ήχοι που βγαίνανε από σάλπιγγες πνευματικές. Αυτοί αρπάξανε τα μαλάματα, τα δισκοπότηρα, τα άμφια, τα καπάκια από τα Ευαγγέλια, ακόμα και τα χρυσά ψηφιά από τους τοίχους. Τα βιβλία που είχε μυριάδες ή τα κοιτάζανε με απορία, σε τι θα μορούσανε να χρειασθούνε, και τα πετούσανε. Το ίδιο και τα εξαίσια εικονίσματα, έργα αξετίμητα, τα καίγανε από φανατισμό ή λιανίζανε κρέας απάνω τους. Τέτοιος είχε καταντήσει ο Χριστιανισμός σ' αυτούς τους υλόφρονες βαρβάρους, που καταβρωμίζανε την πηγή απ' όπου τον πήρανε.

Ύστερα από αιώνες οι απόγονοι τους ημερέψανε, χτίσανε μεγάλες πολιτείες, ανοίξανε πανεπιστήμια, κάνανε βιβλιοθήκες, μουσεία, ακαδημίες. Μα με όλα αυτά δεν είναι σε θέση να νιώσουνε πάλι τι είναι το Βυζάντιο, όχι στην εξωτερική του όψη, αλλά στη βαθειά ουσία του, την πνευματική. Γι αυτούς είναι κεκλεισμένη η Πύλη η κατά Ανατολάς. Γιατί εργάζονται «δια την βρώσιν την απολλυμένην», επειδή , κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, «ο ων εκ της γης, εκ της γης εστί και εκ της γης λαλεί». Ερευνούν εξωτερικά με «τον νούν της σαρκός αυτών», χωρίς να μπορούνε να πάνε πιο βαθειά απ' ό, τι νοιώθουνε οι σαρκικές αισθήσεις. Δεν έχουνε «πνευματικόν οφθαλμόν, ούτε πνευματικόν ους» και «ψηλαφούσι τοίχον εν τω σκότει». Ούτε καν υποπτεύονται, μέσα στην αλαζονεία τους, πως υπάρχει τίποτα «το τιμιώτατον», κάτω από την ταφόπετρα που την ψάχνουνε και που τη μελετούνε με το εγκόσμιο σύστημά τους. Δεν έχουνε αυτί για να ακούσουνε «τους αλαλήτους στεναγμούς του Πνεύματος», που βγαίνουνε από τα νεκρά και ξερά κόκκαλα που σκαλίζουνε σαν τυμβωρύχοι.

Ένας άγιος γράφει: «Αισχρόν έστι τους φιλοσάρκους περί των πνευματικών πραγμάτων ερευνήσαι, ωσπερ και πόρνην περί σωφροσύνης λαλήσαι. Οι άχοντες την πεποίθησιν αυτών εν τοις σαρκικοίς, οι τοιούτοι ως εν νυκτομαχία διάγουσι, και σκότος ψηλαφούσιν, έξωθεν όντες της χώρας της ζωής και του φωτός. Εκείνη γαρ η χώρα τοις αγαθοίς και ταπεινόφροσι, και τοις καθαρίσασι τας εαυτών καρδίας κεκλήρωται».

Το Βυζάντιο είναι όπως «η Ιερούσαλήμ και η βασιλεία του Θεού, η εντός ημών κεκρυμμένη. Αυτή η χώρα νεφέλη εστί της δόξης του Θεού, εις ην μόνον οι καθαροί τη καρδία εισελεύσονται του θεάσασθαι το πρόσωπον του Δεσπότου και καταυγασθήναι τους νόας αυτών διά της ακτίνος και λαμπηδόνος του φωτός Αυτού».

Φώτης Κόντογλου



Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

The Fall of Constantinople and Steven Runciman's book

May 29, 1453. We mourn. We contemplate the mistakes, the difficulties, the dangers. We feel Sadness for the loss of Constantinople, the beloved city. We reminiscent the days of former glory. Without intolerance. But with wounded pride, with nostalgia, conscious that the past can never return. That is why we have no hostile feelings towards those who are masters of the City until today, but we remember.
For those who therefore insist to remember and for those who want to learn about the details of the fall of the "Queen City", which was called by Constantine Paleologos as "the Splendid City and Hope of the (Greek) Nation," they have only to consider the book entitled "The Fall of Constantinople" (Cambridge University Press) written by the most valid and responsible scholar of Byzantium, the late British historian and vigorous philhellene, Sir Steven Runciman, who said: "The Greeks have a legacy for which they can feel proud of, a heritage that should not get lost in the changing physical conditions. In the darker ages of Greek history the (Greek Orthodox) Church was the one which, despite many difficulties, disappointments and even many humiliations, it did not only offer spiritual comfort but also preserved and maintained the traditions of Hellenism.
Before addressing the proposed book, the writer who is anything but random deserves a look. The late Sir Steven Runciman was the top byzantinologist of the past century. He loved the most misunderstood part of Greek history, even more than himself, and managed to drag from oblivion what admirable Byzantium had to show and highlighting it in Europe and worldwide. The multifaceted project is a documented record and interpretation of Byzantine history. If his writings leave something behind, it is the fact that he saw the Byzantines as a solid historical unit, and which unit he impartially examined, giving future generations of historians the way, to more thoughtfully to study it.
Greece owns greatly to Runciman, since he is the person who managed to largely remove the image of the Byzantine Empire from the stigma of the so-called period of decline, corruption and intrigue. He is the person who correlated the expression of medieval Hellenism to modern Greece. Due to Runciman, the English-speaking and the international scientific community at large has discovered the Byzantine Empire and aroused it from the condemnation of two centuries ago that Edward Gibbon created by calling its one thousand years of history as a "triumph of barbarism and religion".
The late Steven Runciman in the mentioned book describes with melancholy and anguish the last moments of the thousand year old empire doomed to be lost, but which is very proud to surrender. Also, in this classic description, he presents the painful shock that the conquest of Constantinople in May 1453 caused to Western Christendom. Explaining the causes of the fall of Constantinople, the author says that the pleas of the City were neglected and the assistance sent (by the West) during this crisis was negligible.
Runciman does not concentrate only on the fall of the City, but goes two centuries back, and throws weight on what happened during the Fourth Crusade in 1204, which overthrew the Eastern Roman Empire. The British historian argues that the conquest of Constantinople by the Venetians and the Franks in 1204 and the installation of a Frankish Emperor in Constantinople was the highlight of the collapse of the Byzantine World. 1204 "was the first time that Constantinople had fallen into the hands of enemies since its foundation in 330 AD. And Runciman observes: "The shock of 1204 was therefore higher than in 1453, when the city fell for the second time. This time the disaster was not a precedent and did not come as a surprise. In 1453 Constantinople was already surrounded and besieged for a century, during which time the loop tightening around the city was more and more stronger." In this great work, Runciman also denies all critics of the (Greek Orthodox) Church and monasticism emphasizing that at the sea walls of the Queen City, one of the towers was defended by Greek monks.
History is above all narrative. And not only does it aim to revive the historical time, but also interacts with tradition and with conscience - conscience of nation, language, religion and social organization. Runciman, as a seductive storyteller, but also as sound scientist, achieves the above goal with this excellent history, full of suspense and passion. He tells the story, and, as always, he tells it very elegantly.
N.P.
From the magazine "on the way" of the Holy Bishopric of Limassol, Cyprus.
Translated from Greek by NOCTOC

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και το βιβλίο του ιστορικού Στήβεν Ράνσιμαν

29 Μαΐου 1453. Θρηνούμε. Αναλογιζόμαστε τα λάθη, τις δυσκολίες, τους κινδύνους. Μελαγχολούμε για το χαμό της Κωνσταντινούπολης, της αγαπημένης Πόλης. Αναπολούμε τις μέρες της παλαιάς δόξας. Χωρίς μισαλλοδοξίες. Αλλά με πληγωμένη περηφάνια, με νοσταλγική διάθεση, με συνείδηση πως το παρελθόν δεν επιστρέφει. Γι' αυτό και δεν τρέφουμε εχθρικά αισθήματα προς αυτούς που έγιναν οι κύριοι της Πόλης μέχρι και σήμερα, αλλά θυμόμαστε.
Για όσους λοιπόν επιμένουν να θυμούνται αλλά και για όσους επιθυμούν να γνωρίσουν με λεπτομέρεια τα της αλώσεως της «Βασιλιάδος των Πόλεων», που ονομάσθηκε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο «το Χάρμα και η Ελπίς του Γένους», δεν έχουν παρά να μελετήσουν το βιβλίο με τίτλο «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης» (εκδόσεις παπαδήμα) του πλέον έγκυρου και υπεύθυνου μελετητή του Βυζαντίου, του αείμνηστου Βρετανού ιστορικού και θαλερού φιλέλληνα, σερ Στήβεν Ράνσιμαν, ο οποίος είπε: «οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά για την οποία μπορούν να αισθάνονται περήφανοι, μια κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις εναλλασσόμενες υλικές καταστάσεις. Στους σκοτεινότερους αιώνες της ελληνικής ιστορίας η Εκκλησία ήταν εκείνη η οποία, παρόλες τις πολλές δυσκολίες, τις πολλές απογοητεύσεις και αυτές ακόμη τις ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού».
Προτού αναφερθούμε στο προτεινόμενο βιβλίο, αξίζει να εστιάσουμε στο συγγραφέα του ο οποίος κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι. Ο αείμνηστος σερ Στήβεν Ράνσιμαν υπήρξε ο κορυφαίος βυζαντινολόγος του αιώνα που έφυγε. Αγάπησε το πιο παρεξηγημένο κομμάτι της ιστορίας της Ελλάδας πιο πάνω από τον εαυτό του, κατάφερε κι έσυρε από τη λήθη ό,τι θαυμαστό είχε να επιδείξει το Βυζάντιο αναδεικνύοντας το στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Το πολυσχιδές έργο του αποτελεί μια τεκμηριωμένη καταγραφή αλλά και ερμηνεία της βυζαντινής ιστορίας. Αν κάτι αφήνουν τα γραπτά του, είναι το γεγονός, ότι είδε το Βυζάντιο ως μια συμπαγή ιστορική ενότητα, την οποία αμερόληπτα μελέτησε, δίνοντας στις επόμενες γενιές των ιστορικών τον τρόπο, ακόμη πιο στοχαστικά να το μελετήσουν.
Η Ελλάδα οφείλει τα μέγιστα στον Ράνσιμαν, αφού είναι ο άνθρωπος που κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να απαλλάξει την εικόνα του Βυζαντίου από στο στίγμα της δήθεν περιόδου παρακμής, διαφθοράς και δολοπλοκίας. Είναι ο άνθρωπος που συσχέτισε τη μεσαιωνική έκφανση του ελληνισμού με τη σύγχρονη Ελλάδα. Στπ πρόσωπό του Ράνσιμαν, το αγγλόφωνο και κατ΄επέκταση το διεθνές επιστημονικό κοινό, ανακάλυψε το Βυζάντιο και αφυπνίστηκε από την κατάκριση που δύο αιώνες πριν ο Έντουαρτ Γκίμπον έκανε γι΄αυτό, χαρακτηρίζοντας τη χιλιόχρονη ιστορία του ως «θρίαμβο της βαρβαρότητας και της θρησκείας».
Ο αείμνηστος Στήβεν Ράνσιμαν στο εν λόγω βιβλίο διηγείται με μελαγχολία αλλά και σπαραγμό τις τελευταίες στιγμές μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, καταδικασμένης να χαθεί, αλλά πολύ περήφανης για να παραδοθεί. Επίσης, σε αυτή την κλασική περιγραφή παρουσιάζει τον οδυνηρό κλονισμό που προκάλεσε στη Δυτική χριστιανοσύνη η άλωση της Κωνσταντινούπολης το Μάιο του 1453. Εξηγώντας τα αίτια της πτώσεως της Κωνσταντινούπολης ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι εκκλήσεις της Πόλης είχαν αγνοηθεί και η βοήθεια που είχε σταλεί στη διάρκεια αυτής της κρίσης ήταν αμελητέα.
Ο Ράνσιμαν όμως δεν μένει μόνο σε αυτά, αλλά πηγαίνει δύο αιώνες πιο πίσω και ρίχνει το βάρος στα όσα έγιναν κατά την Δ' Σταυροφορία το 1204, η οποία κατέλυσε την ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Άγγλος ιστορικός υποστηρίζει ότι η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βενετούς και τους Φράγκους το 1204 και η εγκατάσταση στη Βασιλεύουσα ενός Φράγκου αυτοκράτορα ήταν το κορυφαίο γεγονός της κατάρρευσης του βυζαντινού κόσμου. Το 1204 «ήταν η πρώτη φορά που η Κωνσταντινούπολη έπεφτε στα χέρια εχθρών από την εποχή των εγκαινίων της το 330 μ.Χ.». Και παρατηρεί ο Ράνσιμαν: «Ο συγκλονισμός του 1204 ήταν επομένως μεγαλύτερος από εκείνον του 1453, όταν η Πόλη έπεσε για δεύτερη φορά. Τη φορά αυτή η καταστροφή είχε ένα προηγούμενο και δεν ήλθε ως έκπληξη. Το 1453 η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν ήδη περικυκλωμένη και πολιορκημένη επί ένα αιώνα, στη διάρκεια του οποίου ο βρόγχος σφιγγόταν όλο και πιο δυνατά». Στο σπουδαίο αυτό έργο επίσης, ο Ράνσιμαν διαψεύδει όλους τους επικριτές της Εκκλησίας και του μοναχισμού τονίζοντας ότι στα θαλάσσια τείχη της Βασιλεύουσας έναν από τους πύργους τον υπερασπίζαν Έλληνες μοναχοί.
Η ιστορία είναι πάνω απ΄όλα αφήγηση. Και όχι μόνον στοχεύει στην αναβίωση του ιστορικού χρόνου, διαλεγόμενη με την παράδοση και τη συνείδηση - συνείδηση έθνους, γλώσσας, θρησκείας και κοινωνικής οργάνωσης. Ο Ράνσιμαν, ως σαγηνευτικός αφηγητής αλλά ταυτόχρονα και έγκυρος επιστήμονας, επιτυγχάνει τον πιο πάνω στόχο με αυτή την εξαιρετική ιστορία, τη γεμάτη σασπένς και πάθος. Διηγείται την ιστορία και, όπως πάντα, τη διηγείται με μεγάλη κομψότητα.

Ν.Π.

Από το περιοδικό «καθ΄οδόν» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος.

Ο Πατέρας μου: ένα ποιήμα του ποιητή Γουάντι Σααντέ από Λίβανο - My Father: a poem by poet Wadih Sa'adeh from Lebanon

Πριν το πρόσωπό του γίνει σαν δάσος,
είχε φροντίσει για χιλιάδες δέντρα.
Φαινόνταν σαν τα μονοπάτια
που ατένιζε όταν ήταν σκαρφαλωμένος στην σκάλα του.
Έμοιαζε σαν τις πέτρες του σπιτιού του
που φάνταζαν σαν να γέρνουν.
Ήταν ήπιος και πράος, όπως το χορτάρι.
Ήταν σαν τα μεταναστευτικά γεράκια.

Δεν είπε τίποτα πριν το πρόσωπό του
γίνει σαν δάσος.
Μερικά δέντρα άσπρισαν
σαν το χιόνι που λιώνει στο βουνό.
Μερικά δέντρα ξάπλωσαν τις ρίζες τους
και θάμνοι φύτρωσαν από το χώμα του.

Γουάντι Σααντέ - Μετάφραση
NOCTOC

Before his face became like a forest,
he had cared for thousands of trees.
He seemed like the paths
he would gaze upon when perched on his ladder.
He seemed like the rocks of his house
which appeared to be leaning.
He was gentle and meek like the grass.
He was like the migrating hawks.

He said nothing before his face
became like a forest.
Some trees turned white
like snow thawing on the mountain.
Some trees spread their roots
and bushes emerged from his soil.

Wadih Sa'adeh


Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Η Μητέρα μου: του Λιβάνιου ποιητή Γουάντι Σααντέ - My Mother: by Lebanese poet Wadih Sa'adeh

Ράντισε τις τελευταίες σταγόνες νερού από το
κουβά της στο βασιλικό.
Κοιμήθηκε κοντά του.
Το φεγγάρι έπεσε και ο ήλιος ανέτειλε.
Ακόμα κοιμόταν.
Αυτοί που συνήθιζαν να ακούουν τη φωνή της κάθε πρωί
και να πίνουν το καφέ τους μαζί της,
δεν την άκουσαν.
Φώναξαν το όνομά της από τα μπαλκόνια και τους κήπους τους.
Δεν άκουσαν τη φωνή της.
Όταν ήρθαν να την βρουν,
πρόσεξαν μια σταγόνα νερού
να πέφτει αργά από το χέρι της πάνω στο βασιλικό.

Γουάντι Σααντέ - Μετάφραση
NOCTOC

She poured the last drops of water from her
bucket on the basil.
She slept close by.
The moon went down and the sun rose.
She still slept.
Those who used to hear her voice every morning
and drink coffee with her,
missed hearing her voice.
They called her name from their balconies and gardens.
They missed hearing her voice.
When they came to find her,
they watched a drop of water
fall slowly from her hand on to the basil.

Wadih Sa'adeh

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Φάντια Ελ- Χατζ: μία από τις ωραιότερες φωνές του αραβικού κόσμου - Fadia El- Hage: one of the Arab world's most beautiful voices

Γεννημένη στη Βηρυτό του Λιβάνου, η Λιβάνια κοντράλτο, Φάντια Ελ- Χατζ, άρχισε τη μουσική της σταδιοδρομία στην ηλικία των 14 ως τραγουδίστρια με τους αδελφούς Ραχμπάνι και με την Φεϊρούζ. Έχει επίσης εργαστεί ως ηθοποιός στη λιβανική τηλεόραση και σε ταινίες. Το 1984 αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Λιβάνου με πτυχίο στην ψυχολογία. Στη συνέχεια, η ίδια και ο σύζυγός της, μετανάστευσαν στην Γερμανία, όπου εκεί σπούδασε φωνητική (ειδικότητα: ορατόριο) στο Κονσερβατόριο Ρίτσαρντ Στράους στο Μόναχο, αποκτώντας το πτυχίο της το 1990. Η Φάντια Ελ- Χατζ, είναι μία από τους πολύ λίγους τραγουδιστές που κατάφεραν να κατέχουν και να συνδυάσουν τις παραδόσεις της Δύσης και της Μέσης Ανατολής στην κλασική μουσική. Το ρεπερτόριό της εκτείνεται από την κλασική αραβική μουσική, μέχρι την ευρωπαϊκή μουσική από τον Μεσαίωνα έως τη σύγχρονη εποχή. Από το 1990 έχει εμφανιστεί ως σολίστ στα μουσικά σύνολα Sarband Ensemble, και Vox L'Orient imaginaire, με ειδίκευση στο μεσαιωνικό και μεσογειακό τραγούδι. Το 1994 η Φάντια Ελ- Χατζ επέστρεψε στο Λίβανο, όπου, μετά από την θριαμβευτική της συναυλία στο Φεστιβάλ του Μπαάλμπεκ κατά το 1998, θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες του αραβικού κόσμου.

Μετάφραση
NOCTOC

Born in Beirut, Lebanon, the Lebanese contralto, Fadia el-Hage, started her musical career at the age of 14 as a singer with the Rahbani brothers and with Fairouz. She also worked as an actor in Lebanese television and movies. In 1984 she graduated from the University of Lebanon with a degree in psychology. She and her husband then emigrated to Germany, where she studied voice (specialization: oratorio) at the Richard-Strauss-Konservatorium in Munich, obtaining her diploma in 1990. Fadia el-Hage is one of the very few singers mastering and combining the traditions of Western and Mid-Eastern classical music. Her repertoire extends from classical Arab music, European music from the Middle Ages to Contemporary music. Since 1990 she has performed as a soloist in Sarband Ensemble, Vox and L'Orient Imaginaire, specializing in Medieval and Mediterranean song. In 1994 Fadia el-Hage returned to Lebanon, where, since her breakthrough concert at the 1998 Festival of Baalbeck, she is considered one of the Arab world's major singers.

Πηγή Εδώ