ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Όσιος Ποιμήν ο Μέγας: Ο ποιμένας των ψυχών - Saint Poimen the Great: The pastor of souls


Ταις των δακρύων σου ροαίς, της ερήμου το άγονον εγεώργησας· και τοις εκ βάθους στεναγμοίς, εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας· και γέγονας φωστήρ τη οικουμένη, λάμπων τοις θαύμασιν, Ποιμήν Πατήρ ημών όσιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Απολυτίκιο Οσίου Ποιμήν του Μεγάλου

Ο Όσιος Ποιμήν ο Μέγας (αββάς Ποιμήν) γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το έτος 340 μ.Χ. Μαζί με τα δύο του αδέρφια, Ανούβ και Παΐσιο, πήγε σε ένα από τα μοναστήρια της Αιγύπτου, όπου και οι τρεις δέχθηκαν τη μοναχική κουρά. Τ ' αδέλφια ήταν τόσο αυστηροί ασκητές που όταν η μητέρα τους πήγε στο μοναστήρι για να δει τα παιδιά της, αυτοί δεν βγαίναν από τα κελιά τους για να την δουν. Η μητέρα τους παρέμεινε εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και έκλαιγε. Τότε ο μοναχός Ποιμήν της είπε μέσα από την κλειστή πόρτα του κελιού: «Αν αντέξεις τον προσωρινό μας χωρισμό τώρα, τότε στην επόμενη ζωή θα μας δεις, αφού ευελπιστούμε στο Θεό, τον εραστή της ανθρωπότητας». Η μητέρα τους τότε ταπεινώθηκε και επέστρεψε στο σπίτι της.

Η φήμη για τα κατορθώματα και τις αρετές του μοναχού Ποιμήν εξαπλωθεί σε όλες τις εκτάσεις της χώρας. Κάποτε ο κυβερνήτης της περιοχής θέλησε να τον δει. Ο μοναχός Ποιμήν όμως, αποφεύγε τη φήμη, αιτιολογόντας το ως εξής: «Αν αρχίσουν οι αξιωματούχοι να έρχονται σε μένα με σεβασμό, τότε, επίσης, πολλοί από τους ανθρώπους θα αρχίσουν να έρχονται σε μένα και θα διαταράσσουν ησυχία μου, και εγώ θα στερηθώ τη χάρη της ταπεινοφροσύνης, την οποία βρήκα μόνο με τη βοήθεια του Θεού». Και έτσι έστειλε την άρνηση του στον αγγελιοφόρο. Για πολλούς από τους μοναχούς, ο μοναχός Ποιμήν ήταν ένας πνευματικός οδηγός και δάσκαλος -ένας αββάς. Και σημείωναν τις απαντήσεις του για να βωηθείσουν στη διαπαιδαγώγηση και των άλλων, εκτός από τον εαυτό τους. Μια φορά ένας μοναχός τον ρώτησε: «Θα πρέπει άραγε κάποιος μοναχός να καλύπτει με το πέπλο της σιωπής την αμαρτία μιας υπέρβασης ενός άλλου μοναχού, αν τύχει να τον δει να την πράττει;». Ο γέροντας απάντησε: «Αν εμείς μεμφόμαστε τις αμαρτίες των αδελφών μας, τότε ο Θεός θα μεμφθεί και τις δικές μας αμαρτίες, και αν εσύ δεις ένα αμαρτωλό αδελφό, να μην πιστέψεις στα μάτια σου και να ξέρεις, ότι η δική σου η αμαρτία είναι σαν δοκάρι, ενώ η αμαρτία του αδελφού σου είναι σαν σκλήθρα, και τότε θ' αποφύγεις τη στεναχώρια και τον πειρασμό για να τον κρίνεις». Ένας άλλος μοναχός στράφηκε προς τον άγιο, λέγοντας: «Αμάρτησα οικτρά και θέλω να αφιερώσω τρία χρόνια στη μετάνοια. Είναι ένα τέτοιο χρονικό διάστημα επαρκές;». Ο γέροντας απάντησε: «Αυτό είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα». Ο μοναχός συνέχισε να ρωτά πόσο χρονικό διάστημα μετάνοιας υπολόγιζε ο άγιος ότι θα είναι αναγκαίο γι αυτόν - ένα χρόνο ή σαράντα μέρες; Ο γέροντας απάντησε: «Νομίζω ότι αν ένας άνθρωπος μετανοήσει από τα βάθη της καρδιάς του και ξεκινούσε από μια σταθερή πρόθεση να μην επιστρέψει πλέον προς την αμαρτία, τότε ο Θεός θα δεχόνταν ακόμη και ένα τριήμερο μετάνοιας». Στην ερώτηση, για το πώς να απαλλαγούμε από επίμονες κακές σκέψεις, ο άγιος απάντησε: «Αν ένας άνθρωπος έχει από τη μία πλευρά τη φωτιά, και από την άλλη πλευρά ένα δοχείο με νερό, στη συνέχεια, αν αρχίσει να καίγεται από τη φωτιά, παίρνει νερό από το δοχείο και την σβήνει. Όπως και αυτή, οι κακές σκέψεις προτάθηκαν από τον εχθρό της σωτηρίας μας, που σαν μια σπίθα μπορούν ν' ανάψουν αμαρτωλές επιθυμίες μέσα στον άνθρωπο. Είναι αναγκαίο να σβήσουμε αυτές τις σπίθες με το νερό, που είναι η προσευχή και η λαχτάρα της ψυχής για το Θεό».

Ο αββάς Ποιμήν ήταν αυστηρός στη νηστεία και δεν έτρωγε για το διάστημα μιας εβδομάδας ή και περισσότερο. Αλλά στους άλλους, ο ίδιος συμβούλευε να τρώνε κάθε μέρα, χωρίς όμως να παραφουσκόνουν το στομάχι τους. Για κάποιο συγκεκριμένο μοναχό, ο οποίος επέτρεπε στον εαυτό του να τρώει μόνο κάθε επτά μέρες, αλλά ήταν πάντα θυμωμένος με έναν αδελφό, ο άγιος είπε: «Έχεις μάθει γρήγορα να τρως μόνο όταν περάσουν οι έξι ημέρες, αλλά δεν μπορείς να απόσχεις από την οργή ούτε ακόμη για μία μέρα». Στην ερώτηση, ποιο είναι καλύτερο - να μιλά κανείς ή να σιωπά, ο γέροντας είπε: «Αυτός που μιλά για λογαριασμό του Θεού, κάνει καλά, και αυτός που σιωπά για λογαριασμό του Θεού - και αυτός πράττει καλά». Και επιπλέον: «Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να φαίνεται ότι είναι σιωπηλός, αλλά αν η καρδιά του δικάζει τους άλλους, τότε είναι σαν να μιλάει διαρκώς. Όμως υπάρχουν και εκείνοι, που όλη την ημέρα μιλούν με τη γλώσσα τους, αλλά μέσα τους τηρούν σιωπή, αφού δεν κρίνουν κανέναν».

Ο άγιος, δήλωσε: «Για έναν άνθρωπο, είναι αναγκαίο να τηρεί τρεις βασικούς κανόνες: να φοβάται τον Θεό, να προσεύχεται συχνά και να κάνει καλές πράξεις για τους ανθρώπους». «Η κακία η ίδια δεν εξαφανίζει ποτέ την κακία. Αν κάποιος σου κάνει κακό, κάνε του καλό, και το δικό σου καλό θα κατακτήσει το δικό του κακό». Μια φορά, όταν ο αββάς με τους υποτακτικούς του κατέληξε σε ένα μοναστήρι της αιγυπτιακής ερήμου (αφού είχε τη συνήθεια να πηγαίνει από τόπο σε τόπο, έτσι ώστε να αποφεύγει τη δόξα από τους ανθρώπους), έγινε γνωστό στον ίδιο, ότι ο γέροντας που ζούσε εκεί είχε εκνευριστεί με την άφιξή του και επίσης ότι έτρεφε ζηλοτυπία απεναντί του. Για να ξεπεράσει την κακία του ο ασκητής, ο άγιος αναχώρισε μέσα στην έρημο μαζί με τους υποτακτικούς του για να τον βρει, πέρνοντας του τρόφιμα ως δώρο. Ο γέροντας αρνήθηκε να βγει για να τους συναντήσει. Κατόπιν αυτού, ο αββάς Ποιμήν είπε: «Εμείς δεν θα φύγουμε από εδώ, μέχρι να μας αφήσετε τον δούμε και να δώσουμε τα σέβη μας στο άγιο γέροντα», - και παρέμεινε να στέκεται στην πόρτα του κελιού κάτω από τον καυτό ήλιο. Βλέποντας αυτή την επιμονή και την έλλειψη κακίας εκ μέρους του αββά Ποιμήν, ο γέροντας τον υποδέχτηκε ευγενικά και είπε: «Είναι σωστά αυτά που έχω ακούσει για σας, αλλά βλέπω μέσα σου τις καλές πράξεις εκατό φορές ακόμη περισσότερο». Με αυτό το τρόπο ήξερε ο αββάς Ποιμήν να σβήνει την κακία και να δίνει το καλό παράδειγμα στους άλλους. Είχε άλλωστε και τόση μεγάλη ταπεινότητα, που συχνά με ένα αναστεναγμό έλεγε: «Θα ριχθώ κάτω σε αυτό το μέρος, κάτω εκεί που πετάχτηκε ο Σατανάς!»


Μια φορά, ήρθε στον άγιο ένας μοναχός από μακριά για να πάρει την καθοδήγησή του. Άρχισε να μιλάει για θέματα ύψηστα, δύσκολο να κατανοηθούν. Ο άγιος στράφηκε μακριά από αυτόν και ήταν σιωπηλός. Ο μοναχός έμεινε άναυδος όταν του εξήγησαν, ότι ο άγιος δεν ήθελε να μιλάει για τέτοια αιθέρια θέματα. Τότε ο μοναχός άρχισε να τον ρωτά για τον αγώνα με τα πάθη της ψυχής. Ο άγιος στράφηκε προς τον μοναχό με χαρούμενο πρόσωπο: «Τώρα μιλάς καλά, και πρέπει να μιλήσω γιατί αυτά χρειάζονται απάντηση», - και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον καθοδηγούσε, ως προς το πώς πρέπει κανείς να αγωνιστεί με τα πάθη και να τα κατακτήσει.


Ο αββάς Ποιμήν πέθανε στην ηλικία των 110 χρόνων, περί το έτος 450. Σύντομα μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως άγιος και έλαβε τον τίτλο «ο Μέγας» - ως ένδειξη της μεγάλης ταπεινότητας, σεμνότητας, ευθύτητας,αυταπάρνησης και της υπηρεσίας του προς τον Θεό.

Η μνήμη του Οσίου Ποιμήν του Μεγάλου εορτάζεται στις 27 Αυγούστου

By a flood of tears you made the desert fertile, and your longing for God brought forth fruits in abundance. By the radiance of miracles you illumined the whole universe! Our Father Pimen, pray to Christ God to save our souls!

Apolytikion of Saint Poimen the Great

Saint Poimen the Great (Abba Poimen) was born in about the year 340 in Egypt. With his two brothers, Anubios and Paisios, he went into one of the Egyptian monasteries, and all three accepted monastic tonsure. The brothers were such strict ascetics that when their mother came to the monastery to see her children, they did not come out to her from their cells. The mother stood there for a long time and wept. Then the Monk Poimen said to her through the closed door of the cell: "If thou bearest with the temporal parting from us now, then in the future life wilt thou see us, since we do hope upon God the Lover-of-Mankind!" The mother was humbled and returned home.

Fame about the deeds and virtues of the Monk Poimen spread throughout all the land. One time the governor of the district wanted to see him. The Monk Poimen, shunning fame, reasoned thus: "If dignitaries begin coming to me with respect, then also many of the people will start coming to me and disturb my quiet, and I shalt be deprived of the grace of humility, which I have found only with the help of God." And so he relayed a refusal to the messenger. For many of the monks, the Monk Poimen was a spiritual guide and instructor. And they wrote down his answers to serve to the edification of others besides themselves. A certain monk asked: "Ought one to veil over with silence the sin of a transgressing brother, if perchance one see him?" The elder answered: "If we reproach the sins of brothers, then God will reproach our sins, and if thou seest a brother sinning, believe not thine eyes and know, that thine own sin is like a wood-beam, but the sin of thy brother is like a wood-splinter, and then thou wilt not come into distress and temptation." Another monk turned to the saint, saying: "I have grievously sinned and I want to spend three years at repentance. Is such a length of time sufficient?" The elder answered: "That is a long time." The monk continued to ask how long a period of repentance did the saint reckon necessary for him -- a year or forty days? The elder answered: "I think that if a man repenteth from the depths of his heart and posits a firm intent to return no more to the sin, then God would accept also a three-day repentance." To the question, as to how to be rid of persistent evil thoughts, the saint answered: "If a man has on one side of him fire, and on the other side a vessel with water, then if he starts burning from the fire, he takes water from the vessel and extinguishes the fire. Like to this are the evil thoughts, suggested by the enemy of our salvation, which like a spark can enkindle sinful desires within man. It is necessary to put out these sparks with the water, which is prayer and the yearning of the soul for God."


The Monk Poimen was strict at fasting and did not partake of food for the space of a week or more. But others he advised to eat every day, only but without eating one's fill. For a certain monk, permitting himself to partake of food only on the seventh day but being angry with a brother, the saint said: "Thou wouldst learn to fast over six days, yet cannot abstain from anger for even a single day." To the question, which is better -- to speak or be silent, the elder said: "Whoso doth speak on account of God, doeth well, and whoso is silent on account of God -- that one doth act well." And moreover: "It may be, that a man seems to be silent, but if his heart doth judge others, then always is he speaking. But there are also those, who all the day long speak with their tongue, but within themself they do keep silence, since they judge no one."

One time, when the monk with his students arrived at an Egyptian wilderness-monastery (since he had the habit to go about from place to place, so as to shun glory from men), it became known to him, that the elder living there was annoyed at his arrival and also was jealous of him. In order to overcome the malice of the hermit, the saint set off to him with his brethren, taking along with them food as a present. The elder refused to come out to them. Thereupon the Monk Poimen said: "We shall not depart from here, until we are granted to see and pay respect to the holy elder," -- and he remained standing in the bright heat at the door of the cell. Seeing such perseverance and lack of malice on the part of the Monk Poimen, the elder received him graciously and said: "It is right what I have heard about you, but I see in you the good deeds and an hundred times even more so." Thus did the Monk Poimen know how to extinguish malice and provide good example to others. He possessed such great humility, that often with a sigh he said: "I shalt be cast down to that place, whither was cast down Satan!"

One time there came to the saint a monk from afar, to get his guidance. He began to speak about sublime matters difficult to grasp. The saint turned away from him and was silent. To the bewildered monk they explained, that the saint did not like to speak about lofty matters. Then the monk began to ask him about the struggle with passions of the soul. The saint turned to him with a joyful face: "Here now thou well hath spoken, and I must speak for it needs answer," -- and for a long while he provided instruction, as to how one ought to struggle with the passions and conquer them. The saint said: "For a man it is necessary to observe three primary rules: to fear God, to pray often and to do good for people." "Malice in turn never wipes out malice. If someone doeth thee bad, do them good, and thine good will conquer their bad."


The Monk Poimen died at age 110, in about the year 450. Soon after his death he was acknowledged as a saint pleasing to God and received the title "the Great" -- as a sign of his great humility, modesty, uprightness, and self-denying service to God.

The memory of Saint Poimen the Great is celabrated on August 27


Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Η γέννηση μιας ιδέας: Του Αιγύπτιου λογοτέχνη Ταουφίκ αλ -Χάκιμ - The birth of an idea: By Egyptian writer Tawfiq al -Hakim

- Ποιός κτυπά μέσα στο κεφάλι μου;
- Η ιδέα.
- Και τι θες;
- Να με ελευθερώσεις.
- Μα είναι αργά, είναι νύχτα. Τώρα βρήκες την ώρα που όλους ο κόσμος κοιμάται και τα μάτια μου κλείνουνε απ΄τη νύστα;
- Ναι, γρήγορα. Αν δεν ελευθερωθώ τώρα, δεν θα μπορέσω ποτέ μου να βγω από το κεφάλι σου.
- Μα δεν βλέπεις πως δεν κρατιέμαι απ' τη νύστα; Δεν μπορείς να περιμένεις μέχρι να ξημερώσει;
- Όχι, δεν μπορώ. Πρέπει να βγω τώρα αμέσως...
- Μα γιατί διάλεξες την ώρα που με παίρνει κιόλας ο ύπνος;
- Εγώ δεν διαλέγω. Ωρίμασα στο κεφάλι σου σαν τον καρπό στη μήτρα της μάνας και τώρα πρέπει να γεννηθώ.
- Τότε, γιατί δεν ήξερα από πριν πως υπάρχεις; Πάντα πίστευα πως το κεφάλι μου είναι άδειο σαν την τρύπια τσέπη.
- Υπήρχα στο υποσυνείδητό σου απαρατήρητη, εδώ και καιρό. Τώρα έχω ωριμάσει κι ήρθε η στιγμή να παρουσιαστώ στον κόσμο.
- Πού και πώς σκοπεύεις να παρουσιαστείς;
- Στη ζωή, στο χαρτί. Σήκω γρήγορα, τεμπέλη, πάρε χαρτί και γράψε, κάνε με γνωστή σ΄όλους.
- Δεν νομίζεις πως έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου; Ας πούμε ότι παρουσιάζεσαι αυτή τη στιγμή. Και τι μ΄αυτό δηλαδή; Τι θ' αλλάξει στον κόσμο;
- Ποιός ξέρει; Μπορεί ν΄αλλάξει η ζωή, να γίνει καλύτερη, πιο όμορφη... ή να συμβεί κανένα σημαντικό γεγονός που να την αλλάξει ριζικά.
- Κι αυτό θα το καταφέρεις εσύ;
- Ναι, εγώ. Δεν είν' η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, οι πυραμίδες που φαίνονται από το δωμάτιό σου ήταν κι αυτές στην αρχή μια ιδέα μονάχα. Και ο ηλεκτρισμός, που φωτίζει το δωμάτιο σου, και το ράδιο, που σου επιτρέπει ν΄ακούς φωνές απ΄όλο τον κόσμο - όλ' αυτά στην αρχή ήταν μόνο μια ιδέα. Η ιδέα οδηγεί μπροστά τους λαούς, με την ιδέα δημιουργήθηκαν οι διάφορες θρησκείες, που ανύψωσαν τις ανθρώπινες ψυχές, καθώς και οι τέχνες. Όλος ο πολιτισμός στη γη είναι γέννημα ιδέας. Η ιδέα κάνει το ανθρώπινο γένος να διαφέρει από τα ζώα μια και γεννιέται από ανθρώπους και ποτέ από ζώα. Άντε, σήκω, διώξε την τεμπελιά. Θα πρέπει να χαίρεσαι που στο δικό σου κεφάλι γεννήθηκε μια ιδέα!
- Μα δεν είναι δυνατόν εγώ να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που μέσα του γεννιέται μια ιδέα. Μήπως εκατομμύρια ανθρώπινα κεφάλια δεν είναι γεμάτα με ιδέες;
- Ναι, αλλά μέσα στα εκατομμύρια αυτά λίγοι είναι εκείνοι που την αφήνουν να βγει έξω.
- Άρα αυτό θα πει πως αξίζεις μόνο όταν μπορείς να βγεις έξω;
- Ναι, αλλά και όσο αφορά την παραπέρα ύπαρξή μου. Είναι κάτι που σπάνια συμβαίνει στον κόσμο. Αν έχεις έστω και λίγες αριθμητικές γνώσεις, πάρε πένα και χαρτί και θα μάθεις καταπληκτικά πράγματα. Στον κόσμο ζουν χιλιάδες εκατομμύρια άνθρωποι, και αν υπολογίσουμε πως μόνο σε ένα εκατομμύριο απ΄αυτούς κάθε εκατό χρόνια γεννιέται μια ιδέα, τότε κάθε εκατό χρόνια θα ζούσαν στον κόσμο ένα εκατομμύριο ιδέες. Αυτό όμως δεν έχει γίνει ποτέ . Ο αιώνας, που σε αυτόν γεννιούνται έστω και δέκα ιδέες που παραμένουν στην ζωή και είναι χρήσιμες στους ανθρώπους, ονομάζεται αιώνας της προόδου ή χρυσός αιώνας της ανθρωπότητας.
- Αυτό σημαίνει πως κι αν ακόμα βρεις από το κεφάλι μου αυτό δεν θα είναι αρκετό;
- Όχι, δεν είναι αρκετό. Καθημερινά τα κεφάλια φιλοσόφων, ποιητών, καλλιτεχνών και επιστημόνων γεννούν ένα μεγάλο αριθμό ιδεών, ιδιαίτερα τώρα που τόσοι και τόσοι αφιερώνονται σ΄αυτές. Οι άνθρωποι αυτοί γεμίζουν με τις ιδέες τους βιβλία και εφημερίδες, υποστηρίζοντας ότι προφητεύουν αλήθειες παντοτινές, όμως η χρησιμότητά τους δεν έχει περισσότερη αξία από μια σταγόνα λάδι στο κέικ που τρως κάθε πρωί.
- Κι εγώ που νόμιζα πως το σημαντικότερο είναι η γέννησή σου!
- Σημαντικό είναι να γεννηθώ και να μπορώ να διατηρηθώ όσο γίνεται πιο πολύ.
- Αυτό θα πει πως είναι πιο σημαντική η διατήρησή σου στη ζωή παρά η εμφάνισή σου στον κόσμο.
- Ναι, έχεις δίκαιο. Το να ζήσω ένα μόνο χρόνο, σαν μόδα ή κάποια ανακάλυψη της στιγμής, σημαίνει για μένα να μη ζήσω καθόλου.
- Και πόσα χρόνια λογαριάζεις να υπάρχεις όταν θα έχεις παρουσιαστεί στον κόσμο;
- Πάντως πιο πολλά από σένα, τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο. Τα κόκκαλά σου θα έχουν σαπίσει μέσα στη γη κι εγώ θα είμαι ακόμα σε πλήρη ακμή και λάμψη.
- Τότε ανάθεμα σε σένα και στις επιδιώξεις σου!
- Πώς! Δεν χαίρεσαι που θα ζήσω και μετά το θάνατό σου;
- Όχι, βέβαια! Θα χαιρόμουν αν μπορούσα να ζήσω περισσότερο από σένα έστω και μια ώρα.
- Μα γιατί να ζεις αφού οι ιδέες σου θα έχουν πεθάνει; Ποιά χαρά νοιώθει ο πατέρας στη ζωή, που χάνει όλα του τα παιδιά και περνά τις μέρες του μες στη μοναξιά;
- Ναι, αυτό είναι αλήθεια, μια σκληρή αλήθεια. Όμως ας το σκέφτεται αυτό όποιος έχει φέρει στον κόσμο παιδιά. Κι εγώ, προς το παρόν, είμαι σε θέση να εμποδίσω τη γέννησή σου. Και δεν βλέπω, γιατί να μην το κάνω αυτό, μια και η εμφάνισή σου θα μου φέρει τόσα μπερδέματα.
- Όμως με τη γέννησή μου θα έχεις προνόμια.
- Τι προνόμια;
- Θα παρουσιαστώ σε ώριμη, τελειοποιημένη μορφή. Θα γίνω μέσο για να κατακτήσεις ό,τι καλύτερο, θα γίνω συνέχεια της ύπαρξής σου. Θα δώσω στον κόσμο όφελος και μπορεί να καταπλήξω τους πάντες έτσι, ώστε η ματαιοδοξία σου να ικανοποιηθεί.
- Ναι, μόνο η ματαιοδοξία μπορεί να σου επιτρέψει να παρουσιαστείς στο φως του Θεού.
- Να, λοιπόν, που θέλω κι εγώ να εκμεταλλευτώ την αδυναμία σου αυτή. Ελευθέρωσε με!
- Όμως, δεν μου είπες ακόμα ποιό θα είναι το δικό σου όφελος από τη γέννησή σου.
- Ω, πόσο ανόητη είναι η ερώτησή σου! Ρώτησε την κάμπια ποιό νόημα έχει η ύπαρξη της. Είναι φανερό ότι η δίψα της ζωής βρίσκεται στην ίδια μας τη φύση.
- Ώστε τώρα είσαι μέσα στο κεφάλι μου;
- Μα και βέβαια! Και σε παρακαλώ, σε εκλιπαρώ, απαιτώ να μ΄αφήσεις να βγω έξω για να ζήσω.
- Περίμενε τότε λιγάκι, να ψάξω για χαρτί και μολύβι.
- Μόνο μην καθυστερείς, σε παρακαλώ.
- Γιατί, τι θα συμβεί;
Η αναπνοή μου αδυνατίζει. Το φως μου σιγοσβύνει... Έχω εξασθενίσει από τις αντιρρήσεις σου... Είμαι κιόλας κουρασμένη κι ακόμα δεν πρόλαβα να γεννηθώ.
- Ω, δυστυχία μου! Ξέχασα πού είναι το μολύβι μου. Κι ούτε και χαρτί δεν μπορώ να βρω, εκτός απ΄αυτό το φύλλο στο τραπέζι. Μέσα σ΄αυτό είναι τυλιγμένο το πρωινό μου. Δεν πειράζει που με ξύπνησες, όμως και το φαγητό είναι κι αυτό σημαντικό. Εξάλλου, γίνεται, νηστικό αρκούδι χορεύει; Στάσου μια στιγμή να βάλω κάτι στο στόμα μου και μετά θ΄ασχοληθώ μαζί σου. μην ανησυχείς, θα μασώ, θα ψάχνω και για το χαμένο μολύβι. Να, ψάχνω κιόλας. Α, νάτο, στο τραπέζι... Λοιπόν, τώρα μπορείς να βγεις. Ε! Ιδέα! Έλα... μίλα... βγες, λοιπόν. Περίεργο, τι έπαθες, γιατί σιωπάς και δεν μου αποκρίνεσαι; μη μ΄αφήνεις με τη μπουκιά στο λαιμό. Πού είσαι; Έφυγες; Πέθανες; Πού χάθηκες; Πού είναι η πολυλογία σου που με ξύπνησε; Ε! Ιδέα! Πες κάτι λοιπόν! Τι κρίμα, πέθανε πριν να γεννηθεί. Ναι χωρίς αμφιβολία πέθανε μέσα στο κεφάλι μου, χωρίς να προλάβει να γεννηθεί. Μα είναι δυνατόν να άργησα τόσο πολύ; Ίσως να φταίει και η ίδια για το θάνατό της. Α, στο διάβολο! Ας πάει στα τσακίδια! Τώρα θα τελειώσω με το φαγητό και πλάι στο κρεβάτι! Δεν είναι δα η πρώτη φορά που μου συμβαίνει κάτι τέτοιο...

Στ΄αλήθεια η ιδέα γεννήθηκε και πέθανε ή πέθανε προτού να γεννηθεί... έτσι όπως και εκατομμύρια ιδέες, που έρχονται και κτυπούν μέσα στα κεφάλια εκατομμυρίων ανθρώπων, εκατομμύρια φορές εκατομμύρια στιγμές.


Μετάφραση από τ΄αραβικά: Άννα Λεωνίδου - Ελ Γκίντι
Περισσότερα για τον Ταουφίκ αλ -Χάκιμ Εδώ
Η μεταφορά στο διαδύκτιο έγινε από NOCTOC

- Who is knocking inside my head?
- An idea.
- What do you want?
- To be released.
- But its very late, its late at night.
You found the time to be released now, when all the people are asleep and my eyes are closed from sleepiness?
- Yes, hurry up. If I don't get released now, I will never get out of your head.
- But can't you not see that I can't hold my eyes open from being so sleepy? Can you not wait until dawn?
- No, I can not. I must get out right now ...
- But why did you choose this time of the hour when sleep is already taking me over?
- I don't choose. I have matured in your head like the seed in a mother's womb and now I must be born.
- Then why did I not know from beforehand that you exist? I always thought that my head is as empty as a hole in a pocket.
- I existed in your sub-conscience unnoticed for a long time. Now I have matured and the time has come to appear in the world.
- Where and how do you plan to appear?
- In life, on paper. Hurry up, lazy man, get a piece of paper and write, make me famous to everybody.
- Don't you think that you have a high opinion of yourself? Let's say that you appear right at this moment. So what? What will change in the world?
- Who knows? Maybe people's life can change, make it better, more beautiful ... or maybe a significant event might occur to change it radically.
- And such a thing will be able to be achieved by you?
- Yes, me. It is not the first time this has happened. For example, the pyramids which are visible from your room, they were only just an idea at the beginning. And the electricity that lights up your room, and the radio, which allows you to hear voices from around the world - in the beginning they were all just an idea. Ideas lead the human race forward, ideas created the various religions, which have lifted up the human soul, as well as the arts. The whole civilization on earth was born from an idea. Ideas make the human race different from animals since they are born from people and never from animals. Come on, get up, chase away your laziness. You should be glad that in your head, an idea was born!
- But I can not be the only person from whom an idea is being born. Is it not a fact that millions of human heads are filled with ideas?
- Yes, but among these millions, only a few people let them come out.
- So this comes to mean that you are of value only when you get out?
- Yes, but also as regards to my further existence. It is something that rarely happens in the world. If you have even the most basic knowledge in mathematics, get a pen and a piece of paper and you will learn amazing things. Thousands of millions of people live in the world, if we calculate that an idea is being born from only one million of all these people each hundred years, then every one hundred years would have lived one million ideas. But this has never happened. The century in which even ten ideas are being born, that remain in life and are useful to humans, is called the century of progress or the golden age of humanity.
- Does this mean that even if you get out of my head it is still not enough?
- No, it is not enough. Every day the heads of philosophers, poets, artists and scientists create a large number of ideas, especially now that so very many devote themselves to them. These people fill books and newspapers with their ideas, arguing that they are prophesying ever lasting truth, but their usefulness has no more value than a drop of oil in the cake you eat every morning.
- And I thought that the most important matter was your birth!
- It is important for me to be born and to be maintained as much as possible.
- This would mean that it is more important to preserve your life than to appear in the world.
- Yes, you are right. If I were to live for only one year, like fashion or a discovery of the moment, it is better for me not to live at all.
- And how many years do you estimate to live after you have presented yourself to the world?
- Certainly many more than you, at least twice as more. Your bones will have rotted in the ground and I would still be in full rise and shine.
- So damn you and your aspirations!
- What! Aren't you not happy that I will live even after your death?
- Of course not! I would be glad if I were to live longer than you even for an hour.
- But why should you be alive since your ideas will be dead? What joy does a father, who looses all his children and spends his days amid loneliness feels in his life?
- Yes, this is really a hard truth. But let us think that not anyone in the world has children. And I, for the time being, I'm able to stop your birth. And I can't see why I should not do this, since your appearance will bring me so much confusion.
- But with my birth you will also have benefits.
- What benefits?
- I will appear in a mature, refined form. I will be the medium by which you will achieve the best, I will become the continuity of your being. I will benefit the world and I might surprise everyone, so that your vanity will be satisfied.
- Yes, only vanity can allow you to appear in the light of God.
- Well, then, I also want to take advantage of this weakness of yours.
Release me!
- But you still haven't told me yet what your own benefit will be if you are allowed to be born.
- Oh, how silly your question is? Ask the caterpillar what is the meaning of its existence. It is obvious that the thirst for life is in our nature itself.
- So now you're inside my head?
- But of course! And please, I implore, I demand that you let me go out to live.
- Wait a little then to look for a piece of paper and a pencil.
- Just don't delay it, please.
- Why, what will happen?
My breath is getting weak. It is fading away slowly- slowly ... I have become weak from your objections... I feel tired and I didn't even have the time to be born yet.
- Oh, my misery! I forgot where my pencil is. And neither can I find a piece of paper, except this paper on the table. My breakfast is wrapped inside it. Never mind that you have waken me up, but food is also important. Moreover, a hungry bear cannot dance. Wait for a moment to put something in my mouth and then I deal with you. Don't worry, I will chew, and search for the missing pencil at the same time. Here, I am looking already. Oh here it is on the table ... Well, now you can get out. Hey! Idea! Come ... talk ... Come, then. That's strange, what's wrong, why do you keep quiet and you don't respond to me? Don't leave the bite I have taken in my throat.
Where are you? Did you leave? Did you die? Where did you disappear to? Where is your verbiage which has woken me up? Hey! Idea! Say something then! What a shame, it has died before being born. Yes, without a doubt it has died inside my head, without having time to arise. But is it possible that I have been too late? Maybe it is itself to be blamed for its death. Oh, let it go to the devil! Let it go to hell! Now I will finish with my food and next thing I will do is go to bed! It's not as if it's the first time that something like this is happening to me...

In truth, the idea was born and died or died before it was born ... just like millions of ideas that come and knock into the heads of millions of people, millions of times a million times.


Translated from Greek by NOCTOC
Translated from Arabic by Anna Leonidou -El Giddi
More about
Tawfiq al -Hakim here
Transferred on the internet by NOCTOC

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Εκστρατεία διάσωσης της αραβικής γλώσσας στον Λίβανο - Campaign to save the Arabic language in Lebanon

Όταν η Ράντα Μακχούλ, μία καθηγήτρια τέχνης σε σχολείο της Βηρυτού, κάνει στους μαθητές της μια ερώτηση στην αραβική γλώσσα, η απάντηση που συχνά θα πάρει θα είναι στα αγγλικά ή στα γαλλικά.

«Είναι απογοητευτικό να βλέπει κανείς τους νέους να θέλουν να μιλήσουν τη μητρική τους γλώσσα με καθαρή άρθρωση, αλλά να μην μπορούν να συνθέσουν μια πρόταση σωστά», δήλωσε στο σχολείο Notre Dame de Jamhour της λιβανικής πρωτεύουσας.

Η κ. Μακχούλ είναι μια από τους πολλούς Λιβάνιους εκπαιδευτικούς και γονείς που ανησυχούν ότι ένας αυξημένος αριθμός νέων δεν μπορούν πλέον να μιλήσουν αραβικά, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σ΄αυτή τη χώρα της Μέσης Ανατολής.

Χαιρετίζει μια εκστρατεία που ξεκίνησε η Φεΐλ Άμερ (Πράξτε Τώρα) η οργάνωση για τη διατήρηση της αραβικής γλώσσας στο Λίβανο, που ονομάζεται «Μιλάς από την Ανατολή, και αυτός απαντά από τη Δύση».

«Στόχος μας είναι να συνδέσουμε την αραβική γλώσσα με την μοντέρνα τέχνη και τον πολιτισμό ... να βάλουμε ένα τέλος στην αντίληψη ανάμεσα στους νέους ότι η αραβική γλώσσα είναι ξεπερασμένη και βαρετή», λέει η Σούζεν Ταλχούκ, η πρόεδρος της Φεΐλ Άμερ.

Η κ. Ταλχούκ δηλώνει ότι οι Λιβάνιοι πάντα θα αγκαλιάζουν και θα μαθαίνουν πολλές γλώσσες, αλλά ελπίζει να ενθαρρύνει την παραγωγή μυθιστορημάτων, καθώς και θεατρικών και άλλων καλλιτεχνικών έργων στην αραβική γλώσσα.

«Δεν είμαστε ενάντια σε άλλες γλώσσες, αλλά στην προώθηση της χρήσης της αραβικής για να συμβαδίσει με όλες τις αλλαγές στον κόσμο».

Πολύγλωσσος χώρα

Η αραβική είναι η επίσημη γλώσσα του Λιβάνου, αλλά χρησιμοποιούνται ευρέως και τ' αγγλικά και τα γαλλικά.
Οι περισσότεροι Λιβάνιοι μιλούν γαλλικά - μια κληρονομιά της γαλλικής αποικιοκρατίας - με τη νεότερη γενιά να κλίνει προς τα αγγλικά.

Ένας αυξανόμενος αριθμός γονέων στέλνουν τα παιδιά τους σε γαλλικά λύκεια ή σε σχολεία με βρετανικά και αμερικανικά πρόγραμμα σπουδών, ελπίζοντας ότι αυτό μία μέρα θα βοηθήσει να βρουν εργασία και να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον.

Ορισμένοι μάλιστα μιλούν στα παιδιά τους μόνο στη γαλλική ή την αγγλική γλώσσα στο σπίτι.

«Είναι λυπηρό, κανείς από τη γενιά μας δεν μιλάει σωστά αραβικά πια», λέει η Λάρα Τραντ, μία δεκαεξάχρονη μαθήτρια στο Notre Dame de Jamhour, ένα από τα πολλά σχολεία του Λιβάνου με γαλλικό πρόγραμμα σπουδών.

«Ειλικρινά λυπάμαι που οι γονείς μου δεν επικεντρώθηκαν περισσότερο στην ανάπτυξη των αραβικών μου. Είναι πολύ αργά για μένα τώρα, αλλά ίσως κάτι μπορεί να γίνει για τους νεότερους μαθητές στη χώρα».

Ακόμη και με τα αραβικά, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά μεταξύ της κλασικής, της γραπτής μορφής της γλώσσας και της καθομιλουμένης Λιβανικής διαλέκτου.

Η κλασική γλώσσα δεν χρησιμοποιείται σχεδόν ποτέ για συνομιλία - ακούγεται μόνο στις ειδήσεις, σε επίσημες ομιλίες, και σε μερικά τηλεοπτικά προγράμματα.

Ως αποτέλεσμα, πολλοί Λιβάνιοι νέοι αγωνίζονται με τη δεξιότητά τους στην ανάγνωση και τη γραφή στα βασικά αραβικά, και δεν είναι ασυνήθιστο για μαθητές των 16 ή 17 ετών να μιλούν μόνο σπαστά αραβικά.

Ευρύτητα του προβλήματος

Το πρόβλημα παρατηρείται σε πολλά μέρη του αραβικού κόσμου όπου οι ξένες σχολές είναι κάτι το κοινό - στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Ιορδανία, την Αίγυπτο και στα πιο πολλά κράτη της Βορείου Αφρικής.

Επικαλούμενος το ευρύ χάσμα μεταξύ της επίσημης γλώσσας και τις διάφορες μορφές της καθομιλουμένης στον αραβικό κόσμο, ο Αιγύπτιος φιλόσοφος Μουσταφά Σαφουάν έγραψε κάποτε ότι η κλασσική αραβική είναι θεωρητικά μια νεκρή γλώσσα, όπως ακριβώς τα λατινικά και τ' αρχαία ελληνικά.

Όμως, ο γλωσσολόγος καθηγητής Μοχάμεντ Σαΐντ δηλώνει ότι η κλασική αραβική είναι μια ενοποιητική δύναμη στον αραβικό κόσμο.

«Η κλασική αραβική είναι η γλώσσα της επικοινωνίας, της λογοτεχνίας, της επιστήμης, της φιλοσοφίας, των τεχνών - είναι κάτι που ενώνει τον αραβικό κόσμο», λέει ο καθηγητής ο οποίος είναι λέκτορας της αραβικής γλώσσας στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Λονδίνου.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Σαΐντ, οι καθομιλούμενες διαλέκτοι στον αραβικό κόσμο δεν πρέπει να θεωρούνται ως χωριστές γλωσσικές οντότητες, αλλά ως συνέχιση των αραβικών της κλασικής μορφής.

Η γλωσσική εκστρατεία στο Λίβανο ξεκίνησε από το Φεΐλ Άμερ ως μέρος των συνεχιζόμενων προσπαθειών της για την προώθηση της αραβικής γλώσσας και πολιτισμού μεταξύ της νεολαίας του Λιβάνου.

Η ομάδα διοργανώνει εργαστήρια σε σχολεία και πανεπιστήμια για την ευαισθητοποίηση των μαθητών σχετικά με τη σημασία της προστασίας της μητρικής τους γλώσσας.

Διοργανώνει επίσης ένα φεστιβάλ αραβικής γλώσσας για να προωθήσει τη δουλειά 150 καλλιτεχνών στους τομείς του χορού και του θεάτρου.

Η προσδοκία είναι ότι, με την προστασία της αραβικής γλώσσας στο Λίβανο, θα προστατευθεί με τη σειρά, η ταυτότητα και κληρονομιά της χώρας.

Αν η πρωτοβουλία αυτή θα είναι αρκετή για να αλλάξει τη νοοτροπία με την οποία η νεολαία του Λιβάνου επικοινωνεί και εκφράζεται, αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Του Εσιάμ Σιάρουις
BBC News, Βηρυτός

Μετάφραση - NOCTOC

When Randa Makhoul, an art teacher at a school in Beirut, asks her students a question in Arabic, she often gets a reply in English or French.

"It's frustrating to see young people who want to speak their mother tongue articulately, but cannot string a sentence together properly," she said at the Notre Dame de Jamhour school in the Lebanese capital.

Mrs Makhoul is just one of several Lebanese teachers and parents who are concerned that increasing numbers of young people can no longer speak Arabic well, despite being born and raised in the Middle Eastern country.

She welcomes a campaign launched by the Feil Amer (Act Now) organisation to preserve Arabic in Lebanon, called "You speak from the East, and he replies from the West".

"Our objective is to link the Arabic language to modern art and culture... to end the perception among young people that the formal language is outdated and dull," says Suzanne Talhouk, the president of Feil Amer.

Ms Talhouk says the Lebanese will always embrace several languages, but she hopes to encourage the production of novels, theatre and other artistic works in formal Arabic.

"We're not fighting other languages as much as promoting the use of Arabic to go with all the changes in the world."

Polyglot country

Arabic is the official language of Lebanon, but English and French are widely used.

Most Lebanese speak French - a legacy of France's colonial rule - and the younger generation gravitates towards English.

A growing number of parents send their children to French lycees or British and American curriculum schools, hoping this will one day help them find work and secure a better future.

Some even speak to their children in French or English in the home.

"It's sad no-one in our generation is speaking Arabic properly anymore," says Lara Traad, a 16-year-old student at Notre Dame de Jamhour, one of Lebanon's many French curriculum schools.

"I really regret that my parents did not concentrate more on developing my Arabic. It's too late now, but maybe for the younger students in the country something can be done."

Even with Arabic, there is a big difference between the classical, written form of the language and the colloquial spoken Lebanese dialect.

The classical language is almost never used in conversation - it's only heard on the news, in official speeches, and some television programmes.

As a result, many young Lebanese struggle with basic Arabic reading and writing skills, and it is not uncommon for students as old as 16 or 17 to speak only broken Arabic.

Wider problem

The problem is seen in several parts of the Arab world where foreign schools are common - the UAE, Jordan, Egypt and most North African states.

Citing the wide gap between the formal language and its various colloquial forms within the Arab world, Egyptian philosopher Mustapha Safwaan once wrote that classical Arabic was theoretically a dead language, much like Latin or ancient Greek.

But language expert Professor Mohamed Said says classical Arabic is a unifying force in the Arab world.

"Classical Arabic is the language of communication, literature, science, philosophy, the arts - it is something that unites the Arab world," says Prof Said, a senior Arabic language lecturer at London's School of Oriental and African Studies.

According to Prof Said, colloquial dialects in the Arab world should not be seen as separate linguistic entities, but a continuance of the classical Arabic form.

Lebanon's language campaign was launched by Feil Amer as part of its ongoing efforts to promote Arabic language and culture among Lebanon's youth.

The group organises workshops in schools and universities to raise awareness among pupils about the importance of protecting their mother tongue.

It is also holding an Arabic language festival to showcase the work of 150 artists in the fields of dance and drama.

The hope is that by protecting the Arabic language in Lebanon, it will in turn protect the country's identity and heritage.

Whether the initiative is enough to change how Lebanon's youth communicate and express themselves is another matter.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Λίβανος: Τα βυζαντινά μωσαϊκά του Μπεϊτεντίν - Lebanon: The Byzantine mosaics of Beiteddine

Το παλάτι του Μπεϊτεντίν (περισσότερα για το παλάτι του Μπεϊτεντίν εδώ), είναι ένα όμορφα ανακαινισμένο ανακτορικό συγκρότημα του πρώιμου 19ου αιώνα και βρίσκεται στο χωριό Μπεϊτεντίν στο Λίβανο. Στο κάτω μέρος του ανακτόρου του Μπεϊτεντίν, το οποίο χρησιμοποιείτο για τους στάβλους του, βρίσκεται η μεγαλύτερη συλλογή Βυζαντινών μωσαϊκών στον κόσμο.

Οι ελληνικές επιγραφές που αναγράφονται στα μωσαϊκά ανάγονται στο 5ο και 6ο αιώνα, και τα περισσότερα από αυτά έχουν ανασκαφεί από τα ερείπια μιας βυζαντινής εκκλησίας στην παράκτια πόλη της Τζίγγε, νότια της Βηρυτού, η οποία στην αρχαιότητα ονομαζόταν Πορφυρίων. Η εκκλησία ανακαλύφθηκε από εργάτες που έσκαβαν στην ακτή, στις αρχές του 1982. Η περιοχή ήταν τότε κάτω από τον έλεγχο του ηγέτη των Δρούζων, Ουαλίντ Τζουμπλάτ, ο οποίος διέταξε να του φέρουν τα σε άριστη κατάσταση διατηρημένα ψηφιδωτά όπου και τα κράτησε μακρυά από αρχαιοκάπηλους καθ' όλη τη διάρκεια του λιβανικού εμφυλίου πολέμου.
Η υπέροχη συλλογή περιλαμβάνει 30 περίπου μεγάλα κομμάτια ψηφιδωτά που είναι στο μέγεθος ενός δωματίου και πολλά μικρότερα. Τα σχέδια είναι γεωμετρικά και στυλιζαρισμένα, γεγονός που αντικατοπτρίζει την αυστηρή φύση του πρώιμου χριστιανισμού στην περιοχή, αλλά υπάρχουν και απεικονίσεις ζώων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών από λεοπαρδάλεις, ταύρους, γαζέλες και πτηνών, καθώς και θρησκευτικές φιγούρες.

Beiteddine Palace, (more about Beiteddine Palace here), is a beautifully restored early 19th century palace complex situated in the village of Beiteddine in Lebanon. In the lower part of the Beiteddine Palace, which used to be its stables, there is the largest Byzantine mosaic collection in the world.

The Greek inscriptions appearing on the mosaics date them to the 5th and 6th centuries, and most of them were excavated from from the ruins of a Byzantine church in the coastal city of Jiyyeh, south of Beirut, which in ancient times was called Porphyrion. The church was discovered by workmen digging on the coast in early 1982. The area was then under the control of Druze leader Walid Jumblatt, who had the well - preserved mosaics brought to him and kept them save from looters throughout the Lebanese civil war.

The magnificent collection includes some 30 room - sized mosaics and many smaller ones. The designs are often geometric and stylized, reflecting the austere nature of early Christianity in the area, but there are also depictions of animals, including leopards, bulls, gezelles and birds, as well as religious figures.

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

ένα κι ένα κάνουν ένα: σύγχρονο κυπριακό παραμύθι



Ένα κι ένα κάνουν ένα,
Μην το πείτε σε κανένα,
να σας πω δυο παραμύθια,
που ιστορούνε μιαν αλήθεια.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια πολιτεία όμορφη, κτισμένη, κουρνιασμένη στην κόγχη ενός θεόρατου βράχου, κατάντικρυ στην ανατολή του ήλιου. Τα σπιτάκια της ήταν μπλε κι είχαν τις στέγες κόκκινες. Οι κάτοικοί της αγαπούσαν τα ωραία πράγματα κι είχαν στα μπαλκόνια τους γλάστρες με πασαλογής λουλούδια. Κάθε πρωί σηκώνονταν νωρίς. Ήθελαν να χαίρονται την αυγή, το γλυκοχάραμα, τον ήλιο, που έλουζε την όμορφη πόλη τους με φως.
Πολύ αγαπούσαν το κάστρο τους κι ήταν περήφανοι, που τα σπίτια τους ήταν βαμμένα μπλε και είχαν τις στέγες κόκκινες και που τα μπαλκόνια τους ήταν φορτωμένα με λουλούδια.
Μια μέρα ένας περίεργος, αργόσχολος, ταξιδιάρης κατάφερε ν΄ανέβει απάνω στην κορφή του πανύψηλου βράχου. Και τι βλέπουν τότε τα μάτια του; Εκεί ακριβώς, που όλοι νόμιζαν πως τέλειωνε ο κόσμος, άρχιζε μια άλλη πολιτεία πλούσια, περίλαμπρη και αυτή, ομορφοκτισμένη, περίτεχνα σκαρφαλωμένη στην πίσω πλευρά του βράχου. Τα σπίτια της ήταν όλα βαμμένα κόκκινα κι είχαν τις στέγες τους πράσινες.

Κατεβαίνει σιγά- σιγά ο αργόσχολος, παρατηρεί... στα μπαλκόνια δεν είχαν καθόλου λουλούδια, είχαν κλουβιά με πουλιά, όλων των ειδών τα πουλιά: όρνιθες και πετεινούς, πάπιες, χήνες, πέρδικες, καναρίνια, σπίνους και κορυδαλλούς, ακόμα και στρούθους κι ότι άλλο φανταστείς.

Έμεινε κατάπληκτος ο ξένος, έβλεπε την ομορφιά και άκουγε τη λαλιά του καθενός πουλιού κι όλων μαζί τη συμφωνία. Ξεχάστηκε κι ήρθε το δείλι. Εβγήκαν τότε οι κάτοικοι της πόλης εκείνης να χαρούν και να χαιρετίσουν τον ήλιο που άπλωνε τις τελευταίες του ακτίνες και χρύσωνε τα κόκκινα σπίτια και τις πράσινες στέγες. Ήταν η πιο όμορφη ώρα της πόλης!

Ξεγλίστρησε τότε ο ταξιδευτής κρυφά και το σούρουπο σκαρφάλωσε στην κορφή του τεράστιου βράχου και κατέβηκε μετά στη δική του πόλη. Δεν έκλεισε μάτι τη νύχτα εκείνη. Τέτοιο πράγμα δεν περίμενε να δει ποτές του. Σαν θαύμα ήτανε, σαν όνειρο, σαν φαντασία. Όλο το βράδυ άντεξε τη σιωπή, μα μόλις εχάραξε, τό 'πε στη γυναίκα του, αυτή στη γειτονιά κι ως το μεσημέρι έφτασε στ΄αυτιά του βασιλιά, του ρήγα της πόλης.

- Να μου φέρετε αμέσως εδώ αυτή την παράξενη πόλη, ξεφώνισε.
- Πολυχρονεμένε μου ρήγα... πήγε να πει ο σύμβουλος.

- Σιωπή! Τον διέκοψε ο ρήγας. Είμαι ανένδοτος. Πώς τολμούν να βάφουν τα σπίτια τους κόκκινα και τις στέγες πράσινες; Πού ξανακούστηκε αυτό; Πού το βρήκανε γραμμένο; Και ποιος τους είπε πως έχουν το δικαίωμα να' χουν τα πουλιά στα κλουβιά; Φανταστείτε με πόσες βρώμικες κουτσουλιές στολίζουν τα μπαλκόνια τους αντί μ΄ευωδιαστά λουλούδια! Και το δείλι να κάθονται να χαζεύουν τον ήλιο την ώρα που φεύγει... Χαζό δεν ακούγεται;

- Μεγαλειότατε... πήγε να πει πάλι ο σύμβουλος.

- Αρκετά! Αυτοί οι άνθρωποι σίγουρα είναι βάρβαροι, κατέληξε ο ρήγας.
- Ακριβώς, εντιμότατέ μου άρχοντα, απόσωσε ο σύμβουλος. Αν όμως δίνατε μια ευκαιρία σ΄αυτή τη βάρβαρη πόλη να εκπολιτιστεί, τότε δύο πόλεις θα προσκυνούν την εκλαμπότητά σας. Εξάλλου δε θ΄ απαιτήσουμε πολλά και δύσκολα. Μόνο να βάψουν τα ντουβάρια τους μπλε και τις στέγες κόκκινες, να φυτέψουν μερικά λουλούδια και να πνίξουν μερικά πουλιά. Παρακολουθούσε τα λόγια αυτά ο ρήγας σα ν' άκουγε Ευαγγέλιο. Και μόλις τέλειωσε, είπε μ' ευλάβεια:
- Κανονίστε μου μια συνάντηση με το βασιλιά αυτής της πόλης. Αμέσως τα συνεργεία έπιασαν δουλειά. Με οδηγό τον αργόσχολο γυρολόγο αναρριχήθηκαν στο βράχο, έριξαν σχοινιά, έφτιαξαν σκάλες, σκαλωσιές, αναβατόρια κι ανέβησαν πάνω στη κόψη του ψηλού βράχου. Μετά έστειλαν απεσταλμένους με δώρα και σύντομα όρισαν μια συνάντηση του ρήγα της Ανατολής και του βασιλιά της Δύσης πάνω στην κορφή του βράχου. Ανέβηκε με βιάση, με περηφάνια, μ΄επισημότητα ο ρήγας της Ανατολής. Ανέβηκε με την ησυχία του, κάπως ενοχλημένος, πλην με σοβαρότητα ο βασιλιάς της Δύσης. Πρώτος ο ρήγας πήρε το λόγο κι είπε:
- Μεγάλη είναι η χαρά μας, πολυχρονεμένε μου συνάδελφε, που σας ανακαλύψαμε. Και η δική σας χαρά, υποθέτω, θα είναι μεγάλη, που ανακαλυφθήκατε από εμάς. Επιτρέψετε μας όμως να εκφράσουμε και τη λύπη μας για όλην αυτήν την κοκκινίλα που σας πλάκωσε...
- Μα... εμείς διαλέξαμε το κόκκινο, επενέβηκε ο βασιλιάς, μας ταιριάζει...
- Να το ξεδιαλέξετε και να το ξεβάψετε, τον διέκοψε ο ρήγας. Είναι σόι χρώμα το κόκκινο; Και χωρίς άνθη πώς ζείτε; Θα στείλω να σας φέρουν βολβούς από κρινάκια. Αυτό κάνουμε σε όλες τις πόλεις που ανακαλύπτουμε. Και τα σπίτια τ΄αφήνουμε στο φυσικό τους χρώμα, το μπλε. Έτσι είναι σ΄όλο τον κόσμο.
- Μα η πόλη σας δεν είναι όλος ο κόσμος, είπε ο βασιλιάς. - Δεν θέλω αντιρρήσεις, είπε ενοχλημένος ο ρήγας.
- Δεν θέλω επεμβάσεις, απάντησε εξοργισμένος κι ο βασιλιάς και κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στην πόλη της Ανατολής. «Μας πρόσβαλαν», είπε, «και πρέπει να πληρώσουν».

Το τι έγινε τότε μην ρωτάς. Σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από την αναχώρηση και την οργή των δύο ηγεμόνων. Σύννεφο μαύρο πλάκωσε τον ουρανό και των δύο πόλεων.

Σκοτείνιασε η ομορφιά των κόκκινων και των μπλε σπιτιών, των μπαλκονιών, των λουλουδιών και των πουλιών. Σκοτείνιασαν κι τα μυαλά των ανθρώπων της Ανατολής και των ανθρώπων της Δύσης. Δεν έβλεπαν τίποτε εμπρός τους παρά μόνο τον πόλεμο.

Σε λίγες μέρες, στρατιές απ΄την Ανατολή και στρατιές από τη Δύση ανέβηκαν και παρατάχθηκαν για πόλεμο απάνω στην κορυφογραμμή του πανύψηλου βράχου, με τ΄άλογα και τ΄αμάξια τους, τα κανόνια, τις σημαίες και τα φλάμπουρα τους, τα σπαθιά και τα κοντάρια τους, τα βέλη στις φαρέτρες και τα τόξα τους, τις περικεφαλαίες κι τις ασπίδες κι ότι άλλο φανταστείς πολεμικό εργαλείο. Ήταν οπλισμένοι σαν αστακοί!

Δόθηκε το σύνθημα κι άρχισε η μάχη. Μια μάχη! Τι να σας πω! Ακούσατε για τον Τρωικό πόλεμο; Τίποτα δεν είν' εκείνος κοντά σ΄αυτόν εδώ. Μα τι λέω; Περιγράφεται ο πόλεμος;

Πέρασαν έτσι σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Όλη τη μέρα πόλεμο, τη νύχτα καραούλι, που λένε. Και τούτο όλο το κακό επάνω στη ράχη του βράχου. Πόσο ν΄αντέξει κι αυτός, να μη ραγίσει; Μια μέρα, πες απ΄ τις κανονιές, πες απ΄ την κακία των ανθρώπων, που συνάχτηκε πάνω στην κεφαλή του, έκανε ένα «αχ» και ράγισε η καρδιά του. Μια ρωγμή άνοιξε ίσια στη μέση του βράχου.

Ο αναστεναγμός ακούστηκε σ΄ ανατολή και δύση μα με τη μανία που είχαν όλοι, σημασία δεν έδωσαν. Μόνο τα πουλιά τρόμαξαν και πήγαν να δουν την πληγή του βράχου.

Έτσι, πολλά πέρασαν απ΄ τη χαραμάδα κι ήρθαν στην πόλη της Ανατολής. Μετά απ΄ τα πουλιά ακολούθησαν πολλά παιδιά κι έγινε η χαραμάδα πέρασμα και μονοπάτι. Κι ενώ απάνω μένονταν ο πόλεμος τα παιδιά της μιας πόλης έπιασαν φιλίες με τα παιδιά της άλλης.

Ήταν ένα κοριτσάκι απ΄ την ανατολική πόλη, που το ΄λεγαν Ελένη. Της άρεσε πολύ να κάνει επισκέψεις και να προσφέρει δώρα. Μια μέρα πήγε να δει τη φίλη της τη Μαριάμ, στη δυτική πόλη, που γιόρταζε. Πήρε μια γλάστρα με κρινάκια και πήγε.
- Μαριγούλα μου, της λέει, δεν είχα τίποτα καλύτερο να σου φέρω στη γιορτή σου.
- Ελενίτσα μου, κι εγώ δεν έχω τίποτα καλύτερο απ' αυτά τα δύο καναρινάκια να σου προσφέρω. Χαρές και πανηγύρια οι δύο φίλες! Και όχι μόνο αυτές, όλα τα παιδιά. Πηγαινέλα ο ένας, δώρα ο άλλος... σε λίγο καιρό, ένα σωρό γλάστρες με κρινάκια και ζουμπούλια και πανσέδες στόλιζαν τα μπαλκόνια της δυτικής πόλης κι ένα χωριό παπαγάλοι, καναρινάκια και κάθε λογής ωδικά πουλάκια βρέθηκαν στα μπαλκόνια της ανατολικής πόλης.
Μια μέρα η Ελένη λέει στη Μαριάμ:

- Αχ, φιλενάδα μου, δεν ταιριάζουν τα κόκκινα κρινάκια στο κόκκινο σπίτι. Αν ήτανε το σπίτι πράσινο κυπαρισσί...

- Και δεν το βάφουμε, λέει η Μαριάμ.

Αυτό ήταν! Μάζεψαν κάμποσα παιδιά κι άρχισαν δουλειά.

- Και το δικό σου το σπίτι να το βάψουμε μενεξεδί να ταιριάζει με τα καναρινάκια, που είναι κίτρινα, είπε η Μαριάμ.
- Και το δικό σου χρώμα λουλακί και τη στέγη βυσσινί, είπε άλλο παιδάκι.
- Το δικό μου λεμονί και τη στέγη καστανί, έλεγε άλλος.
- Το δικό σου πορτοκαλί και τη στέγη κανελί.
- Το δικό σου ουρανί και τη στέγη θαλασσί...

Βάψε και να βάψεις ανακάλυπταν τα χρώματα τραγουδώντας:

«Πράσινο για να γενεί
βάζεις μπλε και λεμονί,

κίτρινο με κόκκινο, το πορτοκαλί

κόκκινο και θαλασσί, να το βυσσινί.
Ένα κι ένα κάνουν ένα,
μην το πείτε σε κανένα».

Άλλη δουλειά δεν έκαναν τα παιδιά, ζωγράφιζαν στέγες και παράθυρα, τοίχους και καλντερίμια. Έγινε η πόλη - και η μια και η άλλη - πλουμιστή, ζωγραφιστή, χαρά σου να τη θωρείς!
Μόνο οι μεγάλοι δεν είχαν χαρά για να θωρούν την ομορφιά των χρωμάτων και των πραγμάτων. Μέρα με τη μέρα πρόσεξαν όμως ότι κάτι άλλαξε κι έτριβαν τα μάτια τους.
- Μήπως και δεν βλέπω καθαρά; λέει μια μέρα ο ρήγας. Θα είναι από τις κακουχίες του πολέμου. Όλα παρδαλά τα βλέπω τώρα τελευταία. Πρέπει να δω ένα γιατρό.
- Κι εμένα θόλωσαν τα μάτια μου, είπε ο βασιλιάς. Από την πείνα θα είναι... δεν τρέφομαι καλά τώρα τελευταία. Σαν να τα βλέπω όλα ίδια, και ανατολικά και δυτικά. Τί πλήξη!
- Δεν κάνουμε ανακωχή, συνάδελφε, να πάμε για λίγο στα σπίτια μας; πρότεινε ο ρήγας. Να δούμε και κανένα γιατρό.
- Νομίζω πως επιβάλλεται, συνάδελφε, απάντησε ο βασιλιάς. Να φάμε και λίγο φαγάκι της προκοπής.
Έδωσαν διαταγή και σάλπισαν οι σαλπιγκτές ανακωχή.

Τότες ήταν πού 'γινε η μεγάλη σύγχυση. Βασιλιάδες, αξιωματούχοι και στρατιώτες δεν αναγνώριζαν την πόλη τους, δεν εύρισκαν τα σπίτια τους, δεν ξεχώριζαν τα μπαλκόνια τους. Έχασαν τον προσανατολισμό τους, έχασαν τον πατριωτισμό τους. Απορούσαν για την αλλαγή, μα πιο πολύ απορούσαν για τη ρωγμή.

- Τι νά' ναι αυτό; ρωτούσε ο ένας.

- Και πώς έγινε; ρωτούσε ο άλλος.
- Με τρύπα μοιάζει.
- Όχι, με μεγάλη πληγή.

- Και με φαράγγι μοιάζει.

- Μάλλον πόρτα είναι.

- Όχι, είναι ωραία πύλη!

- Αψίδα του θριάμβου!
- Έξοδος από την πόλη!
- Είσοδος μάλλον!

Κι ο καθένας έλεγε την ιδέα του· είχαν τόσα πολλά τώρα να πουν και να σκεφτούν και να κάνουν μαζί...

Τα παιδιά ανέμελα έπαιζαν ακόμα με τα χρώματα. Χάρηκαν, που τα βρήκαν οι μεγάλοι μεταξύ τους και τραγουδούσαν:

Ένα και ένα κάνουν ένα,
μην το πείτε σε κανένα.
Πράσινο και κόκκινο,
μπλε και βυσσινί,

η ιστορία τέλειωσε,

δεν είν' αληθινή.


Τέλος και τω Θεώ δόξα.


Το παραμύθι αυτό το έγραψε ο Χαράλαμπος Επαμεινώνδας