ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Η εκκλησία της Παναγίας του Άρακα στο χωριό Λαγουδερά - The church of the Virgin Mary of Arakas at the village of Lagoudera


Η ύπαιθρος δυτικά του Μαχαιρά τεμαχίζεται από κοιλάδες όπου αμυγδαλιές και κερασιές ανθίζουν την άνοιξη.
Κάτω στ' απότομα ξέφωτα τους τα ρέματα κροτούν αόρατα και στη πηγή του καθενός, που ρέει από το βουνό, ένα κεραμοσκέπαστο χωριό είναι χτισμένο ανάμεσα σε φουντουκές ή πλατάνια. Απομονώνοντας αυτούς τους κόλπους ζωής τη μία από την άλλη είναι ορεινές περιοχές, όπου τον Απρίλιο τα φυλλώματα της ξυσταριάς (αλαδανιάς) είναι ήδη μισοκαμένα από τον ήλιο.
Η ξυσταριά ήταν κάποτε μια πηγή μύρρου, και τα φύλλα της παράγουν μια κολλητική ρετσίνη που ονομάζεται λάδανο, την οποία οι πρώιμοι ταξιδιώτες φαντάστηκαν ότι ήταν δροσιά. «αυτή η μυρωδάτη ουσία», έγραψε ο Ηρόδοτος «βρίσκεται στους πιο δύσβατους τόπος: κολλάει, δηλαδή σαν κόλλα στα γένια των τράγων που βόσκουν ανάμεσα στους θάμνους. Χρησιμοποιείται ως συστατικό σε πολλά είδη αρωμάτων και είναι αυτό που κυρίως οι Άραβες καίνε ως θυμίαμα». Ακόμη και πρόσφατα, οι αγρότες συνήθιζαν να το χτενίζουν από τις γενειάδες των αιγών τους και να το χρησιμοποιούν ως φάρμακο.
Έχω διασχίσει αυτή την ύπαιθρο για δύο ημέρες, εισχωρώντας κάποιες φορές σε κοιλάδες ηπιότερες όπου αμπελώνες μεγάλωσαν σε κίτρινο χώμα με χαμομήλι, και ήρθα στην εκκλησία του χωριού Λαγουδερά πέραν του ποταμού της Ασίνου. Αυτά τα ορεινά ιερά προσκυνήματα είναι άξεστα κατασκευασμένα και βουβαίνονται μέσα σε απότομες στέγες που απομακρύνουν το χιόνι και φτάνουν τόσο χαμηλά που ένα ξύλινο δικτυωτό κιγκλίδωμα τις στηρίζει από το έδαφος.
Η αποσιώπηση του εξωτερικού μεγαλείου- η αυξανόμενη εσωστρέφεια των θρησκευτικών κτιρίων από την πρώιμη ρωμαϊκή εποχή μέχρι μακρά μέσα στην Βυζαντινή- δύσκολα θα μπορούσε να εκδηλωθεί εκτενέστερα. Ο φόβος μπορεί να είχε κάτι να κάνει με αυτό, γιατί καθώς η ασφάλεια της μεγάλης αυτοκρατορίας διευρύνετο, οι άνθρωποι έμαθαν ότι ο πλούτος πρέπει να αποκρύβεται. Ήρθε μια μεγάλη πτώση. Πειρατές λύμαιναν και πάλι τις ακτές, οι Άραβες έφτασαν μέχρι τη θάλασσα, το Βυζάντιο συρρικνώθηκε. Και η Κύπρος μέχρι τον 10ο αιώνα είχε υποστεί τετρακόσια χρόνια εισβολής από τη Συρία και την Αίγυπτο.
Αλλά μεταξύ του 965 μ.Χ. και την κατάληψη του νησιού από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, μια ήσυχη αναγέννηση συνέβη. Οι αραβικές επιδρομές εξαφανίστηκαν σαν ηχώ της βροντής. Τεχνίτες που εισήχθησαν από την Κωνσταντινούπολη και ίσως από τη Μακεδονία, έχτισαν ένα πλήθος εκκλησιών οι οποίες αγιογραφήθηκαν με την ευγενή τεχνοτροπία της πρωτεύουσας. Περιέργως μεταμοσχευμένες σε αυτούς τους απομονωμένους λόφους, των οποίων οι άνθρωποι δεν ήταν ούτε πλούσιοι μα ούτε και εκλεπτυσμένοι, οι τοιχογραφίες της δυναστείας των Κομνηνών, έθεσαν τα τείχη να χορεύουν στο κομψό όραμά τους.
Είναι μια μπαρόκ τεχνοτροπία, η οποία βρίσκει την ακριβέστερη ομορφιά της σε αυτό το μικρό εκκλησάκι στα Λαγουδερά, που ονομάζεται Παναγία του Άρακα. Από αυτές τις τοιχογραφίες η ανατολίτικη φλέβα της βυζαντινής τέχνης έχει σχεδόν αποκλειστεί. Οι προφήτες δεν κοιτάζουν με αυτήν τη γνώριμη, γουρλωμένη αγωνία. Αντιθέτως είναι σαρκικοί και ευαίσθητοι, τα μέτωπα τους σπάνια σουφρωμένα, και χειρονομούν με μια ευγενική ανατροφή.
Οι Κύπριοι, πιστεύω, ήταν φυσικά μέλη αυτού του εκθαμβωτικού υβριδίου, το Βυζάντιο. Αυτοί, όπως και το Βυζάντιο, βρίσκονταν στο ενδιάμεσο μεταξύ του κλασικού και του ανατολίτικου. Η απαλότητα και ο συντηρητισμός τους δεν ήταν κάτι το Ελληνικό. Γι αυτούς ο χαρακτήρας της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν ασυμπάθητα αρρενωπός, και καθ΄όλα τα μεσαιωνικά χρόνια, οι Κύπριοι ευγενείς συνέχιζαν να στέλνουν τους γιους τους για την εκπαίδευση τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία πίστευαν ότι ήταν η μητρική τους πόλη. Μοιράζονταν την θρησκευτική σφοδρότητα του Βυζαντινού, και επίσης την αστασία και την καχυποψία του, η οποία, μεταξύ της αριστοκρατίας μπορούσε να στραφεί σε πνεύμα οξύ. Το ειδωλολατρικό γέλιο, αχρείο ή εύθυμο, είχε φύγει για πάντα.
Πατώντας μέσα σ ' αυτή την εκκλησία είναι σαν να βλέπει κανείς τον κλασικό κόσμο σταματημένο στο διασκελισμό του. Τα στοιχεία είναι ακόμη ελληνικά στο χάρισμα, αλλά η αναλογία είναι παραμορφωμένη, η προοπτική χαμένη, και ο λόγος της ύπαρξής τους δεν είναι για να εκφράσουν ένα ιδανικό μέσω της ομορφιάς, αλλά να ενεργήσουν ως αγωγοί της θείας εξουσίας. Ο άνθρωπος δεν είναι πλέον καθ 'ομοίωσιν του Θεού, αλλά ικέτης του.


Αυτό δεν σηματοδότησε μόνο το πέρασμα από την ειδωλολατρία στον Χριστιανισμό, αλλά ήταν και μια επιστροφή στην πίστη, αντί της έρευνας. Μέχρι το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η φιλοσοφία είχε εν πάση περιπτώσει, ξεπέσει σ΄ένα συγκριτικό παιχνίδι, στο οποίο οι θεοί και τα συστήματα ανακατεύτηκαν σαν τα συστατικά μιας χαμένης συνταγής. Και η απάντηση σ΄αυτή τη μάταιη αναταραχή ήταν η εγγύησης του Χριστού. Ξαφνικά ο ευρύς διαλογισμός θα μπορούσε να σταματήσει. Όλες οι σκέψεις, όλες οι επιστήμες, θα γινόταν ένας κλάδος της μελέτης του Θεού. Σύμφωνα με την μακραίωνη στάση του Βυζαντίου, η πίστη και η τέχνη, ακόμα και τα όργανα του κράτους απολιθώθηκαν σε ένα φοβερό μυστήριο. Υπήρξαν εξελίξεις, βέβαια, αλλά δεν ήταν κάτι παραπάνω από παλιρροϊκές αλλαγές πάνω σε μια βαθιά χριστιανική θάλασσα. Στη ζωή του μυαλού και του πνεύματος οι άνθρωποι είχαν ανταλλάξει την ελευθερία για την εξουσία και τη μονιμότητα - και μ' αυτό την στασιμότητα που είναι η τιμή της βεβαιότης.
Ο ναός ο ίδιος, ακόμη και όταν είναι μικρός, όπως αυτός στα Λαγουδερά, έχει σχεδιαστεί ως μια μικρογραφία του σύμπαντος. Ο τρούλος του, ζωγραφισμένος με τη φοβερή φιγούρα του Χριστού Παντοκράτορα, συμβολίζει τα ουράνια. Ανάμεσα ουρανού και γης, κατά μήκος του άνω τοίχους του κυρίως ναού, η αφήγηση του Ευαγγελίου και απόκρυφες γραφές συνδέουν τον άνθρωπο με τον Θεό, ενώ στο κάτω τοίχος απεικονίζονται πιο κοσμικά επιχειρήματα, κατεβαίνοντας από τους αποστόλους και προφήτες σε μαχητές της Εκκλησίας που παρελαύνουν κατά μήκος των ματιών.
Βρήκα τη βασιλική υπό αναστήλωση, και γεμάτη με σκαλωσιές, γι 'αυτό έπρεπε να ανέβω τα επίπεδα ανά τεμάχιο. Στη στάθμη του εδάφους οι αγιογραφημένοι ιεράρχες αναμιγνύονται με αναχωρητές και ασκητές των οποίων τα θολωτά τους πρόσωπα ήταν παράξενα τρυφερά και ανθρώπινα. Ακόμη και ο Άγιος Ονούφριος, ο οποίος ανίχνευε γυμνός την έρημο μέχρι που στο σώμα του φύτρωσε μια προστατευτική γούνα, φαινόταν ελαφρώς ακαδημαϊκός, τα γεννητικά του όργανα κρυμμένα πίσω από ένα τυχαίο πεύκο.
Ανέβηκα τη σκαλωσιά προσπερνώντας μια όμορφη και επιτηδευμένη εικονογράφηση από τα «Εισόδια της Θεοτόκου» - η Αγία Άννα να οδηγεί τη μικροσκοπική κόρη της από το φωτοστέφανο - και αργοπόρησα πάνω σε μια απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στην ανατολική εικονογραφία πεθαίνει περιτριγυρισμένη από τους αποστόλους, ενώ ο Χριστός εγείρεται πάνω από το σκοτεινιασμένο σώμα της, νανουρίζοντας τη ψυχή της. Είναι μια πολύ αρμονική αντίληψη. Παρά την πίστη τους στα Ευαγγέλια και στο θυμίαμα φαίνονται βαθιά πληγωμένοι, αγνοώντας το φάντασμα του Χριστού, ο οποίος κρατά ήδη το πνεύμα της μητέρας του στην αγκαλιά του. Αυτή η ψυχή, συρρικνωμένη σε φασκιωμένο παιδί, είναι μισοσηκωμένη μέχρι τον ώμο του, ενώ ένας άγγελος πετά από την στρατόσφαιρα προς τα κάτω για να την παραλάβει.
Ανέβηκα τη σκαλωσιά μέχρι το τύμπανο του τρούλου, όπου οι Ευαγγελιστές έγραφαν άβολα στα πλαίσια τους, και η Παναγία καθόταν με έναν αδράκτι και κόκκινο νήμα, ακούγοντας στον Ευαγγελισμό. Πάνω απ 'αυτούς μια ομάδα από προφήτες στέκονταν μεταξύ των παραθύρων, και ακόμη υψηλότερα, σκαρφάλωσα στο θόλο τον ίδιο. Κάθισα στην υψηλότερη σκαλωσιά. Από τα μετάλλια τους, ένας κύκλος από αγγέλους σήκωναν τα χέρια τους στον Θεό στη σκιά πάνω. Η πτώση των φτερών τους δεν έκανε τίποτα για να ξορκίσει την παγανιστική ομορφιά τους, και τα μαλλιά τους έπεφταν κάτω στους λαιμούς τους περιτυλιγμένα στην κλασική μορφή.
Αυτοί οι άγγελοι των Κομνηνών είχαν γίνει γνωστοί σε μένα. Σε χιτώνες και διαδήματα, μερικές φορές περίτεχνα υποδημένοι και πάντα με ακριβά κτενίσματα, πλησιάζουν το καθεστώς αριστοκρατικών ανθρώπων. Με τα φτερά τους μαδημένα και τα ραβδιά τους σε κατάσχεση, θα μπορούσαν να περιπλανηθούν απαρατήρητοι στην αυλή του παλατιού της Κωνσταντινούπολης τον καιρό τους- θηλυπρεπής γιοι τους δούκες και πολέμαρχους. Η αμεσότητα της απεικόνισης τους από τον καλλιτέχνη είναι εξαιρετική. Είναι όπως εμείς, στον εικοστό αιώνα, να απεικονίζαμε τους αγγέλους σε κοστούμια ή σμόκιν.
Για τη στιγμή αυτή, οι τοιχογραφίες φαίνονται να υπονοούν ότι ένα από αυτά τα πλάσματα θα μπορούσε να μετατραπεί σε ανθρώπινο είδος και πραγματικά να κατεβεί με ένα φτερούγισμα των πορφυρών του φτερών. Αλλά εμείς στη Δύση, αποξενωμένοι από τις ρίζες της θρησκείας μας, μπορούμε να ντύσουμε τους αγγέλους μόνο όπως οι άλλοι τους είδαν, και όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που σχεδιάστηκαν τόσο πιο εύκολα μπορούμε να δεχτούμε την πιθανότητα τους, ως εάν η πάροδος του χρόνου θα μπορούσε να υποκρύψει την αλήθεια.
Το βλέμμα μου μετατοπίστηκε από το τύμπανο στο θόλο τον ίδιο, του οποίου η σφαίρα είναι γεμάτη από μία παρουσία. Εκεί, πάνω από τη γλυκύτητα των αγγέλων και τον συλλογισμό των αγίων, ο Χριστός σηκώνει το χέρι του σε μια εκλιπών ευλογία. Τα φρύδια αχνά μαζεμένα όπως για κάποια μακρινή ανησυχία, ατενίζει σε μια περικυκλωμένη από δύναμη ηρεμία, όχι στο λάτρη, αλλά πλάγια μακριά. Πάνω από το μαλακό νήμα της γενειάδας και κοκαλένιας μύτης, τα μάτια είναι ελεήμων. Το βλέμμα τους ακυρώνει την αμαρτία. Τα χαρακτηριστικά του, μέσα σ΄ένα πλαίσιο από σκούρα περιτυλιγμένα μαλλιά, δείχνουν ένα ίχνος σχεδόν τρυφερότητας.
Για τους Βυζαντινούς, όπως και για τους Έλληνες, η ομορφιά αντανακλούσε τη δόξα του Θεού, και συχνά υπαγόρευε τη τοποθεσία μιας εκκλησίας ή ενός μοναστηριού.

Από το βιβλίο: Οδοιπορικό στην Κύπρο, 1975
του Κόλιν Θάμπρον
Μετάφραση NOCTOC


The country west of Macheras is cut by valleys where almond and cherry trees blossom in spring. Down their steep glades the streams clatter invisibly and at the head of each, where it flows from the mountain, a red-roofed village stands among hazel or sycamore. Isolating the gulfs of life from one another are uplands where in April the bubble of rock roses is already half burnt away from the sun.
The rock-rose was once a source of myrrh, and its leaves exude a gum called in Greek Ladanum, which early travelers imagined to be dew. "Sweet-smelling substance though it is "wrote Herodotus " it is found in a most malodorous place: sticking, namely like glue in the beards of he-goats who have been browsing among the bushes. It is used as an ingredient in many kinds of perfume and is what the Arabians chiefly burn as incense". Even recently the peasants used to comb it from the beards of their goats and use it as medicine.
I crossed this country for two days, sometimes dipping into milder valleys where vines grew in soil yellow with chamomile, and came to the church of Lagoudera beyond Asinou River. These mountain shrines are rudely built and are muffled in the steep-pitched roofs which ward off the snow and reach so low that a wooden lattice props them from the ground.
The muting of outward grandeur-the growing introversion of religious buildings from early Roman times far into Byzantine-could scarcely be carried further. Fear may have had something to do with it, for as the security of the great Empire eroded, people learned that wealth must be concealed. A long decline set in. Pirates infested the shores again, the Arabs reached the sea, Byzantium shriveled. And Cyprus by the 10th century had suffered four hundred years of invasion from Syria and Egypt.
But between A.D 965 and the capture of the island by Richard Coeur-de-lion, a quiet renaissance occurred. The Arab forays vanished like a peal of thunder. Artists imported from Constantinople and perhaps from Macedonia, built a crowd of churches which where frescoed in the court style of the capital. Curiously transplanted into these secluded hills, whose people where neither rich or sophisticated, the murals of the Comnenian dynasty set the walls dancing in their elegant vision.
It is a baroque style, which finds its completest beauty in this small Lagoudera church, called our Lady of the Vetches (Arakas). From these frescoed vaults the orient vein in Byzantine art is almost excluded. The prophets do not stare in that familiar, wide-eyed anguish. Instead they are fleshly and gesture with a courtly breeding.
The Cypriots, I rather think, were natural members of this dazzling hybrid, Byzantium. They, like it, lay midway between the classical and the oriental. Their softness and conservatism were not Hellenic. To them the character of the Greek mainland was unsympathetically masculine, and all though the medieval years the Cypriot nobles continued to send their sons for education in Constantinople, which they felt to be their mother-city. They shared the Byzantine's religious intensity, and also his fickleness and suspicion which among the aristocracy could turn to acid wit. The pagan laughter, ribald or gay, was gone forever.
To step into this church is to see the classical world halted in its stride. The figures are still Hellenic in grace, but proportion is distorted and perspective is lost and their raison d'etre is not to express an ideal through beauty, but to act as the channel of numinous power. Man is no longer God's likeness, but his supplicant.


This not only marked the passage from pagan to Christian, but was a return to faith instead of inquiry. By the end of the Roman Empire philosophy had in any case floundered into a syncretic game, in which gods and systems were shuffled like the ingredients of a lost recipe. And the answer to this futile flurry was surety of Christ. Suddenly wider speculation could cease. All thought, all science, would become a branch of the study of God. Under the centuries-long stasis of Byzantium, belief and art and even the organs of state petrified into an awesome sacrament. There were developments, of course, but they were little more than tidal changes on the deep Christian sea. In the life of mind and spirit people had exchanged freedom for authority and permanence - and for that stagnation which is the price of certainty.
The church itself, even when small like that at Lagoudera, was conceived as a microcosm of the universe. Its cupola, painted with the dread figure of Christ Pantocrator, symbolized heaven. In between heaven and earth, along the upper walls of the transepts, the Gospel narrative and apocryphal scriptures linked man to God, while the lower walls portrayed more worldly business, descending from apostles and prophets to the Church militant parading at eye level.
I found the basilica under restoration, and filled with scaffolding, so I has to ascend these tiers piecemeal. At ground-level the frescoed faces were strangely tender and humane. Even St. Onoufrius, who crawled naked about the desert until his body grew a protective fur, looked faintly academic, his genitals hidden by a fortuitous pine-tree.
I climbed the scaffolding past a beautiful and mannered 'Presentation of Mary' - St. Anne leading her tiny daughter by the halo- and lingered before a rendering of the Dormition of the Virgin. In eastern iconography she dies surrounded by the apostles, while Christ rises over her darkened body, cradling her soul. It is a gravely harmonious conception. Despite the faith of the Gospels and incense they look deeply wounded, oblivious of the ghostly Christ who already clasps his mother's spirit in his arms. This soul, shrunk to a swaddled child, is lifted halfway to his shoulder while an angel flies down from the upper air to receive it.
I mounted to the drum of the dome, where the Evangelists wrote uncomfortably in the pendentives, and the Virgin was seated with spindle and scarlet thread, listening to the Annunciation. Above them a group of prophets stood between windows, and higher still I clambered into the dome itself. I sat down on the topmost scaffolding. From their medallions a circle of angels lifted their hands to the God in shadow above. The fall of their wings wings did nothing to exorcise their pagan beauty, and the hair fell down their necks in classical coils.
The Comnenian angels were by now familiar to me. In chitons and diadems, sometimes elaborately slippered and always expensively coiffured, they approach the status of aristocratic humans. With their wings plucked and their wands confiscated, they could have wandered unremarked about the court of Constantinople in their day -effeminate sons of dukes and polemarchs. The immediacy of the artist's portrayal is extraordinary. It is as if we, in the twentieth century, were to portray angels in suits or dinner jackets.
For at the moment, the frescoes seem to imply, one of these creatures may hover into human ken and alight matter -of- factly with a clap of vermilion wings. But we in the West, enstranged from the roots of our religion, can clothe the angels only as others saw them, and the longer they were conceived the more easily we can accept their likelihood, as if a lapse of time could dissemble truth.
My stare shifted from the drum to the dome itself, whose bowl is filled by one presence. There, above the sweetness of the angels and the brooding of the saints, Christ lifts his hand in a vestigial blessing. His brows gathering faintly as at some distant concern, he gazes in a power -encircled calm, not at the worshiper, but obliquely away. Above the soft twine of beard and bone-like nose, the eyes are merciful. Their gaze cancels sin. His features, in their frame of dark-coiled hair, show a trace almost of tenderness.
To the Byzantines, as to the Greeks, beauty reflected the glory of God, and often dictated the setting of a church or a monastery.

From the book: Journey into Cyprus, 1975
by Colin Thubron

Ο Άγιος Ιλαρίωνας ο Νέος ο εν τω Πενταδαχτύλω ασκήσας - Saint Hilarion the New who lived as a hermit in the Pentadaktylos mountain range



Το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα ή του Άη Λαρκού, βρίσκεται στην Κύπρο στη κατεχόμενη επαρχία Κερύνειας. Κατασκευάστηκε από τους Βυζαντινούς τον 11ο αιώνα μ.Χ. στην ομώνυμη κορυφή του Πενταδάκτυλου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 725 μ. και ονομάστηκε έτσι επειδή στο σημείο αυτό είχε ασκητέψει ο Άγιος Ιλαρίωνας ο Νέος και όχι ο Άγιος Ιλαρίωνας ο Μέγας (όπως λανθασμένα γράφεται μερικές φορές) ο οποίος ασκήτεψε στο χωριό Επισκοπή της Πάφου (περισσότερα για την Άγιο Ιλαρίωνα τον Μέγα εδώ).
Γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς ο Κύπριος χρονογράφος του 15ου αιώνα: «... Εις το φρούριον του Αγίου Ιλαρίου, ο Άγιος Ιλαρίων ο νέος».
Ο Άγιος Ιλαρίων ο Νέος είναι ένας εκ των «Τριακοσίων» που ήλθαν στην Κύπρο από την Παλαιστίνη. Το πλοίο που τους μετέφερε προσωρμίσθη στα μέρη της Κερύνειας. Οι άλλοι που απεβιβάσθησαν στο μέρος εκείνο και ασκήτεψαν σε διάφορα κοντινά μέρη είναι: Ο Άγιος Επίκτητος, ο Άγιος Ολβιανός, ο Άγιος Μίκαλλος, ο Άγιος Επιφάνιος και ο Άγιος Σωτήριχος, κοντά στην Κυθραία οι δυο τελευταίοι.
Ο Άγιος Ιλαρίων ασκήτεψε σε μια από τις δύσβατες και απόκρημνες περιοχές της οφρύος του Πενταδακτύλου, εκεί που όπως γράψαμε βρίσκεται σήμερα το φρούριο - κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα. Όπως φαίνεται ο Άγιος βρήκε κάποια σπηλιά εκεί δίπλα και ασκήτεψε.
Προμηθευόταν το νερό του από κάποια κοντινή πηγή. Αφού εργάστηκε για τη ψυχή του με άσκηση και προσευχή, ανεπαύθηκε εν Κυρίω. Τον ενδέκατο αιώνα οι πιστοί ανήγειραν επ΄ονόματί του βυζαντινή εκκλησία, της οποίας τα ερείπια σώζονται μέχρι σήμερα, στο τουρκοκρατούμενο φρούριο - κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα.

Η μνήμη του Αγίου Ιλαρίωνα του Νέου εορτάζεται στις 21 Οκτωβρίου, ημέρα όπου εορτάζονται και οι μνήμες των Αγίων Ιλαρίωνα του Μεγάλου και Ιλαρίωνα και Βαρνάβα των εν Περιστερώνα της Μόρφου.
The castle of Saint Hilarion or Saint Larkos (as he is sometimes called), is situated in Cyprus in the turkish occupied Kyrenia district. It was built by the Byzantines in the 11th century AD at the homonymous peak of the Pentadaktylos mountain range. It's located at an altitude of 725 meters, and was so named because at this location it was Saint Hilarion the New who lived an ascetic life, and not Saint Hilarion the Great (as it is sometimes mistakenly written) who lived as a hermit in the village of Episkopi in Paphos (more on Saint Hilarion the Great here).
The Cypriot chronicler of the 15th century, Leontios Machairas, writes the following about the Saint: "... At the fortress of Saint Hilarion, is Saint Hilarion the New".
Saint Hilarion the New is one of the "Three Hundred" refugee Saints who came to Cyprus from Palestine. The ship that carried them took anchor in the parts of Kyrenia. The others who landed at this area and lived an ascetic life in various nearby places are: Saint Epictetus, Saint Olvianos, Saint Mikallos, Saint Epiphanius and Saint Sotirichos, the last two near Kythrea.
Saint Hilarion lived as a hermit in one of the rough and rugged areas of the peak of Pentadaktylos, where, as we wrote above, the fortress - castle of Saint Hilarion is today to be found. As it seems, the Saint found a cave nearby there and lived as an ascetic. He also seems to have found water from a nearby water spring. After working for his soul with exercise and prayer, he reposed to the Lord. In the eleventh century, the faithful built a Byzantine church to his name, whose ruins are still to be seen today in the Turkish-occupied fortress - castle of Saint Hilarion.

The memory of Saint Hilarion the New is celebrated on October 21, the day on which the memory of Saint Hilarion the Great and Barnabas and Hilarion of Peristerona, in Morphou, is also celebrated.

Ο Άγιος Μίκαλλος στο τουρκοκρατούμενο χωριό Ακανθού - Saint Mikallos in the Turkish occupied village of Akanthou


Ο 'Οσιος Μίκαλλος, κατά την παράδοση, ήταν ένας από τους «Τρακόσιους πρόσφυγες» Χριστιανούς της Παλαιστίνης που έφυγαν και ήρθαν στην Κύπρο περί το έτος 638, όταν οι Άραβες πήραν τους Αγίους Τόπους. Επιβιβάστισαν σε πλοίο και έπλευσαν προς την Κύπρο.
Ο δάσκαλος Παντελής Παντελίδης στο βιβλίο του «ΑΚΑΝΘΟΥ: Εκεί που σμίγουν Θρύλοι και Ιστορία», Λευκωσία, 1984, αναφέρει για τον Όσιο:
«Όταν το πλοίο τους περνούσεν από τ' ακρογιάλια της Ακανθούς ο Άγιος έπεσε στην θάλασσα, πιάστηκε σ΄ένα μεγάλο κούτσουρο κι΄έφτασε στ΄ακρογιάλι τούτο που απέχει μισό περίπου μίλι από τον μικρό συνοικισμό τότε της Πέργάμου.
Η διαβίωση σε τούτο το ακρογιάλι ήταν δυνατή· με το λίγο νερό που τρέχει ίσα με σήμερα. Καλλιεργούσε ο Άγιος λίγα λαχανικά, ζούσε τρώγοντας χόρτα και λαχανικά, προσευχόταν κι ασκήτευε. Έζησε μονάχα 9 μήνες και θάφτηκε από τους Χριστιανούς του γειτονικού συνοικισμού σε τάφο που προετοίμασε ο ίδιος.
Είναι μέσα του 19ου αιώνα. Ο Παρασκευάς Καλλουσιάς - μεγάλη οικογένεια σήμερα οι Καλλουσιάες - είναι ο ιδιοκτήτης της παραθαλάσσιας περιοχής και καλλιεργεί μικρό λαχανόκηπο. Κάποτε βλέπει όνειρο πως πίσω από τα βάτα που τρέχει το νερό είναι ο τάφος του Αγίου.
Καθαρίζονται τα βάτα και πίσω τους είναι το στόμιο φυσικού σπηλαίου σταλακτιτών. Στο βάθος είναι όγκοι βράχων και χρωμάτων και λείψανα νεκρού. Λέγεται πως σ' ένα βράχο ήταν το όνομα του Αγίου. Αλλά οι βράχοι είναι βαριοί και τους κοινούν με «μακκαράδες» (τροχαλίες). Καθαρίστηκε το σπήλαιο και στην είσοδο τοποθετήθηκε μια πέτρα πελεκητή όπου άναυε μια κανδήλα. Το νερό των σταλακτιτών πιστεύεται ότι είναι το αγίασμα του Αγίου.
Ανάμεσα στα βάτα ήταν και μια μερσινιά (μυρτιά) που δεν κόπηκε κατά το καθάρισμα των βάτων. Οι Χατζηττοφής και Φυτούρας - επίσης μεγάλης οικογένειες σήμερα - ανάλαβαν τα έξοδα και ανάλαβαν τα έξοδα και ανάθεσαν το κτίσιμο εκκλησίας του Αγίου Μικάλλου στον Ττόφα Καρπασίτη που κατοικούσε εκείνα τα χρόνια στην Ακανθού (1864).
Πιστεύεται ότι ο Άγιος Μίκελλος θεραπεύει την 'θέρμη' όπως λεγόταν στη Κύπρο η ελονοσία. Μητέρες που είχαν παιδιά άρρωστα με ελονοσία, τα έπαιρναν στον Άι- Μίκαλλο, τα έλουζαν με το αγίασμα, έκοβαν λουρίδες από τα φορεματάκια των παιδιών και τις έδεναν στα κλωνάρια της μερσινιάς που βρίσκεται ακόμα στο στόμιο του σπήλιου».
Κατά την παράδοση παλαιότερα στην Ακανθού όταν ήταν κάποιος άρρωστος πήγαινε στον Άι- Μίκαλλο (στο ξωκκλήσι του), άναβε τα καντήλια κι έβαζε λίγο λάδι πάνω του. Ακολούθως κατέβαινε στο αγίασμα, πλενόταν και άφηνεν ένα από τα ρούχα του πάνω σε μια μερσινιά που ανομαζόταν «μερσινιά του Άι- Μικάλλου».
Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, το εκκλησάκι του Οσίου Μικάλλου λεηλατήθηκε και καταστράφηκε.

Η μνήμη του Οσίου Μικάλλου εορτάζεται στις 7 Αυγούστου

According to tradition, Saint Mikallos, was one of "three hundred refugees", Christians of Palestine who fled and came to Cyprus around the year 638, when the Arabs took the Holy Land. They boarded on a ship and sailed to Cyprus.
Teacher Pantelis Pantelidis in his book "AKANTHOU: Where Legend meets History", Nicosia, 1984, writes the following about the Saint:
"When their ship was passing from the seashore of Akanthou, the Saint fell into the sea, caught himself on a large log and reached the shore which is about half a mile from the small settlement of Pergamos.
Life on this shore was possible with the small amount of water which runs there up to the present day. The Saint cultivated some vegetables, lived by eating wild plants and vegetables, and led a life of asceticism and prayer. He lived there for only 9 months and was buried by Christians from the nearby settlement in a grave prepared by himself.
It's mid-19th century. Paraskevas Kallousias - the Kallousias are a big family today - was the owner of the coastal region and was cultivating a small vegetable garden. Once he saw in a dream that behind the bushes of the running water, the tomb of the Saint was to be found.
The bushes were cleared and behind them a natural stalactite cave was found. At the distance, inside the cave, there were blocks of coloured rocks and the remains of a dead person. It is said that the name of the Saint was written on a rock. The rocks were heavy and were removed with pulleys. The cave was cleared of the rocks and a carved stone was placed at its entrance, where an lit oil lamp was placed. The water of the stalactites is believed to be the holy water of the Saint.
Among the bushes there was a myrtle tree that was not cut during their clearing. Hadjittofis and Phytouras - also large families today - offered to pay for the cost and commissioned the building of the church of Saint Mikallos to Ttofas Karpasitis, who during those years, lived in the village of Akanthou (1864).
It is believed that Saint Mikellos cures 'warmth' as malaria was called in Cyprus. Mothers who had children sick with malaria, took them to Saint Mikallos, where they showered them with holy water, cut strips from the children's dresses and tied them on the branches of the myrtle tree, which is still standing at the mouth of the cave".
According to tradition, during past times in Akanthou, when someone was sick he/she went to Saint Mikallos (to his chapel), lit the candles and put some oil on him/her self. Then he/she went down to where the holy water was, and after washing him/her self, he/she would leave part of his/her clothes on the myrtle tree which was called "the myrtle tree of Saint Mikallos.
After the Turkish invasion of Cyprus in 1974, the church of Saint Mikallos was looted and destroyed.

The memory of Saint Mikallos is celebreted on August 7

Το κυπριακό τραγούδι του Αγίου Γεωργίου με όλους τους στίχους του


Παπάες τζιαι πνευματικοί, δασκάλοι τζιαι γουμένοι
ελάτε ν΄αγροικήσετε μιαν λύπην ταιρκασμένην,
ν΄ακούσετε τα θαύματα τ΄αγίου Γεωργίου,
που έρκεται η μέρα του ' κοστρείς του Απριλίου.
Δευτέρα εν της Καθαράς, που κάμνουν την νομάδαν,
τζι εξέβειν ΄που το σπίτιν του την πρώτην εβτομάδαν,
τζιαι τρεις ημέρες έκαμεν να ρέξει το Βερούτιν,
ψουμίν, νερόν δεν βρίσκεται εδώ στην χώραν τούτην
ψουμιν, νερόν έχει πολλύν, αμμά ' ν μακρά στο πλάτος,
τζει μέσα εκατώκησεν ένας μέγαλος δράκος,
τζιαι δεν αφίννει το νερόν στην χώρα για να πάει,
για τούτον εκινδύνεψεν η χώρα να πεθάνει
τταΐνιν του εκάμασιν ' πόναν παιδίν να φάει,
να ξαπολύσει το νερόν, στη χώρα για να πάει.
Τζι ούλοι είχαν εξ' οκτώ τζι επέμπαν του το έναν,
μα ήρτεν γυρίν τ΄αφέντη τους του μέγα βασιλεία
τζιαι τζείνος άλλην δεν είχεν, μόνον μιάν θυγατέραν,
που έλαμπεν σαν ήλιος, που λάμπει κάθι μέρα,
τζι ο σκοπός του ήτανε για να την υπαντέψει,
τζιαι τώρα, θέλων μη θέλων, του δράκου ' ννα την πέψει.
Αδύνατον άλλον λοιπόν αυτός δια να κάμει,
μόνον την θυγατέραν του την πέμπει, για να πάει.
Τζιαι πρώτον τζειν η λυερή στην τσάμπραν της αλλάσει
με κλάματα τζιαι οδυρμούς χαμαί γης τζιαι θαλάσσης.
Ενέην έσσω τζι άλλαξεν ρούχα της φορησιάς της,
με μακριά, μήτε κοντά, ίσια της ελιτζιάς της.
Π' αππέσω φόρησεν χρυσά, π' αππέξω χρουσταλλένα,
τέλεια π' αππέξω φόρησεν τα μάρκαριταρένα,
φορεί τζιαι την κορώναν της τζι ελάμνισεν να πάει.
Που την θωρεί η μάνα της, κόντεψεν να πεθάνει,
τζι επολοήθην τζι είπεν της με δκυό χείλη καμένα:
«Α, τζιαί που πάεις, κόρη μου, τζι αφίννεις με εμέναν!
Εγιώ ποθούσα, κόρη μου, για να σε υπαντέψω,
τζιαι τώρα έτσι άξηππα του δράκου να σε πέψω!
Π΄αφίς ήσουν τριών χρονών τζι επήαιννες τεσσάρων,
νείεν σε πέψω, κόρη μου, κανίσσιν εις τον Χάρον,
παρά τζιαι πέμπω σε τωρά στον δράκο να σε φάει,
να ξαπολύσει το νερόν, στην χώραν για να πάει.
Βασιλοπούλλα, κόρη μου, που να ΄χεις την ευκήν μου,
ελύθησαν τα μέλη μου τζιαι τρέμει το κορμίν μου.
Και να΄τουν τρόπος, κόρη μου, δια να σε γλυτώσω,
εδίουν το βασίλειον μου, να σε ελευτερώσω».
Τζι ετρέχασιν τ΄' αμμάδκια της, σαν τρέχει μία βρύσι,
που χύννεται ορμητική χωρίς καμία στήσιν
τζιαι έδερνεν το στήθος της τζι ετραύαν τα μαλλιά της,
τζι έσκιζεν τες βούκκες της με τα ονύχιά της.
Η κόρη της την πόνησεν με θλιβαράν καρδίαν
τζιαι λέγει της, «μητέρα μου, έχε παρηγορίαν,
τζι αν κλάψεις τζι αν ησκοτωθείς, εμέναν δεν γλυτώννεις,
'πο δράκονταν τον πονηρόν δεν με ελευθερώννεις.
Έτσι ήτουν η τύχη μου, έτσ΄ήτουν το γραφτόν μου,
εις την τζοιλιάν του δράκοντα να κάμω το θαφκειόν μου».
Τζι αφίννει τζιαι την μάνα της με πλήξιν τζιαι με πόνον,
τζιαι έχειν την ορπίδαν της εις τον Θεόν τζιαι μόνον.
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλλει την στου δράκου το σκιάδιν,
του δράκοντα του πονηρού, που θέλει να την φάει.
Τζιαι τζει ηύρεν πέτραν ριζιμιάν τζιαι πάνω της καθίζει,
τζι αρκίνησεν η λυερή να δακρυολοΐζει
τζι από τον θρήνον, πού' καμεν, η γη κατατρομάζει,
τζι ο ουρανός την πόνησεν τζι αμέσως συννεφκιάζει.
Δακρολολούσεν τζι έλεεν, «δοξάζω σε, Θεέ μου,
εις την ανάγκην μου αυτήν, Θεέ, βοήθησέ μου.
Θεέ τζι αν είμαι πλάσμαν σου, Χριστέ, τζι επάκουσέ μου,
την ποθητήν μου την ζωήν ΄πο δράκον γλύτωσέ μου».
Αλλ' όμως από τον πολλύν τον θρήνον δε εκείνον,
επήρεν εις τ΄αμμάδκια της έναν μεγάλον ύπνον.
Επήρεν το τζι εξύπνησεν σε θλιβερήν καρδιάν,
τζι επρόσμενεν τον δράκονταν να κάμει συντροφίαν.
Τζιαι ο μεγαλοδύναμος πολλά την ελυπήθην,
τζι επάκουσέν της την στιγμήν σ΄αυτόν που προσευκήθην.
Τζιαι τζει χαμαί, που στέκετουν με θλιβεράν καρδίαν,
θωρεί τον άη Γεώργιον που την Καππαδοκίαν,
τζιαι με την Σέλλαν την χρυσήν, τον άππαρον τον γρίβαν,
τζι επέρναν δε από εκεί να πα στην εκκλησίαν.
Βλέπει την κόρην μανιχήν στου δράκου το σκιάδιν,
τον δράκοντα του πονηρού, που 'ννά ΄ρτει να την φάει.
Εστάθηκεν ο άγιος την κόρην χεραιτά την:
«Ώρα καλή σου λυερή, ώρα καλή τζιαι γειά σου,
μουσκούς τζιαι ροδοστέμματα στα καμαρόβρυα σου.
Τζι είντα γυρεύκεις, λυερή, στου δράκου το σκιάδιν,
του δράκοντα του πονηρού, που 'ννα ΄ρτει να σε φάει;»
Τζιαι τζείνη αποκρίθηκεν, «ρέξε να πας, αφέντη μου,
ρέξε να πας, αφέντη, τζι εν άδικον τζιαι κρίμαν,
εις την καρκιάν του δράκοντα να κάμεις ΄σου το μνήμαν».
Ο άγιος εθέλησεν την κόρην να την σώσει
τζιαι πονηρόν τον δράκονταν, για να τον εσκοτώσει,
τζι πάραυτα επέζεψεν ΄που το γριβίν αππάριν,
τζι ευτύς της κόρης το΄δωσεν από το χαλινάριν.
«Σύρε το, κόρη σύρε το, τ΄αππάριν να ποδρώσει,
τζι όντας ιδείς τον δράκονταν, κέμε σ΄εμέναν γνώσιν».
Τζι ο άγιος επλάγιασεν εκεί τζιαι ετζοιμάντουν,
τζιαι μετ' ολλίγον άκουσεν αυτού την μουγγαρκάν του
τζι ο άγιος, που την γροικά, αμέσως εσηκώστην,
τζιαι το χαντζιάριν το γρουσόν στην μέσην του εζώστην.
Πάνω σε τζείνην την στιγμήν ο δράκος αναφαίννει
τζι ελάβριζεν το στόμαν του, ωσάν λαμπρόν, π' αφταίννει.
Που τον θωρεί ο άγιος, ευρέθην εις την σέλλαν,
τζιαι πέρνει τζιαι πο πίσω του ευτύς τζιαι την κοπέλλαν.
Ο δράκοντας που τους θωρεί, εκίνησεν κοντά τους,
τζι ευτύς με τέτοιας λοής στέκει τζιαι χαιρετά τους·
«Ώρα καλή σου, μπούκκωμαν, ώρα καλή σου, γέμμαν,
τζιαι ως τα ΄λιοβουττήματα ποσπάζουμέν τα τέλεια.
Πρώτα τρώω τον άδρωπον, τζι ύστερα την κοπέλλαν,
τζιαι ύστερα τον άππαρον πο την γρουσήν την σέλλαν».
Τζι ο άης Γιώρκης αποκρίθηκεν, τζιαι λέει, τζιαι λαλεί του:
«Μπούκκωμαν τρώεις χαντζιαρκάν, το δείλις αλυσίδιν,
τζι ως τα ΄λιοβουττήματα γινίσκεσαι παιγνίδιν».
Τζι εγύρισεν τον άππαρον, με πλάνον για να πάει.
Που τους θωρεί ο δράκοντας, γυρεύκει να τους φάει,
αλλά σε τζείνην την στιγμήν τζιαι εις αυτήν την ώραν,
μιαν χαντζιαρκάν του έδωκεν του δράκοντα στο στόμαν,
τζι ο δράκος εμουγγάρισεν τζιαι θάμματα 'μολόαν,
τζιαι τζεί οπού την έφαεν, το γαίμαν επιτούσεν,
τζιαι πάνω εσηκώννετουν τζιαι κάτω εδιούσεν.
Τζιαι ξεπεζεύκει παρευτύς την κόρην που τ΄αππάριν,
λαλεί της, «παρ΄το, σύρε το, ετούτον το λιοντάριν.
Πάρε το, κόρη, σύρε το στην χώρα του τζυρού σου,
εκεί εις το παλάτιον του περιποθητού σου,
για να το δουν οι Χριστιανοί, δια να πιστευθούσιν,
για να τον δουν οι άπιστοι, όλοι να βαφτιστούσιν».
Η λυερή φοήθηκεν τον δράκοντα να πιάσει,
γιατί τον είδεν να λακτά αυτόν τζιαι να ταράσσει
αλλ΄έπειτα η λυερή μ΄αγίου βοηθείαν
τον έπιασεν τον δράκονταν ευτύς με αφοΐαν
τζιαι έσυρνεν τον κατά γης τζι επειρνέν τον στην χώραν.
Πάνω σε τζείνην στην στιγμήν τζιαι εις αυτήν την ώραν,
ο δράκος εμουγγάρισεν τζι χώρα εν που ΄σείστην,
τζιαι το σκαμίν του βασιλιά έππεσεν τζι εραΐστην.
Τζι ο βασιλιάς αρώτησεν, «είντα' νι που συμβαίννει,
στην μουγγαρκάν π΄ακούσαμεν, η γη ευτύς να τρέμει!».
Όσοι τον εμισούσασιν, λαλούν του, πως συμβαίννει,
τζιαι έρκεται η κόρη του τον δράκονταν τζιαι φέρνει,
«να φα' τζιαι την βασίλισσαν τζι εσέν τον βασιλέαν,
τζιαι ούλους σου τους μισταρκούς, που βρέθουνται σ΄εσέναν»
αλλ΄όσοι την εμάθασιν ετούτην την αιτίαν,
του είπασιν καταλεπτώς πάσαν την αληθείαν.
Τζι ο βασιλιάς χαρούμενος τότες τους απεκρίθην:
«Τζιαι πκοιός ένι ο άνθρωπος, που μου ΄καμεν την χάριν
τζι εγλύτωσεν την κόρην μου πο τούτον το λιοντάρι;
Πρέπει να του δουλεύκουμεν νύκταν τζιαι την ημέραν
τζι εγιώ τζιαι η βασίλισσα τζι η μια μου θυγατέρα
να δώσω τζιαι την κόρη μου, για να γινεί γαμπρός μου,
να κάτσει εις τον θρόνον μου, ωσάν παιδίν δικό μου».
Τζαι νάσου τζιαι τον νιούλλικον ομπρός του τζι ανεφαίνει
τζιαι, σαν αετός ολόχρυσος, τον δράκονταν τζιαι φέρνει.
«Εγιώ ΄μαι, που σου έκαμα», λαλεί του, «αυτήν την χάριν,
τζι εγλύτωσα την κόρη σου πο τζείνον το λιοντάρι.
Εν θέλω ΄γιω την κόρη σου, για να γινώ γαμπρός σου,
ούτε να ονομάζουμαι ωσάν παιδίν δικό σου,
μον΄τζει χαμαί στον σκοτωμόν εκείνου του θερίου
να κτίσεις μίαν εκκλησιάν τ΄αγίου Γεωργίου,
που έρκεται η μέρα του ΄κοστρείς του Απριλλίου
αντίς νερόν ροδόστεμμαν, αντίς πηλόν χρυσάφιν,
αντίς το ψιντροχάλικον αδρόν μαρκαριτάριν,
που μέσα να ΄ν ολόχρυση, π΄αππέξω χρυσταλλένη,
που πάνω η τρούλλη της, να΄ν μαρκαριταρένη,
τζιαι με τ΄αμάξια το τζερίν τζιαι με τ΄ασσιά το λάδιν,
τζιαι με τα βορτωνόμουλα να φέρεις το λιβάνιν».
Τζι όσα του είπεν έκαμεν, τζι όσα του αναγγέλει,
ούλα τα ετελείωσεν, καθώς του παραγγέλει.
Ζωήν τζιαι χρόνια να ΄χετε όσοι τζι αν τ΄αγροικάτε,
τον άγιον Γεώργιον να τον δοξολογάτε.
Η πεταλλίνα πέτασεν τζι αετός χρυσός λοάται,
τζιαι τζείνος που το ΄ποίησεν σαν ποιητής λοάται,
τζείνου πρέπει μακάρισι τζι εμέναν τ΄ως πολλά ΄τε
ζωήν τζιαι χρόνια να ΄χετε εσείς, που τ΄αγροικάτε,
τζι όσ΄είστε ποιητάρηδες να το κοκκολοάτε.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Άγιος Γεώργιος ο Αλαμάνος - Saint George the Alaman


Ο Άγιος Γεώργιος ο Αλαμάνος είναι ένας από τους «Τριακόσιους» πρόσφυγες της Παλαιστίνης, τους λεγόμενος «Αλαμάνους» Αγίους της Κύπρου. Λέγεται ότι πριν μονάσει ήταν στρατιωτικός «Αλαμάνος». Αυτό το επίθετο επεκράτησε στον Άγιο Γεώργιο για να ξεχωρίζει από τον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο. Αυτό όμως το προσκόλλησαν στον Άγιο οι μεταγενέστεροι συναξαριογράφοι του 18ου -19ου αιώνα, Αρχιμανδρίτης Κυπριανός και Σάθας. Ο Άγιος ήταν Έλληνας Ορθόδοξος ερημίτης, ο οποίος μόναζε στην Παλαιστίνη πριν έρθει στην Κύπρο. Αφού γύρισε πολλά μέρη της Κύπρου, τελικά κατέληξε στη περιοχή όπου είναι κτισμένο το μοναστήρι που φέρει το όνομά του, «Άγιος Γεώργιος ο Αλαμάνος», νότια του χωριού Πεντάκωμο της Λεμεσού. Εκεί αφού βρήκε μια σπηλιά και από κάτω λίγο νερό, που τώρα είναι αγίασμα, άραξε εκεί και με την προσευχή και τη νηστεία, την αγρυπνία και την ησυχία, καθαρίστηκε από τα πάθη και έφτασε στην απάθεια και στη τέλειαν αγάπη του Θεού.

Δεν περισώζεται Ακολουθία του, αλλα και ούτε Συναξάρι για τον Άγιο τον Γεωργιο τον Αλαμάνο. Ωστόσο το μοναστήρι γιορτάζει στις δυο μνήμες του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, δηλαδή στις 23 Απριλίου και στις 3 Νοεμβρίου.


Saint George the Alaman is one of the "Three Hundred" Palestine refugees, the so-called "Alaman" Saints of Cyprus. It is said that before he became a monk, he was an "Alaman" military soldier. This adjective for Saint George prevailed in order to be distinguished from the Great Martyr George. But this adjective name was given to the Saint by his biographers Archimandrite Kyprianos and Sathas between the 18th and 19th centuries. The Saint was a Greek Orthodox hermit who led a monastic life in Palestine before coming to Cyprus. After having traveled many parts of Cyprus, he eventually settled in the area where presently there is the monastery bearing his name, "Saint George the Alaman (Agios Georgios Alamanos), which is south of the village Pentakono in the district of Limassol. After finding a cave and a little water, which is now holy water, he settled there and with prayers and fasting, vigil and peace, he was purified from passions, and arrived to apathy and perfect love of God.

The Holy Service of Saint George the Alaman has not survived, nor did his biography. However, the monastery celebrates during the two feasts of Saint George the Great Martyr, ie on April 23 and on November 3.

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Κοτζάμπασης της Κύπρου Ανδρέας Σολομωνίδης από το χωριό Έμπα της Πάφου

Κοτζάμπασης, πρόκριτος της Λάρνακας και κατόπιν της Λευκωσίας, ο Ανδρέας Σολομωνίδης (ή Σολομονίδης όπως ο ίδιος υπέγραφε) ήταν γιος ενός παπά Σολωμού από το χωριό 'Εμπα της επαρχίας Πάφου, ο οποίος φαίνεται να ήταν γόνος παλαιάς και ευγενούς οικογένειας της Κύπρου. Είχε συγγένεια με τον (καταγόμενο επίσης από την 'Εμπα) μητροπολίτη Ειρηνουπόλεως 'Ανθιμον. Παιδιά του παπά Σολωμού (που αναφέρεται στη διαθήκη του μητροπολίτη Ανθίμου το 1784) ήσαν ο Ανδρέας (πρωτότοκος), ο Νικόλαος (γνωστός ως λογιώτατος λόγω της πλατειάς μορφώσεως του και της ποιητικής του ικανότητας. Διετέλεσε και προσωρινός δραγομάνος της Κύπρου επί τριετία (1805 -1808), η Ελένη, ο Μάρκος (που απέκτησε μεγάλη ισχύ και πολιτική δύναμη, ως συνεργάτης και βοηθός του αδελφού του Ανδρέα) και ο Χριστόδουλος (απογόνοι του οποίου ζουν μέχρι σήμερα στην Έμπα) .

Ο Ανδρέας Σολομωνίδης πιθανώτατα γεννήθηκε στην 'Εμπα. Ο Ανδρεάς ήταν ευκατάστατος διότι ο πατέρας του είχε το τσιφλίκι "Βασιλικόν", αλλά επλούτησε κυρίως από τις οικονομικές του δραστηριότητες. Πάντως η καταγωγή του και οι εκείθεν σχέσεις του συνετέλεσαν στην ανάδειξήν του.'Εζησε στη Λάρνακα, όπου απέκτησε ισχύ ιδίως μετά το γάμο του με την κόρη του προκρίτου της Λάρνακας Πετράκη Καρύδη. Από τη Λάρνακα μετοίκησε το 1811 στη Λευκωσία, όταν διορίστηκε γραμματικός του σεραγίου. 'Οπως σημειώνει και ο Ε. Γ. Πρωτοψάλτης (Η Κύπρος εις τόν Αγώνα τού 1821, Αθήνα, 1971, σ. 101), η θέση του γραμματικού του σεραγίου στην πραγματικότητα σήμαινε το γραμματέα επί των φορολογικών υποθέσεων της Αρχιεπισκοπής, διότι η Αρχιεπισκοπή είχε την ευθύνη για τους φόρους και τις φορολογίες των ραγιάδων. Ο ίδιος μελετητής σημειώνει επίσης (ό π. π.) ότι μετά την πτώσιν τού δραγουμάνου [Χατζηγεωργάκη] Κορνεσίου (1809), και του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου (1810), η επικράτησις τού αντιθέτου πρός αυτούς κόμματος τού [νέου] αρχιεπισκόπου Κυπριανού εστέρησε τούς Σολομωνίδας καί τούς συγγενείς αυτών Οικονομίδας τής ηγετικής θέσεως, ήν είχον πρότερον εις τά κοινά πράγματα καί περιήγαγεν αυτούς εις δευτέραν μοίραν. Τώρα τήν πρώτην θέσιν κατέλαβον οι ανεψιοί τού νέου αρχιεπισκόπου Κυπριανού, οι Θησείς. Εκ τούτου εδημιουργήθησαν μεταξύ τών δύο μερίδων ισχυρά πάθη, τά οποία απέβησαν εις βάρος τής κυπριακής ενότητος κατά τούς δυσκόλους εκείνους καιρούς.

Ωστόσο ο Ανδρέας Σολομωνίδης κατέλαβε, τον επόμενο χρόνο της αναρριχήσεως του Κυπριανού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, το σημαντικό αξίωμα του γραμματικού του σεραγίου που τον έφερε - όπως κι ο Ε. Γ. Πρωτοψάλτης σημειώνει - σε θέση ισχύος, με άμεση ανάμιξή του στα κοινά και στενή επαφή προς τη διοικούσα Εκκλησία (δηλαδή με τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανόν και τον κύκλο του). Στα κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής ο Σολομωνίδης ανευρίσκεται συχνά, αναφερόμενος με τον τίτλο του γραμματικού του σεραγίου. Αλλού αναφέρεται ως κοτζάμπασης της Κύπρου, όπως σε επιστολή από τη Σάμο του ιερομονάχου Ιλαρίωνος του Κυπρίου (25 Μαρτίου 1820) προς το Νικόλαο Θησέα στην Τεργέστη, που αναφέρεται στην ίδρυση Ελληνικής Σχολής στη Λεμεσό. Στον παρατιθέμενο στην επιστολή μακρύ κατάλογο των όσων ενίσχυσαν τη Σχολή περιλαμβάνεται και ο φιλόμουσος καί μέχρις ενθουσιασμού φιλογενής κύριος Ανδρέας Σολομωνίδης ο Κοτζάμπασης τής Κύπρου γρ[όσια] 22. 500. Μάλιστα αναφέρεται δεύτερος στη σειρά, μετά τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανόν που εισέφερε μόνο 6. 000 γρόσια (Λ. Φιλίππου, Τα Ελληνικά Γράμματα εν Κύπρω, 1930, σ. 238).

Το 1821, μετά την έναρξη της επανάστασης στην Ελλάδα και την κρίση στην Κύπρο, που οδήγησε τελικά στην εκτέλεση του αρχιεπισκόπου Κυπριανού τον Ιούλιο, των άλλων ιεραρχών και εκατοντάδων κληρικών και λαϊκών, αρκετοί 'Ελληνες Κύπριοι εξισλαμίσθηκαν προκειμένου να σώσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ανδρέας Σολομωνίδης που μετονομάστηκε σε Χουρσίτ αγά, κι ο αδερφός του Μάρκος που μετονομάστηκε σε Αχμέτ αγά. Ο κ. Γ. Παπαχαραλάμπους γράφει ότι ο Ανδρέας εξισλαμίσθη το 1821 δια να σώσει την ζωή του. Έπειτα οι Τούρκοι συνέλαβαν και τον Μάρκο, δια να τον αποκεφαλίσουν, αλλά τον είδεν ο Ανδρέας και τον έσωσεν, αφού ο Μάρκος εξισλαμίσθη. Δια το λόγον αυτόν εχάρισαν τους φόρους εις όλους τους κατοίκους της Έμπας επί Τουρκοκρατίας μετά το 1821. Είναι επίσης γνωστόν ότι επροστάτευσαν την εκκλησία του χωριού τους και δεν την άφησαν να καταστραφεί από τους Τούρκους.

Ο Ανδρέας Σολομωνίδης/Χουρσίτ αγάς κατόρθωσε να σώσει τη ζωή και τη μεγάλη περιουσία του. Το τίμημα όμως για την πράξη του να ασπασθεί τον ισλαμισμό και ν' απαρνηθεί (τυπικά έστω μόνο, όπως προκύπτει από τις μετέπειτα πράξεις του) τη χριστιανική του θρησκεία και την ελληνική εθνικότητά του, υπήρξε βαρύ. Η σύζυγός του, Μαρία, κόρη του Πετράκη Καρύδη, και οι δυο θυγατέρες τους, τον εγκατέλειψαν - προκειμένου ν' αποφύγουν οι ίδιες τον εξισλαμισμό ή και από ντροπή ίσως - και διέφυγαν εκτός Κύπρου. Κατέληξαν στο Λιβόρνο της Ιταλίας όπου ο Σολομωνίδης τους έστελλε κάθε μήνα χρήματα για να συντηρούνται. Υπάρχει αμφιβολία εάν τον εγκατέλειψαν ή εάν ο ίδιος τις έστειλε εκτός Κύπρου (Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, ό π. π., σ. 103) προκειμένου να τις προστατεύσει. Ο ίδιος, πάντως, σύντομα νυμφεύθηκε και δεύτερη φορά στην Κύπρο, παίρνοντας ως άλλη σύζυγό του την Κατερίνα Χάββα, πρώην μνηστή του αγωνιστή Νικολάου Θησέως. Ο γάμος έγινε εκβιαστικά, με απαίτηση του ιδίου του Σολομωνίδη, ο οποίος κι απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη μετά τον εκτουρκισμό του. Ο Γ. Κηπιάδης, στα Απομνημονεύματα τον κατηγορεί ότι μετά τον εκτουρκισμό του και τη μετονομασία του σε Χουρσίτ αγά, καταδίωξε σφοδρά τους ομογενείς του, μάλιστα επωφεληθείς τής περιουσίας πολλών θυμάτων.

Από την άλλη όμως, ο Ανδρέας Σολομωνίδης δε φαίνεται να είχε προσχωρήσει στον Ισλαμισμό ειλικρινά και κατά συνείδησιν, αλλά μάλλον παρέμεινε κρυπτοχριστιανός. Σε επιστολή του προς τον κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, ημερομηνίας 19 Αυγούστου 1828 (που εστάλη μαζί με την επιστολή του αρχιεπισκόπου και των λοιπών παραγόντων, την οποία και αυτός είχε προσυπογράψει), ο Σολομωνίδης έγραφε και αυτά:. . . Εις τήν θέσιν μου δέν δύναμαι άλλο, ειμή νά παίξω τήν βαρβαρότητα πρός μικράν ελάφρωσιν τών μαστιζομένων, νά παρηγορώ καί νά συμπράττω πάντοτε πρός όφελος...

Ισχυρίζεται, δηλαδή, ότι υποκρινόταν μπροστά στους Τούρκους προκειμένου να βοηθά τους συμπατριώτες του. Στην ίδια επιστολή του ομιλεί για περιστάσεις δεινές που καί κατόρθωσαν νά αλλοιώσουν τα σώματα καί τά ονόματά τινων Κυπρίων, δέν ημπόρεσαν μολοντούτο νά βλάψουν τόν εσωτερικόν άνθρωπον. Υπονοεί, προφανώς, τον εαυτό του, που στα κρυφά παρέμεινε Χριστιανός. Είναι επίσης χαρακτηριστικό το ότι δεν απερρίφθη από τους ηγέτες των Ελλήνων της Κύπρου. Μάλιστα προσυπογράφει την επιστολή που εστάλη κρυφά εκ μέρους των ηγετών αυτών προς τον Ιωάννη Καποδίστρια, ικετεύοντάς τον να βοηθήσει την Κύπρο. Η ομαδική εκείνη επιστολή είναι γραμμένη με το χέρι του Σολομωνίδη, πράγμα που φανερώνει ότι αυτός ήταν και ο συντάκτης της. Ταυτόχρονα ο ίδιος έστειλε και δική του προσωπική επιστολή στον Καποδίστρια, την ίδια ημερομηνία. Το πλήρες κείμενο της επιστολής αυτής έχει ως εξής:

Εξοχώτατε!

... Ως προς άνδρα προωρισμένον διά τό 'Εθνος καί όστις κατά μίμησιν τού πραοτάτου Ιησού δέχεται και παιδία προσερχόμενα, λαμβάνω τήν τόλμην νά παρρησιασθώ πρός τήν υμετέραν εξοχότητα.

Εν ώ συγχαίρω μέ τήν φιλτάτην [πατρίδα] απολαβούσαν τούς καρπούς τών αγώνων της διά τής ευλογίας τού μεγαλοδυνάμου Θεού, συγχαίρω και μέ τα τέκνα της, διότι υπό τό όνομα ανδρός εναρέτου απολαμβάνουν καί τούς γλυκυτέρους καρπούς τής ευνομίας (μόνον τούτο λυπούμαι λύπην ατελεύτητον, διότι έν τή νήσω τής Κύπρου βασιλεύουν ο αφανισμός καί η λύσσα.

Περιστάσεις δειναί, άν καί κατώρθωσαν νά αλλοιώσουν τά σώματα καί τά ονόματά τινων Κυπρίων, δέν ημπόρεσαν μολοντούτο νά βλάψουν τόν εσωτερικόν άνθρωπον (μάρτυρες τά εκδοθέντα έγγραφα εις τό έτος [1]825 υπέρ τού μαστιζομένου τούτου λαού καί ο πατριώτης κύριος Χ'' Μάλης, εις τού οποίου τήν εμπιστοσύνην αφιερώθηκαν καί σώζονται.

Τά πράγματα αυτά καθ' εαυτά, αντενεργήσαντα εις τό σκοπούμενον, ενέκρωσαν τάς ενεργείας καί ούτως έτι μένει η νήσος υποκείμενον τών στεναγμών. 'Ηδη δέ υψώσασα χείρας καί μέ δάκρυα εξαιτούσα το έλεος του Θεού, δοκιμάζει εκ νέου τήν τύχην της, έχουσα βεβαίαν ελπίδα εις τάς αρετάς καί ευσπλαχνίαν τής υμετέρας εξοχότητος. Κρούει καί ζητεί διά νά εύρη ανοικτάς αγκάλας(θέλει διά νά θελήση καί ο Θεός καί οι κρατούντες καί διανέμοντες τάς τύχας τών εθνών.

Εξοχώτατε! 'Εν μέσω πολλών κινδύνων επάσχισα νά εγκαρδιώσω τό Ιερατείον καί τούς Προκρίτους, διά νά προσφέρουν τάς ικεσίας τού λαού έμπροσθεν τού Ελληνικού βήματος καί νά ζητήσουν δι' αυτού τό έλεος τού θεού διότι εις τήν θέσιν μου δέν δύναμαι άλλο, ειμή νά παίξω τήν βαρβαρότητα πρός μικράν ελάφρωσιν τών μαστιζομένων, νά παρηγορώ καί νά συμπράττω πάντοτε πρός όφελος, ελπίζων μετά Θεόν τήν συνδρομήν τών δυνατών.

Λοιπόν, άν η πρόνοια τής Κυβερνήσεως εφεύρη τά μέσα τού νά ελευθερωθή τού ζυγού καί αύτη η νήσος, η οποία ήδη προστρέχει μέ δάκρυα εις τήν φιλανθρωπίαν τής ημετέρας εξοχότητος, επλήρωσε καί ο δούλος του υπό τό μυσαρόν πρόσχημα μέρος τών ιερωτέρων χρεών τού ανθρώπου πρός τήν πατρίδα του.

'Εχω τήν μεγαλυτέραν τιμήν νά υποσημειούμαι τής υμετέρας εξοχότητος

ταπεινότατος δούλος

Ανδρέας ο Σολομονίδης
'Εν Λευκωσία τής Κύπρου
τή 19 Αυγούστου 1828
Πρός τόν Εξοχώτατον Κυβερνήτην τής Ελλάδος
Κύριον Κύριον Ι. Α. Καποδίστριαν

Το έγγραφο του Σολομωνίδη/Χουρσίτ αγά φανερώνει ότι αυτός είχε, στα κρυφά, παραμείνει Χριστιανός και πατριώτης. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι 7 περίπου χρόνια μετά τον εξισλαμισμό του, στα εμπιστευτικά έγγραφα υπογράφει με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο. Επίσημα όμως δεν επανήλθε στους κόλπους της Εκκλησίας αλλά παρέμεινε ενταγμένος (έστω και τυπικά μόνο) στον Ισλαμισμό, μέχρι το τέλος της ζωής του που ήλθε μετά το 1847 (σύμφωνα προς εγγραφές στα κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής, όπου φαίνεται ότι ο Σολομωνίδης εξακολουθούσε μέχρι τότε να είναι σημαντικός παράγων και πρωτεύον πρόσωπο στη διαχείριση των κοινών στην Κύπρο.

Μεσαιωνικόν Οικόσημον της οικογενείας Σολομωνίδων. Το πρωτότυπο βρίσκεται πάνω σε εικόνα αφιερωμένη από την οικογένεια στην εκκλησία της Έμπας με τ΄αρχικά F.S. (Familia Solomos)

Ευαγγέλιο του 1539 αφιερωμένο στην εκκλησία της Έμπας από την οικογένεια των Σολομωνίδων με την υπογραφή: Χ'' Σολομών Χ'' Χριστοδούλου παπά Σολομών.

Πηγές:
Ανδρέας, Νικόλαος, Χριστόδολος και Μάρκος Σολομονίδαι
Κώστας Π. Κύρρης

Κυπριακαί Σπουδαί, Τόμος ΛΓ' , 1969
Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Κύπριος Επίσκοπος Ειρηνουπόλεως (Βαγδάτης) Άνθιμος και η Διαθήκη του - The Cypriot Bishop of Irinoupolis (Baghdad) Anthimos and his Will

Ο επίσκοπος Ειρηνουπόλεως Άνθιμος καταγόταν από το χωριό Έμπα της επαρχίας Πάφου της Κύπρου και έζησε κατά τον 18ον αιώνα. Για τον επίσκοπο Ειρηνουπόλεως Άνθιμο ήσαν μέχρι σήμερα λίγα γνωστά. Απ' ότι γνωρίζομε έχει γράψει γι αυτόν μόνον ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ο οποίος έφερε στο φως τέσσερα έγγραφα του Κύπριου Πατριάρχη Αντιοχείας Σιλβέστρου, στα οποία γίνεται μια σχετικά εκτενή αναφορά για τον επίσκοπον αυτόν.
Ο Κύπριος Πατριάρχης Αντιοχείας Σίλβεστρος είχε δράσει ενεργά υπέρ της Ορθοδοξίας κατά τους χρόνους της Πατριαρχείας του (1724 - 66) και κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την εξουδετέρωση της λατινικής εκκλησιαστικής προπαγάνδας η οποία επιτελείτο τότε μεταξύ των Αράβων Ορθοδόξων για την προσηλύτιση τους στο λατινικό δόγμα. Για το έργο του αυτό, ο Πατριάρχης Σίλβεστρος χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του πρώην Αρχιμανδρίτου του θρόνου Αντειχείας Άνθιμου, τον οποίο χειροτόνησε ο ίδιος σε τιτουλάριον επίσκοπον Ειρηνουπόλεως κατά το 1765, λίγο πριν από τον θάνατό του. Η Ειρηνούπολης όπως αναφέρει το δεύτερο από τα εν λόγω έγγραφα βρισκόταν στην Ανατολή, κοντά στον Ευφράτη ποταμό. (σημερινή Βαγδάτη). Όμως, κατά τον 18 αιώνα δεν υπήρχε πλέον Μητρόπολης εκεί, και η δε πόλης εξουσιαζόταν, όπως αναφέρει ο Πατριάρχης Σίλβεστρος στο έγγραφο αυτό, από Άραβες της ερήμου. Έτσι, στην ουσία ο Άνθιμος δεν έχει ούτε εκκλησιαστική περιφέρεια να ηγείται αλλά και ούτε ποίμνιον να ποιμαίνει ως επίσκοπός του. Το μόνο που κατείχε ήταν ο τίτλος ενός επισκοπικού θρόνου που στην πραγματικότητα δεν υφίσταντο πλέον και για αυτό ήταν τιτουλάριος επίσκοπος.
Ο Αρχιμανδρίτης Άνθιμος ήταν, όπως μας πληροφορεί το πρώτον έγγραφο του Πατριάρχη Σιλβέστρου, «Ανήρ θεοσεβής και τα θεία καλώς πεπαιδευμένος» και συνεχίζει να τον επαινεί ότι είναι σεμνός και ότι προάγει τη νουθεσία και την ωφέλεια των ορθοδόξων. Με τον ίδιο τρόπο εκφράζεται ο Πατριάρχης Σίλβεστρος και στο δεύτερο του έγγραφο και γράφει ότι ήταν « πιστός και θεοφόρος» ενώ μας πληροφορεί ότι επέδειξεν άκραν υποταγή και κατ' εντολή του Πατριάρχη «εσύναζεν ελεημοσύνην από τους φιλελεήμονας χριστιανούς» την οποία και έδωσε σε αυτόν. Φαίνεται ότι το Πατριαρχείο Αντιοχείας αντιμετώπιζε τότε δεινές οικονομικές συνθήκες, γι αυτό οι ελεημοσύνες των χριστιανών ήταν πολύ ευπρόσδεκτες. Άλλωστε ήταν πολλές οι φορές που οι Πατριάρχες της Αντιοχείας επλανώντο με το σάκκο της ελεημοσύνης σε μακρινές χώρες εν μέσω πολλών κινδύνων και κακουχιών για να μαζέψουν χρήματα για τα χρέη του θρόνου. Στο δε τέταρτο έγγραφο του, ο Πατριάρχης Σίλβεστρος αναφέρει ότι ο Άνθιμος ήταν «ανήρ τίμιος και ευλαβής, ευσχήμων και σεμνοπρεπής και παντοία αρετή κεκοσμημένος». Για τις αρετές του αυτές τον συνιστά στο ποίμνιον του Πατριαρχείου του ως ικανό να ωφελήσει μέσω του λόγου του αλλά και μέσω του παραδείγματος της αρετής του.
Αφορμή για τη χειροτονία του Αρχιμανδρίτου Άνθιμου σε επίσκοπον Ειρηνουπόλεως εδόθη από τον ίδιο αφού έκαμε αίτηση στον Πατριάρχη να τον χειροτονίσει σε επίσκοπο για να μπορεί να πηγαίνει και να εφησυχάζει όπου ήθελε. Η χειτοτονεία του σε επίσκοπο του παρείχε την ευκαιρία να πηγαίνει όπου ήθελε ενώ η χειροτονεία το δόθηκε για να έχει «μόνιμον διηνεκή ασφάλεια» όπως αναφέρει ο Πατριάρχης Σίλβεστρος στο πρώτο του έγγραφο. Φαίνεται ότι τον Αρχιμανδρίτη και έπειτα επίσκοπον Άνθιμον τον κατέτρεχαν οικονομικές δυσχέρειες αφού ο Πατριάρχης Σίλβεστρος συνεχίζει να γράφει στο ίδιο έγγραφο ότι ο Άνθιμος «διετέλει εν ενδεία και στερήσει των προς ζωάρκειαν αναγκαίων». Για αυτό συνιστά ο ίδιος σε εγκύκλιό του προς τους χριστιανούς της επαρχίας του να τον συνδράμουν γενναιόδωρα για να εύρει «πόρον και τρόπον των αναγκαίων αυτού». Και όχι μόνον αυτό, αλλά αμέσως και χωρίς περιστροφές, ο Πατριάρχης Σίλβεστρος ενώ ευρίσκετο στην Κωνσταντινούπολη για εξεύρεση τρόπου καταπολέμησης της λατινινής προπαγάνδας πάνω στους Ορθοδόξους Άραβες, απέστειλε από μέρους του εγκύκλιο η οποία απευθυνόταν προς τους επιτρόπους, κληρικούς, ιερείς, ιερομονάχους και τους χριστιανούς της επαρχίας του και συνιστούσε να δεχθούν τον Άνθιμον «μετά της προσηκούσης τιμής και ευλαβείας και αγάπης προσηκούσης τω αρχιερατικώ αυτού επαγγέλματι, και να τον προσκαλούν εις τας οικίας των, δια να ψάλλη αγιασμούς, να λειτουργήση εις την εκκλησίαν περιερχόμενος όλην την επαρχίαν» κι σινεχίζει να τους συνιστά να τον αμείβουν γενναιόδωρα «Και υμείς, λέγει, να τον φιλοδωρήσητε πλούσια χειρί εκ των ων ευπορείτε παρά θεού αγαθών, δια να σας εύχεται θερμότερον και να μνημονεύη των ονομάτων εις τας προς θεόν εντεύξεις του» (!!).
Η χειροτονία του Άνθιμου σε τιτουλάριον επίσκοπον Ειρηνουπόλεως έγινε στη Δαμασκό κατά τον μήνα Φεβρουάριο του 1765 μετεχόντων της τελετής της χειροτονίας, πλην του Πατριάρχου Σιλβέστρου, και των επισκόπων Τύρου και Σιδώνος Μακαρίου και του Σαϊδανάγιας Ιεροθέου (ολόκληρη η πράξη της εκλογής και χειροτονίας του επισκόπου Ανθίμου περιέχεται στο πρώτο έγγραφο του Πατριάρχη Σιλβέστρου).
Είναι άξιον προσοχής ότι ο Ειρηνουπόλεως Άνθιμος απέλαυε τόση εκτίμηση από τον Πατριάρχη Σίλβεστρο, ώστε όχι μόνο τον εγκωμιάζει στα επίσημα έγγραφά του, όπως είδαμε πιο πάνω, αλλά και τον χρησιμοποίησε ως αντιπρόσωπό του, στην επαρχία του του, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Φαίνεται επίσης ότι το 1766 ο Ειρηνουπόλεως Άνθιμος ευρίσκετο στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Πατριάρχη Σίλβεστρο για το ζήτημα της λατινικής προπαγάνδας ανάμεσα στους Άραβες Ορθοδόξους.
Αν και τα έγγραφα του Πατριάρχη Σιλβέστρου δεν αναφέρουν τίποτα για την πατρίδα του Άνθιμου, είναι δυνατόν να εικάσει κανείς ότι για να υπάρχει τόσος στενός δεσμός μεταξύ του Πατριάρχη και αυτού συνέλαβε το γεγονός ότι ήταν και οι δύο Κύπριοι. Είναι γνωστόν ότι και άλλοι επίσκοποι από την Κύπρο υπηρετούσαν κατά τα χρόνια αυτά στον θρόνο της Αντιοχείας. Περί τούτου μας βεβαιούν έγγραφα κατακεχωρισμένα στον κώδικα Α της Αρχιεπισκοπής Κύπρου (σελ 128 κ. ε.). Εκεί είναι επίσης κατακεχωρισμένη και η διαθήκη του επισκόπου Άνθιμου συνημμένη μαζί με την εισαγωγή και της σημειώσεις της.
Ο επίσκοπος Ειρηνουπόλεως 'Ανθιμος συνέταξε την διαθήκη του το 1784, στο χωριό του την Έμπα, ευρισκόμενος σε βαθύ γήρας. Παρ΄όλον ότι προησθάνετο τον θάνατό του, εμελέτα τότε αποδημίαν στη βασιλεύουσα. Αλλ΄εθέλησε πριν την αποδημία του να αφήσει διαθήκη στη πατρίδα του, την οποία αφού σύγγραψε, την παράδωσε στον εξ ανεψιάς (αδελφότεχνης) γαμβρό του Παπασολομών, ο οποίος κατήγετο και αυτός από το χωριό Έμπα. Η διαθήκη εσφραγίσθη με την ίδια τη σφραγίδα του και παραδόθηκε μετά της ρητής διαταγής να μη ανοιχθεί μέχρι της επιστροφής του εις την πατρίδα του, πλην βεβαίως σε περίπτωση θανάτου του και μόνον. Μαζί με την εντολή αυτή παρέδωσε και τρεις ομολογίες οι οποίες βεβαιούσαν για χρήματα που δάνεισε σε ιερά ιδρύματα στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό δεικνύει ότι ο επίσκοπος Άνθιμος, ο οποίος ζούσε προηγουμένως σε μεγάλη φτώχεια, κατόρθωσε να εξοικονομήσει χρήματα - ίσως από τις ελεημοσύνες των χριστιανών, για τις οποίες αναφέραμε πιο πάνω- τα οποία κατάθεσε έναντι γραμματίων και με τόκους στη Μονή Κύκκου και τη Μονή Χρυσορροϊάτισσας. Από τις ομολογίες αυτές η μία στη Μονή Χρυσορροϊάτισσας ήταν στο όνομα του ανεψιού του (υιού του Παπασολομού) Νικολάου Λογιωτάτου για 1000 γρόσια, η άλλη στην ίδια Μονή ήταν στ΄όνομα του ιδίου του Άνθιμου για 500 γρόσια, ενώ η τρίτη ομολογία που ήταν στην Μονή Κύκκου και πάλι στ΄όνομά του ήταν δια του ποσού των 2000 γροσίων.
Από τον απολογισμό της διαθήκης προκύπτει ότι η μία ομολογία στην Μονή Χρυσορροϊάτισσας είχε συναφθεί έξι χρόνια πριν το άνοιγμα της διαθήκης διότι επληρώθησαν σε αυτή τόκοι για έξι χρόνια οι οποίοι ανήλθαν σε 600 γρόσια, πράγμα το οποίο δεικνύει ότι το επιτόκιο ήταν 10%. Η άλλη ομολογία που ήταν κατατεθειμένη στη Μονή Κύκκου απέφερε τόκους των 700 γροσίων. Αυτή πρέπει να είχε μικρότερο επιτόκιο από το 10%. Μαζί με τους τόκους, το συνολικό ποσό που άφησε στη διαθήκη του ο Άνθιμος ήταν 4800 γρόσια.
Η διαθήκη ανοίχθηκε μετά τον θάνατο του επισκόπου Άνθιμου που συνέβηκε τον Αύγουστο του 1791. Οι εκτελεστές της ωρίζοντο ο Πάφου Πανάρετος, συγγενής του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσάνθου (αλλά φαίνεται ότι ήταν και συγγενής του Άνθιμου) και ο γαμβρός εξ ανεψιάς (αδελφότεχνης) του Επισκόπου Άνθιμου Παπασολομών. Ο Πάφου Πανάρετος είχε πεθάνει λίγο πριν από τον θάνατο του Άνθιμου και γι αυτό η εκτέλεσης της διαθήκης έγινε από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Την εκτέλεση της διαθήκης επόπτευσε αυτοπροσώπως και ο ανεψιός (αδελφότεχνος) του επισκόπου Ανθίμου, Νικόλαος ο Λογιώτατος, υιού του Παπασολομού. Από τη διαθήκη μαθαίνουμε ότι η ανεψιά του επισκόπου Ανθίμου, η πρεσβυτέρα Μαρία και ο γαμβρός του Παπασολομών, είχαν εκτός από τον Νικόλαον και άλλους τρεις υιούς, τον Μάρκον, Χριστόδουλον και Ανδρέαν, και μια κόρη με τ' όνομα Ελένη. Η οικογένεια αυτή των Παπασολομονίδων από το χωριό Έμπα, προέκυψε να αναδειχθεί κατά τον 19ον αιώνα ως μία από τις πιο ισχυρές οικογένειες του νησιού, διαδραματίζοντας μεγάλο ρόλο στα πολιτικά, θρησκευτικά, αλλά και οικονομικά δρώμενα της Κύπρου κατά την εποχή εκείνη. Απόγονοι της οικογένειας των Παπασολομονίδων ακόμη ζουν στο χωριό Έμπα μέχρι σήμερα.
Από την διαθήκη του επισκόπου Ανθίμου, οι ανεψιοί του αυτοί έλαβαν τα εξής ποσά: Ο Νικόλαος ο Λογιότατος γρ. 1000, η Ελένη γρ. 150, ο Μάρκος γρ. 150, ο Χριστόδουλος γρ. 150, και ο Ανδρέας γρ. 150.
Περαιτέρω ποσά άφησε δια της διαθήκης του στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου και στους λοιπούς αρχιερείς, στην Μονή Μαχαιρά και στη Μονή του Σταυρού της Μίθθας (κοντά στο χωριό Τσάδα της Πάφου), στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Νικοξυλίτη (κοντά στο χωριό Δρούσια της Πάφου) στην εκκλησία του χωριού του, Έμπα, σε διάφορες Μονές και Σκήτες του Αγίου Όρους, στον Άγιο Τάφο, σε διάφορες εκκλησίες της Κύπρου και σε μια φτωχή γυναίκα από το χωριό Σύσκληπον. Άξιον ιδιαίτερης σημειώσεως είναι το επιδειχθέν ενδιαφέρον του επισκόπου Ανθίμου προς τις Μονές και τις Σκήτες του Αγίου Όρους, αλλά είναι γνωστό ότι και από άλλες περιπτώσεις βεβαιούνται η σχέση της Κύπρου με αυτές. Και ο Πατριάρχης Αντιοχείας Σίλβεστρος είχε μεταβεί πριν από την ανάρτησή του στο θρόνο για προσκύνημα στο Άγιο Όρος. Δεν θα είναι απίθανο να έκανε το ίδιο προσκύνημα και ο Ειρηνουπόλεως Άνθιμος. Επίσης είναι αξιοπαρατήρητο ότι αφήνει διάφορα ποσά και για την οικοδόμηση ναών στην Κύπρο.
Εξ όσων γνωρίζομε, αυτή η διαθήκη είναι η μόνη γνωστή διαθήκη Κυπρίου Επισκόπου του 18ου αιώνα. Δεν μας πληροφορεί μόνο για τη ζωή αυτού το επισκόπου, αλλά και μας δεικνύει τα χριστιανικά αισθήματα που κατείχε. Επίσης αποδεικνύει την Αγάπη του προς την πατρίδα του Κύπρο και τη κατανόηση που είχε για τις ανάγκες διάφορων εκκλησιαστικών ιδρυμάτων στη Κύπρο και στο Άγιο Όρος. Είναι πιθανόν ότι πριν τη τελευταία του αποδημία ο επίσκοπος Άνθιμος είχε μείνει αρκετό χρόνο στη Κύπρο και γνώριζε τις ανάγκες των ναών της. Πιθανόν να ήλθε στη Κύπρο μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Σιλβέστρου το 1766.

Πηγή: Κυπριακαί Σπουδαί, 1953

Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Bishop Anthimos of Irinoupolis came from the village of Emba in the district of Paphos in Cyprus and lived during the 18th century. Until recently little was known about Bishop Athimos. What we know about him is written only by the Archbishop of Athens Chrysostomos Papadopoulos who revealed four documents written by Sylvester, the Cypriot Patriarch of Antioch, who makes a fairly extensive reference to this bishop.
Sylvester, the Cypriot Patriarch of Antioch had been very active in favor of Orthodoxy during the years of his Patriarchate (1724- 66) and made several attempts to combat the propaganda made then by the Latin Church among the Arab Orthodox in order to convert them to the Roman doctrine. For doing so, Patriarch Sylvester used the services of the former Archimandrite of the throne of Antioch, Anthimos, whom he ordained as titular bishop of Irinoupolis in 1765, shortly before his death. Irinoupolis as reported in the second of these documents was in the East near the Euphrates River. (present day Baghdad). But during the 18th century a Bishopric no longer existed there, and as Patriarch Sylvester notes in this document, the city of Irinoupolis was dominated by Arabs of the desert. So, in essence Anthimos had no ecclesiastical region to be head of, nor did he have a flock to attend to as their Bishop. All he had was the title of a Bishop's throne which in fact no longer existed and for this reason he was a titular Bishop.
Archimandrite Anthimos was, as Patriarch Sylvester tells us in his first document, "a godly man and well-educated in the matters of religion" and keeps praising him as been modest and a man who promotes the admonition and the benefit of the Orthodox. Patriarch Sylvester expresses himself similarly in his second document as well and writes that Anthimos was "loyal and Godbearing" and that he showed extrime subordination and at the behest of the Patriarch "he collected donations from almsgiving Christians" which he gave to him. It seems at that time the Patriarchate of Antioch was confronted with dire economic circumstances, so the almsgiving Christians were very welcome. Indeed, there were many times where the Patriarchs of Antioch wondered around with a bag on their shoulder collecting charity in far away countries amid many hazards and hardships in order to raise money for the debt of the throne. In his fourth document, Patriach Sylvester states that Anthimos was an "honest and pious man, decent and hamble and decorated with all the virtues. For these virtues, Patriarch Sylvester recoments Anthimos to the flock of his Patriarchate indicating him as been capable to benefit them through his words but also through the example of his virtues.
The reason for the ordination of Archimandrite Anthimos as Bishop of Irinoupolis was given by Anthimos himself after he made a proposal to the Patriarch to ordine him as Bishop in order to be able to go and stay where ever he wanted. His ordination as Bishop offered him the chance to go where ever he wanted, while the ordination itself gave him "permanent and perpetual security" as reported by Patriarch Sylvester in his first document. It seems that Archimandrite and later Bishop Anthimos was run over by financial difficulties since Patriarch Sylvester continues to write in the same document that Anthimos "lives in poverty and deprived of what is necessary for him to live". For this reason, in an encyclical paper send to the Christians in his Patriarchal province, he recommends them to assist Anthimos generously in order to find "means and ways for what is necessary for him to live on". And not only that, but immediately and unequivocally, while in Constantinople to find ways to fight the Latin propaganda among the Orthodox Arabs, Patriarch Sylvester sent a encyclical paper addressed to the commissioners, clergy, priests, monks and christians of his Patriarchal province, recommending them to accept Anthimos "with the appropriate honour and piety and love fit for a Bishop, and to invite him to their homes to chant and sprinkle them with holy water, to allow him to operate in all the churches belonging to the Patriarchate", and goes on recommending them to give generous rewards him, "so that he would pray to God for you with more fervour and to commemorate your names during his conversations with God"(!!).
The ordination of Anthimos as titular Bishop of Irinoupolis was held in Damascus in the month of February in 1765 and the participants at the ordination ceremony, other than Patriarch Sylvester, was the Bishop of Tyre and Sidon, Makarios, and the Bishop of Saydnaya, Ierotheos (the whole act of the election and ordination of Bishop Anthimos is contained in the first document of Patriarch Sylvester).
It is worthy of attention that the Bishop of Irinoupolis, Anthimos, enjoyed much appreciation from Patriarch Sylvester that not only did he praise him in his official documents, as we have seen above, but also placed Anthimos as his representative in his Patriarchal province, as mentioned above. It also appears that in 1766 Athimos of Irinoupolis had been in Constantinople along with Patriarch Sylvester on the issue of the Latin prapaganda among the Orthodox Arabs.
While Patriarch Sylvester does not mention anythings in his documents about the homeland of Anthimos, one can infer that the very close relationship between the Patriarch and Anthimos can be attributed to the fact that they were both Cypriots. It is known that other bishops from Cyprus served the throne of Antioch during these years. Attesting to this claim are the documents which are kept in code A in the Archbishopric of Cyprus (p. 128 et seq). This is also the place where the will of Bishop Anthimos is kept attached along with an introduction and notes.
Anthimos, the Bishop of Irinoupolis drafted his will in the year 1784, in the village of Emba, while in old age. Although he foresaw his death, he was planning at that time to emigrate to Constantinople. However, before his departure he wished to leave his will in his homeland, which was written and delivered to the husband of his niece, Papasolomos, who was also from the village of Emba and a priest. The will was sealed with the Bishop's own stamp and was given to be kept with the explicit order not to be opened until his return to his homeland, unless of course it was opened upon his death and only. Along with this mandate he also gave three bonds which confirmed the existance of money he had lent to sacred institution in Cyprus. This shows that Bishop Anthimos, who previously lived in great poverty, had managed to save money - perhaps from the alms of Christians, which we mentioned above, which he deposited with interest at Kykkos Monastery and the Monastery of Chrysorrogiatissa. Of those bonds, one deposited in the Monastery of Chrysorrogiatissa was in the name of his nephew (son of Papasolomos) Nicholas the Scholar in the sum of 1000 piastres, while another deposit in the same monastery was in the name of Anthimos himself and was in the sum of 500 piastres, wheres the third deposit in Kykkos Monastery which was also in the name of Anthimos amounted to the sum of 2000 piastres.
From the accounts of the will, the deposit in the Monastery of Chrysorrogiatissa was concluded six years before the opening of the will since Anthimos had recieved interest for six years which amounted to 600 piastres, which indicates that the rate was 10%. The other bond which was deposited in the Monastery of Kykkos earned him the interest of 700 piastres. This indicates that the interest recieved from there was less than 10% rate. Along with the interest, the total amount of money left by Anthimos in his will was 4800 piastres.
The will was opened after the death of Bishop Anthimos which occured in August 1791. The executors of the will was the Bishop of Paphos Panaretos, a relative of the Archbishop of Cyprus, Chrysanthos (but it seems that he was also a relative of Anthimos), and the husband of Bishop's Anthimos niece, Papasolomos. The Bishop of Paphos, Panaretos, had died shortly before Anthimo's death and so the execution of the will was made by Archbishop Chrysanthos. The executors were supervised by the nephew of Bishop Anthimos, Nicholas the Scholar, son of Papasolomos. From the will we are informed that the niece of Bishop Anthimos, Maria, and his son-in-law Papasolomos, had besides Nicholas also three other sons, Markos, Christodoulos, Andreas, and a daughter by the name of Eleni (Helen). The Papasolomonidis family from Emba turned out to emerge during the 19th century as one of the most powerful families on the island, playing a great role in the political, religious, but also in the economic life of Cyprus at the time. Descendants of the Papasolominidis family still live in Emba today.
In the will of Bishop Anthimos, his nephews and niece received the following amount of money: Nicholas the Scholar, piastres 1000, Helen, piastres 150, Markos, piastres 150, Christodoulos, piastres 150, and Andreas, piastres 150.
Farther amounts of money were allocated accordingly to the Archbishop of Cyprus and the bishops of Cyprus, to Machairas Monastery and the Monastery of the Holy Cross of Mitha(near the village of Tsada, Paphos), to the Monastery of Saint George Nikoxylitis (near the village of Drousia, Paphos), to the church of his village, Emba, to various monasteries and skete of Mount Athos, to the Holy Sepulchre, to various churches in Cyprus, and to a poor woman from the village of Sysklipos. Worthy of particular note is the interest that Bishop Anthimos had shown to the monasteries and skete of the Holy Mountain, but the close relationship of Cyprus with Mount Athos is known also from other cases. And the Patriarch of Antioch Sylvester had gone to Mount Athos for a pilgrimage before his posting to the throne. It would be more then likely, that the same pilgrimage was made by the Bishop of Irinoupolis, Anthimos. It is also noteworthy to mention that Athimos gave various sums of money to build churches in Cyprus.
As far as we know, this will is the only known will made by a Cypriot bishop of the 18th century. It not only informs us about the life of this bishop, but also it shows us the Christian sentiments that the bishop held. It also demonstrates his love for his native Cyprus and the understanding that he had for the needs of various ecclesiastical establishments in Cyprus and Mount Athos. It is likely that before his last emigration, Bishop Anthimos had spend much time in Cyprus and was aware of the needs of its churches. He probably came back to Cyprus after the death of Patriarch Sylvester in 1766.

Translated from Greek and transferred on the internet by NOCTOC
Source: Cypriot Studies, 1953

Υπογραφή του επισκόπου Ανθίμου - Signature of Bishop Anthimos