ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Η παραδοσιακή ενδυμασία του Κύπριου χωρικού με καπόττο


Η ενδυμασία του Κύπριου χωρικού διακρίνεται εύκολα από τις υπόλοιπες ανδρικές ενδυμασίες. Διατηρώντας τα βασικά γνωρίσματα της νησιώτικης ελληνικής ενδυμασίας, τη βράκα, το ζωνάρι, το φέσι, σε σκούρους χρωματισμούς και με λιτά διακοσμητικά στοιχεία, αντλεί την καλαισθησία της από την απέριττη απλότητά της δίχως την παραμικρή διάθεση προβολής και εντυπωσιασμού.



Γενικά η καθημερινή ενδυμασία του Κύπριου αγρότη μοιάζει με την επίσημη του φορεσιά. Το καλοκαίρι φορούσαν λεπτές και κυρίως ανοιχτόχρωμες φορεσιές και το υπόλοιπο χρόνο πιο χοντρές και σκουρόχρωμες. Για τις Κυριακές, τις εορτές και τους γάμους επέλεγαν τη μαύρη βράκα. Κατά τα άλλα, φορούσαν μπλε βράκα το χειμώνα και άσπρη το καλοκαίρι. Στα βουνά η βράκα ήταν πιο στενή και το πίσω μέρος, η σέλλα, ήταν πιο κοντή. Στα βουνά επίσης το χρώμα της ανδρικής ενδυμασίας ήταν πιο σκούρο.



Όταν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, το εορταστικό πουκάμισο του Κύπριου αγρότη ήταν μεταξωτό ή ημιμέταξο. Το κόψιμό του έμοιαζε με το γυναικείο με πλατιά μανίκια, που δίπλωναν ή είχαν πιέτες στο κάτω τους μέρος. Μόνο που η ανδρική πουκαμίσα ήταν πιο κοντή και έκλεινε στο πάνω μέρος. Στο Καρπάσι, στο ύψος του ώμου συνήθιζαν πολύ να προσθέτουν στις ραφές μακριές και στενές προσθήκες από βελονάκι διακοσμημένες με χρωματιστές χάντρες, (πετρού(δ)ες).


Πάνω από το πουκάμισο ο αγρότης φορούσε ένα πολύχρωμο γιλέκο που το χρώμα, το σχέδιο και το κόψιμο του ποικίλλε ανάλογα με την περιοχή. Τα ζιμπούνια ήταν με μανίκια και τα φορούσαν στη καθημερινή τους φορεσιά, μόνα τους, ή σε συνδιασμό με το γιλέκο. Τα γιορτινά ή γαμπριάτικα γικέκα ήταν σταυρωτά και ιδιαίτερα κομψά, ραμμένα από βελούδο και τσόχα, διακοσμημένα με σειρίτια και γαϊτάνια, και συχνά κεντημένα με αντωπά λιοντάρια και πουλιά, σχηματοποιημένα φυτικά ή άλλα μοτίβα.


 Μπροστά έκλειναν με λοξή σειρά κουμπιών και για καλύτερη εφαρμογή στο σώμα υπήρχαν στο άνοιγμα της πλάτης περαστές κορδέλες που έδεναν στο κάτω μέρος. Ο ίδιος τύπος επέζησε και στον 20ό αιώνα. Ο επίσημα ντυμένος χωρικός αρεσκόταν να φορά ένα λουδούδι, ένα γαρύφαλο (μουσκοκάρφι) συνήθως, πίσω από το αυτί ή στην κουμπότρυπα.


Το χειμώνα οι αγρότες φορούσαν πάνω από τα ρούχα τους πανωφόρια/κάπες φοδραρισμένες με μαλλί προβάτου ή κατσίκας, που στην Κύπρο είναι γνωστά ως καππότοι. Ο καππότος ήταν, συνήθως, σε σκούρο καφετί χρώμα, με κόκκινες ραφές ή γυρίσματα. Υπήρχαν και συγκεκριμένες γυναικείες κάπες. Το χειμώνα επίσης, οι βοσκοί τύλιγαν το σώμα τους με ένα μακρύ (γύρω στο ενάμιση μέτρο) μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα για να προφυλάγονται από το κρύο. Το ύφασμα αυτό ονομαζόταν αλάς.


Οι αλάες ήταν συνήθως άσπροι στο χρώμα, σπάνια όμως είχαν ένα μπλε σκούρο φόντο και ήταν διακοσμημένοι με διάφορα χρώματα. Οι βοσκοί της περιοχής της Μεσαορίας τύλιγαν το σώμα τους με ένα διαφορετικού τύπου αλά, οποίος ήταν καμωμένος από άσπρο και μαύρο καρό βαμβακερό υφάσμα με χρωματιστές ρίγες, τις μούστρες, στα άκρα. Ο αλάς ονομαζόταν και περτικοπάνι επειδή τον χρησιμοποιούσαν και για να αρπάζουν περδίκια.



Η κυπριακή ανδρική ποδίνα, ψηλή μέχρι τα γόνατα, κατασκευαζόταν από δέρμα τράγου. Το δέρμα των προβάτων το χρησιμοποιούσαν για αστάριν (φόδρα), γιατί απορροφούσε τον ιδρώτα του ποδιού. Η μπότα είχε χοντρό πέλμα, πάνω από δύο εκατοστά. Για να προστατεύονται τα άκρα του πέλματος, προσάρμοζαν σε αυτά τις ρίζες, χοντρά καρφιά κωμοδρομίσιμα, δηλαδή σιδερένια. Μετά από το κάρφωμα γινόταν το τζίνωμα, δηλαδή στερέωναν το πάνω μέρος σχηματίζοντας κοχλία.
Τα δέρματα κολλούσαν με κόλλα που έφτιαχναν από βολβούς ναρκίσσου. Στο ράψιμο της ποδίνας χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για βελόνι σκληρές τρίχες από σβέρκο χοίρου βαμμένες στο αίμα του, για να σκληρύνουν περισσότερο. Το ράψιμο γινόταν σε σχήμα «οκτώ». Το δέρμα το έβρεχαν και το κοπάνιζαν με το μαρτέλλον, σφυρί με στρογγυλεμένη οπίσθια απόληξη, για να στρώσει και να δυναμώσει. Για τις ψηλές ποδίνες είχαν ξύλινα καλαπόδια, τις ζάμπες. Οι ποδίνες μπορούσαν να εναλλάσσονται στα πόδια, γιατί δεν ξεχώριζε το δεξί από το αριστερό, και αυτό γινόταν για να μη φθείρεται από το ίδιο μέρος το τακούνι. Διάκριση σε δεξί και αριστερό υπήρχε στις ευρωπαϊκού τύπου φράγκικες ποδίνες ή φραγκοποδίνες, που φορούσαν με την εορταστική φορεσιά.



2 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια για την αξιόλογη προσπάθεια! Μόλις σήμερα σας ανακάλυψα, αλλά θα παρακολουθώ το μπλογκ σας απο δω και στο εξής με ενδιαφέρον.
    Παναγιώτης Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή