ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Λαμπρή: Η Κυπριακή Ανάσταση

Λαγοκοιμούνται τα παιδιά. Ο άγγελος της Αναστάσεως τους έκλεισε τα βλέφαρα μ΄ένα απαλό χάδι στοργής. Τα κοίμισε μ΄ένα νανούρισμα γλυκό, που διηγότανε κάποια σκηνή απ' τη ζωή του Χριστού, μ' αυτούς τους στίχους: «Αφήστε τα παιδιά νάρθουν κοντά μου. Στα μάτια τους κοιτάω τον ουρανό. Τον Άνθρωπο, που κλείνει μέσα του «τη ζύμη του Καλού». Στα μάγουλά τους ζωγράφισε τη θεία εικόνα της η Αθωότης. Τα χείλη τους δεν έμαθαν να κρύβουν την αλήθεια, να πετάνε λόγια ψεύτικα, υποκριτικά, συμβατικά, να στάζουνε φαρμάκι. Γίνετε όλοι σαν κι' αυτές τις αθώες υπάρξεις. Έτσι μονάχα θα ξανάβρετε το χαμένο εαυτό σας...».
Λαγοκοιμούνται τα παιδιά. Και στον ανάλαφρο τους ύπνο, όλο καμπάνες αναστάσιμες γροικούνε. Ξυπνούνε κάποτε κι' αναρωτιούνται: Χτύπησε τάχα; Όχι; Μα γιατί βαρυκοιμήθηκε ο παπάς;
Σφάλουν τα βλέφαρα και πάλι, για να ονειρευτούνε την Ανάσταση...
Θάναι ντυμένα με τα Λαμπριάτικά τους ρούχα, καμαρωτά θα περπατούνε στο δρόμο ή στο σύντομο μονοπάτι που ανεβάζει στην εκκλησία, και μέσα εκεί θα στέκουνται σιωπηλά, ακούοντας τους ψάλτες. Δε θα καταλαβαίνουν τίποτα. Θα διαισθάνουνται όμως την έννοια, το βάθος και την ομορφιά των ύμνων.
Κ' ύστερα; Θα «μεταλάβουν» - «θα πιάσουν το χρυσόν πουλλίν», όπως τους έλεγε η μητέρα- κι' ολόχαρα θα τρέξουν σπίτι για να ορμήσουνε στην «καφινιάν*» Αχ! εκείνες οι «βλαούνες*» με το άφθονο τυρί, το ανακατωμένο με τ' αυγά, το δυόσμο και τα σταφίδια, οι παχουλές βλαούνες με τις μεγάλες διαστάσεις, τί σκάνδαλο, τί πειρασμός!
Όλη τη μέρα, βλέπανε με χίλια μάτια τη μητέρα και την αρραβωνιασμένη αδελφή τους να παλεύουνε με το ζυμάρι, φτιάχνοντας κουλούρια, «δακτυλιές*», «γλυσταρκές*», - τί θαύμα ζυμαροτεχνίας- με τ' ανασκουμπωμένα μπράτσα τους. Όλα καλά, όλα ορεκτικά, κι όλα καλοπεθύμητα. Μα κείνα τα μεγάλα πράγματα, που μοιάζουν σαν ηφαίστεια λιχουδιάς, έτσι καθώς αφήνουν να φα'ινεται από πάνω πηκτή η λάβα του τυριού και του αυγού, ενώ σ' όλο το άλλο μέρος έχει κολλήσει και βουλιάξει το σησάμι, είναι στ΄αλήθεια σκανδαλιστικώτερα.
Αλλά... γιατί αργεί η καμπάνα; Την περιμένουνε και για άλλο λόγο. Θέλουν να τρέξουνε την ώρα της «λιτής*» και να «κρεμμαλιστούσιν» στο σχοινί της καμπάνας. Θάναι μεγάλο παλληκάρι όποιο παιδί «διπλαφατζήσει*» τη μεγάλη καμπάνα, που χρόνια ολόκληρα κρατιέται ανάμεσα σε δυο ντουβάρια στην ψηλή της σκοπιά και καρτεράει πότε θα γίνει γάμος ή γιορτή, κηδεία ή πανηγύρι, για να δονήσει την ατμόσφαιρα με όποια μουσική ταιριάζει στην περίσταση, χαρούμενα ή λυπητερά, θριαμβικά ή νικημένα.
Και τόσα άλλα ανάβουνε την προσδοκία των παιδιών. Μα δεν είναι μονάχα οι πιτσιρίκοι και τα κοριτσόπουλα, που ανυπομονούν. Είναι και οι κοπέλλες- οι σεμνές και φλογερές παρθένες- που θα νιώσουν ν΄αναστήνεται η καρδιά τους με τ' αναστάσιμο πανηγύρι, καθώς θα χαμηλώνουνε τα μάτια και θα κρυφοκοιτούν απ' το γυναικωνίτη τα κοπέλια του χωριού.
Οι μόνοι που κοιμούνται ήσυχα, είν' ο πατέρας και η μητέρα. Όχι γιατί δεν προσδοκούνε τίποτα. Αλλά γιατί τους νίκησε η κούραση.

Κτυπά η καμπάνα. Σωστός συναγερμός. Τα παιδιά πανηγυρίζουν. Με το δίκιο τους. Η Ανάσταση είναι προπάντων η δική τους η γιορτή. Κι όλοι στο σπίτι- σ΄όλα τα σπίτια- ενεργούν μηχανικά. Σαν κουρδισμένοι ρομπότ.
...Και η καμπάνα «διπλοφακκά» αδιάκοπα, ενώ βιαστικοί όλ' οι Χριστιανοί, στο μισοσκόταδο της ανοιξιάτικης νύχτας, τονίζουν με τα γοργά τους βήματα το εμβατήριο της χαράς και της αγάπης, οδεύοντας στην εκκλησία.
Όλες οι πόρτες κλειδωμένες. Ποιος θα πειράξει τα βουβαμένα σπίτια; Αν γαυγίζουν τα σκυλιά, δεν είναι βέβαια γιατί κλέφτες έχουν πατήσει στην αυλή. Είναι γιατί...ξεσηκώνονται οι φραγμοί των σπιτιών. Έρχονται τα κοπέλια και παίρνουν «κάτσαρα*», «θρουμπιά* », «μαζιά*», «παλλούρες*» και ξύλα, για την πελώρια «λαμπρατζιά*», πούχει ανάψει έξω από την εκκλησία ή στον περίβολο.
Όσοι περνούν απ' εκεί, θα σταματήσουνε λιγάκι και θα ζεστάνουν τα χέρια τους. Τα παιδιά, θα ρίξουν στη φωτιά τον «μάρτη» - την ασπροκόκκινη κλωστή, που τους πέρασε η γιαγιά στο χέρι (πρώτη Μαρτίου) για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος ο μαρτιάτικος.
Κι΄αμέσως, θα πάρουνε μια θέση στον «Οίκον του Κυρίου». Είναι φιλοξενούμενοί του απόψε όλ' οι χωριανοί, μεγάλοι, και μικροί. Ολόφωτο το σπίτι του Θεού. Οι πολυέλαιοι, τα μανουάλια και οι καντήλες συνθέτουν με το φως τους ένα λαμπρότατο δράμα. Πραγματική Λαμπρή. Κ' οι ψάλτες, συναγωνίζονται ποιος θα πει τα περισσότερα. Ο παπάς αντέχει ακόμη. Δεν «βγήκε η πίστη του» παρ΄όλη την κούραση και τα ξενύχτια της Μεγάλης Εβδομάδος...
...Τελειώνουν, επιτέλους, τα προλογικά τροπάρια της Ανάστασης. Κι έρχεται η στιγμή της λιτανείας. Τ' αναμμένα κεριά, τ΄αμέτρητα αναμμένα κεριά, κρύβουν τα πρόσωπα του πλήθους. Με βήματα αργά, κάνουν το γύρο όλου του Σύμπαντος με τη γαλήνια σκέψη τους. Θα κλείσει όμως ο γύρος της εκκλησίας, και όλες οι καρδιές, όλες οι σκέψεις θα συγκεντρωθούνε μπρος στα πόδια του ιερέα: - «Χριστός Ανέστη...», αντηχεί σε μια στιγμή.
Και το ομώνυμο τροπάριο ανεβοκατεβαίνει την πλαγιά του «πλαγίου πρώτου»- του πανηγυρικώτερου και του πιο χαρούμενου ήχου της Βυζαντινής Μουσικής- επιμένοντας να θίγει διαρκώς τον φθόγγο ΚΕ.
Οι καμπάνες αλαλάζουν θριαμβευτικά. Τα «μάσκουλα*», οι μπιστολιές, σα χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί, εξαγγέλλουν επίσης το κοσμοϊστορικό γεγονός.

Η σούπα περιμένει σπίτι. Έτοιμη κ΄η κότα: η «χογλαστή* όρνιθα». Και οι φλαούνες αναμένουν το μαχαίρι του νοικοκύρη. Τα παιδιά, δεν δέχουνται αυτό το σφαγιασμό. Προτιμούν να τις κατασπαράξουνε ολόκληρες. Μαχαίρια, είναι τα τροχισμένα από χθές δοντάκια τους. Και τα κόκκινα αυγά χτυπιούνται:
- Χριστός ανέστη!
- Αληθώς ανέστη ο Κύριος!
Η καμπάνα, ως τόσο, δεν θα ησυχάσει. Έχει καταργήσει το «οκτάωρο». Θα δουλεύει όσο αντέχει το ηχητικό της μέταλλο. Κι αντέχει όσο δεν φαντάζεσαι.
Γιορτοντυμένοι όλοι- ιδιαίτερα οι κοπέλλες και οι «σκάπουλλοι*», που πρέπει όπως και νάναι να «παννίσουν*» ρούχα ραμμένα ξεπίτηδες για τη Λαμπρή, μεταξωτά φουστάνια, μεταξωτά πουκάμισα, καινούριες βράκες ή καλοκαιρινά κοστούμια- εξορμούνε πάλι απ΄όλες τις διευθύνσεις για την εκκλησία. Λάμπουν από χαρά τα πρόσωπά τους. Χαιρετιούνται εγκάρδια - όχι πια με το «καλημέρα», αλλά με το «Χριστός ανέστη» και τ' «Αληθώς ανέστη»- μιλούνε εγκάρδια, και το περπάτημα τους είναι τόσο ελαφρό, που φαίνεται σα να πετούν.
Κι έρχεται η ώρα της «λιτής». Μετά τη σύντομη τώρα τελετή, η αυλή της εκκλησίας γεμίζει από εύθυμα πρόσωπα. Το γέλιο ξεχύνεται παντού. Οι κοπελιές κάθονται κάπου χωριστά, ρουφάνε το «σιρόπι» τους, και παρακολουθούνε τα παιγνίδια των ανδρών. Αναψυκτικά, ύστερ' από μια χαρούμενη γιορτή. Απ΄τα γλυκά τους μάτια, πίνουν σιρόπι τα κοπέλια. Όλο «σιρόπια» σήμερα.
Παιγνίδια όσα θέλεις. Εδώ «παίζουν τριάππηδκια*». Εκεί σηκώνουν το «διτζήμιν*». Πιο κάτω, τρέχουν με γαϊδούρια κι' άλογα. Διαγωνισμός ιππασίας και γαϊδουροδρομίας.
Τί γέλια γίνουνται, αναστημένε μου Ιησού! Δε θα μπορούσε αυτός ο κόσμος να χαίρεται και να γελάει τόσο αυθόρμητα κάθε μέρα, κάθε βδομάδα έστω, κάθε μήνα επί τέλους; Το δυστύχημα είναι πως μόνο μια φορά το χρόνο αναστήνεσαι...
Και τί να πω για τις απλές χαρές, για το γλυκό τον ίλιγγο που δοκιμάζουν τα κορίτσια, τα παιδιά και τα κοπέλια, στις «σούσες*»; Με πόση λαχτάρα τις προσμένουν όλοι, εκφράζεται σ΄αυτό το λαϊκό δίστιχο, που τραγουδιέται κιόλας με ειδική φωνή στη «σούσα»:

«Θεέ μου νάρταν οι Λαμπρές να κραμμαστούν οι σούσες,
τζιαι να γεμώσουν τα στενά ούλλον μαυρομματούσες».

Από το βιβλίο «Η ζωντανή Κύπρος» του Τεύκρου Ανθία, 1947
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

κοφινιά = κοφίνι. Γίνεται από καλάμι, είναι κρεμαστή, και βάζουν μέσα τα ψωμιά.
βλαούνες = φλαούνες
δακτυλιές = λέγονται τα πλακωτά «κουλούρια», που είναι πολλά μαζί και μοιάζουνε με δάκτυλα. Στην Πάφο ονομάζονται «κουμουλιές».
γλυσταρκές = γίνονται όπως και τα κουλούρια. Με τη διαφορά, πως το ζυμάρι είναι λεπτότερο και το σχήμα τους μεγαλύτερο. Κάνουν ένα μεγάλο κύκλο και τον διασταυρώνουν με πολλά λεπτά κομμάτια από ζυμάρι, μακρυά και κυλινδρικά, σαν τα μακαρόνια.
λιτή = λιτανεία
διπλοφατζήσει = διπλοχτυπήσει. Έτσι λέγεται όταν η «γλώσσα» της καμπάνας χτυπά κι απ΄' τις δυό μεριές.
κάτσαρα = λεπτά κλαδιά
θρουμπιά = θυμάρια
μαζιά = αγκαθωτά αυτοφυή άγρια φυτά που χρησιμοποιούνται για προσάναμμα ή για μαγείρεμα, και για το «πύρωμα» του φούρνου στα πεδινά χωριά.
παλλούρες = άγρια θαμνοειδή φυτά.
λαμπρατζιά = μεγάλη φωτιά. «Λαμπρόν» στην Κύπρο λέγεται η φωτιά.
μάσκουλα = συνήθως, άδεια κουτιά «συμπυκνωμένου γάλακτος», όπου βάζουν μπαρούτι κι άλλα πράγματα, τα στήνουν κάπου και τ΄ανάβουν από μακρυά, όπως περίπου και τους δυναμίτες.
χογλαστή = βραστή
σκάπουλλοι = ανύπαντροι άνδρες
παννίσουν = να φορέσουν για πρώτη φορά καινούρια ρούχα.
σιρόπι = αναψυχτικό που γίνεται με ζάχαρη και νερό, με μυρωδιά και χρώμα τριανταφύλλου.
τριάππηδκια = άλμα τριπλούν μετά φόρας.
διτζήμιν = μεγάλη πέτρα, συνήθως στρογγυλή, μεγάλου βάρους. Λέγεται «διτζήμιν», γιατί οι άνδρες δοκιμάζουν τη δύναμή τους.
σούσες = κούνιες. Η λέξη παράγεται από το «σούζω» που σημαίνει σείω.

2 σχόλια: