ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Ιρανική λογοτεχνία • Η Τυφλή Κουκουβάγια • Ένα μυθιστόρημα του Σαντέκ Χενταγιάτ • Iranian literature • The Blind Owl • A novel by Sadeq Hedayat

Στη ζωή υπάρχουν ορισμένες πληγές που, όπως ένα σαράκι, ροκανίζουν πάνω στη ψυχή μέσα στην μοναξιά και την σμικρύνουν.

Επειδή κατά κανόνα είναι συνήθεια να πετάμε αυτά τα απίστευτα δεινά στο βασίλειο των σπάνιων και ασυνήθιστων ατυχημάτων και συμβάντων, δεν είναι δυνατόν να τα αποκαλύψουμε σε κανέναν. Αν κάποιος μιλήσει ή γράψει γι' αυτά, οι άνθρωποι προσποιούνται πως τα δέχονται με σαρκαστικές παρατηρήσεις και αμφίβολα χαμόγελα, ενώ στην πραγματικότητα εμμένουν είτε στις επικρατούντες πεποιθήσεις ή στις δικές τους ιδέες γι' αυτά. Ο λόγος είναι ότι μέχρι σήμερα ο άνθρωπος δεν έχει βρει μια θεραπεία για αυτές τις πληγές. Η μόνη λύση που απομένει τώρα είναι η λήθη που προκαλείται από το κρασί ή, τον τεχνητό ύπνο που προκαλείται από το όπιο και άλλες ναρκωτικές ουσίες. Είναι κρίμα, ωστόσο, ότι η επίδραση αυτών των ναρκωτικών είναι παροδική και ότι μετά από λίγο, αντί να καταπραΰνουν, προσθέτουν στον πόνο.

Μήπως θα γίνει κάποια μέρα κατορθωτό για κάποιον να εισχωρήσει στα μυστικά αυτών των υπερφυσικών γεγονότων και να αναγνωρίσει αυτή την αντανάκλαση της σκιάς της ψυχής η οποία εκδηλώνεται σαν κώμα- κάτι σαν λίμπο μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης;

Θα πρέπει να περιγράψω ένα μόνο τέτοιο περιστατικό το οποίο συνέβη σε μένα και το οποίο μ' έχει συγκλονίσει τόσο πολύ που ποτέ δεν θα το ξεχάσω. Το δυσοίωνο σημάδι του θα δηλητηριάζει τη ζωή μου ολόκληρη-από την αρχή μέχρι το τέλος της αιωνιότητας, όπου η κατανόηση του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει. Είπα δηλητηριάζει; Λοιπόν, ήθελα να πω ότι είμαι πληγωμένος από αυτό και θα παραμείνει έτσι για το υπόλοιπο της θνητής μου ζωής.

Θα προσπαθήσω να καταγράψω ό, τι θυμάμαι, ό, τι έχει μείνει στη μνήμη μου από τις αναφορές που συνδέουν τα γεγονότα. Ίσως μπορέσω να βγάλω ένα γενικό συμπέρασμα γι' αυτό. Όχι. Θέλω απλώς να σιγουρευτώ, ή αλλιώς να το πιστέψω ο ίδιος, γιατί δεν έχει σημασία για μένα αν οι άλλοι με πιστέψουν ή όχι. Απλά, φοβάμαι ότι μπορεί να πεθάνω αύριο, αλλά ακόμη να μην γνωρίζω τον εαυτό μου, επειδή κατά τη διάρκεια των εμπειριών της ζωής έχω συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται ένα τρομακτικό χάσμα μεταξύ των άλλων και εμένα. Επίσης, έχω συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να σιωπώ όσο το δυνατόν περισσότερο και ότι θα πρέπει να κρατώ τις σκέψεις μου για τον εαυτό μου. Αν έχω αποφασίσει ότι θα πρέπει να γράψω, είναι μόνο και μόνο επειδή ήθελα να συστηθώ στη σκιά μου - μια σκιά που βρίσκεται σε μια σκυφτή θέση στον τοίχο, και η οποία φαίνεται να καταβροχθίζει με απληστία όλα αυτά που γράφω. Είναι γι' αυτήν που θέλω να κάνω ένα πείραμα για να δούμε αν μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα, γιατί από την στιγμή που διέκοψα τις σχέσεις μου με τους άλλους, ήθελα να μάθω καλύτερα τον εαυτό μου.

Παράλογες σκέψεις! Μπορεί να είναι έτσι, αλλά εμένα με βασανίζουν περισσότερο από κάθε πραγματικότητα. Μήπως δεν είναι αυτά τα άτομα που μου μοιάζουν, και οι οποίοι φαινομενικά έχουν τις ίδιες ανάγκες, τις ιδιοτροπίες και τις επιθυμίες όπως κι εγώ - μήπως δεν είναι εδώ για να με εξαπατήσουν; Μήπως δεν είναι σκιές που παρουσιάζονται στην ύπαρξη απλώς για να με κοροϊδεύουν και για να με εξαπατούν; Μήπως δεν είναι αυτά που αισθάνομαι, βλέπω και μετρώ πλήρως φανταστικά και αρκετά διαφορετικά από την πραγματικότητα;

Γράφω μόνο για τη σκιά μου που πετιέται στον τοίχο μπροστά από το φως. Θα πρέπει να συστηθώ σε αυτήν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σε αυτόν τον μισητό κόσμο, γεμάτο από φτώχεια και εξαθλίωση, σκέφτηκα για πρώτη φορά ότι μια ακτίνα ηλιοφάνειας είχε λάμψει στη ζωή μου. Αλλά αλίμονο, δεν ήταν μια ηλιαχτίδα, αλλά ήταν μόνο μια παροδική αναλαμπή, ένα ανερχόμενο αστέρι, το οποίο εμφανίστηκε σε μένα στο ομοίωμα μιας γυναίκας ή ενός αγγέλου. Και κάτω από το πρίσμα εκείνης της στιγμής, που διήρκεσε μόνο για ένα δευτερόλεπτο, είδα όλες τις κακοτυχίες της ζωής μου, και ανακάλυψα το μέγεθος και το μεγαλείο τους. Τότε αυτή η δέσμη φωτός εξαφανίστηκε και πάλι στην σκοτεινή άβυσσο στην οποία έμελλε να εξαφανιστεί. Όχι. Δεν μπόρεσα να κρατήσω αυτή τη παροδική αναλαμπή για τον εαυτό μου.

Θα έχουν περάσει τρεις μήνες, όχι- πέρασαν δύο μήνες και τέσσερις μέρες από τότε που την έχασα, αλλά η μνήμη των μαγευτικών της ματιών, όχι- η ελκυστική κακία στα μάτια της, έχουν παραμείνει στη ζωή μου για πάντα. Πώς μπορώ να ξεχάσω κάποιον που είναι τόσο σημαντικός για τη ζωή μου;

Όχι, δεν θα την καλώ με το όνομα της, επειδή αυτή, μ' εκείνο το αιθέριο σώμα, λεπτό και ομιχλώδης, μ΄εκείνα τα δύο μεγάλα, γεμάτα με απορία, αφρώδη μάτια πίσω από τα οποία η ζωή μου σταδιακά και οδυνηρά καιγόταν και έλιωνε, αυτή δεν ανήκει πλέον σ' αυτόν το μισητό, άγριο κόσμο. Όχι, δεν θα πρέπει να ντροπιάσω τ' όνομά της με γήινα πράγματα.

Μετά που την είδα ανασύρθηκα από τον κύκλο των ανθρώπων. Ανασύρθηκα εντελώς από τον κύκλο των ανόητων και την τυχερών. Και, για απώλεια μνήμης, πήρα καταφύγιο στο κρασί και το όπιο. Έχω περάσει και ακόμα περνώ, τη ζωή μου καθημερινά μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου. Όλη η ζωή μου έχει περάσει μέσα στα όρια τεσσάρων τοίχων.

Η καθημερινή μου εργασία ήταν να ζωγραφίζω ξύλινες κασετίνες για πένες. Ολόκληρος ο χρόνος μου ήταν αφιερωμένος στη ζωγραφική κασετίνων και στην κατανάλωση αλκοόλ και όπιου. Είχα επιλέξει το γελοίο επάγγελμα της ζωγραφικής ξύλινων κασετίνων για να σκοτώνω την ώρα.

Από τυχερή σύμπτωση το σπίτι μου βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μια ήσυχη και ξεκούραστη τοποθεσία, μακριά από τη φασαρία της ζωής των ανθρώπων. Τα όρια του είναι σαφώς καθορισμένα και γύρω από αυτό υπάρχουν και κάποια ερείπια. Πιο πέρα ​​από την τάφρο, ωστόσο, είναι ορατά ορισμένα χαμηλά πλινθόκτιστα σπίτια και η πόλη αρχίζει εκεί. Δεν ξέρω ποιος τρελός ή ποιος αρχιτέκτονας είχε την κακή διάθεση και έχτισε αυτό το σπίτι σε κάποια εποχή που τώρα έχει ξεχαστεί, αλλά όταν κλείνω τα μάτια μου, όχι μόνο όλες οι γωνίες και οι σχισμές του υλοποιούνται μπροστά μου, αλλά αισθάνομαι την πίεση που ασκεί στους ώμους μου. Είναι ένα σπίτι που θα μπορούσε να ζωγραφιστεί μόνο πάνω σε αρχαίες ξύλινες κασετίνες για πένες .

Πρέπει να γράψω για όλα αυτά τα γεγονότα για να διαβεβαιώσω τον εαυτό μου ότι δεν είναι επινοήματα της φαντασίας μου. Θα πρέπει να τα εξηγήσω στη σκιά μου που πετιέται στον τοίχο. Κατ' αρχάς, πριν από αυτό το περιστατικό είχε παραμείνει για μένα μία μόνο πηγή χαράς ή ευχαρίστησης. Συνήθιζα να ζωγραφίζω ξύλινες κασετίνες μέσα στα όρια των τεσσάρων τοίχων του δωματίου μου, και συνήθιζα να περνώ την ώρα μου με αυτή τη γελοία διασκέδαση. Αλλά μετά που είδα τα δύο μάτια, και μετά που την είδα, κάθε έργο, κάθε κίνηση έχασαν την εγγενή αξία τους και το νόημά τους εντελώς. Αυτό που είναι περίεργο, όμως, και αυτό που είναι απίστευτο είναι ότι, για κάποιο λόγο, τα θέματα όλων των σκηνών που ζωγράφιζα είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά και το ίδιο σχήμα. Πάντα συνήθιζα να σχεδιάζω ένα κυπαρίσσι κάτω από το οποίο ένας γέρος, τυλιγμένος με ένα μανδύα, έγερνε τους ώμους του με τον τρόπο ενός Ινδού γιόγκι, καθισμένος σε θέση οκλαδόν. Φορούσε ένα σιάλμα γύρω από το κεφάλι του, και έβαλε τον δείκτη του αριστερού χεριού του στα χείλη του, ως ένδειξη έκπληξης. Απέναντι από αυτόν ένα κορίτσι, φορώντας ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, έσκυβε για να του προσφέρει έναν κρίνο. Έσκυβε, διότι ένα ρυάκι παρενέβαινε μεταξύ τους. Μήπως είχα δει αυτή την εικόνα από πριν, ή ήταν εμπνευσμένη από κάποιο όνειρο; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι πως οτιδήποτε ζωγράφιζα περιστρεφόταν γύρω από αυτό το σκηνικό και το ίδιο αυτό θέμα. Το χέρι μου επέστησε αυτή τη σκηνή χωρίς τη θέλησή του. Και ακόμη πιο απίστευτο από αυτό είναι το γεγονός ότι υπήρχαν πελάτες για αυτή την εικόνα. Συνήθιζα ακόμη και να στέλνω ορισμένες από αυτές τις ξύλινες κασετίνες για πένες στην Ινδία κάτω από την φροντίδα του θείου μου, ο οποίος τις πουλούσε και μου επέστρεφε τα χρήματα.

Δεν την ενθυμούμαι ορθά, διότι αυτή η εικόνα μου φαινόταν να είναι μακρινή, καθώς και κοντινή ταυτόχρονα. Τώρα Θυμάμαι ένα περιστατικό. Είπα ότι πρέπει να γράψω τις αναμνήσεις μου. Αλλά η συγγραφή αυτών των σημειώσεων έγινε πολύ αργότερα. Δεν έχει καμία σχέση με το τωρινό αντικείμενο. Ήταν για να αφιερώσω τον εαυτό μου στο γράψιμο που εγκατέλειψα τη ζωγραφική πάνω στις ξύλινες κασετίνες. Πριν από δύο μήνες, όχι- πριν από δύο μήνες και τέσσερις μέρες, ήταν η δέκατη τρίτη ημέρα του περσικού νέου έτους. Όλοι είχαν σπεύσει να την ύπαιθρο. Για να ζωγραφίσω ανενόχλητος, είχα κλείσει το παράθυρο του δωματίου μου. Γύρω στο ηλιοβασίλεμα, καθώς ήμουν απασχολημένος ζωγραφίζοντας, άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και εμφανίστηκε ο θείος μου - δηλαδή, είπε ότι είναι ο θείος μου. Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί, επειδή από τα νεανικά του χρόνια είχε φύγει για κάποιο μακρινό ταξίδι. Ίσως να ήταν κυβερνήτης πλοίου. Νόμισα ότι είχε κατά νου κάποια εμπορική επιχείρηση μαζί μου, διότι προφανώς ήταν επίσης και αυτός έμπορος. Εν πάσι περιπτώσει, ο θείος μου ήταν ένας καμπούρης γέρος που φορούσε ένα ινδικό σιάλμα γύρω από το κεφάλι του και ένα κίτρινο σχισμένο μανδύα στους ώμους του. Είχε καλυμμένο το κεφάλι και το πρόσωπό του με ένα κασκόλ. Το κολάρο του ήταν ανοικτό και φαινόταν το τριχωτό του στήθος. Θα μπορούσε κανείς να μετρήσει τις τρίχες της λεπτής του γενειάδας, καθώς προεξείχε από το κασκόλ του. Με τα κόκκινα, σωληνοειδή του βλέφαρά και τα λεπρώδη χείλη του, έφερε μία πολύ μακρινή και γελοία ομοιότητα με μένα, σαν η αντανάκλασή μου να είχε πέσει πάνω σε ένα μαγικό καθρέφτη. Πάντα φανταζόμουν τον πατέρα μου να φαίνεται κάπως έτσι. Με την είσοδό του, αποσύρθηκε σε μια γωνία του δωματίου και κάθισε σε οκλαδόν στάση. Σκέφτηκα ότι θα πρέπει να ετοιμάσω κάτι για να του προσφέρω, άναψα το φως και μπήκα στην ντουλάπα του δωματίου μου. Έψαξα παντού για κάτι που θα ήταν κατάλληλο για έναν ηλικιωμένο να φάει. Το έκανα αυτό αν κι ήξερα ότι δεν υπήρχε τίποτα στο σπίτι. Δεν μου είχε απομείνει ούτε όπιο, ούτε κρασί. Ξαφνικά το ενσωματωμένο στον τοίχο πεζούλι κάτω από το ταβάνι έπεσε στην αντίληψή μου. Σαν από εμπνεύσει, θυμήθηκα μια παλαιά φιάλη από κρασί που είχα κληρονομήσει. Νομίζω ότι είχαν φτιάξει αυτό το κρασί επί τη ευκαιρία της γέννησης μου. Η φιάλη από το κρασί ήταν στο πεζούλι. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί αυτό το κρασί πριν. Στην πραγματικότητα, είχα ξεχάσει ότι υπήρχε κάτι τέτοιο στο σπίτι. Για να φτάσω το πεζούλι, έβαλα ένα σκαμνί που βρισκόταν εκεί κοντά κάτω από τα πόδια μου. Αλλά μόλις δοκίμασα να σηκώσω τη φιάλη με το κρασί, μου πήρε την προσοχή η ακόλουθη σκηνή από τον φεγγίτη που ήταν πάνω από το πεζούλι: Στο χωράφι πίσω από το δωμάτιό μου καθόταν οκλαδόν κάτω από ένα κυπαρίσσι ένας σκυθρωπός γέρος, και ένα νεαρό κορίτσι, όχι,- ένας ουράνιος άγγελος στεκόταν σκυφτός μπροστά του, και του έδινε ένα μαύρο κρίνο με το δεξί του χέρι. Ο γέρος μασούσε πάνω στον δείκτη του αριστερού του χεριού.

Πρώτο μέρος του μυθιστορήματος «Η Τυφλή Κουκουβάγια» του Σαντέκ Χενταγιάτ. Η μετάφραση αυτή στην ελληνική γλώσσα είναι του NOCTOC


In life there are certain sores that, like a canker, gnaw at the soul in solitude and diminish it.

Since generally it is the custom to relegate these incredible sufferings to the realm of rare and singular accidents and happenings, it is not possible to reveal them to anyone. If one does talk or write about them, people pretend to accept them with sarcastic remarks and dubious smiles, while adhering either to prevalent beliefs or to their own ideas about them. The reason is that as yet man has not found a remedy for these sores; the only remedy now is forgetfulness induced by wine or, artificial sleep induced by opium and other narcotics. It is a pity, however, that the effect of these drugs is transitory and that after a while, instead of soothing, they add to the pain.

Will it come to pass one day that someone will penetrate the secrets of these supernatural happenings and recognize this reflection of the shadow of the soul which manifests itself in a coma-like limbo between sleep and wakefulness?

I shall only describe one such incident which happened to me and which has shocked me so much that I shall never forget it; its ominous scar will poison my life throughout-from the beginning to the end of eternity where no man's understanding can fathom. Did I say poisoned? Well, I meant to say that I am scathed by it and will remain so for the rest of my mortal life.

I shall try to put down whatever I recall, whatever has remained in my memory of the relations that connect the events. Perhaps I can make a universal judgment about it. No. I want merely to become sure, or else to believe it myself, because it is immaterial to me whether other people believe me or not. Simply, I am afraid that I may die tomorrow but still not know myself, because in the course of life experiences I have realized that a frightful chasm lies between others and me. I also have realized that I should keep silent as much as possible and that I should keep my thoughts to myself. If I have decided that I should write, It is only because I should introduce myself to my shadow--a shadow which rests in a stooped position on the wall, and which appears to be voraciously swallowing all that I write down. It is for him that I want to do an experiment to see if we can know each other better, because since the time I severed my relations with the others, I have wanted to know myself better.

Absurd thoughts! It may be so, but they torture me more than any reality. Are not these people who resemble me, and who seemingly have the same needs, whims and desires as I do--are they not here to deceive me? Are they not shadows brought into existence merely to mock and beguile me? Isn't that which I feel, see and measure imaginary throughout and quite different from reality?

I write only for my shadow which is cast on the wall in front of the light. I must introduce myself to it.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

In this base world, full of poverty and misery, for the first time I thought a ray of sunshine had shone on my life. But alas, it was not a sunbeam, rather it was only a transient beam, a shooting star, which appeared to me in the likeness of a woman or an angel. And in the light of that moment, lasting only about a second, I witnessed all my life's misfortunes, and I discovered their magnitude and grandeur. Then this beam of light disappeared again into the dark abyss into which it was destined to disappear. No. I could not keep this transient beam for myself.

It was three months, no, it was two months and four days since I had lost her, but the memory of her enchanting eyes, no, the attractive malice of her eyes, remained in my life forever. How can I forget one who is so pertinent to my life?

No, I will not call her by name, because she, with that ethereal body, slim and misty, with those two large, wonder stricken, sparkling eyes behind which my life was gradually and painfully burning and melting away, she no longer belongs to this base, fierce world. No, I should not disgrace her name with earthly things.

After seeing her I withdrew from the circle of people. I withdrew completely from the circle of the fools and the fortunate; and, for forgetfulness, I took refuge in wine and opium. I passed, and still pass, my life daily within the four walls of my room. My whole life has passed within the confines of four walls.

My daily occupation was the painting of pencase covers; my entire time was dedicated to the painting of pencase covers and to the consumption of alcohol and opium. I had chosen the ridiculous profession of pencase-cover painting to kill the time.

By a lucky chance my house is located outside the city, in a quiet and restful spot, away from the hustle and bustle of people's lives. Its boundaries are well defined and around it there are some ruins. From beyond the ditch, however, some low mud-brick houses are visible and the city begins there. I do not know which madman or which ill-disposed architect built this house in forgotten times, but when I close my eyes, not only all its nooks and crannies materialize before my eyes but I feel its pressure on my shoulders. It is a house that could have been painted only on ancient pencases.

I must write about all these events to assure myself that they are not figments of my imagination. I must explain them to my shadow which is cast on the wall. To begin with, before this incident there had remained for me only one source of cheerfulness or of content. I used to paint on pencase covers within the confines of the four walls of my room, and I used to pass the time with this ridiculous amusement; but after I saw those two eyes, and after I saw her, every work, every movement lost its inherent value and meaning entirely. What is strange, however, and what is incredible is that, for some reason, the subjects of all my painted scenes have been of the same type and shape. I always used to draw a cypress tree under which an old man, wrapped in a cloak, hunching his shoulders in the manner of the Indian yogis, sat in a squatting position. He wore a shalma around his head, and he put the index finger of his left hand on his lips as a sign of astonishment. Opposite him a girl, wearing a long, black dress, was bending to offer him a lily. She was bending because a brook intervened between them. Had I seen this image before, or was it inspired in a dream? I do not know. I only know that whatever I painted revolved around this scene and this same subject; my hand drew this scene involuntarily. And still more incredible than this is the fact that there were customers for this picture. I even used to send some of these pencase covers to India in care of my uncle, who used to sell them and return the money.

I do not recall it correctly, because this picture used to appear to me to be distant as well as close by at the same time. Now I recall an incident. I said that I must write down my recollections; but the writing of these notes occurred much later. It has no relevance to the subject at hand. Although it was to devote myself to writing that I abandoned pencase-cover painting. Two months ago, no two months and four days ago, was the thirteenth day of Farvardin. Everybody had rushed to the countryside. In order to paint undisturbed, I had shut the window of my room. Around sunset, when I was busy painting, the door suddenly opened and my uncle entered--that is to say, he said he was my uncle. I had never seen him before because from his early youth he had been on a distant journey. Perhaps he was a ship captain. I thought he had some mercantile business with me, because apparently he was a merchant as well. In any case, my uncle was a stooped old man who wore an Indian shalma around his head and a yellow torn cloak on his shoulders. He had covered his head and face with a scarf. His collar was open and his hairy chest could be seen. One could count the hairs of his thin beard as it protruded through his scarf. With his red, fistular eyelids and leprous lip, he bore a very distant and ridiculous resemblance to me, as if my reflection had fallen on a magic mirror. I had always imagined my father as looking something like that. Upon entering, he retired to the corner of the room and sat there in a squatting position. Thinking that I should prepare something and offer it to him, I lit a light and entered the closet of my room. I searched everywhere for something that would be suitable for an old man to eat. This I did though I knew there was nothing in the house. There was neither any opium nor any wine left for me. Suddenly the built-in niche below the ceiling caught my eye. As if inspired, I recalled an ancient wine flask that I had inherited. I think they had made the wine on the occasion of my birth. The wine flask was In the niche. I had never thought of this wine before. In fact I had forgotten that such a thing existed in the house. To reach the niche, I put a nearby stool under my feet. But as soon as I tried to pick up the wine flask, I was distracted by the following scene through the air inlet in the niche: In the field behind my room a bent, stooped old man was squatting under a cypress tree, and a young girl, no, a heavenly angel was standing in front of him, bending to give him a black lily with her right hand. The old man was chewing on the index finger of his left hand.

First part of the novel "The Blind Owl", by Sadeq Hedayat. You can read the rest of the novel here.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου