ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Η Ερωμένη του Κωσταντά: Κυπριακό Ακριτικό Τραγούδι

Έναν καλόν αντρόϋνον έκατσεν να δειπνήση
τζι' ετζέρναν του τζι' ετζέρναν της, για να τον ποτζοιμίση.
Τζείνη τον εποτζοίμισεν πάνω στο γόναντόν της,
πκιάννει γρουσοσέντονον, που πάνω τον σσεπάζει,
ετάνυσεν στην πούγγαν του τζι' επκιασεν τ΄αννοιχτάριν,
εφόρησεν τα ρούχα του τζι' εζώθην τα σπαθκιά του,
επήεν μεσ' στον στάβλον του, τζει που' σσεν τ' αλοά του,
μήτε τον μαύρον τ΄επκιασεν μήτε τον σιζινιάν του,
παρά επήεν τζι' έπκιασεν τον μαυρογόνατόν του.
«Μαύρε μου μαυρογόνατε, μαύρε μ' ανεμοπόδα,
αν με περάσης μιαν ώραν της χώρας τον λιμνιώναν,
τα τέσσερα σου κάλλικα γρουσά ' ν να σου τα κάμω,
τα σκολαρίτζια μου τα δκυό γρουσοχαλίναρά σου».
Στόμαν τζιαι γλώσσαν έκαμεν τζι' εσύντυσσεν μιτά της·
«Μετά χαράς ά Μαρουδκιά, ό,τι μου πης να ποίσω,
την θάλασσαν την αρμυρήν να την-ι-δκιασσελίσω».
Τζιαι βάρ' μου χάσσες δώδεκα τζιαι μπροστιλλίνες δέκα
τζιαι ποτζοιλίτες δεκαχτώ, μεν κοψ΄ο ποτζοιλίτης.
Τζιαι μεσ' σου φανιστή όμως να βάλης φτερνιστήριν.
Φτερνιστηρκάν του έδωκε τζιαι νέφη νέφη βκαίννει.
Τζιαι πολοάτ' ο μαύρος της της λυερής τζιαι λέει·
«Τζιαι τάνα εις την κόξαν σου, εσ' αρκυρόν φηκάριν,
τζιαι μεσ' το αρκυροφήκαρον εσ΄αρκυρόν μασσαίριν,
κόψε το φτερνιστήρι σου, στην γην να κατεβούμεν,
να φέρουν φως τ΄αμμάδκια μου τζιαι νουν η τζεφαλή μου
τζιαι να σταθούν τα μέλη μου να πκιάσουμεν τον δρόμον».
Τ' αππάριν εσσισίνισεν τζι' η κόρη τ' αγρωνίζει.
Βκαίννει με την μερρέχαν της τζιαι με το καπνιστήριν.
«Είντα' κάμνεις ά Κωσταντά, τζι' έμεινες ως τα τώρα;»
- Ήμουν εις την γεναίκα μου, εις την αρμαστιτζήν μου.
Είντα σου είπουν σφάζε την, φερ' μου την τζεφαλήν της;
- Τζιαι γλέπου, γλέπου, λευρή, τ' αππάριν μου πατά σε.
- Τ' αππάριν σου εν με πατά,
γιατί το κρυφοτάϊζα κλιθάριν στην ποδκιάν μου,
γιατί το κρυφοπότιζα νερό μέσ' στο χανάππιν.
Ετάβρησεν της μιαν σπαθκιάν, την τζεφαλήν της κόβκει,
συνάει την τζιαι βάλλει την τζει μέσα στο γιστάτσιν.
Ο Κωσταντάς εξύπνησεν της κάλης του τζιαι λέει·
«Τζιαι ξύπνα, ξύπνα, μάνα μου, είντ΄όρομαν εν που' δα,
ότι πώς με ποτζοίμισες πάνω στο γόνατό σου... ».
(επαναλαμβάνεται από το στίχο 4-12)
- Αν δεν πιστεύκης, Κωσταντά, έ τζιαι την τζεφαλήν της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου