ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Μαρίας Αβρααμίδου • Δυο διηγήματα • Προδοσία • H άκρη του δρόμου •

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Στο ζωγράφο Αντρέα Χαραλάμπους

Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα κοίταξε τη θάλασσα, που πηγαινοερχόταν πάνω στα χαλίκια, τον κάμπο πέρα με τις ανθισμένες ξισταρκές, τα σχοίνα και τις κουμαριές, αναστέναξε βαθιά και είπε:
- Καλά είναι, δεν λέω. Μα δεν είναι τόσο όμορφα σας τα μέρη μας.
- Ουφ, μουρμούρισε ο άντρας μου. Πάλι η ίδια ιστορία.
«Στον κήπο της Εδέμ να σε πάρουμε, θα πεις πως δεν είναι σα τα μέρη μας. Σε βαρέθηκα».
Ήθελα να της φωνάξω, μα σώπασα.
Από τους χαμηλούς θάμνους μια μελαγχολική μυρουδιά, ίδια με μια άλλη, (μα ποια;) πάλευε ν' αναδυθεί μέσα από τη μνήμη μου. Ύστερα αποτραβιόταν για να ξανάρθει σε λίγο πιο βασανιστική...
(Όχι δεν θέλω να ξεμακραίνω, βρίσκομαι εδώ τώρα, μόνο αυτά που απλώνονται μπροστά στα μάτια μου είναι η αλήθεια, τ΄άλλα είναι ονειροφαντασίες της μάνας μου...).
- Εγώ δεν καταλαβαίνω από πολλά πράγματα, ξανάπε η μάνα μου, και κοίταξε κατάματα τον άντρα μου σα νά 'θελε ν' απολογηθεί για κάτι. «Με βαριέστε, γίνομαι κουραστική, μα είμαι σίγουρη πως κι εσείς το ξέρετε. Κανένα μέρος της γης, ούτε τούτος εδώ ο Ακάμας που με φέρατε, δεν συγκρίνεται με τα μέρη μας. Την Κερύνεια, το Πέλλα- Πάϊς, την Όρκα, τα Λιβερά».
Γύρισε κατά το μέρος μου και μ' έπιασε από το μπράτσο με χέρια που τρέμαν. «Μην με προδώσεις ξανά», ήθελε να πει το άγγιγμά της. Μα εγώ αποτραβήχτηκα και κοίταξα κατά μέρος της θάλασσας.
- Βλέπεις εκείνο το βουνό; Ξέρεις πώς ονομάζεται; Μανώλης. Δεν είναι αστείο; τη ρώτησα χωρίς να περιμένω καμιάν απάντηση.
- Μανώλης! Μονολόγησε κι η μάνα μου. Θυμάσαι το γιατρό το Μανώλη; Τότε;
- Δίστασε για λίγο και γύρισε ξανά στον άντρα μου σαν να τον ικέτευε για κάτι. Δεν άντεξε όμως και είπε:
- Τότε... στην αυλή μας... στην Κερύνεια. Ήμουν άρρωστη και ήταν άνοιξη... θυμάστε;
Και ύστερα έτσι ξαφνικά οι μυρουδιές πληθύνανε. Ο αγέρας γίνηκε χλιαρός και πάλευε ανάμεσα στις ανθισμένες λεμονιές.
«Οι πορτοκαλιές σας θέλουν λίπασμα», είπε ο κύριος Μανώλης, που ήταν γιατρός, μα ήξερε περισσότερα για τις αρρώστιες των δέντρων παρά των ανθρώπων. «Κύριε ελέησον, γιατί παραμέλησες έτσι το περβόλι σου, κυρία Θεοδώρα;». «Ξέρω γω», είπε η μάνα μου που ήταν άρρωστη, μα είχε ξεχάσει τη δική της αρρώστια, μπροστά στη μεγάλη συμφορά των δέντρων. «Ξέρω κι εγώ; Μπορει ο μισταρκός μας ο Μουσταφάς να τα βαρυποτίζει, ίσως πάλι νά 'ναι αυτό που λες εσύ. Χρειάζονται λίπασμα. Κι άρχισαν και οι δυο να συζητούν για το τί έπρεπε να γίνει κι η μάνα μου λησμόνησε εντελώς την αρρώστια της και την τονωτική ένεση πού 'πρεπε να της κάνει ο κύριος Μανώλης.
Ύστερα ήρθαν οι φιλενάδες της, η δεσποσύνη Χρυσταλλένη κι η κυρία Μελπού με τα άτακτα εγγόνια της, πού 'θελα πάντα να τα πνίξω, και καθίσαν όλοι στον ηλιακό.
«Τς... Τς... Τς..., κυρία Θεοδώρα, πότε πρόλαβες να γειάνεις» είπαν οι φιλενάδες εν χορώ και εγώ πρόσφερα σ' όλους γλυκό.
Από μακριά γυάλιζε η θάλασσα, μια βάρκα με πανιά άγγιζε την γραμμή του ορίζοντα, δίπλα μας ήταν το ανθισμένο περβόλι. Από πίσω από το σπίτι μας ερχόταν μια λυπημένη μουσική. Το αγόρι της Φατμέ Χανούμ, που πήγαινε στο ελληνικό σχολείο κι έλεγαν πως ο πατέρας του ήταν Ρωμιός, έπαιζε ένα σκοπό στο μαντολίνο.
- Ουφ, είπε άξαφνα η δεσποσύνη Χρυσταλλένη, τέτοιο καιρό την άνοιξη με πιάνει μια θλίψη...μια μελαγχολία... δεν ξέρω γιατί.
Γύρισα στη μάνα μου. Είχε καθήσει στα βράχια και κοίταζε αφηρημένα τη θάλασσα, Έσκυψα από πάνω της.
- Εκεί στα Λουτρά της Αφροδίτης, φέγγει ο τόπος από τα πολλά κυκλάμινα. Πάμε να δεις τί ωραία που είναι, της είπα.
Με κοίταξε για λίγο. Ήμουν σίγουρη πως δεν μ' έβλεπε. Ύστερα αναστέναξε.
- Ναι, θ'α ΄ναι ωραία, είπε. Και δεν ξαναμίλησε.

Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Ώστε αυτό ήταν; Τούτη η σιωπή μέσα τη; Η απόσταση απ' όλους και απ' όλα... αυτή η νωθρή υποταγή σε κάτι που κυλούσε βαθιά εντός της και την είχε κατακυριέψει έτσι χωρίς καμμιά προειδοποίηση, αναίτια και μυστικά.
Κάποιος δίπλα της μιλούσε δυνατά και χειρονομούσε σκουπίζοντας το ιδρωμένο του πρόσωπο. Μια γυναίκα τον παρακολουθούσε ακίνητη. Στιγμές στιγμές τα μάτια της τρεμόπαιζαν σαν από βαθύ φόβο, μπορεί βέβαια και νάχε νευρικό τικ, ποιος ξέρει... Τί να έδενε αυτή τη γυναίκα με τον παχύ άνδρα; Η σκέψη την απασχόλησε για λίγο, ύστερα όμως πάλι το μυαλό της παρασύρθηκε αλλού.
Ένα άσπρο πουλί, μπορεί και νάταν γλάρος, σηκώθηκε αργά πάνω από το κεφάλι της. Τέντωσε τα φτερά, λικνίστηκε ύστερα βούλιαξε στη θάλασσα. Το περίμενε για λίγο να βγει από το νερό.
- Πνίγονται οι γλάροι; αναρωτήθηκε και γύρισε μπρούμυτα στην άμμο.
- Σε βαρέθηκα είπε η κόρη της ξύνοντας την άμμο προσεκτικά από τις πατούσες της, κι ούτε σε καταλαβαίνω πια. Δεν έχεις κέφι για το ένα, δεν έχεις κέφι για το άλλο...Θα κολυμπήσω μόνη μου.
Την κοίταξε όπως απομακρυνόταν με το βαρύ άχαρο βήμα της νειότης της και ήθελε να της φωνάξει: «Άλλοτε θα με πίκραιναν τα λόγια σου, κάποτε μπορούσες να με πληγώσεις βαθιά... όλοι σας μπορούσατε... εσύ πιο πολύ απ' όλους...» Μα τα λόγια δεν έφτασαν στο στόμα της. Έμειναν εκεί μέσα σ' αυτή τη νέα ακινησία.
Προσπάθησε να θυμηθεί τη μέρα που γεννήθηκε η κόρη της.
- Να σου ζήσει, της είχε πει ο γιατρός. Ίσως βέβαια και να μην ήταν ο γιατρός. Η νοσοκόμα; Πάντως κάποιος θά 'πρεπε να της το είχε πει, δεν συνηθίζεται η φράση; Ύστερα ήρθε η μάνα της.
-Είδες, είδες; της είπε. Ο Θεός είναι πολυεύσπλαχνος, δεν είναι; Μετά από την πρώτη μεγάλη λύπη, σου στέλλει μια μεγάλη χαρά, ένα γερό παιδί... Να μας ζήσει.
Η πρώτη μεγάλη λύπη. Πού ήταν; Πού είχε σκορπίσει; Έτσι αναπάντεχα κάτι μέσα της κινήθηκε. Κάτι, σαν βαθύς καημός. Ένα κομμάτι από την παλιά απόγνωση κάπου νάχε ξεμείνει; Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να σχηματίσει το πρόσωπο του αγοριού. Πώς ήταν τα μαλλιά του; Καστανά; Ίσως βέβαια νάταν και ξανθά. Τα μάτια του, τα χείλη του, το δέρμα του; Πώς νάταν το δέρμα του; Πριν αρρωστήσει θάταν μαλακό και λείο και τόσο οικείο. Μα έπειτα, όταν άρχισε ο εφιάλτης, πώς ήταν όλα;
Α, ναι, κάποτε είχε ζήσει ένα εφιάλτη. Μα ποιος τον είχε ζήσει; η ίδια; Πότε; Που; Εκείνος ο παλιός πόνος, η απόγνωση, προς τί; Και τούτη η καινούρια, η ατέλειωτη ερημιά, που της βάραινε τώρα την ψυχή, πού οδηγούσε;
Το κύμα πηγαινοερχόταν σιωπηλό και της άγγιζε τα δάκτυλα των ποδιών. Η κόρη της όλο και απομακρυνόταν από την ακτή...«Λες να είναι επικίνδυνο;» αναρωτήθηκε, μα το πολύ φως της πείραξε τα μάτια και τα ξανάκλεισε.
- Ίσως τώρα να νου ταιριάζει καλύτερα το σκοτάδι, σκέφτηκε. «Μοναδική πραγματικότητα είν' η νύκτα». Πού το είχε διαβάσει; Και γιατί ήρθε στο νου της τώρα; Προσπάθησε με κόπο να θυμηθεί εκείνα τα φωτεινά μακρινά πρωινά στην πατρίδα. Α, η πατρίδα... Έλαμπε εκεί, πέρα από τα βουνά και σίγουρα κρατούσε ανέγγιχτο ό,τι κάποτε της ανήκε, τη νειότη της, τα όνειρά της, τη χαρά της. μα είχε ποτέ όνειρα; Ποια ήταν; Κι η χαρά, πώς ήταν; Τίποτε δεν είχε απομείνει. Την είχαν όλα αφήσει εδώ στην άκρη του δρόμου. Αν, έτσι εντελώς αναπάντεχα γινόταν ένα θαύμα και βρισκόταν ξανά στα καλντερίμια της πατρίδας της;
Κάποτε η σκέψη αυτή την παρηγορούσε. Πολλές φορές τις μακρές λυπημένες νύκτες που ξαγρυπνούσε κοντά στο αγόρι, άνοιγε την πόρτα, δρασκελούσε το βουνό και βρισκόταν με τη συντροφιά της πίσω από το κάστρο. Οι κάργες, ψηλά από τους ευκαλύπτους τους παρακολουθούσαν ακίνητες. «Φέτος θάναι καλοχρονιά», έτσι λέει ο παππούς. «Έρχονται πολλές βροχές, οι κάργες το ξέρουν και δεν ξανοίγονται».
Και οι βροχές έρχονταν. Μαλακά και σχεδόν τρυφερά άγγιζαν τη γη και τη θάλασσα. «Φέτος ήρθαν γρήγορα τα πρωτοβρόχια», έλεγε ο φίλος της ο Σωτήρης «μα τί σημασία έχει; Εμείς θα συνεχίσουμε να κολυμπούμε όπως πάντα ως τα Γέννα, σωστά;» «Σωστά» απαντούσε κι αυτή. Από μακριά έρχονταν οι μυρωδιές των ανθισμένων κήπων. Η θάλασσα ήταν άσπρη κι ασάλευτη, τη λίκνιζε μαλακά κι αυτή τρόμαζε μέσα στο τόσο φως, στην τόση ευτυχία...
Η ευτυχία... την είχε νοιώσει στ' αλήθεια; Μα κι αν την ένοιωσε τί ωφελούσε τώρα πια;
«Η μοναδική πραγματικότητα είν' η νύχτα», Πάλι αυτός ο στίχος. Πού τον είχε διαβάσει; Περίεργο που το θυμόταν, γιατί η μνήμη της τελευταία της έπαιζε κακό παιγνίδι. «Σε βαρέθηκα», της ξανάπε η κόρη της και στάθηκε πάλι μπροστά της.
Το νερό έσταζε απ' όλο το κορμί της. Μερικές σταγόνες έπεσαν και στο δικό της σώμα και άξαφνα της φάνηκε πως κρύωσε. Κοίταξε αυτό το πρόσωπο τόσο γνώριμο και ξένο, που ακόμα η μεγάλη λύπη δεν χλόμιασε ούτε η μεγάλη χαρά πρόφθασε να φωτίσει. Στεκόταν εκεί, από πάνω της με το άπληστο, ανυποψίαστο βλέμμα της δικής της νειότης. Της άπλωσε το χέρι.
- Βοήθησέ με να σηκωθώ, είπε. Είναι ώρα να πηγαίνουμε σιγά-σίγα.

Μαρίας Αβρααμίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου