ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Η Αρετή: Κυπριακό Ακριτικό Τραγούδι

Πολλές σσηράτες τες λαλούν, πολλές σσηράτες έσσει,
μα σαν την σσήραν την ωρκάν, άλλην καμμιάν σγοιόν τζείνην,
απού 'σσεν τους εννιά γυιούες, την κόρην θυγατέραν,
προξένια της εφέρασιν απού την Εγγλιττέραν.
Ο γυιός της ο Κωστάντινος λαλεί της
«Μανά, να την αρμάσουμεν την Αρετήν στα ξένα,
στα ξένα τζι' εις την ξενιδκειάν, μακρά στην Εγγλιττέραν».
- Γυιέ μου, να την αρμάσουμεν την Αρετήν στα ξένα,
μ' αν τύσση πλήξη ή χαρά, πκοιος εν να μου την φέρει;
- Βάλλω τον Θεόν κριτήν, τους άγιους μαρτύρους
αν τύσση τζι' έρτη θάνατος, αν τύσση τζι' έρτη αρρώστια
αν τύσση πλήξη ή χαρά, εγιώ ΄να σου την φέρω.
Ήρτεν ο χρόνος δίσεχτος τζιαι τα εννιά πεθάναν.
Κανένας δεν επήαιννεν, κανένας δεν επάταν,
μόνον η μάνα επήαινεν, μονόν η μάνα ΄πάταν
στο μνήμα του Κωστάντινου τρεις βολές την 'μέραν•
πααίννει μιαν που το πορνόν τζιαι μιαν το μεσομέριν
τζιαι μιαν τα λιοβουττήματα, πού' σσεν να δύσ' ο ήλιος.
- Ανάθθεμα σε Κωσταντά, τζιαι πάλε ανάθθεμα σε,
απού μου την εξώρησες την Αρετή στα ξένα.
Το τάξιμο που μου βάλες, πότ' εννα μου το κάμης;
Απού τα κλάμαν το πολλύν ο Άδης εβαρέθην
τζι' έγίν' ο Άδης άλοον τζι' οι πέτρες χαλινάριν
τζιαι βρέθηκεν τζι' ο Kωσταντάς πάνω του καβαλλάρης.
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τον στης Αρετής την πόρτα.
Επήεν εις στης Αρετής τζι΄έσουσεν το τερτζέλλιν.
«Τζιαι πκοιος είναι τζιαι τίς ένι, που σούζει το τερτζέλλιν;
Αν εν δκιαβάτης, ας δκιαβή, περάτης, ας περάση,
τζι' αν εν που τ' αδέρκια μου, ας γύρη να πεζέψη».
- Άνου να πάμεν, Αρετή, τζι' η μάνα σου σε θέλει.
- Είντα με θέλ' η μάνα μου τζι' είντα 'ν το μήνυμάν της!
Αν εν τ΄αδέρκια μου καλά, να παστρικοφορήσω,
τζι' αν εν η μάνα μ' άρωστη, τα μαύρα να φορήσω.
- 'Ανου να πάμεν, Αρετή, τζι' ό,τι λοής τζι' αν είσαι.
Έμπην έσσω τζι' εφόρησεν ρούχα της φορεσιάς της,
μήτε κοντά μήτε μακριά, όσον της ελιτζιάς της.
Π' αππέξω φόρησεν γρουσά, π΄αππέσσω γρυσταλλένα,
τέλεια που πάνω φόρησεν τα μαύρα βελουδένα.
Εκρόκατσεν τον μαύρον του, πίσω του την πετάσσει.
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τους σ΄ενού δεντρού τον κλώνον
τζιαι τζαχαμαί σταμάτησεν, για να ποκαματίση,
στο γόνατόν της έππεσεν, για να τον σσιουμαλίσει.
Έναν πουλλάκιν έρεσσεν, τέθκοιαν φονούλλαν λέει•
«Πκοιος είεν τέθκοιαν Αρετήν, πκοιος είεν τέθκοιαν κόρην,
να παρπατή, να τσέλλεται με τους νεκρούς στα όρη;»
- Ξύπνα, ξύπνα Κωσταντά, τουν΄το πουλλίν τί λέει;
- Θαμμάζουμαί σε, Αρετή, τα λόγια που μου λέεις!
Τούτου του κάμπου τα πουλλιά ούλα 'τσι τζιλαδούσιν.
- Τζιαι πε μου, πε μου Κωσταντά, είντα 'μ που γίνης έτσι;
Τα δόγκια σο' μαυρίσασιν τζιαι τα μαλλιά σο' ππέσαν,
ως τζιαι τα ρούχα που φορείς, πολλά κορνιαχτιστήκαν.
- Τα δόγκια μο' μαυρίσασιν, εν που την αρωσκιάν μου,
τζιαι τα μαλλιά μο' ππέσασιν, που την τζεφαλαρκάν μου,
τα ρούχα μο' χουν κορνιαχτόν, εν που την στράταν που 'ρτα.
Εκρόκατσεν τον μαύρον του, πίσω του την πετάσσει,
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τους στ' άϊ Γιωρκού την πόρταν.
«Άτε κατέβα, Αρετή, στην μάνα σου να πάης».
- Γρωστώ τζερίν τ' άϊ Γιωρκού, να πα να του τα πάρω.
- Αν εν τζερίν τ΄άϊ Γιωρκού, εγιώ να το γοράσω,
τζι΄αν ένι λάϊν τ΄άϊ Γιωρκού, να το ξαναδιπλάσω.
Γροικά του τάφου τζι' άννοιξεν, του τζυπαρκού βαώννει,
του μυρωμένου λίβανου που πάνω τζιαι καπνίζει.
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
τον μονοπάτιν βκάλει την στης μάνας της την πόρταν.
Επήεν εις την μάναν της τζι΄έσουσεν το τερτζέλλιν.
«Τζιαι πκοιος είναι τζιαι τίς ένι, που σούζει το τερτζέλλιν;
Αν εν δκιαβάτης, ας δκιαβή περάτης ας περάση,
τζι' αν εν ο πικροχάροντας, εν τζι' εχω πκιον να πκιάση».
Έχω μιαν κόρην Αρετήν, που' ν μακριά στα ξένα,
στα ξένα τζι' εις την ξενιδκιάν μακρά στην Εγγλιττέραν.
Τζείνη ζη ή εν-ι-ζη, εν η ζωή μο' μέναν.
- Έλ' άννοιξε μου μάνα μου, τζι' είμαι η Αρετή σου.
- Τζιαι πκοιος σ' έφερεν, ά Αρετή, εσέναν στουν΄τα μέρη;
- Ο γυιός σου, ο Κωστάντινος, μ΄έφερεν στουν' τα μέρη.
- Του γυιού μου, του Κωστάντινου, έκαμα τες εννιά του,
τζι' αν δεν πιστεύκης, Αρετή, δε τζιαι τα κόλλυφά του.
Εσφιχταγκαλιαστήκασιν τζι΄οι δκυο τζι' εξηψυσσήσαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου