ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Ο Άγιος Δαβίδ ο δενδρίτης - Saint David the tree-dweller

Ο Άγιος Δαβίδ γεννήθηκε, μεγάλωσε και μορφώθηκε στην όμορφη και μεγάλη πόλη της Θεσσαλονίκης. Από μικρό παιδί φαινόταν να έχει μεγάλη ευλάβεια στο θεό. Όταν ενηλικιώθηκε, θέλησε να γίνει μοναχός. Πήγε λοιπόν στο μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρου και Μερκουρίου, στην ίδια πόλη.
Στο μοναστήρι διάβαζε πολύ την Αγία Γραφή και χαιρόταν να γνωρίζει μέσ' απ' αυτή τους ανθρώπους που αγάπησαν το Θεό και πώς ο Θεός δόξασε τον καθένα απ' αυτούς: Τον Άβελ με τη θυσία. Τον Αβραάμ με την πίστη, τον Ιωσήφ με τη σωφροσύνη, τον Ιώβ με την υπομονή. Ανέδειξε το Μωυσή νομοθέτη και φύλαξε αβλαβείς το Δανιήλ από τα λιοντάρια και τους τρεις παίδες από τη φωτιά. Ήθελε να μιμηθεί τους φίλους του Θεού και να τους συναντήσει μια μέρα στην βασιλεία Του.
Θέλοντας ο Δαβίδ να προχωρήσει στην εσωτερική σχέση του με το Θεό αφιέρωνε πολλές ώρες στην προσευχή. Συνήθιζε μάλιστα ν' ανεβαίνει σε μια μεγάλη αμυγδαλιά, που βρισκόταν κοντά στην εκκλησία. Στο τέλος αποφάσισε να μένει νύκτα και μέρα πάνω στο δέντρο. Έφτιαξε μικρό κρεβάτι πάνω στα κλαδιά της αμυγδαλιάς και ησύχαζε εκεί πάνω μιμούμενος τα πουλιά, που συνέχεια δοξολογούν το Θεό.
Παρά τη σκληραγωγία αυτή υπέφερε το κρύο και τις βροχές το χειμώνα, τον καύσωνα το καλοκαίρι και παρέμενε υγιής και δυνατός. Το πρόσωπό του ήταν ωραίο και ροδοκόκκινο. Παρά την καλή του κατάσταση όμως οι μαθητές του, που μαζεύονταν συχνά κάτω από το δέντρο και τους μιλούσε, ανησυχούσαν και του 'λέγαν συχνά: «κατέβα, πάτερ, να σου ετοιμάσουμε ένα κελλάκι να μένεις, να μην ταλαιπωρείσαι άλλο εκεί πάνω». «Θα κατέβω», τους έλεγε, «μα όταν θα θέλει κι' ο Θεός».
Πραγματικά, μια μέρα, μετά από διαμονή τριών χρόνων στην αμυγδαλιά, άγγελος Κυρίου του είπε: «Δαβίδ, ο Θεός άκουσε τη δέηση σου και σου δίνει τη χάρη που ζητούσες τόσες πολλές φορές, να είσαι ταπεινός και μέτριος και ευλαβής. Κατέβα λοιπόν και μείνε με ειρήνη σ΄ένα κελλάκι».
Ο Άγιος ευχαρίστησε το Θεό και κάλεσε τους μαθητές τους. Τους μίλησε για την οπτασία του αγγέλου και τους παρακάλεσε να του ετοιμάσουν διαμονή. Αυτοί αμέσως χαρούμενοι, ειδοποίησαν τον Αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης ότι ο Άγιος κατεβαίνει από το δέντρο και ήρθε πάραυτα με όλο το ιερατείο της πόλης και πλήθος λαού. Ανέβηκε ο επίσκοπος στην αμυγδαλιά, ασπάσθηκε τον όσιο και τον κατέβασε με ευλάβεια. Στη συνέχεια τέλεσαν τη Θεία Λειτουργία κι έκαμαν μεγάλο πανηγύρι κλήρος και λαός. Ήσαν όλοι χαρούμενοι, που παίρναν την ευχή του παππούλη από κοντά και του φιλούσαν τα χέρια και το πρόσωπο.
Στο εξής πήρε τέτοια χάρη ο Άγιος απ' το Θεό που συνέχεια έδιωχνε δαιμόνια και κάθε ασθένεια από τους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν.
Κάποιος νεαρός, που ο Σατανάς κυριάρχησε στην καρδιά του, πήγε μια μέρα έξω απ' το σπιτάκι του Αγίου και φώναξε: «Άφησέ με, Δαβίδ, δούλε του αιωνίου Θεού, φωτιά βγαίνει από το σπίτι σου και με καίει»! Τότε ο Άγιος άπλωσε το χέρι του από το παράθυρο, άρπαξε το νέο και του λέει: «Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, σε προστάσσει, πνεύμα ακάθαρτο και πονηρό, ν' αφήσεις το πλάσμα του ήσυχο». Και τον σφράγισε με το σημείο του Σταυρού. Αμέσως ηρέμησε ο νέος κι έμεινε υγιής.
Άλλοτε πάλι μια γυναίκα τυφλή άκουσε για τα θαύματα του Αγίου. Πήρε ένα χειραγωγό, πήγε στην πόρτα του κι έκλαιγε παρακαλώντας τον να της γειάνει τα μάτια. Αυτός της φώναξε να 'ρθει κοντά στο παράθυρο. Άπλωσε το δεξί του χέρι στα μάτια της και προσευχήθηκε γι' αυτήν. Τελειώνοντας πήρε τα δάκτυλά του από τα μάτια της κι αμέσως άρχισαν να βλέπουν.
Αναρίθμητα τέτοια θαύματα έκαμνε κάθε μέρα ο Άγιος κι όλος ο κόσμος τον αγαπούσε και τον τιμούσε.
Εκείνο τον καιρό γίνονταν στη Θεσσαλονίκη και σ' όλη τη Θεσσαλία επιδρομές και λεηλασίες από τους βαρβάρους. Γι' αυτό το ζήτημα ο έπαρχος του Ιλλυρικού έγραψε επιστολή στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και τον προέτρεπε να πάει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί να ζητήσει από το βασιλιά να διορίσει έπαρχο στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος θα μπορούσε να εργαστεί για την προστασία του τόπου.
Ο επίσκοπος τότε κάλεσε τους άρχοντες της πόλης και τους κληρικούς και τους είπε: «Πρέπει να στείλουμε έναν ενάρετο άνθρωπο, να τον σεβαστεί ο βασιλιάς και να κάμει το αίτημα μας». Αμέσως όλοι σκέφτηκαν και πρότειναν τον Όσιο Δαβίδ. Πηγαίνουν ομοθυμαδόν και του λένε την υπόθεση. «Μα, παιδάκια μου, τους λέει, γέρος άνθρωπος και ασθενικός πώς μπορώ να ταξιδέψω»; Τίποτα, όλοι επέμεναν και τον παρακαλούσαν να πάει. «Καλά, τους λέει στο τέλος, θα πάω για να μη σας παρακούσω. Ο βασιλιάς με τις ευχές σας θα μου δώσει ό,τι του ζητήσω μα εσείς δε θα με ξαναδείτε, μήτε εγώ εσάς, μήτε τη Θεσσαλονίκη. Μετά το πέρας αυτής της εργασίας θα πάω στον Δεσπότη μου Χριστό».
Πήρε δυο μαθητές του και κατέβηκαν στο λιμάνι. Όλος ο κόσμος τότε έτρεχε να πάρει την ευχή του. Και πραγματικά η μορφή του ήταν σεβάσμια.
Προκαλούσε δέος σ΄όσους τον αντίκριζαν. Τα κατάλευκα του μαλλιά έπεφταν ως τη μέση του και τα γένια του ως τα γόνατά του. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο και φανέρωνε άνθρωπο, που γνώριζε τα μυστήρια του Θεού.
Στην Κωνσταντινούπολη τον υποδέχτηκε η βασίλισσα Θεοδώρα και τον οδήγησε στο παλάτι. Νόμιζε πώς φιλοξενούσε τον Αβραάμ. Όταν επέστρεψε ο Ιουστινιανός, γιατί έλειπε σε ταξίδι, του λέει: «έλα να δεις, Ο Θεός έστειλε την ευλογία του στο παλάτι μας».
Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς συγκάλεσε τη Σύγκλητο, να εξετάσουν το ζήτημα, που ήθελε ο Άγιος. Όταν όλοι συνάχτηκαν, ο Όσιος θέλοντας να τους θυμιάσει και μη ευρίσκοντας πρόχειρα ένα θυμιατήρι πήρε τα κάρβουνα στη χούφτα του και βάζοντας λιβάνι θυμιάτισε τους παρεστώτες χωρίς να καεί. Έπειτα διάβασαν το γράμμα του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κι έδωσαν βέβαια έπαρχο στη πόλη και ό,τι άλλο ζητούσαν. Έγραψε ειδικό γράμμα ο βασιλιάς και δίνοντας το του Οσίου του είπε: «να εύχεσαι και για μένα, πάτερ».
Ο Όσιος Δαβίδ αναχώρησε με καράβι πάλι για τη Θεσσαλονίκη, μα καθώς το προείδε και το προείπε ο ίδιος, δεν έφτασε στην πόλη του.
Όταν ήταν σε απόσταση, που φαινόταν η πόλη και το μοναστήρι του πάνω ψηλά, στράφηκε προς τα κει και προσευχήθηκε πολύ. Μετά είπε στους μαθητές, που τον συνόδευαν πως ήρθε η ώρα να φύγει. Τους νουθέτησε, τους ασπάσθηκε και παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό.
Εκείνη τη στιγμή παρόλο που φυσούσε δυνατός άνεμος, σταμάτησε το πλοίο, ήρθε ευωδία θυμιαμάτων και ακούγονταν ψαλμωδίες για αρκετή ώρα. Μετά ξεκίνησε μόνο του και προσάραξε όχι στο λιμάνι μα δυτικά της πόλης, σ' ένα αγαπητό μέρος του Αγίου. Εκεί είχαν ρίξει πριν οι ασεβείς τα λείψανα των Αγίων Θεοδούλου και Αγαθόποδος. Εκεί μαζεύτηκε όλη η πόλη με τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος παρέλαβε το άγιο λείψανο και μ' ευλάβεια το μετέφερε και το ενταφίασε στο μοναστήρι, κάτω απ' την αμυγδαλιά.
Από τότε μέχρι σήμερα εορτάζουμε οι Χριστιανοί αυτή τη μέρα, τη μνήμη του Αγίου Δαβίδ, στις 26 Ιουνίου. Να 'χουμε την ευχή του.

Από το βιβλίο «Για την αγάπη του Χριστού», του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

St. David was born, raised and educated in the beautiful and big city of Thessaloniki. From childhood, he seemed to have great reverence to God. When grown up, he wanted to become a monk. So, he went to the monastery of the Saints Theodorus and Mercurius, in the same city.
At the monastery was was always reading the Bible, and was glad to know through it the people who loved God and how God glorified each of them: the sacrifice of Abel. Abraham through his faith Joseph because of his wisdom, Job for his patience. God glorified Moses as a legislator and and left Daniel harmless from the lions and the three children from the fire. He wanted to imitate the friends of God and to meet them one day in His kingdom.
Wanting to advance his inner relationship with God, David spend many hours in prayer. He used to even climb onto a large almond tree, which stood near the church. At the end he decided to stay night and day on the tree. He made a small bed on the branches of the almond tree and from then on he lived as an ascetic up there, imitating the birds, which are always glorifying God.
Despite this hardship, he was able to withstand the cold and the rain in winter, the heat in summer and remain healthy and strong. His face was ruddy and beautiful. Despite his good condition his disciples, who often gathered under the tree to hear him speak, worried and often said: "descend, Father, and we will prepare a small cell for you to stay in, so you will no longer be suffering up there anymore."I will descend," he told them, "but when God wants that also".
Truly, one day, after staying for three years on the almond tree, an angel of the Lord said to him: "David, God heard your prayers to give you the grace that you called for so many times, to be humble and modest and pious. So come down and stay in peace in a cell".
The Saint thanked God and asked for his disciples. He talked to them about the vision of the angel and asked them to prepare him a place to stay. They, in happiness, immediately notified the Archbishop of Thessaloniki that the Saint was to descend from the tree and he came immediately with all the clergy of the city and many people. The Bishop went to the almond tree, embraced the Blessed Saint and brought him down in reverence. After that, they celebrated the Divine Liturgy and had a big festival, both the clergy and the people. Everybody was happy that they would be recieving the blessings of the holy Elder from up close and kissed his hands and face.
From then on, the Saint recieved such a grace from God, that he was constantly driving away demons and every kind of disease from the people who visited him.
A young man, of whom Satan prevailed in his heart, went one day out to the dowelling of the Saint and shouted: "Let go of me, David, eternal servant of God, fire comes out of your house and burns me!" Then the Saint stretched his hand out of the window, grabbed the young man and said: "Our Lord Jesus Christ, the Son of the living God, orders you, unclean and cunning spirit, to leave his creation on peace." Upon saying that, the saint made the sign of the Cross on him. Immediately the young man was calmed and stayed healthy.
During another time, a blind woman heard about the miracles of the saint. She got a cane and went to the door of the Saint crying and begging him to make her eyes well. He called her to come near the window. He stretched out his right hand on her eyes and prayed for her. Finally he took his fingers from her eyes and immediately she began to see.
The Saint made innumerable such miracles every day and everyone loved him and honored him.
During that time, there were raids and pillaging in Thessaloniki and throughout Thessaly by the barbarians. For this problem, the governor of Illyricum wrote a letter to the Metropolitan of Thessaloniki, and urged him to go to Constantinople. To go there and ask the king to appoint a governor in Thessaloniki, who would work to protect the area.
The bishop then called upon the rulers and the clergy of the city and told them: "We must send a virtuous man, some-one respected by the king so that he will make our request." Immediately everyone thought of and suggested Saint David. They went in one accord and told him the affair. "But, my children, he said, I am an infirm old man, how can I travel?" Nothing he said changed their mind, everyone insisted and begged him to go. "Well, he told them at the end, I'm not going to disobey you. Because of your prayers, the king will give me everything you ask for but you will not see me again, nor I you, nor Thessaloniki. After this deed, I will go to my Master Christ".
He took two of his disciples along and went to the port. Everyone then ran to get his blessing. And truly his form was venerable.
He created awe for those who looked at him. His white hair fell to his waist and his beard to his knees. His face was serene and revealed a man who knew the mysteries of God.
In Constantinople he was welcomed by queen Theodora who led him to the palace. She thought that she was hosting Abraham. When Justinian returned, for he was away on a trip, she told him: "Come and see, God has sent his blessing to our palace".
The next day the king summoned the Senate to consider the issue, that the Saint was requesting for. When they were all gathered, the Saint wanted to incence them, but there was no censer to be found at hand during that moment so he took the charcoals in hand and put the incense there without getting burned. After reading the letter of the Bishop of Thessaloniki, the Sanate and gave a governor to the city and everything else asked for. The king wrote a special letter to the Bishop of Thessaloniki, and upong handing it to the Saint, he told him, "Pray for me also, Father."
Saint David departed by boat back to Thessaloniki, but as he foresaw and foretold he did not arrive there.
When the ship was at a distance where one could see the city and its monastery high up, the Saint turned towards there and prayed a lot. After that he told his disciples, who accompanied him that it was time for him to depart from this world. He gave them his advice, embraced them and gave his soul to God.
At that moment, although there was a strong wind blowing, the ship stopped, the scent of incense could be smelled and chants were heard for some time. After that the ship started on its own and sailed aground not to the harbor but west of the city, at a place loved very much by the saint. It was the place where the impious had before thrown the relics of the Saints Theodoulus and Agathopodus. There, the whole city gathered led by the Archbishop, who received the holy relic and carried it with reverence and buried it in the monastery under the almond tree.
Since then, we Christians celebrate this day, the memory of Saint David, on June 26. May we have his blessing.

From the book "For the love of Christ" by Charalambos Epaminondas

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου