ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Ο Άγιος Πέτρος ο τελώνης - Saint Peter the tax collector

Τον καιρό που βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο Ιουστινιανός, διοικητής της Αφρικής ήταν ο πατρίκιος και τελώνης Πέτρος. Ήταν άνθρωπος κακός, δύστροπος κι απότομος. Φαινόταν να μην έχει λύπηση για κανένα. Γι' αυτό και τον ήξεραν όλοι με το παρατσούκλι «ο φειλωδός», δηλαδή ο τσιγκούνης.
Μια φορά ένας φτωχός που ήταν σε μεγάλη ανάγκη, λέει: «θα πάω να ζητήσω ένα κομμάτι ξερό ψωμί από το φειδωδό ». Του λένε οι άλλοι ζητιάνοι: «αποκλείεται να σου δώσει ο,τιδήποτε». «Θα δοκιμάσω» , είπε και πήγε κι έπεσε στα πόδια του Πέτρου, έκλαιγε και παρακαλούσε για λίγε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος εξοργισμένος από την επίμονη ενόχληση θέλησε να τον κτυπήσει. Έλαχε κείνη τη στιγμή να περνά από δίπλα του ένας δούλος, που κουβαλούσε μία σανίδα με ψωμιά. Άρπαξε τότε ένα ψωμί ο πατρίκιος και τό' ριξε με ορμή, σαν πέτρα, στο κεφάλι του φτωχού. Αυτός πήρε το ψωμί κι έφυγε τρέχοντας.
Μετ' από δύο μέρες ο Πέτρος αρρώστησε βαριά. Μέσα στον πυρετό βλέπει τον εαυτό του μπροστά στην κρίση του Θεού. (Έπρεπε να δώσει λόγο για τις πράξεις του). Μια ζυγαριά ήταν στη μέση. Στη μία της μεριά μαζεύονταν κάποια σκοτεινά πλάσματα κουβαλώντας τις κακές του πράξεις. Στην άλλη μεριά έστεκαν κάποιοι άνδρες με θαυμάσια πρόσωπα και κατάλευκα ρούχα, που όμως δεν είχαν τίποτε καλό να προσκομίσουν. Τότε ένας απ' αυτούς προβάλλει κρατώντας ένα ψωμί και το αποθέτει στην άδεια κούπα. Αμέσως βάρυνε αυτή και ισοζύγιασε η ζυγαριά.
Συνήλθε τότε έντρομος ο Πέτρος και λέει: «τόσο ο Θεός λογαριάζει το παραμικρό! Και το ψωμί πού 'ριξα με οργή το ΄γραψε για καλοσύνη». Κι αμέσως έγινε καλά, σηκώθηκε κι άρχισε να δίνει όλα τα πράγματα του και τα χρήματά του.
Μια μέρα στην αγορά συνάντησε ένα γυμνό ζητιάνο που κρύωνε. Έβγαλε τότε το πανωφόρι του και τον έντυσε. Την νύχτα εκείνη είδε στον ύπνο του τον Ιησού Χριστό να φορά εκείνο το πανωφόρι. Σηκώθηκε το πρωί και δεν ήξερε τί να κάμει από τη χαρά του. Πήγε στην αγορά και πούλησε τον εαυτό του δούλο και όσα λεφτά πήρε τά 'δωσε στους φτωχούς.
Ο άνθρωπος που αγόρασε τον Πέτρο ήταν χρυσοχόος. Τον πήρε στο αρχοντικό του και τον είχε να εργάζεται με τους άλλους υπηρέτες στην αυλή του. Οι σύνδουλοί του όμως άρχισαν να υποψιάζονται και να συζητούν μεταξύ τους μήπως αυτός είναι ο διοικητής της Αφρικής, που χάθηκε και που λένε πως τρελάθηκε και πουλήθηκε δούλος...
Ακούγοντας αυτά να λένε ο δούλος πια του Χριστού Πέτρος ήθελε να φύγει, πριν τον αναγνωρίσουν. Πήγε βράδυ κρυφά στο θυρωρό του αρχοντικού και τον παρακαλούσε να τον αφήσει να φύγει. Ο θυρωρός όμως ούτε άκουγε, ούτε μιλούσε · ήταν κωφάλαλος. Του λέει τότε ο Πέτρος «στ' όνομα του Ιησού Χριστού, άκουσέ με, σε παρακαλώ, και άνοιξέ μου την πόρτα». Αμέσως έγινε θαύμα! Ο κωφάλαλος άκουσε και μίλησε και με συγκίνηση άνοιξε τη θύρα.
Ο Άγιος Πέτρος έφυγε και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του γυρίζοντας από προσκύνημα σε προσκύνημα κάνοντας αγαθοεργίες. Έφτασε έτσι στους Αγίου Τόπους κι από κει πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και κοιμήθηκε ειρηνικά στο πατρικό του σπίτι. Τιμούμε την κοίμηση του στις 20 Ιανουαρίου. Να έχουμε την ευχή του!

Από το βιβλίο «Για την Αγάπη του Χριστού», του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

During the time when Justinian reigned in Constantinople, the commander of Africa was the patrician and publican (tax collector), Peter. He was a mean, cantankerous and brusque man. He seemed that he had no pity for anyone. So all knew him by the nickname "the parsimonious", ie the miser.
Once, a poor man who was in great need told the beggers who were in his company: "I'm going to ask for a piece of dry bread from "the parsimonious". The other beggars told him, "there is no way that he will give you anything". "I'll try", he said, and went and fell at the feet of Peter, cried and begged him for some alms. Peter was outraged by this persistent discomfort and wanted to beat him. It just so happened that at that moment a slave was passing by who was carrying a board with bread. Peter the patrician then grabbed a loaf of bread and throw it with great impetus, as if it was a stone, on the head of the poor man. The beggar took the bread and ran away.
Two days later, Peter became seriously ill. While in fever he saw himself in front of God's judgement. (He had to answer for his actions). A pair of scales was in the middle. On the one side, some dark creatures were gathering his evil deeds together. On the other side of the scale there stood some men with beautiful faces and white clothes, but they had nothing good to put in it. Then, one of them appeared carrying a loaf of bread and depositing it in the scale. Immediately the scale became heavy and reached a balance with the other scale.
Frightnened, Peter put himself together and said: "So God adds up even the slightest thing! And the bread that I threw angrily on that begger was written down as kindness". Immediately he became well, got up and started to give all his belongings and money away.
One day, he met a naked begger at the market who was friezing cold. He then took off his cloak and dressed him with it. On that night in his sleep he saw Jesus Christ wearing that same cloak. In the morning he got up and did not know what to do from the joy he felt. He went to the market and sold himself as a slave and what money he received, he give it out to the poor.
The man who bought Peter was a goldsmith. He took him to his mansion and had to work with the other servants in his court. The other slaves began to suspect and to discuss among themselves whether this new slave was the governor of Africa, who had disappeared, and who, as people said, went crazy and sold himself into slavery ...
Upon hearing them, the now servant of Christ Peter, wanted to leave before he was recognized. At night, he went secretly to the mansion's doorman and begged to let him go. However, the doorman could neither hear nor speak; he was deaf and mute. Peter then told him "in the name of Jesus Christ, please, listen to me, and open the door". Immediately, a miracle happened! The deaf-mute man heard and spoke to him with emotion and opened the door.
Saint Peter went away and spent the rest of his life going from pilgrimage to pilgrimage and doing charities. He thus arrived in the Holy Land and from there went to Constantinople, where he died peacefully in his family home. We honour his death on January 20. May we all have his blessing!

From the book "For the love of Christ" by Charalambos Epaminondas

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου