ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Η Πελλόμανα • Δυο παραλλαγές • Ένα Κυπριακό Δημοτικό Τραγούδι


Η πελλόμανα


Πάνω στην τζιεφαλήν τ' ατού
βλάστησεν έναν κλήμαν,
κάμνει σταφύλι βέρικον
Κάμνει σταφύλιν βέρικον
τζιαι το κρασίν μοσκάτον,
πίννουν το μάνες τζιαι μεθκιούν,
Πίννουν το μάνες τζιαι μεθκιούν,
τιμάζουν τα παιδκιά τους.
Μια μάνα μια πελλόμανα,
μια μάνα μια πελλόμανα,
ετίμαζεν τον γιον της,
τον γιον της τον Γιαννάτζιην της,
Τον γιον της τον Γιαννάτζιην της
το φως των αμμαδκιών της.
- Τίμαζε μάνα τίμαζε
τζι' εγιώνι εν να φύω
τζιαι ν' άρτ΄η μέρα τ' Άϊ Γιωρκού,
να πας στην εκκλησίαν,
να δης τους νιους, να δης τες νιες,
στους σκάμνους τους να στέκουν,
να δης τζιαι το στασίδιν μου,
σαν μήλον μαραμμένον,
σαν μήλον σαν ρο(δ)άτζινον
σαν άθθος σκοπροισμένο.
Τζι' ήρτεν η μέρα τ' Άϊ Γιωρκού
τζιαι πα στην εκκλησία,
θωρεί τους νιους, θωρεί τες νιες,
στους σκάμνους τους να στέκουν,
θωρεί τζιαι το στασίδιν του,
σαν μήλον μαραμμένον,
σαν μήλον σαν ρο(δ)άτζινον,
σαν άθθος σκορπισμένο.
Λαμνίζει που την εκκλησσιάν,
τζιαι στον γιαλόν πηαίννει
ρωτά τους ναύτες να της πουν,
αν εί(δ)ασιν τον γιον της,
τον γιον της τον Γιαννάτζιην της,
το φως των αμμαδκιών της.
- Πε μας σημάδκια του κορμιού,
ίσως τον ηγνωρίζω.
- Έσσιει εληάν στην βούκκαν του,
εληάν εις την μασκάλην
τζι' ανάμεσα στα φρύδκια του
ήλιον με το φεγγάριν.
- Άρκα πουλιά τον τρώουσιν,
άρκα τον κατασσίζουν,
μα 'ναν πουλλίν καλόν πουλλίν,
εν ήθελεν να φάη,
φάε τζι' εσού καλόν πουλλίν,
να καζαντίσης κάλλη,
να γράψης γράμμα στο χωρκόν,
τζιαι να το πκιάση ο παπάς.
Να το δκια βάζη ο παπάς,
να κλαίη μάνα μου,
να το δκιαβάζ' η μάνα μου,
να κλαί' η αγαπώ μου.
Να το δκιαβάζ' η αγαπώ,
να κλαίη ο κόσμος ούλλος.


Η μάνα η πελλοκαταρούσα


Μια μάνα, μια πελλή μάνα, μια πελλοκαταρούσα,
τον γυιον της εν που τίμαζεν το Σάβατον το δείλις.
«Δκιώγνεις με, μάνα, δκιώγνεις με, τζι' εγιώ, μη θέλω, φεύκω,
να πάω κάτω στον γιαλόν, κουρβέτταν, με καράβιν.
Νά 'ρτη μέρα τ΄Άϊ Γιωρκού, να πας στον Άϊ Γιώρκην,
να δης τους νιους, να δης τες νιες στους σκάμνους καθισμένους,
τζι' εμέν να δης τον σκάμνον μου μαύρον σκοτεινιασμένον.
Τότε να τρέξης στον γιαλόν με τα μαλλιά στα σσέρκα,
τζιαι τους αναύτες να ρωτάς αν εί(δ)ασιν τον γυιον σου».
Τζι' ήρτεν  μέρα τ' Άϊ Γιωρκού, τζιαι πα στον Άϊ Γιώρκην,
θωρεί τους νιους, θωρεί τες νιες στους σκάμνους καθισμένους,
τζείνου θωρεί τον σκάμνον του μαύρον, σκοτεινιασμένον.
Τότε τζιαι τρέσσει στον γιαλόν με τα μαλλιά στα σσέρκα
τζιαι τους αναύτες αρωτά αν εί(δ)ασιν τον γυιον της.
«Εψές βραδκειάν τον εί(δ)αμεν στης Μπαρμπαρκάς τα μέρη.
Είσσεν τον άμμον πάμπλωμαν, την θάλασσαν κρεβάτιν,
τζιαι δκυο τσσακκάλια του γιαλού είσεν προσσέφαλόν του.
Μαύρα πουλλιά τον τρώασιν, τζι' άσπρα τον τζυνηούσαν
τζι' έναν πουλλίν, γρουσόν πουλλίν, που τζι' άξω εν που 'θώρεν».
«Έλα τζι' εσού γρουσόν πουλλίν να φας που το κριάς μου,
να κάμης πήχυν το φτερόν, γαλάτην σαν κοντάριν,
να γράψω δκυο λόγια χαρτίν, της μάνας μου να πάρης!
Να το δκιαβάζ' η μάνα μου, να κλαί' η αδερφή μου,
να το δκιαβάζ' η αδερφή, να κλαί' η προφετή* μου,
τζι' αν το δκιαβάζ' η προφετή, να κλαι' ούλος ο κόσμος».


* προφετή = αρραβωνιαστικιά, χαρτωμένη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου