ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Ο Σπανός: Κυπριακό Παραμύθι

Έναν τζαιρόν είσσεν έναν βασιλέαν τζι' είσσεν να κάμει έναν ταξίιν. Έμπηκεν μεσ' στο καΐτζιν- πριν εν τζι' είσσεν παμπόρκα, ήτουν ούλλο καΐτζια- τζι' έπκιασεν δρόμον. Το καΐτζιν σαν επήαινεν, εξηνέρισε τζι' έβκαλεν τον να πούμεν εις την Τζύπρον· τζιαι τζαχαμαί που τον έβκαλεν με πολιτείαν είσσεν, με χωρκόν. Αί, τωρά, ο βασιλέας με το δούλον του μανισσοί τους νύκταν τζιαι σσειμώναν τζαιρόν, επαρατηρούσαν μιαν ποτζεί, επαρατηρούσαν μιαν ποδά, είαν που μακριά έναν φως τζι άφτεν. «Αί, λαλεί, ο βασιλέας του δούλου του, να πκιάσουμεν στράταν να πάμεν ολόϊσσια πασ' τζειν το φως τζι' ό,τ' εν της τύχης μας».
Επήαν, ήυραν έναν βοσκόν: «καλησπέρα βοσσέ» - «καλησπέρα κοππιάστε έσσω», περιποίησην μεν αρωτήσεις. -Αί, ο μιάλος άθρωπος αγνωρίζεται τα γέρημα. Ταυρά ο βοσκός, έσφαξεν έναν αρνίν τζι' έσασεν το τζι' αρκινήσαν τζι' εξηφαντώναν. Ράστην την νύκταν τζείνην εγέννησεν η γεναίκα του βοσκού τζι' έκεμεν γιον. Λαλεί του ο βασιλέας: «Είμαι ο τάδε βασιλέας, που τον τάδε τόπον τζιαι θέλω να μείνω να βαφτίσω το μωρόν σου, που γεννήθηκεν εψές τζι' ύστερα να φύω». -Έϊ, πολλυχρονημένε μου», λαλεί του ο βοσκός ο κακορίζικος. 'Εμεινεν ως τρεις ημέρες τζι΄αβάφτισεν το μωρόν ο βασιλέας. Την ημέραν πούσσεν να φύει έβκαλεν τζι' έδωκεν του βοσκού την αραώναν του τζι' έναν γράμμαν τζι' είπεν του, άμαν γινεί το βαφτιστικόν του νόμου ηλικίας να τον πέψει νάβρει τον τατάν του. Τζι' έγρεψεν του μεσ' το γράμμαν, μέσ' στην στράταν αν εύρη κουτσόν, ή στραόν, ή σπανόν, να μεν τον φέρει μιτά του.
Άμαν τζι' εϊνην το κοπελούϊν ως δεξάξη χρονών, λαλεί του ο τζύρης του: «γυιέ μου, νά την τουν' την αραώναν τζιαι τούν' το γράμμα τζιαι να πα νάβρεις τον τατά σου τον βασιλέαν». Έπκιασεν την στράταν τζι' επήαιννεν. Το παιδίν ένεκα ήταν καλής καρκιάς, σαν επήαινεν, ηύρεν έναν κουτσόν. «Τζιαι πού πάεις γυιέ μου;» λαλεί του. «Πάω, λαλεί του, νάβρω τον τατά μου, τον βασιλέαν». -Τζι' εν με πέρνεις τζι' εμέναν, γυιέ μου, που νάσσεις τα πολλά καλά πέρκιμον τζιαι φήκει με τζι' εμέναν τζαχαμαί κοντά του; -«Καλά θκειέ, λαλεί του, έλα»· τζι' επήρεν τον. Σαν επααίνναν, εποστέκετουν ο κουτσός τζιαι κάθε λλίον τόπον εκάθετουν να ξηποσταθεί. «Αί, θκειέ, λαλεί του, εν να πααίννω εγιώ τζι΄έρκεσαι ταπισών». Τζι' επήεν.
Εν επήεν πολλύν τόπον τζι' ηύρεν έναν στραόν· «Γυιέ μου, που νάσσεις τα πολλά καλά τζιαι πού πάεις;» -«Πάω στον τατάν μου τον βασιλέαν». -«Ά, γυιέ μου, που να σου χαρήνει ο Θεός το φως σου, εν με παίρνεις τζι' εμέναν;»-«Καλά, θκειέ, λαλεί του, έλα». Το παιδίν είσσεν καλήν γνώμην τζι' εν εκϊέρισκεν να τους αρνηθεί. Επηαίνναν, επηαίνναν, εποστάθην ο στραός. «Αί, μα θκειέ, λαλεί του το κοπελλούϊν, εν να πάω τζι' έρκεσαι ταπισών».
Τζείθθε μέρου ηύρεν έναν σπανόν. «Πού πας ρε», λαλεί του. «Έδωκεν μου ο τατάς μου ο τάδε βασιλέας τούν' την αραώναν τζιαι το γράμμαν να πάω να τον εύρω τζιαι πάω να τον εύρω τωρά». -«Αί, λαλεί του ο σπανός, να με πάρεις τζι' εμέναν τζιαι να πεις πώς είμαι συγγενής σου πέρκιμον μου σώκει καμμιάν δουλειάν».«Καλάν», λαλεί του.
Σαν επααίνναν ηύραν έναν κάμπον σαν το Πρασκειό, μα απόστασην πολλήν που ΄ν ύπαρκεν νερόν.Είσσεν όμως έναν λάκκο βαθύν. Λαλεί του ο σπανός «τωρά είσσεν να κατεβώ εγιώ, αμμά εσού' σαι αλαβρόττερος τζιαι καλλύττερα να κατεβείς εσού. Νε σε δήσω τζιαι να κατεβείς τζιαι μεν φοάσαι». Έδησέν τον τζι' εκατέβασέν τον. Έβκαλεν νερόν τζι' ήπκιάν. «Αί, τωρά, λαλεί του το κοπελλούϊν τράβα με, τζιαι έβκαρ' με τέλεια». -«Ποττέ να σε βκάλω, λαλεί του ο σπανός, είντα εγιώ ώστοι να σε κατεβάσω εία τζι' έπαθα τζιαι τωρά να σε βκάλω;...». Αί, το κοπελλούϊν κλάματα, σκοτωμούς! παρακαλεί τον, εν τον παρακαλεί...τίποτε. «Τέλος πάντων, λαλεί του ο σπανός, αν δέχεσαι να μου δώκεις την αραώναν τζιαι το γράμμαν του βασιλέα τζιαι να πεις πώς είμ' εγιώ ο βαφτιστικός του τζι΄εσού ο συγγενής μου, να σου γλητώσω τη ζωή σου». Αί, το κοπελλούϊν -περιπαίζεις μας;- για να γλυτώσει τη ζωή του, είντα να κάμει..., εδέχτην. «'Οϊ, λαλεί του ο σπανός, να ορκιστείς τζιόλης πώς εν να μεν με μολοήσεις». -«Να πεθάνω τζιαι ν' αναστηθώ, λαλεί του, αν σε μολοήσω». Έβκαλεν τον τζι' ο σπανός πάνω.
Επήαν εις το παλάτιν, τακ-τακ την πόρταν, έρκεται ο δούλος: «είντα έναι;» πολοάται ο σπανός: «Είμαι ο βαφτιστικός του βασιλέα· δε, τζιαι την αραώναν του τζιαι το γράμμαν του». -«Ά, άμαν είσαι ο βαφτιστικός του βασιλέα ελάτε μέσα». Χαρές ο βασιλέας όσον τζι' είπαν του το... μεν αρωτήσεις! Όσον τζι' επήαν όμως κοντά του τζι' είδεν τους, τον σπανόν σαν τον σατανάν τζιαι το παιδίν σαν τον άγγελο, έμεινεν δύμιος. Έφηκεν τον σπανόν εις το παλάτιν τζιαι το παιδίν έπεψεν το έξω σαν βώκολον να πούμεν. Το παιδίν με τον τζαιρόν εσυμπάθησέν το η δούλα του βασιλέα.

Μιαν ημέραν σαν ήτουν μέσ' στο παλάτιν τζείνος τζι ο βασιλέας τζι' ο σπανός, είσσεν μιαν φουλιάν σσιλϊονιών, τζι' όσον τζι' ήρτεν ο σσιλΐονος εμάλλωνεν του η σσιλϊόνα, πώς επήεν τζι' εποσκολίστην τζι' εν έφερεν γλήορα φαείν των μωρών τους. Το παιδίν εκατάλαβεν τζι' εγέλασεν. «Θωρείς, αφέντη βασιλέα, λαλεί του ο σπανός, περιπαίζει με, πώς είμαι σπανός τζιαι γελά»-«Γιατί να το κάμεις τούτον;» λαλεί του ο βασιλέας. «Όϊ πολλυχρονημένε, λαλεί του το παιδίν, εγιώ εν με την σσιλϊόναν που γελώ που μαλλώνει του σσιλΐονου, π' άρκησεν να φέρει φαείν των σσιλϊονιών του». -«Χά, λαλεί ο σπανός, ίσσια τζιόλης καταλάβει την γλώσσαν των χτηνών! Αφούς εν έτσι, αφέντη βασιλέα, να τον πέψεις να πα να φέρει το πουλλίν του Πιπιρή που μεσ' στες Ιντίες». - Αί, λαλεί του ο βασιλέας, ή να πα να το φέρεις ή πα η τζεφαλή σου». -«Να πάω» λαλεί το παιδίν.
Η δούλα είδεν τον μαραζωμένον τζι' αρώτησέν τον είντα 'μ πόσσει. Είπεν της την ιστορίαν, «έτσι τζι' έτσι, τζιαι τωρά πέμπει με να φέρω το πουλλίν του Πιπιρή που τες Ιντίες». - Χού, λαλεί η δούλα, πέμπουν σε για να σκοτωθείς. Επήαν τόσοι τζι' άλλοι τόσοι τζι' εν τόφερεν κανένας τζι' εσκοτωθήκαν ούλοι. Όμως, λαλεί του, έσσει μιάν φοράαν τζι' άμαν την καλλιτζέψεις πετά. Άμαν κοντέψεις εν να δεις κάτι αψοφωδκιές τζι' άμαν τες δεις, να σταματήσεις τζιαι να μείνεις τζαχαμαί ως τρεις μέρες το πρόεμαν παύκουν οι φωδκιές τζι' άμαν πάψουν, να χτυπήσεις βιτσσιάν της φοράας τζιαι να πα να τ' αρπάξεις. Εν πάνω σ' έναν δεντρόν γρουσόν τζι' άμαν τ' αρπάξεις να γυρίσεις πίσω».
Έτσ' ήτουν. Όπως του παράντζειλεν, έκαμεν, τζιαι το πρόεμαν που πάψαν οι φωδκιές, άρπαξεν το πουλλίν. Ταπισών του πουμπουρκές αμέτρητες αμμά 'ν τον ερτώσαν. Έφερεν το πουλλίν του Πιπιρή, όσον τζιαι θωρεί το ο σπανός, έμεινεν δύμιος. «Αφούς εν έτσι, αφέντη βασιλέα, λαλεί του, να πα να φέρει τζιαι νερόν που την αθάνατην πηήν». -« Άτε, λαλεί ο βασιλέας ή νερό που την αθάνατην πηήν, ή την τζεφαλήν σου».
Αρκίνησεν πάλε το κοπέλλιν τζι' εμαράζωννεν. Θωρεί το η δούλα: «είντα ' μ πούσσεις τζιαι μαραζώννεις;» λαλεί του. «Έτσι τζι΄έτσι, λαλεί της, τζιαι πέμπουν με να φέρω νερόν που την αθάνατην πηήν». - «Ού, μεν μαραζώννεις τζι' έννεν τίποτε τούτον, αφούς έφερες το πουλλίν του Πιπιρή. Άκου μανιχά είντα 'ν να κάμεις. Να σφάξεις μιαν κουέλλαν τζιαι να την πάρεις πα στο βουνίν τζιαι να την ταΐσεις τους ατούς* τζι' ώσπου τρων να τους λαλείς "φάτε, φάτε, τζι' αν δεν σας εκάνισεν να σας φέρω τζι' άλλην". Τζι' άμαν δεις έναν ατόν κκέλην να τον παρακαλέσεις τζιαι τζείνος φέρνει σου το».
Όπως τούπεν, έπραξεν. Έσφαξεν την κουέλλαν, ήρταν οι ατοί τζι' αρκινήσαν φαείν τζαι το κοπέλλιν ελάλεν: «φάτε, φάτε τζι' αν δεν σας εκάνισεν να σας φέρω τζι' 'αλλην». Επολοήθην ο ατός ο κκέλης τζιαι λαλεί του: «Ω! τόσος κόσμος τζι' έτσι καλόν εν μας έκαμεν! Είντα καλόν θέλεις τζι εσού που λλόου μας;» Λαλεί του «να πα να μου φέρεις νερόν που την αθάνατην πηήν». -«Μάλιστα, λαλεί του, να πάω. Είντα, εν εις στην αθάνατην πηήν καθ' ημέρα που πάω τζιαι πίννω. Θωρείς που μ' έτσι κκέλης εν που βουττώ την τζεφαλήν μου μέσ' την αθάνατην πηήν. Φέρ' έναν μαστραππίν τζιαι δήσε το στο πόϊν μου τζιαι να πα να σου το φέρω».
Έτσ' ήτουν. Επήρεν τζιαι νερόν που την αθάνατην πηήν. Αμμά η δούλα πριν να τους την πάρει το καπέλλιν, έπκιασεν τζι' εφύλαξεν λλίον νερόν της αθάνατης πηής. Την άλλην ημέραν ο σπανός ηύρεν αιτίαν πώς τον εξητίμασεν. «Ακούεις, αφέντη βασιλέα, είντα λοής με ξητιμάζει; δϊάς μου την άδειαν να τον - ι- σκοτόσω;» 'Εβκαλεν τζι΄ο σπανός το σπαθίν τζι΄έκαμεν τον καμμάδκια. Είδεν τον η δούλα, επήεν, τζι' ανάστησέν τον. «Ωχ, Θεέ μου! λαλεί το κοπέλλιν, είντα γλυτζύν ύπνον ετζοιμήθηκα!» -«Γλυτζύν ύπνον! λαλεί του η δούλα. Εσκότωσέν σε ο σπανός τζι' εν το νερόν της αθάνατης πηής που σ' ανάστησεν!...»
Αντάν τζι' ακούει το κοπέλλιν: «ά, λαλεί, τωρά ετέλειωσεν τζι' ο όρκος μου. Επέθανα τζι' αναστήθηκα τζι' εν να πάω στον τατάν μου τον βασιλέα να του μολοήσω την αλήθκειαν». Πααίννει: «Τατά», λαλεί του βασιλέα. 'Οσον τζιαι λαλεί του «τατά» έμεινεν τζι' εθώρεν ο βασιλέας. -«Μεν τ' ακούεις, αφέντη βασιλέα, λαλεί του ο σπανός, τζι' εν να σε σκανταλήσει». - Εγιώ είμαι ο βαφτιστικός σου τζι' έτσι τζι' έτσι εγίνηκεν τζι' άννοιξεν τζι' είπεν του ούλλην την ιστορίαν. Εδϊάταξεν ο βασίλέας τζι' εδήσαν τον σπανόν πα στον νούρον τ' αππάρου τζι' εδώκαν του βιτσιάν τζι' εκατάκοψεν τον. Έτσι έμεινεν ο βασιλέας τζι' ο βαφτιστικός του.

* Ο ατός στην κυπριακή διάλεκτο είναι ο μαύρος γύπας και όχι ο αετός

1 σχόλιο:

  1. ευχαριστουμε που κρατας ζωντανη την παραδοση της κυπρου μεσα απο το ωραιο μπλοκακι σου

    πολλες φορες παιρνω απο σενα και βαζω στο μπλοκ μου οπως και το συγκεκριμενο

    παντα με την πηγη σου

    να συνεχισεις ετσι κανεις πολυ καλη δουλεια !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή