ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Κυπριακό Παραμύθι: Ο τζυνηός με την σσήναν

Μιά φοράν είσσεν έναν τζυνηόν τζι' είσσεν δίκην να πάει να πούμεν στο Βαρώσιν. Λαλεί, να πάρω τζιαι τον σσεπέττον μου μετά μου, μπορεί να παίξω τίποτε. Έτσι σαν επήαιννεν, ηύρεν μιαν σσήναν τζι' έπαιξεν την. Όσον τζι' έφτασεν εις το Βαρώσιν, επήεν σ' έναν μάειρον καλόν τζιαι λαλεί του «Κύριε μάειρε, να τούν' την σσήναν να την μαειρέψεις καλά τζι' όσα θέλεις να σου δώκω».
-«Καλόν», λαλεί του ο μάειρος, τζι' έφυεν ο τζυνηός.
Έρεσσεν που τζαχαμαί ο δικαστής με τον δούλον του τζ' έδωκέν του η μυρωδκιά. «Ω! τί ωραία μυρωδκιά! πολλά όμορφον φαείν εμαείρεψεν ο μάειρος σήμμερα. Πήαιννε, λαλεί του δούλου του, να δούμεν είντα 'μ που ΄ναι!» Επήεν ο δούλος του «είντα 'μ που μαείρεψες, μάειρε, τζιαι μυρίζει έτσι όμορφα;» -«Έχω λοής -λοής φαγειά» λαλεί του. Παρατηρούν το έναν, το άλλον, εφτάσαν εις την σσήναν. «Ά, τούτον ένι, λαλεί ο δικαστής, πόσα θέλεις να μου την δώκεις; -«Όϊ, λαλεί ο μάειρος, τούτ' εν παραντζελιά του τζυνηού τζιαι σκοτώννει μας!» -«Ποττέ, λαλεί του, μεν φοάσαι τζι' εγιώ 'ν να σας δικάσω. Έννεν πουλίν πετάμενον; Επέτασεν». Τζιαι στην ταιλειωμήν του με τούτα τα λόγια, έπκιασεν την τζι' επήεν.
Έρκεται ο τζυνηός «άτε, φερ' το φαείν», λαλεί του μαείρου. «'Εχομεν λοής- λοής φαγειά, λαλεί του, είντα 'μ που θέλεις;» -«Εν σούδωκα την σσήναν να μου την μαειρέψεις;» -«Α! εν δική σου η σσήνα τζι' επότισέν με τόσον μαράζιν!... Έβαλες την πα στο ταβλίν, πουλλίν πετάμενον, επέτασεν». «Επέτατασεν, σιόρ, λαλεί του ο τζυνηός, περιπαίζεις μας!; Πουλλίν που τόπαιξα έσσει μισήν ημέραν τζι' επέτασεν!»-«Αί, μα επέτασεν». - «Αγροίκα ρε τον άλλον είντα που μας λαλεί! Αγροίκα ρε τζείν' τον άλλον». Εστρωσέν τον του βούρου ο τζυνηός.
Έτσι σον εβουρούσαν εδώκαν πάνω σε μια γεναίκαν που ήτουν αγκαστρομένη, εκτύπησεν πα στο καρτερήμιν τζί' έριζεν το μωρόν. Βούρος ο μάειρος με την πρότσαν εις το σσέριν τζι' ο τζυνηός ταπισών του. Εβούρησεν η μάειρος τζι' έβκην πα στον μιναρέν του Χότζα τζι' ο τζυνηός ταπισών του. Χαμνά που τζει πάνω ο μάειρος, έππεσεν πάνω σ' έναν καμηλάρην τζι' εσκότωσέν τον. Εβούρησεν να βκει που την πόρταν, βρίσκει έναν Τούρκον, έβκαλεν τ' αμμάτιν του με την πρότσαν.
Επήαν ολόϊσσια εις του δικαστή. Εδώκαν τζι' οι δκυό άρπα μέσα «είντα μ' που τρέσσει;»- «Κύριε δικαστά, λαλεί του ο τζυνηός, τούτος ο μάειρος, έδωκά του την σσήναν μου να μου την μαειρέψει τζιαι λαλεί πως επέτασεν».
-«Μάλιστα, λαλεί ο δικαστής, πουλλίν πετάμενον εν' ένι;» Ίσσια δώκαν εις του δικαστή τζι' οι άλλοι. «Κύριε δικαστά, λαλεί ο άντρας της γεναίκας, πούριξεν το μωρόν, τούτος ο άθθρωπος έδωκεν πα στην γεναίκαν μου τζι' έριξεν το μωρόν». -«Αί, λαλεί του ο δικαστής, αν έσσεις παράπονον να τον πάρεις έσσω σου να σου κάμει άλλον». Αί, ο φόος φέρνει κόλασην, «όϊ, όϊ, λαλεί του, εν έχω παράπονον».
Ήρτεν ύστερα ο αρφός του καμηλάρη. «Κύριε δικαστά, λαλεί του, τούτος ο άθθρωπος έππεσεν που τον μιναρέν τζι' εσκότωσεν τον αρφόν μου». -«Αί, λαλεί του, αν έσσεις παράπονον να μείνει τούτος πουκάτω τζιαι να βκεις εσού να ππέσεις πάνω του να τον-ι-σκοτώσεις». «'Οϊ, λαλεί του, ας με λείψει». -«Κύριε δικαστά, λαλεί του ο Τούρκος, τούτος ο άθθρωπος έδωκεν μου με την πρότσαν τζι' έβκαλεν τ' αμμάτιν μου». -«Αί, λαλεί του, αν έσσεις παράπονον να σταθείς να σου βκάλει τζιαι τ' άλλον τζιαι να του βκάλεις τζι' εσού τόναν, γιατί έναν αμμάτιν του Γρισκιανού αξίζει δκυό του Τούρκου». -«'Οϊ. λαλεί ο Τούρκος, εν έχω παράπονον. Είντα τωρά έχω έναν τζι' όσον τζιαι θωρώ τζι' άμαν το βκάλω τζιαι τούτον;...». Έτσι εγλύτωσεν ο μάειρος, τζι' ύστερα λαλείς μου ότι βρήσκεις το δίτζιο σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου