ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Οι παραδόσεις για τους νεκρούς στην Κύπρο - The customs for the dead in Cyprus

Τίποτα άλλο δεν έχει αφήσει το ανθρώπινο είδος σε μεγαλύτερη αμηχανία παρά το μυστήριο του θανάτου, και ο άνθρωπος δεν έχει δώσει μεγαλύτερη προσοχή σε καμία άλλη ιδιαίτερη ανθρώπινη εμπειρία παρά στο θάνατο. Σε καμία άλλη από τις κοινονικές σχέσεις του, ο άνθρωπος δεν έχει κάνει πιο πολλά για να δείξει το σεβασμό και την θλίψη του παρά για τους νεκρούς του. Η λατρία των νεκρών, οι παραδόσεις και οι τελετές για τους νεκρούς είναι καθολικά φαινόμενα.
Οι παραδόσεις, τα πιστεύω και τα έθιμα που συνδέονται με τους νεκρούς μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, είναι πολύ ενδιαφέροντα.
Στο παρελθόν, όταν κάπιος ήταν ετοιμοθάνατος, τον έπαιρναν από το κρεβάτι και τον τοποθετούσαν στο πάτωμα πάνω σ' ένα συνηθισμένο ύφασμα. Αυτό γινόταν προκειμένου ο ετοιμοθάνατος να μπορέσει να πεθάνει ταπεινά. Ο ιερέας καλείτο στο σπίτι να τελέσει το Άγιον Ευχέλαιος. Μόλις κάποιος πέθαινε, του έκλειναν τα μάτια και του έδεναν το στόμα, έτσι ώστε να μην μπορεί να μπει μέσα κάποιο κακό πνεύμα. Στη συνέχεια η σορός πλενόταν με ζεστό νερό, και μετά έπαιρναν ένα άπλυτο λευκό κάποττον πανί, και αφού του έκαιγαν μια τρύπα με κερί αρκετά μεγάλη για να μπορεί να περάσει από μέσα το κεφάλι του νεκρού, το χρησιμοποιούσαν ως σάβανο (μίζαρον) και ως σύμβολο καθαρτισμού. Μετά από αυτό, σταύρωναν τα χέρια και τα πόδια του, τα οποία δένονταν με σπάγγο για να τιμήσουν την μνήμη του θανάτου του Χριστού. Αφού τελείωναν με αυτό, κάλυπταν τον νεκρό με ένα λευκό σεντόνι. Από τη στιγμή που κάποιος πέθαινε μέχρι την ώρα της ταφής του γινόταν πολύ κλάμα και θρήνος. Κάθε φωτογραφία ή καθρέφτης γυριζόταν προς τον τοίχο και καλυπτόταν με ένα μαύρο πανί, και έμειναν έτσι για σαράντα ημέρες, μερικές φορές και για ένα χρόνο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας οι συγγενείς και οι φίλοι ξενυχτούσαν τον νεκρό για να τον θρηνήσουν αλλά και από φόβο μήπως πηδήξει καμιά γάτα πάνω από τη σορό και φέρει κατάρα στο σώμα του νεκρού.
Από τη στιγμή που κάποιος πέθαινε και μέχρι να ταφεί, τον τοποθετούσαν σ' ένα δωμάτιο, του οποίου όλες οι πόρτες έμεναν ανοιχτές, και άναβαν δύο κεριά, ένα στην κάθε πλευρά του νεκρού, που ήταν συνεχώς αναμμένα. Στο κεφάλι και τα πόδια του τοποθετούσαν αναμμένα κανδήλια. Κοντά στη σορό τοποθετούσαν επίσης ένα πιάτο γεμάτο βρασμένο σιτάρι με δύο κομμάτια από καλάμι τοποθετημένα σταυρωτά πάνω από το σιτάρι. Στο μεταξύ έκαιγαν συνέχεια θυμίαμα.
Ο πεθαμένος εθάβετο συνήθως το πρωί και μόλις η σορός μεταφερόταν για να ταφεί, άδειαζαν στο έδαφος το νερό από κάθε σκεύος νερού στο σπίτι, έτσι ώστε η ψυχή του νεκρού να μπορεί να δροσιστεί και συνήθως η κάθε νοικοκυρά του χωριού έκανε το ίδιο. Ο ιερέας οδηγούσε τη πομπή στο δρόμο για την εκκλησία, ψέλνοντας και θυμιατίζοντας, ενώ ακολουθούσαν πίσω του οι συγγενείς και οι φίλοι του εκλιπόντος, όλοι τους θρηνώντας όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Όλοι επέβλεπαν τον ιερέα προσεκτικά, έτσι ώστε να μην κοιτάξει πίσω του καθώς η σορός μεταφερόταν στην εκκλησία, γιατί υπήρχε η κοινή πεποίθηση ότι αν ο ιερέας κοιτούσε πίσω του κάποιος στην πομπή θα πέθαινε σύντομα. Όταν τελείωνε η νεκρώσιμη ακολουθία στην εκκλησία, η πομπή συνέχιζε προς στο νεκροταφείο όπου κατέβαζαν το νεκρό σώμα στον τάφο. Ο ιερέας έχυνε λάδι πάνω στη σορό του νεκρού, και στη συνέχεια βρασμένο σιτάρι που το σκορπούσε και αυτό πάνω στη σορό. Μετά από αυτό, ο καθένας έριχνε μια χούφτα ή ένα φτυάρι με χώμα πάνω στη σορό. Όταν ο τάφος γέμιζε από χώμα, έπλυναν τα χέρια τους με νερό που είχε μεταφερθεί στον τάφο. Μόλις τελείωναν το πλύσιμο, έσπαζαν τα σκεύη τα οποία περιείχαν το νερό και άφηναν τα θρύψαλα στον τάφο. Στη συνέχεια, ο κόσμος επέστρεφε στο σπίτι του νεκρού, όπου προσφέρονταν διάφορα ροφήματα, και ο καθένας μακάριζε τη ψυχή του αποβιώσαντος. Για σαράντα μέρες μετά τη ταφή του νεκρού είχαν συνέχεια ένα κανδήλι αναμμένο στον τάφο του. Πίστευαν ότι το φως αυτό οδηγούσε τη ψυχή του νεκρού στον άλλο κόσμο και ότι την προστάτευε από τα κακά πνεύματα. Την παραμονή των εννιάμερων του νεκρού, έπαιρναν στην εκκλησία ένα πιάτο με διακοσμημένο βρασμένο σιτάρι, που ονομάζεται «κόλλυφα», μαζί με πέντε πρόσφορα, όπου εκτελείτο μνημόσυνο προς όφελος της ψυχής του επιβιώσαντος. Στο τέλος της τελετής τα κόλλυφα μοιράζονταν στους παρευρισκομένους έξω από την εκκλησία, οι οποίοι μακάριζαν την ψυχή του νεκρού, ενώ τα πρόσφορα τα έπαιρνε ο ιερέας ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του. Έπαιρναν ακόμη ένα άλλο πιάτο με διακοσμημένα κόλλυφα και πάλι στην εκκλησία για την πρωινή Λειτουργία. Αυτό επαναλαμβανόταν ξανά για τις σαράντα ημέρες, τους τρεις μήνες, τους έξι μήνες, τους εννιά μήνες, και στη συνέχεια για κάθε χρόνο μετά το θάνατο ενός ατόμου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο ιερέας πήγαινε στον τάφο του νεκρού, όπου έκανε εκεί τρισάγιο για την ψυχή του πεθαμένου. Αυτό γινόταν επειδή οι συγγενείς του νεκρού πίστευαν ότι η ψυχή του αγαπημένου τους νεκρού προσώπου αναπαυόταν από τις ευλογίες του ιερέα.
Πολλές από αυτές τις συνήθειες για τους νεκρούς εξασκούνται στην Κύπρο μέχρι και τις μέρες μας.

Nothing has perplexed the human race more than the mystery of death, and to no other particular human experience has man paid more attention. In none of his relationships has he done more so show reverence and sorrow than to his dead. The cult of the dead, the traditions and ceremonies about the dead are universal phenomena.
The traditions, beliefs, and customs connected with the dead among Greek Cypriots, are of great interests.
In the past, as soon as a person was thought to be dying, he was taken from the bedstead and placed on an ordinary cloth on the floor. This was done in order that he may die a humble death. The priest was then invited to perform the extreme unction. As soon as a person had died, they shut his eyes and bind his mouth, so that no evil spirit may enter. Then the corpse was washed with warm water, after which they took a white unwashed cloth, burned a hole in it large enough for the head of the deceased to pass through, to serve as a shroud and as a symbol of purification. After this they crossed his hands and feet, which they tied with twine to commemorate Christ's death. This being done, they covered him with a white sheet. From the time a person died to the time he was buried there was much weeping and lamentation. Every picture or mirror was turned towards the wall and covered with a black cloth, and was left like this for forty days, sometimes a year. During the night the relatives and friends kept a wake to lement the deceased but also to watch over the corpse all night long for fear lest a cat leap on the dead person and bring a curse upon the body.
From the time a person died until he was buried he was placed in a room, all the doors of which were left wide open, and two candles burn continually on either side of the corpse. At the head and feet they placed lighted oil-lamps. Near the body they also placed a plate full of wheat with two pieces of reed arranged crossways. In the meantime incense was burned.
The died were buried usually in the morning and as soon as a corpse was taken to be buried, every water vessel of the house was emptied on the ground, so that the soul of the deceased could be refreshed and usually every housewife of the village did the same. The priest lead the way to the church, chanting and burning incense, while behind followed the relatives and friends of the deceased, all of them lamenting as loudly as they could. Everyone watched the priest carefully, so that he would not look back while the corpse was taken inside the church, for it was a common belief that if the priest looks back someone in the procession would die soon. When the burial ceremony was finished at church, the procession continued to the cemetery were the dead body was lowered into the grave. Oil was then poured on the corpse, and afterwards boiled wheat was scattered all over it. Following this, every one present threw a handful or shovelful of soil on the body. When the grave was filled, they then washed their hands with water which was brought to the grave. As soon as they had finished washing, the vessels which contained the water were broken and the pieces were left on the grave. Then, the people returned to the home of the deceased, where light refreshments were served, and each one blessed the soul of the departed. For forty days after the dead person has been buried, a light was kept burning at his grave. It was believed that this light served to light the way of the departed soul and to protect it from evil spirits. On the eve of the ninth day of the death of a person, a plates of decorated boiled wheat, called "collifa", and five loaves of bread were taken to the church, were a special service was performed for the benefit of the soul of the departed. At the end of the ceremony the boiled wheat was shared by those present at the service, who blessed the departed soul, and the loaves were kept by the priest as a reward for his services. Another plate of decorated collifa was taken again to church in the morning church service. This was repeated again forty days, three months, six months, nine months, and then each year after a person's death. On all these occasions the priest was taken to the grave of the deceased where he made a special service for his soul. This was done so because the relations of the deceased believed that the departed soul of their loved one found comfort by the blessings of the priest.
Many of these customs for the dead are still exercised in Cyprus up to the present day.


1 σχόλιο: