ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία του ασκητή: Κυπριακό παραμύθι


Μιαν φοράν είσσεν έναν ασκητήν τζι' ενήστευκεν τρεις ημέρες τζιαι τρεις νύκτες τζι' επαρακάλεν τον Θεόν να του δείξει τα μυστήριά του. Στες τρεις ημέρες ήρτεν άγγελος πεμπάμενος που τον Θεόν τζι' αρώτησεν τον γιατί πηράζει τον Θεόν. Λαλεί του τζι' ο ασκητής «θέλω να μάθω τα μυστήρια του Θεού». «Αί» λαλεί του, «εν το ξέρεις πως τα μυστήρια του Θεού εν πολλά;». «Θέλω» λαλεί του ο ασκητής, «να δω την δικαιοκρισίαν του Θεού». «Καλάν» λαλεί του ο άγγελος, «έλα μετά μου». Έπκιασέν τον ο άγγελος τζι' επήρεν τον εις το σπίτιν νου* ππιντή*. Πρωτύττερις* όμως ο άγγελος εΐνην* άθθρωπος. Επήασιν εις στο σπίτι του ππιντή:
- Ώρα καλή σου
- Καλώς τους
- Εν έσσει νάκκο* τόπο να μείνουμεν τζ' εμείς οι ξένοι;
- Όϊ γυιέ μου, λαλεί τους, λάμνετε* στο καλόν τζι' εν έχω τζιαι πέρκιμον* εύρετε πούποτε* αλλού.
- Μα πού να πάμεν, λαλεί του ο άγγελος, έτο* αφούς ήρταμεν δαχαμαί* βαρ' μας εσού πούποτε να μείνουμε τζιαι κάμνεις ψυσσικόν*.
- Αί, λαλεί τους ο ππιντής, έτο τζειν' το σσελωνάρι* τζι' αν σας κάμνει μείνετε.
- Καλάν, γυιέ μου, λαλεί του ο άγγελος.
Εμείνασιν. Την νύχταν ο ππιντής εν τους εδοτζίμασεν* με ψουμίν, με φαείν, με ρούχα, με τόποτε. Μέσ' το σσελωνάριν είσσεν έναν τοίχον τζι΄ήταν χα - χα να ππέσει. Την νύχταν εσηκώστην ο άγγελος τζι΄εστερέωσέν τον καλά, να μεν δώκει κάτω. «Ά», λαλεί του ασκητή, «ό,τι θωρείς να μεν λαλείς τίποτε.
Που το πωρνόν εξημέρωσεν, εσηκώστησαν τζι' εφύαν. Επίασιν εις έναν άλλον χωρκόν. «Τωρά», λαλεί του, «εν να πάμεν εις στο σπίτιν νου πολλά πλούσιου, που' σει πολλά καλήν χνώμην*. Επήαν έσσω* του πλούσιου· όσσον τζι' είεν* τους τζιαι τζείνος τζι' η γεναίκα του εβουρήσαν* να τους καλωσορίσουν. «Ω τζιαι καλώς ορίσετε τζι' έσσει τζιαι σπίτι να μείνετε τζιαι να φάτε τζιαι να ξηποσταθήτε». Τέλος πάντων, να μεν τα πολλολοούμεν, περιποίησες πολλές. Την νύχταν εστρώσαν τους τζι' εππέσαν*. Άμαν τζι' ετζοιμήθησαν, εσηκώστην ο άγγελος, ήταν το μωρόν τους μέσ' την σούσα*, έπκιασέν το που τον λαιμόν τζι' έπνιξέν το. Ο ασκητής τωρά θωρεί τον.
Εσηκώστησαν που το πωρνόν τζι' εφύαν. Επήασιν εις έναν άλλον χωρκόν. Εμείνασιν έσσω νου πλούσιου πάλε. Ού! πλούσια τα ελέη σου· πάλ' εδώκαν τους τζιαι φαείν τζι' ο,τι άλλον εθέλαν. Την νύχτα που τζοιμήθησαν, ο ασκητής θωρεί τον άγγελον που σηκώννεται τζιαι πκιάννει έναν χανάππιν* γρουσόν που τους εδώκαν τζι' ήπκιαν τζί έδωκεν το στον αέραν*.
Εφύαν τζιαι που δαχαμαί. Επήαν ηύραν μιαν ελιάν μιάλην πολλά, που 'ταν κούφκιος ο κορμός της. Λαλεί του ο άγγελος του ασκητή· «έλα να σε χώσω δα μέσα τζι' εν να δεις πολλά πράματα». Έχωσεν τον ο άγγελος τζι' έφυεν. Ύστερα που λλίην* ώραν ήρτεν ένας βαθύπλουτος με το χτηνόν* του, έδησεν το χτηνόν του πα* στην ελιάν τζι' εκατέβηκεν · ήπκιεν νερόν που την βρύσην, που ταν τζαχαμαί τζι' αρκίνησεν να μετρά τα ριάλια*, πούσεν μεσ' στο σατσίν του για να δει πόσα παίρνει στο παναΰριν · τα ριάλια πόσσω* του έπκιασέν τα κουτουρού* τζι' έθελεν να δει τωρά πόσα έπκιασεν. Γιόν* τα μέτραν εξυππάστην* το χτηνόν του τζι' έκοψεν τζι' έππεσεν εις το βούρος*. Ο πλούσιος άμαν* τζι' είεν το χτηνόν του τζι' έκοψεν, άφηκεν τα ριάλια τζαχαμαί* τζι' έππεσεν εις στο βούρος τζιαι τζείνος για να το πκιάσει. Ύστερα που λλίην ώραν ήρτεν ένας άλλος, έπκιασεν το σατσίν με τα ριάλια τζι' επήεν μεσ' στ' όρος να μεν τον δουν. Επέρασεν κάμποση* ώρα τζι' ήρτεν ένας φτωχός κακορίζικος δκιακονιτής που τζαχαμαί τζι' άμαν τζιαι είεν την βρύσην τζιαι τον νοσσιόν* έκατσεν να ξηποσταθεί τζιαι να πκιει τζιαι λλίον νερόν. Ο πλούσιος έπκιασεν το χτηνόν του τζιαι επάαιννεν βουρητός εις στην ελιάν νάβρει τους ππαράες* του. Παρατηρά... εν θωρεί τίποτε. «Ρε πατσιόγερε*», λαλεί του, «είντα 'ν που τάκαμες τα ριάλια μου πούταν δαχαμαί;» -«τα ριάλια σου; ... εν εία τίποτε, γυιέ μου», λαλεί του, «'ετσι πράμαν εγιώ». -«Εν είες ρε βρομόγερε, ρε χτιτζιάρη, λαλεί του, «κανένας που δαχαμαί εν έρεξεν* τζιαι πκοιός είθεν να το πκιάσει;...». Ο γέρος πάλε είπεν του πως εν έπκιασεν έτσι πράματα, έβκαλεν τζι΄ο πλούσιος τον σσιπέττον* του τζι' εσκότωσέν τον τζι΄ έφυεν. «Ω», λαλεί ο ασκητής, «τούτ΄εν η δίκαιη κρίση του Θεού που μου 'πεν πως εν να μου δείξει!...». Ο ασκητής όσσον τζι' είπεν έτσι μέσα του, ίσσια θωρείς το μαντηλούϊν* που 'σσεν το νερόν μέσα τζι' έτρεξέν το ούλον. Γιατί εξήχασα να σας πω πως ο ασκητής ήταν δίκαιος τζι' εκράτεν νερόν μεσ' το μαντηλούϊν τζι' εν έστασσεν· ίσσια όσσον τζι' είεν τζι' έτρεξεν, εκατάλαβεν πως αμάρτησεν.
Ήρτεν ύστερα πάλε ο άγγελος τζιαι λαλεί του: «τωρά εν να σε πάρω να δεις τζιαι τον αμαρτωλόττερον άθθρωπον τζιαι τον δικαιόττερον. Εν να σταθείς τζαχαμαί τσείν* την πόρταν που 'ν να βκαίννει ο κόσμος τζιαι τζείνος που 'ν να βκει πρώτος εν ο αμαρτωλόττερος τζιαι τζείνος που 'ν να μπει την νύχταν τελευταίος εν ο δικαιόττερος».
Επήεν που το ξηφώτιν*, έκατσεν εις την πόρταν, θωρεί ο πρώτος άθθρωπος πούβκηκεν ήταν ένας ψαράς μ' έναν κοπελλούϊν, γυιόν του, τζι' επάαιννεν εις το ψάριν*. Επήεν εις το ψάριν ο ψαράς τζι' έριξεν την μισίνα* του να πκιάσει ψάριν. «Α, πατέρα», λαλεί του το κοπελούϊν «εν τα τζύμματα της θάλασσας τα πκοιο πολλά, όξα ο άμμος, όξα τ' άστρη τ' ουρανού;». -«όϊ, γειέ μου, λαλεί του ο ψαράς, «με* τα τζύμματα της θάλασσας εν τα πκοιο πολλά, με ο άμμος, με τ' άστρη τ' ουρανού. Η εσπλαχνία του Θεού εν η πκοιο πολλή!»
Την νύχταν ο ασκητής εκερτέραν* -εκαρτέραν να ρέξει* ο δικαιόττερος... ρέσσει ο ψαράς! «Ω», λαλεί ο ασκητής, «τζι' ο αμαρτωλόττερος τζι' ο δικαιόττερος άθθρωπος εν ο ίδιος!..» Ήρτεν ο άγγελος: «Αί» λαλεί του, «είες τζιαι τον αμαρτωλόν, είες τζιαι τον δίκαιον;» λαλεί του, «εν ημπόρεισα να καταλάβω· ο ίδιος ήταν που το πωρνόν αμαρτωλός τζι' ως την νύχταν εείνην δίκαιος;... μέσα σε μιαν ημέραν έσωσεν την ψυσσήν του;» -«Ναι», λαλεί του ο άγγελος, «γιατί είπεν του παιδκιού του πως μήτε* τα τζύμματα της θάλασσας εν τα πκοιο πολλά, μήτε ο άμμος, μήτε τ΄άστρη τ' ουρανού, παρά η εσπλαχνία του Θεού, τζιαι με τον λόον* του έσωσεν τη ψυσσήν του». -«Καλάν», λαλεί του, «τζιαι του ππιντή, που εν μας έδωκεν με να φάμεν, με να πκιούμεν, γιατί τούσασες* τον τοίχον του να μεν - ι- πέσσει;» -«Α» λαλεί του, «μεσ' τον τοίχον είσεν μιαν χώστραν* με ριάλια τζι' αν έππεφτεν ο τοίχος είθεν να τάβρει τζείνος ο ππιντής τζιαι να κάψει τον κόσμον· εστερέοσά τον τζι' εγιώ ώστι* να τάβρει κανένας καλός που την γενιάν του τζιαι κάμει καλόν». -«Αί τζείνου πάλε» λαλεί του ο ασκητής, «που μας έκαμεν τόσην περιοίησην είντα τούπνιξες το μωρόν του;» -«Ο άθθρωπος και τζείνος τζι' η γεκαίκα του εν καλά πλάσματα, μα τζείν' το μωρόν είθεν να ινεί* κακούργος τζιαι δολοφόνος τζιαι για χάρην του οι γονιοί του είθεν να χάσουν τζείν' τους μιστούς* όλους που τον Θεόν τζιαι για τούτον εσκότωσα το μωρόν τους για να γλιτώσω τη ζωή του αθώου πούταν να πάρει με τα σσέρκα* του τζιαι για να μείνουν οι μιστοί τους γονιούς του». -«Αί, τζιαι του άλλου που το γρουσόν το χανάππιν είντα τόδωκες εις τον αέραν;» -«Γιατί» λαλεί του, «τζι' οι δκυο, τζι' ο άντρας τζι' η γεναίκα εν καλής χνώμης, τζιαι μέσ' τζείν' το χανάππιν ήταν να βάλει η δούλα τους ψατζήν για να τους εσκοτώσει τζιαι να κλέψει τα ριάλια τους, για τούτον έδωκά το στον αέρα για να τους γλιτώσω που το κρίμαν της δούλας». -«Αί καλάν» λαλεί του ο ασκητής, «τζείνος ο πλούσιος είντα σκότωσεν τζείν' τον αθώον τον γέρον, αφούς εν ήταν τζείνος που έπκιασεν τα ριάλια του;» -«τα ριάλια του πλουσίου ήταν κλεμμένα που τον κόσμον που αδίκαν. Ο άθθρωπος που τ' ήβρεν τζιαι πήρεν τα, εκλέψαν του τζιαι τζείνου την περιουσίαν του τζιαι για τούτον έκλεψε τζιαι τζείνος του πλουσίου για να πκιορωθεί* το ρηθέν· τ' άδικα ουκ ευλογούνται. Το ίδιον τζιαι για τον γέρον που εσκότωσεν ο πλούσιος, αφούς τζείνος εσκότωσεν τους γονιούς του τζιαι τωρά εσκοτώθην τούτος για να πκιορωθεί το ρηθέν· μάχαιραν δώσεις μάχαιραν λάβεις».

Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

νου = ενός
ππιντής = φιλάργυρος
εΐνην = έγινε
πρωτύττερις = πιο πριν
νάκκο = λίγο
λάμνετε = πηγαίνετε
πέρκιμον = μακάρυ
πούποτε = κάπου
έτο = νά δες
δαχαμέ = εδώ πέρα
ψυσσικόν = κάτι που γίνεται ή δίνεται για τη σωτηρία της ψυχής
σσελωνάρι = αχυρόνας
εδοτζίμασεν = πρόσφερε (δοκίμασε να τους προσφέρει)
χνώμη = χαρακτήρας
έσσω = μέσα στο σπίτι (από το αρχαίο έσω)
όσσον = μόλις
είεν = είδεν
εβουρήσαν = έτρεξαν (από το αρχ. ουρίζω, φέρομαι με ούριον άνεμον.
εππέσαν = ξαπλώσαν
σούσα = κούνια
χανάππιν = είδος κυπέλλου
έδωκεν το στον αέρα = το πέταξε
λλίην = λίγην
χτηνόν = ζώο
πα = πάνω
ριάλια = χρήματα
πόσσω του = από το σπίτι του
κουτουρού = χωρίς μέτρηση, απερίσκεπτα
γιον = σαν
εξυππάστην = ξαφνιάστηκε, αιφνιδιάστηκε
έππεσεν εις το βούρος = τ' έβαλε στα πόδια
άμαν = όταν
τζιαχαμαί = εκεί
κάμποση = πολλή, αρκετή
νοσσιός = σκιά
ππαράες = λεφτά
πατσιόγερος = τρελόγερος
χτιτζιάρης, βρομισμένος, φθισικός
έρεξεν = πέρασε
σσιπέττος = ντουφέκι
μαντηλούϊν = μικρό μαντήλι
τσείν = σ' εκείνη
ξηφώτιν = χαραυγή
κοπελλούϊν = μικρό αγόρι
επάαιννεν εις το ψάριν = πήγαινε να ψαρέψει
μισίνα = πετονιά
όξα = ή
με = ούτε
εκαρτέραν = περίμενε
ρέξει = περάσει
μήτε = ούτε
λόος = λόγος
τούσασες = του έφταξες
χώστρα = κρύπτη
ώστι = μέχρι
ινεί = γίνει
μιστούς = ανταμοιβή
σσέρκα = χέρια
πκιορωθεί = εκπληρωθεί

4 σχόλια:

  1. Φίλε Νόστο, ήσουν στον νου να περάσω για ευχές όταν είδα τις δικές σου.
    Τα παραμύθια πάντα έχουν τόσα να πουν τόσα να διδάξουν!
    Αφήνω ευχές από βάθος καρδιάς για καλά Χριστούγεννα, με υγεία χαρά και αγάπη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ φίλη μου Άστρια. Να περάσεις καλά, όμορφα και αληθινά Χριστούγεννα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χρονια Πολλά. Τα παραμύθια που βάζεις πάντα, πάντα τα διαβάζω, μ αρέσουν πολύ γιατί είναι στη γλώσσα μας και είναι και διδακτικά. Σ ευχαριστώ για το όμορφο σου ιστολόγιο που υπάρχει και που το έμαθα και που ομορφαίνεις και το δικό μου με τα καλούδια σου. Θα το αναρτήσω αυτό το παραμυθάκι όπως κι άλλα παλιότερα.

    Πολύ καλή η ιδέα να μεταφράζεις από κάτω.

    Καλό νέο έτος με υγεία και οτι επιθυμείς για σένα και δικούς σου. Και στην Κύπρο μας ελευθερία.!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ευχαριστώ Καλή μου φίλη. Καλό νέο έτος και σε σένα και την οικογένειά σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή