ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Η παραδοσιακή ενδυμασία του Κύπριου χωρικού με καπόττο


Η ενδυμασία του Κύπριου χωρικού διακρίνεται εύκολα από τις υπόλοιπες ανδρικές ενδυμασίες. Διατηρώντας τα βασικά γνωρίσματα της νησιώτικης ελληνικής ενδυμασίας, τη βράκα, το ζωνάρι, το φέσι, σε σκούρους χρωματισμούς και με λιτά διακοσμητικά στοιχεία, αντλεί την καλαισθησία της από την απέριττη απλότητά της δίχως την παραμικρή διάθεση προβολής και εντυπωσιασμού.



Γενικά η καθημερινή ενδυμασία του Κύπριου αγρότη μοιάζει με την επίσημη του φορεσιά. Το καλοκαίρι φορούσαν λεπτές και κυρίως ανοιχτόχρωμες φορεσιές και το υπόλοιπο χρόνο πιο χοντρές και σκουρόχρωμες. Για τις Κυριακές, τις εορτές και τους γάμους επέλεγαν τη μαύρη βράκα. Κατά τα άλλα, φορούσαν μπλε βράκα το χειμώνα και άσπρη το καλοκαίρι. Στα βουνά η βράκα ήταν πιο στενή και το πίσω μέρος, η σέλλα, ήταν πιο κοντή. Στα βουνά επίσης το χρώμα της ανδρικής ενδυμασίας ήταν πιο σκούρο.



Όταν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, το εορταστικό πουκάμισο του Κύπριου αγρότη ήταν μεταξωτό ή ημιμέταξο. Το κόψιμό του έμοιαζε με το γυναικείο με πλατιά μανίκια, που δίπλωναν ή είχαν πιέτες στο κάτω τους μέρος. Μόνο που η ανδρική πουκαμίσα ήταν πιο κοντή και έκλεινε στο πάνω μέρος. Στο Καρπάσι, στο ύψος του ώμου συνήθιζαν πολύ να προσθέτουν στις ραφές μακριές και στενές προσθήκες από βελονάκι διακοσμημένες με χρωματιστές χάντρες, (πετρού(δ)ες).


Πάνω από το πουκάμισο ο αγρότης φορούσε ένα πολύχρωμο γιλέκο που το χρώμα, το σχέδιο και το κόψιμο του ποικίλλε ανάλογα με την περιοχή. Τα ζιμπούνια ήταν με μανίκια και τα φορούσαν στη καθημερινή τους φορεσιά, μόνα τους, ή σε συνδιασμό με το γιλέκο. Τα γιορτινά ή γαμπριάτικα γικέκα ήταν σταυρωτά και ιδιαίτερα κομψά, ραμμένα από βελούδο και τσόχα, διακοσμημένα με σειρίτια και γαϊτάνια, και συχνά κεντημένα με αντωπά λιοντάρια και πουλιά, σχηματοποιημένα φυτικά ή άλλα μοτίβα.


 Μπροστά έκλειναν με λοξή σειρά κουμπιών και για καλύτερη εφαρμογή στο σώμα υπήρχαν στο άνοιγμα της πλάτης περαστές κορδέλες που έδεναν στο κάτω μέρος. Ο ίδιος τύπος επέζησε και στον 20ό αιώνα. Ο επίσημα ντυμένος χωρικός αρεσκόταν να φορά ένα λουδούδι, ένα γαρύφαλο (μουσκοκάρφι) συνήθως, πίσω από το αυτί ή στην κουμπότρυπα.


Το χειμώνα οι αγρότες φορούσαν πάνω από τα ρούχα τους πανωφόρια/κάπες φοδραρισμένες με μαλλί προβάτου ή κατσίκας, που στην Κύπρο είναι γνωστά ως καππότοι. Ο καππότος ήταν, συνήθως, σε σκούρο καφετί χρώμα, με κόκκινες ραφές ή γυρίσματα. Υπήρχαν και συγκεκριμένες γυναικείες κάπες. Το χειμώνα επίσης, οι βοσκοί τύλιγαν το σώμα τους με ένα μακρύ (γύρω στο ενάμιση μέτρο) μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα για να προφυλάγονται από το κρύο. Το ύφασμα αυτό ονομαζόταν αλάς.


Οι αλάες ήταν συνήθως άσπροι στο χρώμα, σπάνια όμως είχαν ένα μπλε σκούρο φόντο και ήταν διακοσμημένοι με διάφορα χρώματα. Οι βοσκοί της περιοχής της Μεσαορίας τύλιγαν το σώμα τους με ένα διαφορετικού τύπου αλά, οποίος ήταν καμωμένος από άσπρο και μαύρο καρό βαμβακερό υφάσμα με χρωματιστές ρίγες, τις μούστρες, στα άκρα. Ο αλάς ονομαζόταν και περτικοπάνι επειδή τον χρησιμοποιούσαν και για να αρπάζουν περδίκια.



Η κυπριακή ανδρική ποδίνα, ψηλή μέχρι τα γόνατα, κατασκευαζόταν από δέρμα τράγου. Το δέρμα των προβάτων το χρησιμοποιούσαν για αστάριν (φόδρα), γιατί απορροφούσε τον ιδρώτα του ποδιού. Η μπότα είχε χοντρό πέλμα, πάνω από δύο εκατοστά. Για να προστατεύονται τα άκρα του πέλματος, προσάρμοζαν σε αυτά τις ρίζες, χοντρά καρφιά κωμοδρομίσιμα, δηλαδή σιδερένια. Μετά από το κάρφωμα γινόταν το τζίνωμα, δηλαδή στερέωναν το πάνω μέρος σχηματίζοντας κοχλία.
Τα δέρματα κολλούσαν με κόλλα που έφτιαχναν από βολβούς ναρκίσσου. Στο ράψιμο της ποδίνας χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για βελόνι σκληρές τρίχες από σβέρκο χοίρου βαμμένες στο αίμα του, για να σκληρύνουν περισσότερο. Το ράψιμο γινόταν σε σχήμα «οκτώ». Το δέρμα το έβρεχαν και το κοπάνιζαν με το μαρτέλλον, σφυρί με στρογγυλεμένη οπίσθια απόληξη, για να στρώσει και να δυναμώσει. Για τις ψηλές ποδίνες είχαν ξύλινα καλαπόδια, τις ζάμπες. Οι ποδίνες μπορούσαν να εναλλάσσονται στα πόδια, γιατί δεν ξεχώριζε το δεξί από το αριστερό, και αυτό γινόταν για να μη φθείρεται από το ίδιο μέρος το τακούνι. Διάκριση σε δεξί και αριστερό υπήρχε στις ευρωπαϊκού τύπου φράγκικες ποδίνες ή φραγκοποδίνες, που φορούσαν με την εορταστική φορεσιά.



Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Το τταλαπουλούζιν: Το εορταστικό ζωνάρι της κυπριακής παραδοσιακής ανδρικής ενδυμασίας



Στις παραδοσιακές ανδρικές ενδυμασίες οι άνδρες τύλιγαν γύρω από το σώμα τους ένα μακρύ και στενό βαμβακερό και μάλλινο ύφασμα, που είχε μήκος συνήθως μέχρι τέσσερα μέτρα, και το χρησιμοποιούσαν για να κρατά τις βράκες. Το ζωνάρι αυτό είναι γνωστό στην Κύπρο ως ζώστρα και ήταν συνήθως μαύρο για τους γηρεότερους και κόκκινο για τους πιο νεαρούς. Τις δύο του άκρες είχε κρόσια που στην Κύπρο είναι γνωστά ως κλόσσι.


Κάτα τις εορταστικές μέρες και την ημέρα του γάμου τους, οι νεαροί άνδρες φορούσαν μια πολύχρωμη ζώστρα από μεταξωτό ύφασμα η οποία είναι γνωστή ως τταλαπουλούζιν. Ενώ οι καθημερινές ζώστρες ήταν εγχώριας κατασκευής, το τταλαπουλούζιν δεν παραγόταν στην Κύπρο, αλλά εισαγόταν από την Τρίπολη του Λιβάνου που τότε ανήκε στην Συρία.


Η κυπριακή παραδοσιακή ανδρική αστική ενδυμασία




Η ενδυμασία του Κύπριου αστού στα τέλη του 190ύ αιώνα παραμένει ανεπηρέαστη από τα ευρωπαϊκά ενδύματα που φορούν οι μεγαλοαστοί ή οι Ευρωπαίοι πρόξενοι και έμποροι, που είναι εγκατεστημένοι στο νησί. Ουσιαστικά η κυπριακή ενδυμασία δε διαφέρει πολύ από τις ανδρικές ενδυμασίες του υπόλοιπου νησιωτικού ελλαδικού χώρου. Βασικό τεμάχιο παραμένει η φαρδιά πολύπτυχη βράκα με παραλλαγές-στο μέγεθος και σχήμα- ενδεικτικές της προέλευσης αυτού που τη φορούσε.


Η βράκα ήταν καμωμένη από τρία κομμάτια υφάσματος και το πίσω κομμάτι που ήταν πιο μακρύ, ονομαζόταν σέλλα ή βάκλα. Στις πόλεις οι βράκες έπρεπε να έχουν όσο το δυνατό πιο πολλές πιέτες, επειδή όσο περισσότερο ύφασμα χρησιμοποιούσε κανείς, τόσο πιο πλούσιος ήταν. Έτσι, ένας απερίγραπος όγκος από ύφασμα, με αναρίθμητες πιέτες κρεμόταν ανάμεσα στα πόδια ορισμένων αστών και μερικές φορές η βάκλα έφθανε μέχρι τον αστράγαλό τους. Οι κνήμες καλύπτονταν μόνο από τις κάλτσες.

 Οι αστοί που φορούσαν βράκες αναγκάζονταν να περπατούν πολύ αργά, επειδή ο όγκος αυτός λειτουργούσε φυγοκενρικά.


Πολλές φορές μάζευαν την βάκλα κάτω από τη ζώστρα για να μπορούν να περπατούν πιο γοργά. Στην εκκλησιά, όμως, ήταν κανόνας απαράβατος η βάκλα να μένει ελεύθερη προς το έδαφος, ως εκτίμηση προς τον ιερό χώρο.



Την αστική ανδρική ενδυμασία αποτελούσαν λευκό μεταξωτό πουκάμισο, την πλούσια σε πιέτες μαύρη βράκα από ευρωπαϊκό ύφασμα, περίτεχνα κεντημένο βελούδινο γιλέκο, μαύρο μανικωτό κοντογούνιν, μεταξωτή ζώστρα στη μέση και κόκκινο φέσι. Την ενδυμασία συμπλήρωναν παπούτσια τύπου παντούφλας με πλατιές μύτες, οι σκάρπες.



Ενώ οι ψηλές ποδίνες ήταν σχεδόν κανόνας για τους αγρότες, στις πόλεις και σε ορισμένα μεγάλα πεδινά χωριά, οι άνδρες φορούσαν χαμηλά παπούτσια, τις σκάρπες, που τις φορούσαν με μακρυές άσπρες ή ακόμη και με πολύχρωμες κάλτσες.























Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Η κυπριακή παραδοσιακή κολλαριστή βράκα




Ο παλαιότερος μορφολογικός τύπος της ανδρικής κυπριακής ενδυμασίας ξεχωρίζει για την κολλαριστή βράκα, ένδυμα εντυπωσιακό, που από νωρίς είχε αρχίσει να εξαφανίζεται λόγω της ιδιαιτερότητας της κατασκευής του.


Σημαντική είναι η πληροφορία του Γ. Σ. Φραγκούδη (1901) ότι «άλλοτε η βράκα ήτο κολλαριστή και οι νέοι διερχόμενοι τα σοκάκια ήσαν υπερήφανοι δια το υχηρόν φρου- φρου, το οποίον επροκάλει η κίνησις της βράκας, ως μίαν φοράν οι κολλαριστές σκαρπέτες των Κυριών. Τώρα όμως η κολλαριστή βράκα, εξέλιπε, μέχρις ότου εκλείψει όλως διόλου το βρακί από τας πόλεις, ένθα θριαμβεύουν τα φράγκικα». Η κολλαριστή βράκα που βλέπετε πιο πάνω αποτελεί μοναδικό ίσως δείγμα κολλαριστής κυπριακής βράκας.


Το κολλάρισμα της βράκας με τη μέθοδο του γιαλώματος ή στιβλώματος με γυάλινο κύλινδρο, που εφαρμοζόταν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως στη Θράκη, στη Λέσβο και τη Σκύρο, ίσως ήταν κάποτε γνωστό και στην Κύπρο, αλλά δεν επέζησε ως μέθοδος. Εδώ το κολλάρισμα, τουλάχιστον στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, γινόταν κατά τον παραδοσιακό τρόπο με νισιαστό (ρυζάλευρο). Έβραζαν το ρύζι, το σούρωναν και αραίωναν με ζεστό νερό το ζουμί του.



Η φαρδιά πολύπτυχη βράκα είναι φτιαγμένη από λεπτό βαμβακερό ύφασμα, βαμμένο μαύρο και κολλαριστό. Τα ποδινάρια είναι φοδραρισμένα στο κάτω μέρος με άσπρο βαμβακερό πανί. Τα άκρα τους στολίζονται εσωτερικά με ριγωτό μεταξωτό σειρίτι, ενώ εξωτερικά περιτρέχουν το άνοιγμα τρεις σειρές μαύρα μεταξογάιτανα.





Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Το κυπριακό παραδοσιακό ανδρικό κοντογούνι



Το κυπριακό παραδοσιακό ανδρικό κοντογούνι ήταν κάποτε ένα προνόμιο των Κύπριων μεγαλοαστών, των προύχοντων, και των δραγουμάνων. Κατά τα τέλη του 19ού αιώνα, οι μεγαλοαστοί υιοθέτησαν τα ευρωπαϊκά ρούχα, κρατώντας όμως το κόκκινο φέσι στην ενδυμασία τους. Το κοντογούνι, με τη σειρά του, υιοθετήθηκε από τους μεσοαστούς και τους μικροαστούς που εξακολουθούσαν ακόμη να φορούν την κυπριακή βράκα. Έτσι, έγινε μέρος της επίσημης φορεσιάς τους, και το φορούσαν πάνω από το εορταστικό τους γιλέκο.
Το κυπριακό κοντογούνι είναι φτιαγμένο από μαύρη τσόχα και είχε μικρό όρθιο γιακά. Τα μανίκια, κάθετα ραμμένα στον κορμό, στενεύουν ελαφρά προς τα κάτω, όπου υπάρχει άνοιγμα και στρογγυλεμένο τελείωμα. Εσωτερικά, ολόγυρα στο λαιμό και στο στρίφωμα, υπάρχει στενή λωρίδα κόκκινης τσόχας, η οποία στο άνοιγμα του στήθους είναι λοξά κομμένη και φαρδαίνοντας προς τα κάτω καλύπτει ολόκληρη την μπροστινή πλευρά. Στην αριστερή εσωτερική πλευρά, πάνω στην κόκκινη τσόχα, είναι ραμμένη αγγειόσχημη τσέπη , φτιαγμένη από βελούδο και τσόχα. Το περίγραμμα της τσέπης, αλλά και όλα τα ανοίγματα, στολίζονται με μεταξογάιτανα και πολύχρωμα στριφτά κορδόνια. Τα άκρα των μανικιών είναι φοδραρισμένα σε μικρό ύψος, με μπορντώ υφαντή αλατζιά.

Το φέσι, η καταγωγή του, και η χρήση του στην παραδοσιακή κυπριακή ανδρική ενδυμασία

Αντίθετα από ότι πολλοί από εμάς πιστεύουμε, το φέσι δεν είναι τουρκικό, και ούτε έχει την προέλευσή του από τους Τούρκους. Αρχικά το φέσι εντοπιζόταν μόνο στις χώρες του Μαγκρέμπ. Το όνομά του το πήρε από τη πόλη Φεζ του Μαρόκου η οποία είχε το μονοπώλιο στην παραγωγή του. Το φέσι εισήχθη στα Βαλκάνια, αρχικά κατά τη Βυζαντινή εποχή, και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, όπου διάφοροι Σλάβοι, ως επί το πλείστον Βόσνιοι, άρχισαν να το φορούν ως κάλυμμα της κεφαλής. Το φέσι φορέθηκε από πολλές διαφορετικές θρησκευτικές και εθνοφυλετικές ομάδες κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυρίως τον 19ο αιώνα. Αρχικά ήταν σύμβολο του οθωμανικού μοντερνισμού αφού είχε αντικαταστήσει τα τουρμπάνια. Όμως, κατά τις αρχές του 20ού αιώνα το φέσι θεωρείται ότι αντιπροσώπευε μια «Ανατολίτικη» πολιτιστική ταυτότητα. Στην Τουρκία η χρήση του φεσιού απαγορεύτηκε δια νόμου το 1925, ως μέρος των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Σε μια ομιλία του όπου επιτίθεται ενάντια στον οθωμανικό τρόπο ντυσίματος, ο Ατατούρκ χαρακτήρισε το φέσι ως παρακμιακό, και το κατήγγειλε ως «κάλυμμα της κεφαλής των Ελλήνων», συνδέοντάς το με το πρόσφατο ελληνο-τουρκικό πόλεμο. Μέχρι και σήμερα, οι Τούρκοι πιστεύουν ότι το φέσι είναι ελληνικής προέλευσης, και ότι το υιοθέτησαν από τους βυζαντινούς.

Στην Κύπρο το κόκκινο φέσι πρωτοεμφανίζεται κατά τις αρχές του 19ού αιώνα και η χρήση του υιοθετήθηκε αρχικά από τους αστούς του νησιού, Έλληνες και Τούρκους. Πολύ γρήγορα εξαπλώνεται και στην ύπαιθρο, που εκτοπίζει σχεδόν μέχρι αφανισμού, το κυπριακό κωνικό σκούφο. Έτσι, πολύ σύντομα, το φέσι γίνεται ένα αναπόσπαστο μέρος της παραδοσιακής κυπριακής ανδρικής ενδυμασίας. Στις πόλεις το φορούσαν χωρίς άλλο μαντήλι, ενώ οι χωρικοί συνήθιζαν να το φορούν μαζί με κεφαλόδεσμο, για να μη λερώνεται από τον ιδρώτα. Ο κεφαλόδεσμος αυτός ήταν ένα μαύρο ή πόλλες φορές σκούρο μπλε μαντήλι, διακοσμημένο στην άκρη του με άσπρα λουλούδια. Όμως ο κεφαλόδεσμος που συνόδευε το φέσι της επίσημης αγροτικής ανδρικής φορεσιάς, ήταν συχνά από μετάξι. Τα φέσια ήταν εισαγόμενα στην Κύπρο από την Τύνιδα και τη Γαλλία, αλλά υπήρχαν και φέσια εγχώριας κατασκευής.

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

To φουστάνι: Η ενδυμασία του γυναικείου προλεταριάτου της Κύπρου




Αν τα παντελόνια, τα οποία δίνουν ελευθερία στη κίνηση, χειραφέτησαν τη σύγχρονη γυναίκα να ενταχθεί στο εργατικό δυναμικό της καπιταλιστικής Δύσης και τον κρατικό καπιταλισμό των κομμουνιστικών κρατών, το φουστάνι χειραφέτησε τη Κύπρια γυναίκα της υπαίθρου στη κυπριακή οικονομία.
Το φουστάνι εμφανίστηκε στην Κύπρο κατά τα τέλη του 19ού αιώνα μαζί με την έλευση της αγγλικής αποικιοκρατίας στο νησί. Το κόψιμο του είναι ευρωπαϊκών προδιαγραφών της εποχής εκείνης, αλλά διατηρεί μερικά στοιχεία από τις παλαιές κυπριακές γυναικείες ενδυμασίες, τις οποίες και σταδιακά εκτόπισε. Το φουστάνι είχε ευρύτατη διάδοση, τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές περιοχές του νησιού. Πολύ γρήγορα διαδόθηκε στη κυπριακή ύπαιθρο και φορέθηκε μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Το φουστάνι διετέλεσε ένα δυναμικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της κυπριακής υπαίθρου.


Με τον ερχομό των Άγγλων στο νησί, η Κύπρος και ο λαός της, δεν ήλθαν μόνο σε άμεση επαφή με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά και το καπιταλιστικό σύστημα. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο καπιταλισμός είναι αδύνατο να υπάρξει, αν δεν υπάρχουν καταναλωτές των διάφορων προϊόντων που προωθεί στην αγορά με σκοπό την συσσώρευση κεφαλαίου από το κέρδος. Όμως, καταναλωτές χωρίς ρευστό χρήμα δεν μπορούν να υπάρχουν και αυτό για να γίνει έπρεπε να δημιουργηθούν εργασίες όπου ο εργαζόμενος θα πουλούσε τον κόπο του στον εργοδότη του έναντι μισθού σε χρήματα.


Πριν την έλευση των Άγγλων, στην Κύπρο επικρατούσε ένα είδος χαλαρού φεουδαρχισμού μαζί με ένα είδος πρωτόγονου καπιταλισμού. Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων ζούσαν στις αγροτικές περιοχές και ασχολούνταν με τα γεωργοκτηνοτροφικά. Ήταν διαιρεμένοι σε γαιοκτήμονες και ακτήμονες. Οι ακτήμονες ζούσαν σε τσιφλίκια μεγαλοκτηματιών και ονομάζονταν μισταρκοί. Ο μισθός των μισταρκών δεν ήταν χρήματα, αλλά κρατούσαν ένα μερίδιο από τη παραγωγή στα τσιφλίκια για να ζήσουν. Τόσο οι γαιοκτήμονες, όσο και οι ακτήμονες ήταν αυτάρκεις σε όλα σχεδόν τα αγαθά που χρειάζονταν για να ζήσουν αφού τα παρήγαγαν ή τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι. Άλλες φορές τα προμηθεύονταν μέσο ανταλλαγής προϊόντων.


Για να δημιουργήσουν οι Άγγλοι μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία στην Κύπρο έπρεπε πρώτα να δημιουργήσουν καταναλωτές για τα προϊόντα τους. Έτσι, άρχισαν να δημιουργούν εργασίες έναντι μισθού σε χρήματα για να μπορούν οι καταναλωτές να τα αγοράζουν. Ένα μεγάλο μέρος των μορφωμένων αστών του ανδρικού πληθυσμού στις πόλεις προσλαμβάνεται έναντι μισθού σε θέσεις που δημιουργήθηκαν για την λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, και άλλοι τόσοι αμόρφωτοι για δευτερογενείς εργασίες.

Στη ύπαιθρο, δημιουργήθηκαν εργασίες σε λατομεία, σε μεταλλεία, στην κατασκευή αμαξιτών δρόμων, που δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου, αλλά και στην κατασκευή σιδηροδρόμου. Οι πρώτοι που έτρεξαν να εργαστούν ήταν οι ακτήμονες, πρώην μισταρκοί στα τσιφλίκια. Αντίθετα, όμως, από τις γυναίκες των πόλεων, και τις γαιοκτήμονες γυναίκες από τα χωριά, μαζί με τους ακτήμονες άνδρες έτρεξαν να εργαστούν έναντι μισθού σε χρήματα και οι ακτήμονες γυναίκες. Έτσι βλέπουμε να δημιουργείται στην Κύπρο για πρώτη φορά, ένα γυναικείο προλεταριάτο ταυτόχρονα με το ανδρικό. Όμως, οι γυναίκες δεν μπορούσαν να δουλέψουν γρήγορα και με άνεση, φορώντας τα μακριά βρακιά με τις εξίσου μακριές και πλατιές φούστες ή σαγιές.



Το φουστάνι, ως μια πολύ πιο άνετη και πρακτική ενδυμασία, υιοθετείται για πρώτη φορά από αυτές τις εργαζόμενες σε διάφορες χειρωνακτικές δουλειές γυναίκες της υπαίθρου. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι αρχικά ήταν η ενδυμασία του γυναικείου προλεταριάτου στην Κύπρο. Η άνεση, η ελευθερία και η πρακτικότητα που έδινε στη κίνηση, οδήγησε σταδιακά όλες τις γυναίκες της υπαίθρου να εγκαταλείψουν στις παλαιές τους ενδυμασίες και να το υιοθετήσουν. Ταυτόχρονα στις πόλεις οι παλαιές ενδυμασίες εγκαταλείφθηκαν παντελώς, και αντικαταστάθηκαν από τα ευρωπαϊκά ρούχα.


Το φουστάνι χειραφέτησε τις γυναίκες της κυπριακής υπαίθρου και τις ένταξε ως εργαζόμενες στην κυπριακή οικονομία. Συνέλαβε επίσης ως μία μεταβατική ενδυμασία της Κύπριας χωρικής μεταξύ της παραδοσιακής ενδυμασίας και της σύγχρονης, μεταξύ του παραδοσιακού τρόπου ζωής και του σύγχρονου. Άντεξε μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, γι αυτό και είναι η πιο γνώριμη σε μας κυπριακή ενδυμασία, έστω και αν δεν είναι και τόσο παραδοσιακή. Για το λόγο αυτό υιοθετήθηκε επίσης και από τα λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα ως η «παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία της Κύπρου». Τα λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα είναι πιθανόν επίσης να την υιοθέτησαν επειδή είναι μια εργατική και φθηνή ενδυμασία, και γι αυτό δεν χρειάζεται πολλά έξοδα.


 Όμως, ακόμη και με αυτό το φθηνό και απλό φουστάνι, γίνεται συνήθως μια κακόγουστη αντιγραφή από τα χορευτικά συγκροτήματα, χωρίς βέβαια τις ποδίνες γιατί στοιχίζουν κάποια λεφτά. Έτσι, τις αντικαθιστούν με ένα πιο μακρύ φουστάνι, που στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξε. Στα κυπριακά χορευτικά συγκροτήματα συνήθως βάζουν μαζί με τις κοπέλες που φορούν την κακόγουστη αντιγραφή του φουστανιού, και μία ή δύο άλλες κοπέλες να φορούν εξίσου κακόγουστες και φτηνιάρικες αντιγραφές με δήθεν καρπασίτικες σαγιές. Αυτές είναι οι γυναικείες «παραδοσιακές» στολές της Κύπρου σήμερα.

NOCTOC



Οι παραδοσιακές κυπριακές γυναικείες ποδίνες




Οι παραδοσιακές κυπριακές γυναικείες ποδίνες είναι και αυτές ένα από τα πολλά στοιχεία της κυπριακής ενδυμασίας, που είναι άγνωστα σε μας σήμερα. Φυσικά δεν τις είχε δει κανένας, γιατί ουδέποτε φορέθηκαν από τα λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα της Κύπρου.
Οι γυναικείες ποδίνες που βλέπετε πιο πάνω είναι οι λεγόμενες παφίτικες, επειδή κατασκευάζονταν στην Πάφο. Τις φορούσαν ως επί το πλείστον οι αγρότισσες της Πάφου μαζί με τη σαγιά και αργότερα μαζί και με το φουστάνι. Ήταν καμωμένες από λεπτό και επεξεργασμένο δέρμα και αυτό που τις χαρακτηρίζει είναι η ωραία διακόσμησή τους με βελονιές από μαυρόασπρες και κόκκινες βαμβακερές κλωστές στις άκρες και στο κυρίως μέρος. Το μπροστινό μέρος των ποδίνων αναδιπλώνεται προς τα έξω και καταλήγει σε τρεις μύτες. Στο τελείωμα είναι ραμμένο κόκκινο βαμβακερό γαϊτάνι που προεκτείνεται στις μύτες σε φούντες (φλοκκούδκια). Στις υπόλοιπες περιοχές της Κύπρου οι γυναικείες ποδίνες ήταν σκέτες χωρίς διακόσμηση.
Κατά την αμφίεση της Κυριακής, οι εύπορες αγρότισσες της Κύπρου φορούσαν μικρές μπότες που κατασκευάζονταν σε μεγάλες ποσότητες στη Βηρυτό, και εισάγονταν στην Κύπρο από Άραβες γυρολόγους που τις πουλούσαν ακόμη και στα πιο μικρά και απομακρυσμένα χωριά.


Τα παραδοσιακά κυπριακά γυναικεία κοσμήματα



Τις γιορτινές κυπριακές παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές συμπλήρωναν ποικίλα κοσμήματα. Το σπουδαιότερο κομμάτι των κοσμημάτων ήταν η σπλίγκα (καρφίτσα) την οποία φορούσαν στα μαλλιά. Τις περισσότερες φορές ήταν φτιαγμένη από ασήμι, συχνά είχε μορφή περιστεριού και ονομαζόταν πολλές φορές «περιστέρι» ή «πιτσούνι», ακόμη και αν η μορφή της καρφίτσας δεν απεικόνιζε περιστέρι.
Τα κοσμήματα του στήθους και της κεφαλής - τα φυλαχτά- έφεραν γούρι και προστάτευαν από το βάσκανο οφθαλμό. Το κεντρικό κόσμημα ήταν ένα χρυσό ή ασημένιο περιδέραιο από το οποίο κρεμόταν ένα τριγωνικό ή κυκλικό φυλαχτό διακοσμημένο με ανάγλυφες παραστάσεις. Μερικές φορές περιείχε μια μαγική φράση γραμμένη σε χαρτί από κάποιο μάγο, άλλες φορές περιείχε τίμιο ξύλο από την Ιερουσαλήμ, και άλλες φορές ένα κομμάτι από το λείψανο ενός αγίου.
Η Κύπρια αρεσκόταν, συνήθως, να φορτώνει το λαιμό και το στήθος της με αλυσίδες (ονομάζονταν μυρμίδιν) που κρέμονταν τριπλές, τετραπλές και πενταπλές η μία πάνω από την άλλη και μέχρι τη μέση. Ήταν καμωμένες από γυάλινες πέρλες, πέτρες, ασήμι, επίχρυσες ή ακόμη και από ατόφιο χρυσάφι. Φορούσαν επίσης πολύχρωμα γυάλινα βραχιόλια που τα συνδύαζαν με ασημένια.
Σε ειδικές περιπτώσεις οι πλούσιες Κύπριες αγρότισσες φορούσαν μαζί με τις ασημένιες αλυσίδες τους, ένα περιδέραιο από είκοσι και πλέον βαριά χρυσά βυζαντινά αυτοκρατορικά νομίσματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, γνωστά ως κωνσταντινάτα. Όπως και τα κρεμαστά κοσμήματα, οι Κύπριες αγαπούσαν ιδιαίτερα και τα σκουλαρίκια, που έπρεπε να είναι και αυτά όσο το δυνατό πιο μεγάλα.
Το σημαντικότερο κόσμημα της Κύπριας γυναίκας ήταν ο σταυρός. Οι κυριότεροι τύποι παραδοσιακού σταυρού ήταν ο τριφουρένος, επιχρυσωμένος σταυρός με τουτούνια και κοράλλια, και ο αμπουστωτός, σταυρός-θήκη για φυλακτό, ασημένιος με έκτυπες παραστάσεις, συνήθως της σταύρωσης.


Κάτι που έκανε εντύπωση στους περιηγητές στην Κύπρου του 19ού αιώνα ήταν η χρήση φυσικών λουλουδιών (φιόρα ή φκιόρα) για το στολισμό της κεφαλής. Τα φορούσαν σαν διακόσμηση μαζί με τα μαντήλια, τα πέπλα, και τα υπόλοιπα στολίδια. Ψεύτικα λουλούδια, τα μαργαριταρένια φιόρα, στόλιζαν το φέσι της επίσημης παλαιάς γυναικείας αστικής φορεσιάς, ενώ διαμαντένια φιόρα ή άλλα κοσμήματα με πολύτιμους λίθους συμπλήρωναν την ίδια φορεσιά γυναικών της αστικής τάξης.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Η κυπριακή παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία της Καρπασίας



Η πιο εντυπωσιακή από τις αγροτικές γυναικείες κυπριακές φορεσιές είναι αναμφισβήτητα εκείνη της περιοχής της Καρπασίας. Με έντονα τοπικά χαρακτηριστικά, ενθουσιάζει με την απλότητα και τη γνησιότητά της και τονίζει τη γυναικεία ομορφιά χωρίς να προκαλεί.


 Οι ήπιοι χρωματισμοί και τα πρωτότυπα κεντίδια εκφράζουν με μοναδικό τρόπο τον πλούτο της φαντασίας της Κυπριοπούλας προσδίδοντας στο σύνολο της φορεσιάς γαλήνη και αρμονία.


Η σαγιά, μακρύ ένδυμα με κατακόρυφο άνοιγμα στο μπροστινό μέρος, μακριά μανίκια και βαθύ άνοιγμα στο στήθος, για να διακρίνεται το πουκάμισο, κατασκευάζονταν είτε από μεταξοβάμβακο ύφασμα είτε το χαρακτηριστικό κυπριακό βαμβακερό ύφασμα, την αλατζιά του αργαλειού.


 Το μήκος της συνήθως φτάνει λίγο πιο πάνω από το πουκάμισο, έχει ανοίγματα στο πλάι και στα μανίκια και διακοσμείται με επίρραπτα κεντήματα ή χάντρες. Γύρω από τη μέση έδεναν μαντήλι και ανάλογο κεφαλόδεσμο.


Τις Κυριακές του χειμώνα στην εκκλησία οι ριζοκαρπασίττισες φορούσαν πάνω από τη σαγιά ένα άσπρο κοντό (μέχρι τη μέση του σώματος) πανωφόρι με πιέτες γνωστό ως ντουμπλέττι. Επίσης φορούσαν σαν πανωφόρι στην εκκλησιά και τη πολύπτυχη βαμβακερή κόκκινη φούστα (το ρουτζέττι) που έριχναν διπλή στους ώμους σαν μπέρτα. Σε επίσημες μέρες και γιορτές με τη σαγιά φορούσαν και σάρκα.


Η καλοκαιρινή κυριακάτικη φορεσιά της ριζοκαρπασίτισσας ήταν η άσπρη σαγιά με ασπροκέντημα και πολύχρωμες χάντρες. Γύρω από τη μέση έδεναν ένα μεταξωτό μαντήλι με έντονα χρώματα. Το μαντήλι της κεφαλής ήταν μαύρη μουσελίνα και πάνω από αυτό ήταν τοποθετημένο ένα άσπρο μαντήλι από χοντρό ύφασμα, ως επιπρόσθετο στολίδι αλλά και για προστασία από το ζεστό ήλιο.


Στην χερσόνησο της Καρπασίας, οι γυναίκες έραβαν στα άκρα (ποβράτζια) της μπροστινής μεριάς του άσπρου βρακιού της σαγιάς, βαμβακερούς και πολύχρωμους φαρμπαλάδες με κεντήματα και γυάλινες χάντρες. Εκτός από τις πολύχρωμες αυτές χάντρες, το χρώμα που κυριαρχούσε στα κεντιτά αυτά αυτά βρακιά ήταν το σκούρο κόκκινο, το μπλε, και το άσπρο. Βρίσκουμε όμως και λευκά βρακιά με ασπροκεντήματα και μόνο οι γυάλινες χάντρες δίνουν κάποιο χρώμα στο σχέδιο αυτό.