ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Ιρανική λογοτεχνία • Η Τυφλή Κουκουβάγια • Ένα μυθιστόρημα του Σαντέκ Χενταγιάτ • Iranian literature • The Blind Owl • A novel by Sadeq Hedayat

Στη ζωή υπάρχουν ορισμένες πληγές που, όπως ένα σαράκι, ροκανίζουν πάνω στη ψυχή μέσα στην μοναξιά και την σμικρύνουν.

Επειδή κατά κανόνα είναι συνήθεια να πετάμε αυτά τα απίστευτα δεινά στο βασίλειο των σπάνιων και ασυνήθιστων ατυχημάτων και συμβάντων, δεν είναι δυνατόν να τα αποκαλύψουμε σε κανέναν. Αν κάποιος μιλήσει ή γράψει γι' αυτά, οι άνθρωποι προσποιούνται πως τα δέχονται με σαρκαστικές παρατηρήσεις και αμφίβολα χαμόγελα, ενώ στην πραγματικότητα εμμένουν είτε στις επικρατούντες πεποιθήσεις ή στις δικές τους ιδέες γι' αυτά. Ο λόγος είναι ότι μέχρι σήμερα ο άνθρωπος δεν έχει βρει μια θεραπεία για αυτές τις πληγές. Η μόνη λύση που απομένει τώρα είναι η λήθη που προκαλείται από το κρασί ή, τον τεχνητό ύπνο που προκαλείται από το όπιο και άλλες ναρκωτικές ουσίες. Είναι κρίμα, ωστόσο, ότι η επίδραση αυτών των ναρκωτικών είναι παροδική και ότι μετά από λίγο, αντί να καταπραΰνουν, προσθέτουν στον πόνο.

Μήπως θα γίνει κάποια μέρα κατορθωτό για κάποιον να εισχωρήσει στα μυστικά αυτών των υπερφυσικών γεγονότων και να αναγνωρίσει αυτή την αντανάκλαση της σκιάς της ψυχής η οποία εκδηλώνεται σαν κώμα- κάτι σαν λίμπο μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης;

Θα πρέπει να περιγράψω ένα μόνο τέτοιο περιστατικό το οποίο συνέβη σε μένα και το οποίο μ' έχει συγκλονίσει τόσο πολύ που ποτέ δεν θα το ξεχάσω. Το δυσοίωνο σημάδι του θα δηλητηριάζει τη ζωή μου ολόκληρη-από την αρχή μέχρι το τέλος της αιωνιότητας, όπου η κατανόηση του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει. Είπα δηλητηριάζει; Λοιπόν, ήθελα να πω ότι είμαι πληγωμένος από αυτό και θα παραμείνει έτσι για το υπόλοιπο της θνητής μου ζωής.

Θα προσπαθήσω να καταγράψω ό, τι θυμάμαι, ό, τι έχει μείνει στη μνήμη μου από τις αναφορές που συνδέουν τα γεγονότα. Ίσως μπορέσω να βγάλω ένα γενικό συμπέρασμα γι' αυτό. Όχι. Θέλω απλώς να σιγουρευτώ, ή αλλιώς να το πιστέψω ο ίδιος, γιατί δεν έχει σημασία για μένα αν οι άλλοι με πιστέψουν ή όχι. Απλά, φοβάμαι ότι μπορεί να πεθάνω αύριο, αλλά ακόμη να μην γνωρίζω τον εαυτό μου, επειδή κατά τη διάρκεια των εμπειριών της ζωής έχω συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται ένα τρομακτικό χάσμα μεταξύ των άλλων και εμένα. Επίσης, έχω συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να σιωπώ όσο το δυνατόν περισσότερο και ότι θα πρέπει να κρατώ τις σκέψεις μου για τον εαυτό μου. Αν έχω αποφασίσει ότι θα πρέπει να γράψω, είναι μόνο και μόνο επειδή ήθελα να συστηθώ στη σκιά μου - μια σκιά που βρίσκεται σε μια σκυφτή θέση στον τοίχο, και η οποία φαίνεται να καταβροχθίζει με απληστία όλα αυτά που γράφω. Είναι γι' αυτήν που θέλω να κάνω ένα πείραμα για να δούμε αν μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα, γιατί από την στιγμή που διέκοψα τις σχέσεις μου με τους άλλους, ήθελα να μάθω καλύτερα τον εαυτό μου.

Παράλογες σκέψεις! Μπορεί να είναι έτσι, αλλά εμένα με βασανίζουν περισσότερο από κάθε πραγματικότητα. Μήπως δεν είναι αυτά τα άτομα που μου μοιάζουν, και οι οποίοι φαινομενικά έχουν τις ίδιες ανάγκες, τις ιδιοτροπίες και τις επιθυμίες όπως κι εγώ - μήπως δεν είναι εδώ για να με εξαπατήσουν; Μήπως δεν είναι σκιές που παρουσιάζονται στην ύπαρξη απλώς για να με κοροϊδεύουν και για να με εξαπατούν; Μήπως δεν είναι αυτά που αισθάνομαι, βλέπω και μετρώ πλήρως φανταστικά και αρκετά διαφορετικά από την πραγματικότητα;

Γράφω μόνο για τη σκιά μου που πετιέται στον τοίχο μπροστά από το φως. Θα πρέπει να συστηθώ σε αυτήν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σε αυτόν τον μισητό κόσμο, γεμάτο από φτώχεια και εξαθλίωση, σκέφτηκα για πρώτη φορά ότι μια ακτίνα ηλιοφάνειας είχε λάμψει στη ζωή μου. Αλλά αλίμονο, δεν ήταν μια ηλιαχτίδα, αλλά ήταν μόνο μια παροδική αναλαμπή, ένα ανερχόμενο αστέρι, το οποίο εμφανίστηκε σε μένα στο ομοίωμα μιας γυναίκας ή ενός αγγέλου. Και κάτω από το πρίσμα εκείνης της στιγμής, που διήρκεσε μόνο για ένα δευτερόλεπτο, είδα όλες τις κακοτυχίες της ζωής μου, και ανακάλυψα το μέγεθος και το μεγαλείο τους. Τότε αυτή η δέσμη φωτός εξαφανίστηκε και πάλι στην σκοτεινή άβυσσο στην οποία έμελλε να εξαφανιστεί. Όχι. Δεν μπόρεσα να κρατήσω αυτή τη παροδική αναλαμπή για τον εαυτό μου.

Θα έχουν περάσει τρεις μήνες, όχι- πέρασαν δύο μήνες και τέσσερις μέρες από τότε που την έχασα, αλλά η μνήμη των μαγευτικών της ματιών, όχι- η ελκυστική κακία στα μάτια της, έχουν παραμείνει στη ζωή μου για πάντα. Πώς μπορώ να ξεχάσω κάποιον που είναι τόσο σημαντικός για τη ζωή μου;

Όχι, δεν θα την καλώ με το όνομα της, επειδή αυτή, μ' εκείνο το αιθέριο σώμα, λεπτό και ομιχλώδης, μ΄εκείνα τα δύο μεγάλα, γεμάτα με απορία, αφρώδη μάτια πίσω από τα οποία η ζωή μου σταδιακά και οδυνηρά καιγόταν και έλιωνε, αυτή δεν ανήκει πλέον σ' αυτόν το μισητό, άγριο κόσμο. Όχι, δεν θα πρέπει να ντροπιάσω τ' όνομά της με γήινα πράγματα.

Μετά που την είδα ανασύρθηκα από τον κύκλο των ανθρώπων. Ανασύρθηκα εντελώς από τον κύκλο των ανόητων και την τυχερών. Και, για απώλεια μνήμης, πήρα καταφύγιο στο κρασί και το όπιο. Έχω περάσει και ακόμα περνώ, τη ζωή μου καθημερινά μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου. Όλη η ζωή μου έχει περάσει μέσα στα όρια τεσσάρων τοίχων.

Η καθημερινή μου εργασία ήταν να ζωγραφίζω ξύλινες κασετίνες για πένες. Ολόκληρος ο χρόνος μου ήταν αφιερωμένος στη ζωγραφική κασετίνων και στην κατανάλωση αλκοόλ και όπιου. Είχα επιλέξει το γελοίο επάγγελμα της ζωγραφικής ξύλινων κασετίνων για να σκοτώνω την ώρα.

Από τυχερή σύμπτωση το σπίτι μου βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μια ήσυχη και ξεκούραστη τοποθεσία, μακριά από τη φασαρία της ζωής των ανθρώπων. Τα όρια του είναι σαφώς καθορισμένα και γύρω από αυτό υπάρχουν και κάποια ερείπια. Πιο πέρα ​​από την τάφρο, ωστόσο, είναι ορατά ορισμένα χαμηλά πλινθόκτιστα σπίτια και η πόλη αρχίζει εκεί. Δεν ξέρω ποιος τρελός ή ποιος αρχιτέκτονας είχε την κακή διάθεση και έχτισε αυτό το σπίτι σε κάποια εποχή που τώρα έχει ξεχαστεί, αλλά όταν κλείνω τα μάτια μου, όχι μόνο όλες οι γωνίες και οι σχισμές του υλοποιούνται μπροστά μου, αλλά αισθάνομαι την πίεση που ασκεί στους ώμους μου. Είναι ένα σπίτι που θα μπορούσε να ζωγραφιστεί μόνο πάνω σε αρχαίες ξύλινες κασετίνες για πένες .

Πρέπει να γράψω για όλα αυτά τα γεγονότα για να διαβεβαιώσω τον εαυτό μου ότι δεν είναι επινοήματα της φαντασίας μου. Θα πρέπει να τα εξηγήσω στη σκιά μου που πετιέται στον τοίχο. Κατ' αρχάς, πριν από αυτό το περιστατικό είχε παραμείνει για μένα μία μόνο πηγή χαράς ή ευχαρίστησης. Συνήθιζα να ζωγραφίζω ξύλινες κασετίνες μέσα στα όρια των τεσσάρων τοίχων του δωματίου μου, και συνήθιζα να περνώ την ώρα μου με αυτή τη γελοία διασκέδαση. Αλλά μετά που είδα τα δύο μάτια, και μετά που την είδα, κάθε έργο, κάθε κίνηση έχασαν την εγγενή αξία τους και το νόημά τους εντελώς. Αυτό που είναι περίεργο, όμως, και αυτό που είναι απίστευτο είναι ότι, για κάποιο λόγο, τα θέματα όλων των σκηνών που ζωγράφιζα είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά και το ίδιο σχήμα. Πάντα συνήθιζα να σχεδιάζω ένα κυπαρίσσι κάτω από το οποίο ένας γέρος, τυλιγμένος με ένα μανδύα, έγερνε τους ώμους του με τον τρόπο ενός Ινδού γιόγκι, καθισμένος σε θέση οκλαδόν. Φορούσε ένα σιάλμα γύρω από το κεφάλι του, και έβαλε τον δείκτη του αριστερού χεριού του στα χείλη του, ως ένδειξη έκπληξης. Απέναντι από αυτόν ένα κορίτσι, φορώντας ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, έσκυβε για να του προσφέρει έναν κρίνο. Έσκυβε, διότι ένα ρυάκι παρενέβαινε μεταξύ τους. Μήπως είχα δει αυτή την εικόνα από πριν, ή ήταν εμπνευσμένη από κάποιο όνειρο; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι πως οτιδήποτε ζωγράφιζα περιστρεφόταν γύρω από αυτό το σκηνικό και το ίδιο αυτό θέμα. Το χέρι μου επέστησε αυτή τη σκηνή χωρίς τη θέλησή του. Και ακόμη πιο απίστευτο από αυτό είναι το γεγονός ότι υπήρχαν πελάτες για αυτή την εικόνα. Συνήθιζα ακόμη και να στέλνω ορισμένες από αυτές τις ξύλινες κασετίνες για πένες στην Ινδία κάτω από την φροντίδα του θείου μου, ο οποίος τις πουλούσε και μου επέστρεφε τα χρήματα.

Δεν την ενθυμούμαι ορθά, διότι αυτή η εικόνα μου φαινόταν να είναι μακρινή, καθώς και κοντινή ταυτόχρονα. Τώρα Θυμάμαι ένα περιστατικό. Είπα ότι πρέπει να γράψω τις αναμνήσεις μου. Αλλά η συγγραφή αυτών των σημειώσεων έγινε πολύ αργότερα. Δεν έχει καμία σχέση με το τωρινό αντικείμενο. Ήταν για να αφιερώσω τον εαυτό μου στο γράψιμο που εγκατέλειψα τη ζωγραφική πάνω στις ξύλινες κασετίνες. Πριν από δύο μήνες, όχι- πριν από δύο μήνες και τέσσερις μέρες, ήταν η δέκατη τρίτη ημέρα του περσικού νέου έτους. Όλοι είχαν σπεύσει να την ύπαιθρο. Για να ζωγραφίσω ανενόχλητος, είχα κλείσει το παράθυρο του δωματίου μου. Γύρω στο ηλιοβασίλεμα, καθώς ήμουν απασχολημένος ζωγραφίζοντας, άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και εμφανίστηκε ο θείος μου - δηλαδή, είπε ότι είναι ο θείος μου. Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί, επειδή από τα νεανικά του χρόνια είχε φύγει για κάποιο μακρινό ταξίδι. Ίσως να ήταν κυβερνήτης πλοίου. Νόμισα ότι είχε κατά νου κάποια εμπορική επιχείρηση μαζί μου, διότι προφανώς ήταν επίσης και αυτός έμπορος. Εν πάσι περιπτώσει, ο θείος μου ήταν ένας καμπούρης γέρος που φορούσε ένα ινδικό σιάλμα γύρω από το κεφάλι του και ένα κίτρινο σχισμένο μανδύα στους ώμους του. Είχε καλυμμένο το κεφάλι και το πρόσωπό του με ένα κασκόλ. Το κολάρο του ήταν ανοικτό και φαινόταν το τριχωτό του στήθος. Θα μπορούσε κανείς να μετρήσει τις τρίχες της λεπτής του γενειάδας, καθώς προεξείχε από το κασκόλ του. Με τα κόκκινα, σωληνοειδή του βλέφαρά και τα λεπρώδη χείλη του, έφερε μία πολύ μακρινή και γελοία ομοιότητα με μένα, σαν η αντανάκλασή μου να είχε πέσει πάνω σε ένα μαγικό καθρέφτη. Πάντα φανταζόμουν τον πατέρα μου να φαίνεται κάπως έτσι. Με την είσοδό του, αποσύρθηκε σε μια γωνία του δωματίου και κάθισε σε οκλαδόν στάση. Σκέφτηκα ότι θα πρέπει να ετοιμάσω κάτι για να του προσφέρω, άναψα το φως και μπήκα στην ντουλάπα του δωματίου μου. Έψαξα παντού για κάτι που θα ήταν κατάλληλο για έναν ηλικιωμένο να φάει. Το έκανα αυτό αν κι ήξερα ότι δεν υπήρχε τίποτα στο σπίτι. Δεν μου είχε απομείνει ούτε όπιο, ούτε κρασί. Ξαφνικά το ενσωματωμένο στον τοίχο πεζούλι κάτω από το ταβάνι έπεσε στην αντίληψή μου. Σαν από εμπνεύσει, θυμήθηκα μια παλαιά φιάλη από κρασί που είχα κληρονομήσει. Νομίζω ότι είχαν φτιάξει αυτό το κρασί επί τη ευκαιρία της γέννησης μου. Η φιάλη από το κρασί ήταν στο πεζούλι. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί αυτό το κρασί πριν. Στην πραγματικότητα, είχα ξεχάσει ότι υπήρχε κάτι τέτοιο στο σπίτι. Για να φτάσω το πεζούλι, έβαλα ένα σκαμνί που βρισκόταν εκεί κοντά κάτω από τα πόδια μου. Αλλά μόλις δοκίμασα να σηκώσω τη φιάλη με το κρασί, μου πήρε την προσοχή η ακόλουθη σκηνή από τον φεγγίτη που ήταν πάνω από το πεζούλι: Στο χωράφι πίσω από το δωμάτιό μου καθόταν οκλαδόν κάτω από ένα κυπαρίσσι ένας σκυθρωπός γέρος, και ένα νεαρό κορίτσι, όχι,- ένας ουράνιος άγγελος στεκόταν σκυφτός μπροστά του, και του έδινε ένα μαύρο κρίνο με το δεξί του χέρι. Ο γέρος μασούσε πάνω στον δείκτη του αριστερού του χεριού.

Πρώτο μέρος του μυθιστορήματος «Η Τυφλή Κουκουβάγια» του Σαντέκ Χενταγιάτ. Η μετάφραση αυτή στην ελληνική γλώσσα είναι του NOCTOC


In life there are certain sores that, like a canker, gnaw at the soul in solitude and diminish it.

Since generally it is the custom to relegate these incredible sufferings to the realm of rare and singular accidents and happenings, it is not possible to reveal them to anyone. If one does talk or write about them, people pretend to accept them with sarcastic remarks and dubious smiles, while adhering either to prevalent beliefs or to their own ideas about them. The reason is that as yet man has not found a remedy for these sores; the only remedy now is forgetfulness induced by wine or, artificial sleep induced by opium and other narcotics. It is a pity, however, that the effect of these drugs is transitory and that after a while, instead of soothing, they add to the pain.

Will it come to pass one day that someone will penetrate the secrets of these supernatural happenings and recognize this reflection of the shadow of the soul which manifests itself in a coma-like limbo between sleep and wakefulness?

I shall only describe one such incident which happened to me and which has shocked me so much that I shall never forget it; its ominous scar will poison my life throughout-from the beginning to the end of eternity where no man's understanding can fathom. Did I say poisoned? Well, I meant to say that I am scathed by it and will remain so for the rest of my mortal life.

I shall try to put down whatever I recall, whatever has remained in my memory of the relations that connect the events. Perhaps I can make a universal judgment about it. No. I want merely to become sure, or else to believe it myself, because it is immaterial to me whether other people believe me or not. Simply, I am afraid that I may die tomorrow but still not know myself, because in the course of life experiences I have realized that a frightful chasm lies between others and me. I also have realized that I should keep silent as much as possible and that I should keep my thoughts to myself. If I have decided that I should write, It is only because I should introduce myself to my shadow--a shadow which rests in a stooped position on the wall, and which appears to be voraciously swallowing all that I write down. It is for him that I want to do an experiment to see if we can know each other better, because since the time I severed my relations with the others, I have wanted to know myself better.

Absurd thoughts! It may be so, but they torture me more than any reality. Are not these people who resemble me, and who seemingly have the same needs, whims and desires as I do--are they not here to deceive me? Are they not shadows brought into existence merely to mock and beguile me? Isn't that which I feel, see and measure imaginary throughout and quite different from reality?

I write only for my shadow which is cast on the wall in front of the light. I must introduce myself to it.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

In this base world, full of poverty and misery, for the first time I thought a ray of sunshine had shone on my life. But alas, it was not a sunbeam, rather it was only a transient beam, a shooting star, which appeared to me in the likeness of a woman or an angel. And in the light of that moment, lasting only about a second, I witnessed all my life's misfortunes, and I discovered their magnitude and grandeur. Then this beam of light disappeared again into the dark abyss into which it was destined to disappear. No. I could not keep this transient beam for myself.

It was three months, no, it was two months and four days since I had lost her, but the memory of her enchanting eyes, no, the attractive malice of her eyes, remained in my life forever. How can I forget one who is so pertinent to my life?

No, I will not call her by name, because she, with that ethereal body, slim and misty, with those two large, wonder stricken, sparkling eyes behind which my life was gradually and painfully burning and melting away, she no longer belongs to this base, fierce world. No, I should not disgrace her name with earthly things.

After seeing her I withdrew from the circle of people. I withdrew completely from the circle of the fools and the fortunate; and, for forgetfulness, I took refuge in wine and opium. I passed, and still pass, my life daily within the four walls of my room. My whole life has passed within the confines of four walls.

My daily occupation was the painting of pencase covers; my entire time was dedicated to the painting of pencase covers and to the consumption of alcohol and opium. I had chosen the ridiculous profession of pencase-cover painting to kill the time.

By a lucky chance my house is located outside the city, in a quiet and restful spot, away from the hustle and bustle of people's lives. Its boundaries are well defined and around it there are some ruins. From beyond the ditch, however, some low mud-brick houses are visible and the city begins there. I do not know which madman or which ill-disposed architect built this house in forgotten times, but when I close my eyes, not only all its nooks and crannies materialize before my eyes but I feel its pressure on my shoulders. It is a house that could have been painted only on ancient pencases.

I must write about all these events to assure myself that they are not figments of my imagination. I must explain them to my shadow which is cast on the wall. To begin with, before this incident there had remained for me only one source of cheerfulness or of content. I used to paint on pencase covers within the confines of the four walls of my room, and I used to pass the time with this ridiculous amusement; but after I saw those two eyes, and after I saw her, every work, every movement lost its inherent value and meaning entirely. What is strange, however, and what is incredible is that, for some reason, the subjects of all my painted scenes have been of the same type and shape. I always used to draw a cypress tree under which an old man, wrapped in a cloak, hunching his shoulders in the manner of the Indian yogis, sat in a squatting position. He wore a shalma around his head, and he put the index finger of his left hand on his lips as a sign of astonishment. Opposite him a girl, wearing a long, black dress, was bending to offer him a lily. She was bending because a brook intervened between them. Had I seen this image before, or was it inspired in a dream? I do not know. I only know that whatever I painted revolved around this scene and this same subject; my hand drew this scene involuntarily. And still more incredible than this is the fact that there were customers for this picture. I even used to send some of these pencase covers to India in care of my uncle, who used to sell them and return the money.

I do not recall it correctly, because this picture used to appear to me to be distant as well as close by at the same time. Now I recall an incident. I said that I must write down my recollections; but the writing of these notes occurred much later. It has no relevance to the subject at hand. Although it was to devote myself to writing that I abandoned pencase-cover painting. Two months ago, no two months and four days ago, was the thirteenth day of Farvardin. Everybody had rushed to the countryside. In order to paint undisturbed, I had shut the window of my room. Around sunset, when I was busy painting, the door suddenly opened and my uncle entered--that is to say, he said he was my uncle. I had never seen him before because from his early youth he had been on a distant journey. Perhaps he was a ship captain. I thought he had some mercantile business with me, because apparently he was a merchant as well. In any case, my uncle was a stooped old man who wore an Indian shalma around his head and a yellow torn cloak on his shoulders. He had covered his head and face with a scarf. His collar was open and his hairy chest could be seen. One could count the hairs of his thin beard as it protruded through his scarf. With his red, fistular eyelids and leprous lip, he bore a very distant and ridiculous resemblance to me, as if my reflection had fallen on a magic mirror. I had always imagined my father as looking something like that. Upon entering, he retired to the corner of the room and sat there in a squatting position. Thinking that I should prepare something and offer it to him, I lit a light and entered the closet of my room. I searched everywhere for something that would be suitable for an old man to eat. This I did though I knew there was nothing in the house. There was neither any opium nor any wine left for me. Suddenly the built-in niche below the ceiling caught my eye. As if inspired, I recalled an ancient wine flask that I had inherited. I think they had made the wine on the occasion of my birth. The wine flask was In the niche. I had never thought of this wine before. In fact I had forgotten that such a thing existed in the house. To reach the niche, I put a nearby stool under my feet. But as soon as I tried to pick up the wine flask, I was distracted by the following scene through the air inlet in the niche: In the field behind my room a bent, stooped old man was squatting under a cypress tree, and a young girl, no, a heavenly angel was standing in front of him, bending to give him a black lily with her right hand. The old man was chewing on the index finger of his left hand.

First part of the novel "The Blind Owl", by Sadeq Hedayat. You can read the rest of the novel here.


Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Ψωμί, Χασίς και Φεγγάρι: Ένα ποιήμα του Νιζάρ Καμπάνι - Bread, Hashish and Moon: A poem by Nizar Qubbani - نزار قباني: خبز و حشيش و قمر



Ο Σύρος, ποιητής και διπλωμάτης, Νιζάρ Καμπάνι, γεννήθηκε στη Δαμασκό το 1923 και πέθανε στο Λονδίνο το 1998. Είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς ποιητές του αραβικού κόσμου. Ο Καμπάνι έγραψε πάνω από 50 βιβλία με συλλογές ποιημάτων. Μεταξύ των διασημότερων από τα ποιήματά του είναι το «Ψωμί, Χασίς και Φεγγάρι», στο οποίο στηλιτεύει τις αραβικές κοινωνίες για την αδυναμία τους, για τις ψευδέστατες φαντασιώσεις τους οι οποίες προκαλούνται από την επήρεια των ναρκωτικών, και την πολιτιστική τους στασιμότητα. Το ποίημα αυτό έθεσε ένα κύμα έντονης κριτικής σε βαθμό που το θέμα συζητήθηκε στο συριακό Κοινοβούλιο και σχεδόν προκάλεσε την απέλαση του Καμπάνι από το διπλωματικό σώμα:
Align Left

Όταν το φεγγάρι γεννάται στην ανατολή,
Και οι άσπρες στέγες συμπαρασύρονται κοιμισμένες
Κάτω από το συσσωρευμένο φως,
Οι άνθρωποι αφήνουν τα καταστήματα τους και πορεύονται σε ομάδες
Για να συναντήσουν το φεγγάρι
Κρατώντας ψωμί, και ένα ραδιόφωνο, στα κορφοβούνια,
Και τα ναρκωτικά τους.
Εκεί αγοράζουν και να πωλούν φαντασιώσεις
Και εικόνες,
Και πεθαίνουν- καθώς το φεγγάρι έρχεται στη ζωή.
Τι έχει κάνει αυτός ο φωτεινός δίσκος
στην πατρίδα μου;
Την γη των προφητών,
Την γη των απλών ανθρώπων,
Τους μασσητές του καπνού, τα βαποράκια των ναρκωτικών;
Τι είναι αυτό που μας κάνει το φεγγάρι,
Ώστε να σπαταλούμε την ανδρεία μας
Και να ζούμε μόνο για να παρακαλούμε τον ουρανό;
Τι έχει ο ουρανός
Για τους τεμπέληδες και τους αδύναμους;
Όταν το φεγγάρι έρχεται στη ζωή μετατρέπονται σε
πτώματα,
Και ταρακουνούν τους τάφους των αγίων,
Ελπίζοντας να τους χορηγηθεί λίγο ρύζι, μερικά παιδιά ...
Απλώνουν τα ωραία και κομψά χαλιά τους,
Και παρηγορούν τον εαυτό τους με το όπιο που ονομάζουμε μοίρα
Και πεπρωμένο.
Στη πατρίδα μου, τη γη των απλών ανθρώπων
Τι αδυναμία και παρακμή
Μας διακατέχει, όταν το σεληνόφως ξεπροβάλλει!
Χαλιά, χιλιάδες καλάθια,
Ποτήρια με τσάι και παιδιά συρρέουν πάνω στους λόφους.
Στη πατρίδα μου,
όπου οι απλοί άνθρωποι κλαίνε,
Και ζουν κάτω από το φως που δεν μπορούν να κατανοήσουν
Στη πατρίδα μου,
Όπου οι άνθρωποι ζουν χωρίς μάτια,
Και προσεύχονται,
Και πορνεύονται,
Και ζουν σε παραίτηση,
Όπως έκαναν πάντοτε,
Καλώντας το μισοφέγγαρο:
"Ω ημισέληνος!
Ω μετέωρε μαρμάρινε Θεέ!
Ω απίστευτο αντικείμενο!
Πάντα υπήρχες για την ανατολή, για μας,
Ένα σύμπλεγμα διαμαντιών,
Για τα εκατομμύρια των οποίων οι αισθήσεις είναι ναρκωμένες"

Σ' εκείνες τις ανατολίτικες νύχτες όταν
Το φεγγάρι γεμίζει πλήρως,
Η ανατολή χάνει κάθε τιμή
Και σθένος.
Τα εκατομμύρια που κυκλοφορούν ξυπόλυτοι,
Που πιστεύουν σε τέσσερις συζύγους
Και την ημέρα της κρίσης,
Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βλέπουν το ψωμί
Μόνο στα όνειρά τους,
Που περνούν τη νύχτα σε σπίτια
Χτισμένα από βήχα,
Που δεν έχουν δει ποτέ τα μάτια τους φάρμακο,
Ξαπλώνουν σαν τα πτώματα κάτω από το σεληνόφως.

Στη πατρίδα μου,
όπου οι ηλίθιοι κλαίνε
Και πεθαίνουν κλαίγοντας
Όποτε το μισοφέγγαρο εμφανίζεται
Και τα δάκρυά τους αυξάνονται,
Κάθε φορά που κάποιο άθλιο λαούτο τους συνεπαίρνει ...
ή το τραγούδι για τη "νύχτα"
Στη πατρίδα μου,
Στη χώρα των απλών ανθρώπων,
όπου σιγά-σιγά μασούμε τ' ατέλειωτα τραγούδια μας-
Μια μορφή κατανάλωσης που καταστρέφει την ανατολή-
Η δική μας ανατολή μασά την ιστορία της,
τα ληθαργικά όνειρά της,
τους άδειους θρύλους της,
Η δική μας ανατολή που βλέπει το σύνολο όλου του ηρωισμού
Στο Γραφικό Αμπού αλ Ζιάντ Χιλάλι.

Μετάφραση NOCTOC

Syrian poet and diplomat, Nizar Qabbani, was born in Damascus in 1923 and died in London in 1998. He is one of the most popular poets in the Arab world. Qabbani wrote over 50 books of poetry. Among his most famous poems is 'Bread, Hashish and Moon,' in which he castigated Arab societies for their weakness, their drug-induced haze of fantasies, and cultural stagnation. This poem raised a wave of fierce criticism to the extent that it was discussed in the Syrian parliament and almost caused Qabbani's expulsion from the diplomatic corps :


When the moon is born in the east,
And the white rooftops drift asleep
Under the heaped-up light,
People leave their shops and march forth in groups
To meet the moon
Carrying bread, and a radio, to the mountaintops,
And their narcotics.
There they buy and sell fantasies
And images,
And die - as the moon comes to life.
What does that luminous disc
Do to my homeland?
The land of the prophets,
The land of the simple,
The chewers of tobacco, the dealers in drug?
What does the moon do to us,
That we squander our valor
And live only to beg from Heaven?
What has the heaven
For the lazy and the weak?
When the moon comes to life they are changed to
corpses,
And shake the tombs of the saints,
Hoping to be granted some rice, some children…
They spread out their fine and elegant rugs,
And console themselves with an opium we call fate
And destiny.
In my land, the land of the simple
What weakness and decay
Lay hold of us, when the light streams forth!
Rugs, thousands of baskets,
Glasses of tea and children swarm over the hills.
In my land,
where the simple weep,
And live in the light they cannot perceive;
In my land,
Where people live without eyes,
And pray,
And fornicate,
And live in resignation,
As they always have,
Calling on the crescent moon:
" O Crescent Moon!
O suspended God of Marble!
O unbelievable object!
Always you have been for the east, for us,
A cluster of diamonds,
For the millions whose senses are numbed"

On those eastern nights when
The moon waxes full,
The east divests itself of all honor
And vigor.
The millions who go barefoot,
Who believe in four wives
And the day of judgment;
The millions who encounter bread
Only in their dreams;
Who spend the night in houses
Built of coughs;
Who have never set eyes on medicine;
Fall down like corpses beneath the light.

In my land,
where the stupid weep
And die weeping
Whenever the crescent moon appears
And their tears increase;
Whenever some wretched lute moves them…
or the song to "night"
In my land,
In the land of the simple,
where we slowly chew on our unending songs-
A form of consumption destroying the east-
Our east chewing on its history,
its lethargic dreams,
Its empty legends,
Our east that sees the sum of all heroism
In Picaresque Abu Zayd al Hilali.

من أشهر قصائد نزار قباني، أثارت ضده موجة انتقادات عنيفة و صلت إلى حد مناقشتها في البرلمان السوري
و كادت تتسبب في طرده من السلك الديبلوماسي:


عندما يُولدُ في الشرقِ القَمرْ

فالسطوحُ البيضُ تغفو...

تحتَ أكداسِ الزَّهرْ

يتركُ الناسُ الحوانيتَ.. ويمضونَ زُمرْ

لملاقاةِ القمرْ..

يحملونَ الخبزَ، والحاكي، إلى رأسِ الجبالْ

ومعدَّاتِ الخدرْ..

ويبيعونَ، ويشرونَ.. خيالْ

وصُورْ..

ويموتونَ إذا عاشَ القمرْ



ما الذي يفعلهُ قرصُ ضياءْ

ببلادي..

ببلادِ الأنبياْ..

وبلادِ البسطاءْ..

ماضغي التبغِ، وتجَّارِ الخدرْ

ما الذي يفعلهُ فينا القمرْ؟

فنضيعُ الكبرياءْ

ونعيشُ لنستجدي السماءْ

ما الذي عندَ السماءْ

لكُسالى ضعفاءْ

يستحيلونَ إلى موتى..

إذا عاشَ القمرْ..

ويهزّونَ قبور الأولياءْ

علّها..

ترزقُهم رزّاً وأطفالاً..

قبورُ الأولياءْ..

ويمدّونَ السجاجيدَ الأنيقاتِ الطُررْ

يتسلّونَ بأفيونٍ..

نسمّيهِ قدرْ..

وقضاءْ..

في بلادي..

في بلادِ البسطاءْ..



أيُّ ضعفٍ وانحلالْ

يتولانا إذا الضوءُ تدفّقْ

فالسجاجيدُ، وآلاف السلالْ

وقداحُ الشاي.. والأطفال.. تحتلُّ التلالْ

في بلادي..

حيثُ يبكي الساذجونْ

ويعيشونَ على الضوءِ الذي لا يبصرونْ

في بلادي..

حيثُ يحيا الناسُ من دونِ عيونْ

حيثُ يبكي الساذجونْ

ويصلّونَ، ويزنونَ، ويحيونَ اتّكالْ

منذُ أن كانوا.. يعيشونَ اتّكالْ

وينادونَ الهلالْ:

" يا هلالْ..

أيها النبعُ الذي يمطرُ ماسْ

وحشيشاً.. ونُعاسْ

أيها الربُّ الرخاميُّ المعلّقْ

أيها الشيءُ الذي ليسَ يُصدَّقْ

دُمتَ للشرقِ.. لنا

عنقودَ ماسْ

للملايينِ التي قد عُطِّلت فيها الحواس "



في ليالي الشرقِ لمّا

يبلغُ البدرُ تمامهْ..

يتعرّى الشرقُ من كلِّ كرامهْ

ونضالِ..

فالملايينُ التي تركضُ من غيرِ نعالِ..

والتي تؤمنُ في أربعِ زوجاتٍ..

وفي يومِ القيامهْ..

الملايينُ التي لا تلتقي بالخبزِ.. إلا في الخيالِ

والتي تسكنُ في الليلِ بيوتاً من سعالِ..

أبداً.. ما عرفتْ شكلَ الدواءْ..

تتردّى..

جُثثاً تحتَ الضياءْ..



في بلادي..

حيثُ يبكي الساذجونْ

ويموتونَ بكاءْ

كلّما طالعهم وجهُ الهلالِ

ويزيدونَ بكاءْ

كلّما حرّكهم عودٌ ذليلٌ.. و"ليالي"..

ذلكَ الموتُ الذي ندعوهُ في الشرقِ..

"ليالي".. وغناءْ

في بلادي..

في بلادِ البُسطاءْ..



حيثُ نجترُّ التواشيحَ الطويلهْ..

ذلكَ السلُّ الذي يفتكُ بالشرقِ..

التواشيحُ الطويلهْ

شرقُنا المجترُّ.. تاريخاً.. وأحلاماً كسولهْ

وخُرافاتٍ خوالي..

شرقُنا، الباحثُ عن كلِّ بطولهْ

في (أبي زيدِ الهلالي)..

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Λαμπρή: Η Κυπριακή Ανάσταση

Λαγοκοιμούνται τα παιδιά. Ο άγγελος της Αναστάσεως τους έκλεισε τα βλέφαρα μ΄ένα απαλό χάδι στοργής. Τα κοίμισε μ΄ένα νανούρισμα γλυκό, που διηγότανε κάποια σκηνή απ' τη ζωή του Χριστού, μ' αυτούς τους στίχους: «Αφήστε τα παιδιά νάρθουν κοντά μου. Στα μάτια τους κοιτάω τον ουρανό. Τον Άνθρωπο, που κλείνει μέσα του «τη ζύμη του Καλού». Στα μάγουλά τους ζωγράφισε τη θεία εικόνα της η Αθωότης. Τα χείλη τους δεν έμαθαν να κρύβουν την αλήθεια, να πετάνε λόγια ψεύτικα, υποκριτικά, συμβατικά, να στάζουνε φαρμάκι. Γίνετε όλοι σαν κι' αυτές τις αθώες υπάρξεις. Έτσι μονάχα θα ξανάβρετε το χαμένο εαυτό σας...».
Λαγοκοιμούνται τα παιδιά. Και στον ανάλαφρο τους ύπνο, όλο καμπάνες αναστάσιμες γροικούνε. Ξυπνούνε κάποτε κι' αναρωτιούνται: Χτύπησε τάχα; Όχι; Μα γιατί βαρυκοιμήθηκε ο παπάς;
Σφάλουν τα βλέφαρα και πάλι, για να ονειρευτούνε την Ανάσταση...
Θάναι ντυμένα με τα Λαμπριάτικά τους ρούχα, καμαρωτά θα περπατούνε στο δρόμο ή στο σύντομο μονοπάτι που ανεβάζει στην εκκλησία, και μέσα εκεί θα στέκουνται σιωπηλά, ακούοντας τους ψάλτες. Δε θα καταλαβαίνουν τίποτα. Θα διαισθάνουνται όμως την έννοια, το βάθος και την ομορφιά των ύμνων.
Κ' ύστερα; Θα «μεταλάβουν» - «θα πιάσουν το χρυσόν πουλλίν», όπως τους έλεγε η μητέρα- κι' ολόχαρα θα τρέξουν σπίτι για να ορμήσουνε στην «καφινιάν*» Αχ! εκείνες οι «βλαούνες*» με το άφθονο τυρί, το ανακατωμένο με τ' αυγά, το δυόσμο και τα σταφίδια, οι παχουλές βλαούνες με τις μεγάλες διαστάσεις, τί σκάνδαλο, τί πειρασμός!
Όλη τη μέρα, βλέπανε με χίλια μάτια τη μητέρα και την αρραβωνιασμένη αδελφή τους να παλεύουνε με το ζυμάρι, φτιάχνοντας κουλούρια, «δακτυλιές*», «γλυσταρκές*», - τί θαύμα ζυμαροτεχνίας- με τ' ανασκουμπωμένα μπράτσα τους. Όλα καλά, όλα ορεκτικά, κι όλα καλοπεθύμητα. Μα κείνα τα μεγάλα πράγματα, που μοιάζουν σαν ηφαίστεια λιχουδιάς, έτσι καθώς αφήνουν να φα'ινεται από πάνω πηκτή η λάβα του τυριού και του αυγού, ενώ σ' όλο το άλλο μέρος έχει κολλήσει και βουλιάξει το σησάμι, είναι στ΄αλήθεια σκανδαλιστικώτερα.
Αλλά... γιατί αργεί η καμπάνα; Την περιμένουνε και για άλλο λόγο. Θέλουν να τρέξουνε την ώρα της «λιτής*» και να «κρεμμαλιστούσιν» στο σχοινί της καμπάνας. Θάναι μεγάλο παλληκάρι όποιο παιδί «διπλαφατζήσει*» τη μεγάλη καμπάνα, που χρόνια ολόκληρα κρατιέται ανάμεσα σε δυο ντουβάρια στην ψηλή της σκοπιά και καρτεράει πότε θα γίνει γάμος ή γιορτή, κηδεία ή πανηγύρι, για να δονήσει την ατμόσφαιρα με όποια μουσική ταιριάζει στην περίσταση, χαρούμενα ή λυπητερά, θριαμβικά ή νικημένα.
Και τόσα άλλα ανάβουνε την προσδοκία των παιδιών. Μα δεν είναι μονάχα οι πιτσιρίκοι και τα κοριτσόπουλα, που ανυπομονούν. Είναι και οι κοπέλλες- οι σεμνές και φλογερές παρθένες- που θα νιώσουν ν΄αναστήνεται η καρδιά τους με τ' αναστάσιμο πανηγύρι, καθώς θα χαμηλώνουνε τα μάτια και θα κρυφοκοιτούν απ' το γυναικωνίτη τα κοπέλια του χωριού.
Οι μόνοι που κοιμούνται ήσυχα, είν' ο πατέρας και η μητέρα. Όχι γιατί δεν προσδοκούνε τίποτα. Αλλά γιατί τους νίκησε η κούραση.

Κτυπά η καμπάνα. Σωστός συναγερμός. Τα παιδιά πανηγυρίζουν. Με το δίκιο τους. Η Ανάσταση είναι προπάντων η δική τους η γιορτή. Κι όλοι στο σπίτι- σ΄όλα τα σπίτια- ενεργούν μηχανικά. Σαν κουρδισμένοι ρομπότ.
...Και η καμπάνα «διπλοφακκά» αδιάκοπα, ενώ βιαστικοί όλ' οι Χριστιανοί, στο μισοσκόταδο της ανοιξιάτικης νύχτας, τονίζουν με τα γοργά τους βήματα το εμβατήριο της χαράς και της αγάπης, οδεύοντας στην εκκλησία.
Όλες οι πόρτες κλειδωμένες. Ποιος θα πειράξει τα βουβαμένα σπίτια; Αν γαυγίζουν τα σκυλιά, δεν είναι βέβαια γιατί κλέφτες έχουν πατήσει στην αυλή. Είναι γιατί...ξεσηκώνονται οι φραγμοί των σπιτιών. Έρχονται τα κοπέλια και παίρνουν «κάτσαρα*», «θρουμπιά* », «μαζιά*», «παλλούρες*» και ξύλα, για την πελώρια «λαμπρατζιά*», πούχει ανάψει έξω από την εκκλησία ή στον περίβολο.
Όσοι περνούν απ' εκεί, θα σταματήσουνε λιγάκι και θα ζεστάνουν τα χέρια τους. Τα παιδιά, θα ρίξουν στη φωτιά τον «μάρτη» - την ασπροκόκκινη κλωστή, που τους πέρασε η γιαγιά στο χέρι (πρώτη Μαρτίου) για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος ο μαρτιάτικος.
Κι΄αμέσως, θα πάρουνε μια θέση στον «Οίκον του Κυρίου». Είναι φιλοξενούμενοί του απόψε όλ' οι χωριανοί, μεγάλοι, και μικροί. Ολόφωτο το σπίτι του Θεού. Οι πολυέλαιοι, τα μανουάλια και οι καντήλες συνθέτουν με το φως τους ένα λαμπρότατο δράμα. Πραγματική Λαμπρή. Κ' οι ψάλτες, συναγωνίζονται ποιος θα πει τα περισσότερα. Ο παπάς αντέχει ακόμη. Δεν «βγήκε η πίστη του» παρ΄όλη την κούραση και τα ξενύχτια της Μεγάλης Εβδομάδος...
...Τελειώνουν, επιτέλους, τα προλογικά τροπάρια της Ανάστασης. Κι έρχεται η στιγμή της λιτανείας. Τ' αναμμένα κεριά, τ΄αμέτρητα αναμμένα κεριά, κρύβουν τα πρόσωπα του πλήθους. Με βήματα αργά, κάνουν το γύρο όλου του Σύμπαντος με τη γαλήνια σκέψη τους. Θα κλείσει όμως ο γύρος της εκκλησίας, και όλες οι καρδιές, όλες οι σκέψεις θα συγκεντρωθούνε μπρος στα πόδια του ιερέα: - «Χριστός Ανέστη...», αντηχεί σε μια στιγμή.
Και το ομώνυμο τροπάριο ανεβοκατεβαίνει την πλαγιά του «πλαγίου πρώτου»- του πανηγυρικώτερου και του πιο χαρούμενου ήχου της Βυζαντινής Μουσικής- επιμένοντας να θίγει διαρκώς τον φθόγγο ΚΕ.
Οι καμπάνες αλαλάζουν θριαμβευτικά. Τα «μάσκουλα*», οι μπιστολιές, σα χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί, εξαγγέλλουν επίσης το κοσμοϊστορικό γεγονός.

Η σούπα περιμένει σπίτι. Έτοιμη κ΄η κότα: η «χογλαστή* όρνιθα». Και οι φλαούνες αναμένουν το μαχαίρι του νοικοκύρη. Τα παιδιά, δεν δέχουνται αυτό το σφαγιασμό. Προτιμούν να τις κατασπαράξουνε ολόκληρες. Μαχαίρια, είναι τα τροχισμένα από χθές δοντάκια τους. Και τα κόκκινα αυγά χτυπιούνται:
- Χριστός ανέστη!
- Αληθώς ανέστη ο Κύριος!
Η καμπάνα, ως τόσο, δεν θα ησυχάσει. Έχει καταργήσει το «οκτάωρο». Θα δουλεύει όσο αντέχει το ηχητικό της μέταλλο. Κι αντέχει όσο δεν φαντάζεσαι.
Γιορτοντυμένοι όλοι- ιδιαίτερα οι κοπέλλες και οι «σκάπουλλοι*», που πρέπει όπως και νάναι να «παννίσουν*» ρούχα ραμμένα ξεπίτηδες για τη Λαμπρή, μεταξωτά φουστάνια, μεταξωτά πουκάμισα, καινούριες βράκες ή καλοκαιρινά κοστούμια- εξορμούνε πάλι απ΄όλες τις διευθύνσεις για την εκκλησία. Λάμπουν από χαρά τα πρόσωπά τους. Χαιρετιούνται εγκάρδια - όχι πια με το «καλημέρα», αλλά με το «Χριστός ανέστη» και τ' «Αληθώς ανέστη»- μιλούνε εγκάρδια, και το περπάτημα τους είναι τόσο ελαφρό, που φαίνεται σα να πετούν.
Κι έρχεται η ώρα της «λιτής». Μετά τη σύντομη τώρα τελετή, η αυλή της εκκλησίας γεμίζει από εύθυμα πρόσωπα. Το γέλιο ξεχύνεται παντού. Οι κοπελιές κάθονται κάπου χωριστά, ρουφάνε το «σιρόπι» τους, και παρακολουθούνε τα παιγνίδια των ανδρών. Αναψυκτικά, ύστερ' από μια χαρούμενη γιορτή. Απ΄τα γλυκά τους μάτια, πίνουν σιρόπι τα κοπέλια. Όλο «σιρόπια» σήμερα.
Παιγνίδια όσα θέλεις. Εδώ «παίζουν τριάππηδκια*». Εκεί σηκώνουν το «διτζήμιν*». Πιο κάτω, τρέχουν με γαϊδούρια κι' άλογα. Διαγωνισμός ιππασίας και γαϊδουροδρομίας.
Τί γέλια γίνουνται, αναστημένε μου Ιησού! Δε θα μπορούσε αυτός ο κόσμος να χαίρεται και να γελάει τόσο αυθόρμητα κάθε μέρα, κάθε βδομάδα έστω, κάθε μήνα επί τέλους; Το δυστύχημα είναι πως μόνο μια φορά το χρόνο αναστήνεσαι...
Και τί να πω για τις απλές χαρές, για το γλυκό τον ίλιγγο που δοκιμάζουν τα κορίτσια, τα παιδιά και τα κοπέλια, στις «σούσες*»; Με πόση λαχτάρα τις προσμένουν όλοι, εκφράζεται σ΄αυτό το λαϊκό δίστιχο, που τραγουδιέται κιόλας με ειδική φωνή στη «σούσα»:

«Θεέ μου νάρταν οι Λαμπρές να κραμμαστούν οι σούσες,
τζιαι να γεμώσουν τα στενά ούλλον μαυρομματούσες».

Από το βιβλίο «Η ζωντανή Κύπρος» του Τεύκρου Ανθία, 1947
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

κοφινιά = κοφίνι. Γίνεται από καλάμι, είναι κρεμαστή, και βάζουν μέσα τα ψωμιά.
βλαούνες = φλαούνες
δακτυλιές = λέγονται τα πλακωτά «κουλούρια», που είναι πολλά μαζί και μοιάζουνε με δάκτυλα. Στην Πάφο ονομάζονται «κουμουλιές».
γλυσταρκές = γίνονται όπως και τα κουλούρια. Με τη διαφορά, πως το ζυμάρι είναι λεπτότερο και το σχήμα τους μεγαλύτερο. Κάνουν ένα μεγάλο κύκλο και τον διασταυρώνουν με πολλά λεπτά κομμάτια από ζυμάρι, μακρυά και κυλινδρικά, σαν τα μακαρόνια.
λιτή = λιτανεία
διπλοφατζήσει = διπλοχτυπήσει. Έτσι λέγεται όταν η «γλώσσα» της καμπάνας χτυπά κι απ΄' τις δυό μεριές.
κάτσαρα = λεπτά κλαδιά
θρουμπιά = θυμάρια
μαζιά = αγκαθωτά αυτοφυή άγρια φυτά που χρησιμοποιούνται για προσάναμμα ή για μαγείρεμα, και για το «πύρωμα» του φούρνου στα πεδινά χωριά.
παλλούρες = άγρια θαμνοειδή φυτά.
λαμπρατζιά = μεγάλη φωτιά. «Λαμπρόν» στην Κύπρο λέγεται η φωτιά.
μάσκουλα = συνήθως, άδεια κουτιά «συμπυκνωμένου γάλακτος», όπου βάζουν μπαρούτι κι άλλα πράγματα, τα στήνουν κάπου και τ΄ανάβουν από μακρυά, όπως περίπου και τους δυναμίτες.
χογλαστή = βραστή
σκάπουλλοι = ανύπαντροι άνδρες
παννίσουν = να φορέσουν για πρώτη φορά καινούρια ρούχα.
σιρόπι = αναψυχτικό που γίνεται με ζάχαρη και νερό, με μυρωδιά και χρώμα τριανταφύλλου.
τριάππηδκια = άλμα τριπλούν μετά φόρας.
διτζήμιν = μεγάλη πέτρα, συνήθως στρογγυλή, μεγάλου βάρους. Λέγεται «διτζήμιν», γιατί οι άνδρες δοκιμάζουν τη δύναμή τους.
σούσες = κούνιες. Η λέξη παράγεται από το «σούζω» που σημαίνει σείω.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Γολγοθάς: Κοπτικός Ύμνος Μεγάλης Παρασκευής - Golgotha: Coptic Great Friday Hymn


Ο «Γολγοθάς» είναι ένας Κοπτικός Ορθόδοξος ύμνος που ψέλνεται κατά το τέλος της ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής. Αυτός ο ύμνος χρονολογείται χιλιάδες χρόνια πίσω, και έχει ειπωθεί ότι οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν υιοθετήσει την αρχαία αιγυπτιακή μελωδία, που ψαλλόταν από τους Φαραώ κατά την διαδικασία της ταρίχευσης και κατά τις τελετές κηδειών και πρόσθεσαν χριστιανικά λόγια! Τα λόγια είναι ένα μείγμα μεταξύ της κοπτικής και της ελληνικής γλώσσας, και ψέλνονται κατά τη μνήμη της ταφή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Καθώς ψάλλουν, οι διάκονοι πάνε γύρω από την Αγία Τράπεζα. Στη συνέχεια, ο ιερέας παίρνει την εικόνα της ταφής ή την εικόνα της σταύρωσης, την τυλίγει με μια λωρίδα από λευκό λινό πανί και τοποθετεί τον σταυρό από πάνω, τότε θάβει την τυλιγμένη εικόνα μέσα σε λουλούδια και αρωματικά έλαια και προσθέτει πέντε κόκκους από γαρύφαλλο ή λιβάνι. Αυτά συμβολίζουν τα καρφιά, το αγκάθινο στεφάνι και το δόρυ. Στη συνέχεια τα καλύπτει με ένα πρόσφορο και βάζει δύο κηροπήγια με αναμμένα κεριά και στις δύο πλευρές, ως σύμβολο των δυο αγγέλων που ήταν στο εσωτερικό του Παναγίου Τάφου, ένας στο κεφάλι και ο άλλος στα πόδια.


Ο Ύμνος του Γολγοθά

Γολγοθάς στα εβραϊκά
Κρανίου Τόπος στα ελληνικά
Ο τόπος όπου Σε σταύρωσαν, ω Κύριε
Τέντωσες τα χέρια Σου
Σταύρωσαν δύο ληστές μαζί Σου,
Ένα στα δεξιά Σου, και τον άλλο στα αριστερά
Και Εσύ στη μέση, ω Καλέ Σωτήρα.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
Ο ληστής στα δεξιά φώναξε:
Μνήσθητί μου, ω Κύριε μου
Μνήσθητί μου, ω Σωτήρ μου
Μνήσθητί μου, ω Βασιλεύ μου
Όταν Έλθεις εν τη βασιλεία Σου.
Ο Κύριος του απάντησε απαλά:
Σήμερον μετ΄εμού έση εν τη βασιλεία μου.
Και νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Οι δύο δίκαιοι Ιωσήφ και Νικόδημος
Πήραν το σώμα του Χριστού,
Τον έχρισαν, Τον προετοίμασαν για ταφή
Και Τον έβαλαν στον τάφο
Καθώς Τον υμνούσαν:
Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος
Ο σταυρωθείς δι ημάς, ελέησον ημάς.

Μετάφραση NOCTOC

"Golgotha" is a Coptic Orthodox hymn that is sung at the end of the Great Friday Service. This hymn dates back to thousands of years, and it has been said that early Christians have taken an Ancient Egyptian tune, that was chanted by Pharaohs during the embalming process and at funeral ceremonies and added Christian words instead! The words are a mixture of Coptic and Greek languages, and it is chanted on the memory of the burial of our Lord Jesus Christ. While chanting, the deacons go around the altar. Then the priest takes the burial icon or the crucifixion icon, wraps it with a strip of white linen and places the cross over it, then he buries it in flowers and fragrant oils and puts five seeds of carnation or incense. These refer to the nails, thorn crown and the spear. Then he covers it with the Prospharine and puts two candlesticks with lighted candles on both sides as a symbol of the two angels who were inside the holy tomb, one at the head and the other at the feet.


The Golgotha Hymn

Golgotha in Hebrew;
Ikraniune in Greek;
The place where they crucified You, O Lord
You stretched Your hands;
They crucified two thieves with You,
One on Your right, and one on the left;
And You in the middle, O Good Savior.
Glory be to the Father, the Son and the Holy Spirit.
The thief on the right cried out:
Remember me, O my Lord;
Remember me, O my Savior;
Remember me, O my King
When You come to Your Kingdom.
The Lord answered him gently:
Today you will be with Me in My Kingdom.
Now and forever and ever. Amen.
The two righteous Joseph and Nicodemus
Took the body of Christ,
They anointed Him, prepared Him for burial
And put Him in the tomb
While praising Him:
Holy God, Holy Mighty, Holy Immortal
Who was crucified for us, have mercy upon us.

Φεϊρούζ: Ύμνοι Μεγάλης Εβδομάδος - Fairuz: Good Friday Hymns - تراتيل الجمعة العظيمة بصوت فيروز

Η Φεϊρούζ έχει τραγουδήσει πάνω από 1500 τραγούδια και έχει πωλήσει περίπου 80 εκατομμύρια μονάδες δίσκων σε όλο τον κόσμο, αλλά αυτό που παραμένει το μέγιστο επίτευγμά της από την άποψη της φωνητικής της απόδοσης και του ταλέντου της είναι το CD των Μαρωνίτικων και Ορθόδοξων Ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδος που ηχογράφησε το 1965 στο Λίβανο και έπειτα πάλι το 1985 στον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων στη Γαλλία, και οι δύο ζωντανές ηχογραφήσεις σ' εκκλησίες. Η φωνή της απλά ξεπερνά την ανθρώπινη πείρα ακρόασης και φύσης, για να φθάσει σε ένα αιθέριο επίπεδο που σας παίρνει πέρα από μόνο μια εμπειρία ακρόασης. Οποιοσδήποτε σε όλο τον κόσμο που έχει την πιθανότητα να ακούσει τους Ιερούς Ύμνους της, ανεξάρτητα σε πια θρησκεία ανήκει, έχει την πιθανότητα να γευθεί τα επουράνια στη γη, ή τουλάχιστον να ξέρει πώς η φωνή ενός αγγέλου ακούγεται.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Fairuz has sung about 1500 songs and sold about 80 million units of records around the world, but what remains her greatest achievement in terms of vocal performance and talent is the CD of the Maronite and Orthodox Great Friday Prayers that she recorded in 1965 in Lebanon and then again in 1985 in the Notre Dame de Paris Cathedral in France, both live performances in churches. Her voice simply transcends the human hearing range and nature to reach an ethereal state that takes you beyond a mere hearing experience. Any one around the world who has the chance to hear her holy prayers, no matter what religion or sect, has the chance to experience heaven on earth, or at least to know how an angel’s voice sounds.


Melodies - Μελωδίες - الانغام

1. Anal Oum Ek-Hazina - Είμαι λυπημένος Παναγία μου -انا الأم الحزينة
2. Torok Ourashaleem - Δίπλα από την Ιερουσαλήμ - طريق اورشليم
3. Ya chabi Ou Sahbi - Ο λαός μου - ياشعبي وصحبي
4. Kamat Mariyam - Η Παναγία ήταν - قامت مريم
5. Wa Habibi - Αγαπημένε μου - واحبيبي
6. El Youm Ollika - Σήμερον κρεμμάται επί ξύλου- اليوم علق على خشبة
7. Ya Yassouh El Hayat Nouazimak - Η Ζωή εν Τάφο - اليوم علق على خشبة
8. Kamel El Ajyale - Αι Γενεαί πάσαι - كامل الأجيال
10. Estaneret - Ευαγγέλιον Αναστάσεως - استنيري
11. El Massih Kaam- Χριστός Ανέστη - المسيح قام



Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Η αναπαράσταση της Έγερσης του Λαζάρου στην Κύπρο

Στην Κύπρο λόγω της ιδιαίτερης απόδοσης τιμής στον άγιο Λάζαρο διατηρήθηκε στο πρόσωπό του μια αρχαιότατη μορφή ενός ειδωλολατρικού εθίμου, όπου ο Άδωνις έχοντας πεθάνει στο άνθος της ηλικίας του, ανασταινόταν στις αρχαιοελληνικές εορτές και επευφημείτο ως ο χορηγός της νέας ζωής. Στην Κύπρο τον Λάζαρο παρίστανε ένα παιδί, που το έντυναν όλο με σιμιλλούθκια (κίτρινες άγριες μαργαρίτες), ώστε δεν φαινόταν ούτε αυτό το πρόσωπό του. Τον Λάζαρο τον περιέφερε μια ομάδα νέων από σπίτι σε σπίτι και, όταν άρχιζαν να τραγουδούν τα κάλαντα του Λαζάρου, αυτός έπεφτε με σταυρωμένα χέρια και πόδια στο έδαφος και υποκρινόταν τον νεκρό. Ανασταινόταν όταν οι άλλοι ξεφώνιζαν το «Λάζαρε δεύρο έξω!»
Μια περιγραφή του εθίμου αυτού που καταγράφτηκε στις αρχές του 20ού αιώνα μας αναφέρει τα εξής: «Κόβκουν λάζαρους* (σιμιλλούθκια), τα περνούν πάνω σε κλωστές, κάμνουν στεφάνι στην τζεφαλήν, ζώνουν το κορμί τους σταυρωδκιόν, κρατούν τζι έναν κλώνον φοινιτζιάν πα' στες μούττες των φύλλων σσιεττημένους (μπηγμένους σαν κεντρί) ανθούς τους λαζάρους, πκιάννουν τζι έναν καλαθούριν τζιαι γυρίζουν τα σπίθκια τζιαι λαλούν τον Λάζαρον».
Σύμφωνα με μαρτυρία του 190ύ αιώνα, η αναπαράσταση της Έγερσης του Λαζάρου στη Λάρνακα ακολουθούσε μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία στο ναό του Αγίου Λαζάρου, παρουσία του οικείου μητροπολίτου και πλήθους ιερέων, των επιτρόπων και κόσμου. Οι πιστοί, αφού προσκυνούσαν την εικόνα του αγίου στο εικονοστάσι, κατέβαιναν στην κρύπτη και εναπόθεταν τα αναμμένα κεριά τους στην μαρμάρινη σαρκοφάγο. Έπειτα κατευθύνονταν όλοι, κλήρος και λαός στη μεγάλη αίθουσα απέναντι από την νότια είσοδο του ναού, όπου οι επίτροποι είχαν ντύσει το «ομορφότερο και εξυπνότερο νεαρό αγόρι της περιοχής, το Παιδί του Λαζάρου, με ένα ένδυμα καμωμένο από κίτρινους λαζάρους, «τα λουλούδια του Λαζάρου» πλεγμένο από τις καλύτερες γυναίκες της πόλης ειδικά γα τη γιορτή». Έπειτα, συνοδεία πένθιμων ύμνων και μουσικής ξάπλωναν τον νεαρό- Λάζαρο στη μέση του δωματίου, πάνω σε στρώση από ποικιλόχρωμα άνθη, φύλλα, μυρωδικά λουλούδια και ανθούς ροδιάς, πορτοκαλιών, φοινίκων, βασιλικού, και γύρω του τρεμόπαιζαν λαμπάδες αναμμένες. Ο μητροπολίτης διάβαζε το ευαγγελικό χωρίο και στο εδάφιο που αναφέρεται το «Λάζαρε δεύρο έξω» ύψωνε τον τόνο της φωνής του και αφού πλησίαζαν τρεις ιερείς αγγίζοντας το μέτωπο του νεαρού «Λάζαρου» με τον σταυρό, θυμιατίζοντας τον και ραντίζοντας τον με αγιασμό, ο νεαρός στεκόταν όρθιος απότομα. Οι γυναίκες τον τάιζαν γλυκό του κουταλιού, τριαντάφυλλο, ενώ ένας επίτροπος του πρόσφερε μία γουλιά κρασί και ένα κομμάτι από το ψωμί του Λαζάρου. Όλο το συγκεντρωμένο πλήθος αναφωνούσε «Ανέστη ο Λάζαρος» και ακολουθούσε μια μουσική πανδαισία με βιολιά, φλογέρες, λαούτα και τραγούδια. Οι επίτροποι προσέφεραν καρπούς, ζαχαρωτά και κόλλυβα του Λαζάρου, καθώς επίσης και ζυμαρένια ανθρωπόμορφα ομοιώματα. Με την προσφορά κουμανταρίας και ζιβανίας, ράντισμα των παρευρισκομένων με ροδόσταγμα και θυμίασμά τους, περατωνόταν η εορτή του Λαζάρου στην αυλή του ομώνυμου ναού της Λάρνακας. Έπειτα περιφερόταν η ομάδα των παιδιών συνοδεία ιερέως στα σπίτια της Λάρνακας, όπου τραγουδούσε το τραγούδι του Λαζάρου και οι νοικοκυρές τους προσέφεραν αυγά, τυριά ή χρήματα.
Σήμερα αυτό το πανάρχαιο και πανέμορφο έθιμο της Κύπρου, έχει εκλείψει ακόμη και στην Λάρνακα.

* Στην Πάφο, λάζαροι ονομάζονται οι κοινός γνωστοί στην Κύπρο Μασσαιρά(δ)ες και όχι τα σιμιλλούθκια. Ίσως στην Πάφο να χρησιμοποιούσαν αυτά τα μοβ και πένθιμα άγρια λουλούδια για την αναπαράσταση της Έγερσης του Λαζάρου, αντί τα σιμιλλούθκια.


Κυπριακά κάλαντα του Αγίου Λαζάρου

Σήμερον έρχεται ο Χριστός
ο επουράνιος Θεός
στη πόλην Βηθανίαν,
Μάρτα κλαίει τζι η Μαρία
Λάζαρον, τον αδελφόν της.
- Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου,
δεν θ΄απέθνησκε αδελφός μου.
Τότε λέγει στην Μαρίαν:
- Άγομεν εις τα Μνημεία.
Παραυτύς στον τόπον ήρτασιν
τζιαι τον τάφον του εδείξασιν.
Τότε ο Χριστός δακρύζει
τζιαι τον Άδην φοβερίζει:
- Δεύρο έξω Λάζαρέ μου,
φίλε και αγαπητέ μου.
Λάζαρος απελυτρώθη,
ανεστήθην τζι εσηκώθην
ζωντανός, σαβανωμένος
τζιαι με το τζερίν ζωσμένος.
- Λάζαρε, πε μας τι είδες
εις τον Άδην που επήες.
- Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα τζιαι πόνους.
Φέρτε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδίας, των χειλέων,
τζιαι μην μ΄ερωτάτε πλέον.
Του γρόνου πάλιν να΄ρτομεν
με υγείαν να σας δούμεν
στους οίκους σας χαρούμενοι
τζιαι να σας τραουδούμεν.

Τζιαι εις πολλά τα έτη.

Τα πιο πάνω κυπριακά κάλαντα του Αγίου Λαζάρου σήμερα είναι άγνωστα στην Κύπρο.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Ασσυριακός Ύμνος Μεγάλης Παρασκευής • Qolo: Kadh Nopheq •Assyrian Great Friday Hymn

Η Μεγάλη Παρασκευή, που ονομάζεται ως Παρασκευή της Σταυρώσεως στην Ασσυριακή "Ορθόδοξη" Εκκλησία, πέφτει την Παρασκευή πριν την Κυριακή της Αναστάσεως (Πάσχα) και τιμά τη σταύρωση του Χριστού.
Πιθανώς η πιο συγκινητική Λειτουργία και γεμάτη από συμβολισμούς, είναι αυτή που πραγματοποιείται κατά το τέλος της τρίτης ώρας των προσευχών την Παρασκευή το βράδυ. Η Λειτουργία αποτελείται από πολλούς κανόνες:
Σε αντίθεση με όλες τις άλλες πομπές κατά τη διάρκεια του έτους, οι οποίες ξεκινούν από τη βόρεια πόρτα του ιερού, η πρώτη πομπή ξεκινά από τη νότια πόρτα και καταλήγει στη βόρεια πόρτα, που σηματοδοτεί την μεταφορά του Σταυρού από τον Χριστό από το παλάτι του Πιλάτου στο Γολγοθά. Κατά τη διάρκεια της πομπής, ο ιερέας μεταφέρει ένα σταυρό στο δεξί του ώμο, που καλύπτεται με ένα μαύρο πανί.
Είναι σύνηθες για τους πιστούς κατά τη διάρκεια των διάφορων πομπών να φιλούν το Σταυρό και τη Βίβλο που μεταφέρονται από τον κλήρο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της πομπής, ο ασπασμός του Σταυρού και άλλων αντικειμένων δεν ασκείται. Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας των Παθών, οι πιστοί απέχουν από το να ασπάζονται ο ένας τον άλλον στο μάγουλο (ο συνήθης τρόπος χαιρετισμού), ακόμη και σε ένα κοινωνικό πλαίσιο.
Κατά τη διάρκεια της πομπής, ψέλνεται ο ακόλουθος ύμνος:

Qolo: Kadh Nopheq

Καθώς ο ίδιος έβγαινε από την πόλη, μεταφέροντας τον Σταυρό του στους ώμους του,
Οι Εβραίες γυναίκες συγκεντρώθηκαν για να κλάψουν πάνω του πικρά.
Η μητέρα του στεκόταν μακριά, συνοδευόμενη από γνωστούς της,
Ως μία περιστερά άρχισε να στενάζει με θλίψη και οδύνη:
-Μαραίνομαι υιέ μου, μαραίνομαι αγαπημένε μου, που πας;
-Πού πηγαίνεις; Γιατί έδωσες τον εαυτό σου
στα χέρια των αχάριστων;
-Αλίμονο σε μένα, αγαπημένε μου. Τι έπαθες σήμερα;
-Ευλογημένα να είναι τα Πάθη σου τα οποία ήταν για μας,
-Και ευλογημένη είναι η ταπείνωση σου η οποία ήταν για λογαριασμό μας.

Good Friday, referred to as the Friday of Crucifixion in the Syriac (Assyrian) Orthodox Church, falls on the Friday before the Sunday of Ressurection (Easter) and commemorates the crucifixion of Christ.
Probably the most moving service and full of symbolism, it is held at the close of the Third Hour prayers on Friday evening. The service consists of many orders:
Unlike all other processions throughout the year, which start from the northern door of the sanctuary, the First Procession starts from the southern door and ends at the northern door, signifying the carrying of the Cross by Christ from Pilate's palace to Golgotha. During the procession, the celebrant carries a cross, covered in a black linen, on his right shoulder.
It is usual during processions for the faithful to kiss the cross and the bible which are carried by the clergy. During this procession, however, the kissing of the cross and other objects is not practiced. In fact, during passion week, the faithful abstain from kissing each other on the cheek (the usual manner of greeting) even in a social context.
During the procession, the following hymn is sung:

Qolo: Kadh Nopheq

As He was coming out of the city, carrying His Cross on His shoulders,
The Hebrew women gathered to weep over Him bitterly.
His mother was standing afar, accompanied with her acquaintances,
As a dove she began to moan with grief and sorrow:
"Wither my Son, wither my beloved One are you going?
"Where are they taking You? Why did You give Yourself
"In the hands of the ungrateful ones?
"Woe is me, my beloved One. What happened to You this day?"
Blessed be Your Passion which was for us,
And blessed is Your humiliation which was on our account.


Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Γκάντα Σμπάιρ • Συρο-Μαρωνίτικοι Παραδοσιακοί Ύμνοι • Traditional Syro-Maronite Chants • Ghada Shbeir • Chants Syro-Maronites Traditionnels

Οι συρο-μαρωνίτινοι ύμνοι αποτελούν ένα ιερό ρεπερτόριο. Χρησιμοποιούνται στη λειτουργία, ποτέ σε κοσμικές τελετές. Είναι παραδοσιακοί. Ανήκουν σε όλους τους συρο-μαρωνίτες που τους έχουν κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές με ένα ζωντανό και ανώνυμο τρόπο. Εκφράζει την ευαισθησία της θρησκευτικής αυτής κοινότητας και την ορθή μουσική της ταυτότητα. Το αρχικό κείμενο είναι στην ασσυριακή γλώσσα. Οι πιο πολλές μελωδίες και κείμενα χρονολογούνται στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού.
Χάρη στη κρυστάλλινη φωνή της, μια αξιοζήλευτη καλλιτεχνική εμπειρία, καθώς και τη μεγάλη της γνώση περί των συρο-μαρωνίτικων ύμνων, η Γκάντα Σμπάιρ, συμβάλλει τα μέγιστα στην ομορφιά αυτού του άλμπουμ.

The Syro-Maronite chat forms a sacred repertoire. It is used in liturgy, never in mundane ceremonies. It is traditional. It belongs to all Syro-Maronites and it is inherited from past generations by a live and anonymous way. It expresses this religious community's sensibility and its proper musical identity. The original text is in the Syriac language. Most of the melodies and texts go back to the first centuries of Christianity.
Thanks to a crystalline voice, an enviable artistic expertise, and a great mastery of Syro-Maronite chat, Ghada Shbeir, contributes greatly to the beauty of this album.



Μελωδίες - Melodies

1. Taqasim Oud, Syro Maronite Chants [5.24]
2.
Bqolo Dabkhoulmedem Etbaquit [055]
3. Qouqaliyoun [0.48]
4. Mawrbo [0.31]
5. Qolo Dabsafro Hzawouy [1.17]
6. Qolo Dqouqoyo [3.05]
7. Boouto Dmor Yaqoub [3.58]
8. Fawlos Chliho [2.08]
9. Bqolo Al Beit Lahm [4.27]
10.
Taqasim Oud, bqolo Mchiho Etiled [1.46]
11.
Mchiho Dchadar [1.27]
12.
Emar Leh [1.17]
13. Taqasim Oud, Chqal Nourono [1.43]
14. Choubho Iramo [0.39]
15. Men Abo [2.01]
16. Taqasim Oud, Em Letloum Alohouteh [1.28]
17. Hlof Afay [0.40]
18. Taqasim Oud, Halel Halel [1.52]
19. Vocals Syro Catholic Melody [0.49]
20.
Hallelouya [3.31]


Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Τα Αραβικά Πάθη Σύμφωνα με τον Γ.Σ. Μπαχ -The Arabian Passion According to J.S. Bach - العاطفة العربية وفقا لجون سباستيان باخ ♪ E.Sarband • Φάντια Ελ-Χατζ • Fadia El-Hage ~ Modern String Quartet • V.Ivanoff

Κανείς ποτέ δεν έχει απεικονίσει την ανθρώπινη δυστυχία, εκπροσωπούμενη από τον Ιησού Χριστό, τόσο εντυπωσιακά και τόσο διακαώς όπως ο Γ. Σ. Μπαχ στα Πάθη του. Ένα Αραβο-Ευρωπαϊκό σύνολο μουσικών και δεξιοτεχνών της ευρωπαϊκής τζαζ μετατρέπουν τις ηχητικές εικόνες της κλασικής μουσικής σε μια σύγχρονη εκδήλωση για την ανθρωπότητα. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από διαφορές, η μουσική συνεργασία δημιουργεί ένα έντονο και στοχαστικό χώρο για την ειρήνη και τον σεβασμό. Προσαρμοσμένο από τα Πάθη του Μπαχ, το πνεύμα του Μπαρόκ είναι συνυφασμένο και ερμηνευμένο με τις ζώσες μουσικές παραδόσεις της Μέσης Ανατολής μαζί με αυτοσχεδιασμούς της τζαζ. Μία από τις πιο διάσημες τραγουδίστριες του αραβικού κόσμου, η Φάντια Ελ-Χατζ, ερμηνεύει τις άριες του Μπαχ, ως μελωδίες επούλωσης, γεφυρώνοντας τις συγκρούσεις και τις διαφορές μεταξύ του αραβικού κόσμου και της Δύσης, μεταξύ των διαφόρων θρησκειών, μεταξύ των πιστών και μη πιστών, μεταξύ των μοντερνιστών και αυτών που ακολουθούν τις παραδόσεις. "Τα Αραβικά Πάθη» προτάσσουν ένα μουσικό λόγο για την ειρήνη.

Nobody ever has pictured human suffering, represented by Jesus Christ, as impressively and as fervently as J. S. Bach in his Passions. An Arab-European cast of musicians and masters of European jazz transforms sound icons of classical music into a present-day statement on humanity. In a world marked by differences, this musical collaboration creates an intense and contemplative space for peace and respect. Adapted from Bach’s Passions, the spirit of Baroque is intertwined and reinterpreted with the living musical traditions of the Middle East together with the improvisations of Jazz. One of the most famous singers of the Arab world, Fadia el-Hage, reprises Bach’s arias as healing songs bridging the conflicts and differences between the Arab world and the West, between different faiths, between believers and non-believers, between modernists and traditionalists. "An Arabian Passion" evokes a musical plea for peace.


Album - Μουσική Συλλογή:

The Arabian Passion According to J.S. Bach
العاطفة العربية وفقا لجون سباستيان باخ
Die Arabische Passion Nach J.S. Bach
Τα Αραβικά Πάθη Σύμφωνα με τον Γ.Σ. Μπαχ

Artists and Country - Καλλιτέχνες και Χώρα:

Ensemble Sarband • Fadia El-Hage
Modern String Quartet • Vladimir Ivanoff

Fadia el-Hage (Beirut- Βηρυτός): Alto- Κοντράλτο / Adnan Schanan (Baghdad -Βαγδάτη): Nay- Νέι / Furat Qadduori (Baghdad -Βαγδάτη): Qanun- Κανονάκι / Mohammed Ali A. Hashim (Baghdad- Βαγδάτη): Violin - Βιολί /Angelika Moths (Basle- Βασιλεία): Cembalo, Organ, Qanun - Κύμβαλο- Εκκλησιαστικό όργανο- Κανονάκι /Hugo Siegmeth, Till Martin: Saxophones -σαξόφωνα / Vladimir Ivanoff (Munich-Μόναχο): Percussion- Κρουστά• Modern String Quartet - Σύγχρονο Κουαρτέτο Εγχόρδων (Munich-Μόναχο): Jörg Widmoser (Violin- Βιολί), Winfried Zrenner (Violin- Βιολί), Andreas Höricht (Viola - Βιόλα), Jost-H. Hecker (Cello-Τσέλο) /Projections - Προβολές: Judith Haug / concept, arrangements & direction- έννοια, ρυθμίσεις & κατεύθυνση: Vladimir Ivanoff


Language : Arabic - Instrumental
Γλώσσα: Αραβικά - Ορχηστρικό

Melodies - Μελωδίες:

[.01.] Ελέησον - Erbarme Dich -Have mercy
[.02.] Ο Ιησούς μου κρατάει την ειρήνη του μπροστά στις ψευδείς συκοφαντίες - Mein Jesus schweigt zu falschen Lügen stile - My Jesus holds his peace before false lies
[.03.] Υπομονή, Υπομονή! - Geduld, Geduld!- Patience, patience! Ταξίμι - Taqsim (Ορχηστρικό-Instrumental)
[.04.] Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ - Jesum von Nazareth - Jesus of Nazareth (Ορχηστρικό-Instrumental)
[.05.] Νέι-Ταξίμι- Nay-Taqsim - Ω μεγάλη αγάπη- O große Liebe - O great love (Ορχηστρικό-Instrumental)
[.06.] Από τα δάκρυα στα μάγουλά μου δεν υπάρχει αποτέλεσμα - Können Tränen meiner Wangen nichts erlangen- Of the tears on my cheeks are of no avail
[.07.] Ταξίμι - Taqsim - Όταν μία μέρα πρέπει να φύγω - Wenn ich einmal soll scheiden - When I one day must depart
[.08.] Έχουμε ένα νόμο - Wir haben ein Gesetz - We have a law (Ορχηστρικό-Instrumental)
[.09.] Σήμερον κρεμάται επί ξύλου - Aljaum - Today he is hung upon a cross
[.10.] Από τα δεσμά των αμαρτιών μου - Von den Stricken meiner Sünden - From the bonds of my sins
[.11.] Πολύτιμε Σωτήρα μου - Mein teurer Heiland - My precious Saviour (Ορχηστρικό-Instrumental)
[.12.] Και έκλαψε πικρά - Und weinete bitterlich - And wept bitterly (Ορχηστρικό-Instrumental)
[.13.] Τετέλεσται - Es ist vollbracht - It is accomplished
[.14.] Είναι τον εαυτό μου, που θα πρέπει να εξαγνίσω - Ich bin's, ich sollte büßen - It is I, I should atone (Ορχηστρικό-Instrumental)

♪♪ Λήψη-Download ♪♪


κωδικός πρόσβασης /pass: evrenselmuzik

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Αγαπημένε μου - Wa Habibi - My Beloved - وا حبيبي


Wa Habibi (Αγαπημένε μου)

Αγαπημένε μου, αγαπημένε μου
Σε τι κατάσταση είσαι!
Αυτός που σε βλέπει, για σένα κλαίει
Είσαι η μία και μοναδική θυσία

Αγαπημένε μου,
Τι φταίξιμο έχουν ρίξει τα έθνη πάνω σου;
Σε έχουν λιώσει από τις λαβωματιές,
Από τις οποίες δεν υπάρχει θεραπεία

Όταν στο σκοτεινό ελαιώνα τη νύχτα
Ο Θεός Δημιουργός γονάτισε και προσευχήθηκε
Το σύμπαν προσευχόταν με τον Έναν
Που έδωσε στη ζωή ελπίδα και προσευχή

Οι ελιές κλαίνε
Καθώς τα χείλη των ανθρώπων τρεμουλιάζουν
Αγαπημένε μου, πώς είναι δυνατόν να φύγεις!
Έχει χαθεί η νομιμοφροσύνη για πάντα;

Αγαπημένε μου, αγαπημένε μου
Σε τι κατάσταση είσαι!
Αυτός που σε βλέπει, για σένα κλαίει
Είσαι η μία και μοναδική θυσία

Μετάφραση NOCTOC



Wa Habibi (My Beloved)

My beloved, my beloved
What state are you in?
He who sees you, for you would cry
You are the one and only sacrifice

My beloved,
What blame have the nations put upon you?
They melted you with wounds,
To which no healing would do

When in the dark orchard at night
The God Creatοr kneeled and prayed
The universe was praying with the One
Who gave life hope and prayer

The olive trees are crying
As the lips of men quiver
My beloved how will you go?
Has loyalty gone forever?

My beloved, my beloved
What state are you in?
He who sees you, for you would cry
You are the one and only sacrifice


وا حبيبي

وا حبيبي وا حبيبي أي حال أنت فيه
من رآك فشجاك أنت أنت المفتدي
يا حبيبي أي ذنب حمل العدل بنيه
فأزادوك جراحاً ليس فيها من شفاء
حين في البستان ليلاً سجد الفادي الإلة
كانت الدنيا تصلي للذي أغنى الصلاة
شجر الزيتون يبكي و تناديه الشفاء
يا حبيبي كيف تمضي أترى ضاع الوفاء