ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Αττίλας '74: Ο Βιασμός της Κύπρου • Μιχάλης Κακογιάννης • Ντοκιμαντέρ • Attila '74: The Rape of Cyprus • Michael Cacoyannis • Documentary Film •

Αττίλας '74: Ο Βιασμός της Κύπρου, είναι ένα βραβευμένο ντοκιμαντέρ του 1974 από τον Μιχάλη Κακογιάννη για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Τον Ιούλιο του 1974, ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στη Δημοκρατία της Κύπρου, αναγκάζοντας εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες να εκτοπιστούν σε προσφυγικούς καταυλισμούς και προκαλώντας τον θάνατο σε χιλιάδες άλλους. Με τα τρομερά αυτά γεγονότα να λαμβάνουν χώρα την πατρίδα του, ο σκηνοθέτης Μιχάλης Κακογιάννης έσπευσε από το Λονδίνο για την Κύπρο, προκειμένου να τα αποθανατίσει σε ταινία. Υποστηριζόμενος μόνο από έναν κάμεραμαν και έναν ηχολήπτη, ο Κακογιάννης ταξίδεψε σε όλο το μαρτυρικό νησί παίρνοντας συνεντεύξεις από τους πολιτικούς ηγέτες, καθώς και από αμέτρητα θύματα και πρόσφυγες. Η ταινία προσφέρει μια ειλικρινή, προσωπική ματιά στην αδικία που επιβλήθηκε στον αθώο λαό της Κύπρου, ενώ παράλληλα δίνει λεπτομερείς εξηγήσεις για τα γεγονότα που οδήγησαν μέχρι, αλλά, και μετά από αυτή τη πραγματική ανθρώπινη τραγωδία.

Attila '74: The Rape of Cyprus is an award-winning 1974 documentary film by Michael Cacoyannis about the Turkish invasion of Cyprus in 1974. In July 1974, the Turkish Army invaded the Republic of Cyprus, forcing thousands of Greeks into displaced persons camps and causing the deaths of thousands more. Upon hearing the devastating reports from his homeland, director Michael Cacoyannis rushed from London to Cyprus in order to document the horrific events on film. Supported only by a cameraman and a sound engineer, Cacoyannis traveled across the grief stricken island interviewing political leaders as well as countless victims and refugees. The resulting film provides a candid, personal look at the injustices imposed on the innocent people of Cyprus, while giving detailed accounts of the events leading up to and following this real-life tragedy.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Η Κυπριακή Διάλεκτος: Αρχαία και Νεότερη

Η αρχαία κυπριακή διάλεκτος (αρκαδοκυπριακή)

Η ελληνική γλώσσα μιλιέται στην Κύπρο από τη 2. χιλιετία π.Χ. συνεχώς ως σήμερα. Ο Ηρόδοτος (7.90) και Παυσανίας (8. 5. 2) προσδιορίζουν επακριβώς την προέλευσή της, συνδέοντας την με τους πρώτους Έλληνες κατοίκους του νησιού, που είχαν ως ωρμητήριο την προδωρική (μυκηναϊκή) Πελοπόννησο και ως γλωσσικό εκφραστικό όργανο την αρκαδική διάλεκτο (η χρήση του συλλαβογραφικού αλφαβήτου στην Κύπρο, που συνεχίστηκε ως τα χρόνια του Ευαγόρα, ενισχύει ακριβώς την άποψη του ελληνικού αποικισμού του νησιού πριν από την εισαγωγή του γνωστού μας φοινικικής προέλευσης αλφαβήτου στην Πελοπόννησο). Αλλά, η συγγένεια της κυπριακής διαλέκτου προς την αρκαδική, που μαρτυρείται από πλείστες επιγραφές (κυρίως του 5. και του 4. αι. π.Χ.) καταφαίνεται από μερικά κοινά γνωρίσματα, όπως: (α) η κλειστότερη προφορά των άτονων βραχέων φωνηέντων α και ο, που τα μετατρέπει σε ι και υ (απεχόμενος: απεχόμινος, από: απύ, γένοιτο: γένοιτυ κ.ά.), (β) η κατάληξη ονομάτων σε- ης αντί- ευς (ιερεύς: ιερής, φονεύς: φονής), (γ) η απόδοση των ιαπετικών φθόγγων, στην Μαντίνεια της Αρκαδίας και την Κύπρο, με ιδιαίτερο γράμμα, που αντιστοιχεί περισσότερο με σ (τις, τι: σις, σι), (δ) η γραφή του συνδέσμου και ως κας κ.ά.
Συναφώς, πρέπει να λεχθεί πως για την περαιτέρω διαφοροποίηση της αρκαδοκυπριακής διαλέκτου ευθύνεται, ως ένα σημείο, και το συλλαβογραφικό αλφάβητο, που δεν προσφερόταν πάντα για την καταγραφή της ακριβούς προφοράς ορισμένων φθόγγων. Διότι γινόταν, πράγματι, σύγχυση μεταξύ των μακρών και των βραχέων φωνηέντων (ο-ω-ου) και μεταξύ των μέσων, ψιλών και δασέων συμφώνων, που αποδίδονταν με το ίδιο σύμβολο (τ= τ, δ, θ, ή κ= κ, γ, χ, ή π= π, β, φ), ή ακόμη, τα διπλά σύμφωνα καταγράφονταν ως ένα (απόλονι αντί Απόλλωνι), ή παραλείπονταν, στο μέσο των λέξεων, πριν από σύμφωνο, ή και στο τέλος, αραιωνόταν η καταγραφόμενη λέξη, με τυχόν συμπλέγματα, συμφώνων, με την παρεμβολή του φωνήεντος που ακολουθούσε το δεύτερο σύμφωνο και μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου (πο-το-λι-σε αντί πτόλις, α-πο-ρο-δι-τα αντί Αφροδίτη.
Από την πλευρά του τυπικού της, η αρχαία κυπριακή διάλεκτος ανέπτυξε, εξάλλου, διάφορες ιδιοτυπίες, όπως: (α) στην αιτιατική του ενικού των τριτοκλίτων προσέθεσε την κατάληξη των προτοκλίτων και δευτεροκλίτων (τον ανδριάνταν αντί ανδριάντα), (β) στη γενική του ενικού των δευτεροκλίτων διαμόρφωσε, σε μερικές περιπτώσεις, την κατάληξη -ων αντί- ου (φιλοκύπρων αντί φιλοκύπρου), (γ) στο δεύτερο ενικό πρόσωπο των αρκτικών χρόνων της ενεργητικής φωνής χρησιμοποίησε κατάληξη των παρωχημένων (έρπες αντί έρπεις, (δ) στο τρίτο ενικό πρόσωπο της προστακτικής προσέθεσε στο τέλος της κατάληξης ένα -ς (ελθέτως αντί ελθέτω), (ε) κατέστησε σχεδόν κανόνα τη μετά τα φωνήεντα υ και ι ανάπτυξη F ή j (ιζατήραν αντί ιατήρα, ιjερεύς αντί ιερεύς, Fέπιjα αντί έπεα- έπη) κτλ.

Η νεότερη κυπριακή διάλεκτος

Στη διαμόρφωση της νεότερης κυπριακής διαλέκτου, που την εξέλιξή της μπορεί να παρακολουθήσει κανείς άνετα μέσα από τα βυζαντινά και μεσαιωνικά της κείμενα, συνέλαβαν οι ιδιοτυπίες της αρχαίας κυπριακής, η επίδραση της κοινής και της βυζαντινής, λόγω της κατά τις σχετικές περιόδους πολιτικής σημασίας της νήσου για τους Πτολεμαίους και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η πρόωρη αποκοπή της Κύπρου από το βυζαντινό κορμό (1191) και η έκτοτε γεωγραφική και πολιτική απομόνωση της έναντι του υπόλοιπου ελληνισμού, οι επιδράσεις που υπέστη κατά το Μεσαίωνα (κυρίως από τους Φράγκους) και επί Τουρκοκρατίας κ.ά. Εκτός από ένα πλούσιο λεξιλόγιο από αρχαίες λέξεις, τα κυριότερα στοιχεία που διέσωσε από την αρχαία ελληνική γλώσσα είναι: το τελικό -ν διάφορων ονοματικών τύπων, που το επεξέτεινε και σε περιπτώσεις που δεν υπήρχε (το χώμαν, το κρασίν), την προφοράν των διπλών συμφώνων (που επίσης επεξέτεινε) και την αφομοίωση των ένρινων προς το επόμενο σύμφωνο (σπρώννω, χάννω, πεθθερός), τη ρηματική κατάληξη της οριστικής του παθιτικού αορίστου ή του μέσου αορίστου β' (ελούθην, ελούθημεν ή ελούθημαν, εδκιάβημεν ή εδκιάβημαν), τη συλλαβική αύξηση (έπαιξα αλλά και ετραούδησα), τους τύπους εν και ένι αντί είναι, τη σύνταξη ορισμένων ρημάτων με γενική πτώση (αθθυμήθηκα της μάνας μου) κ.ά.
Οι κυριότερες ιδιοτυπίες της νεότερης κυπριακής διαλέκτου είναι: (α) η συχνή αποβολή των αρκτικών φωνηέντων και μερικών μέσων συμφώνων, κυρίως των β,γ,δ, (ποτζεί, κλουθώ, γάαρος, κοπελλούιν), (β) η τροπή του ουρανίσκου χ σε σσι (sh) και των συμπλεγμάτων ρχ, ργ, σε ρκ και ρδ, ρθ σε ρτ (χοίρος- shίρος, έρχομαι- έρκουμε, οργή- ορκή, κορδώνω- κορτώνω, να έρθω - να έρτω), (γ) ο τσιτακισμός (τζιαι- και, τζαιρός- καιρός), (δ) η εναλλαγή των συμφώνων β, γ, δ, ή και των δασέων (βοράζω - (α)γοράζω, χέλω- θέλω), (ε) η αλλαγή των θέσεων των συμφώνων στα συμπλέγματα σφ και σβ (σφογγώ- φσογγώ, έσβησε- έβζησε, (στ) οι διάφορες μεταβολές με τα ρ, β, δ, θ, π, φ, τ, με το ημίφωνο ι (j) ή και υ (αρκάτζιν- ρυάκι, καρκιά- καρδιά ή, ακόμη: άρκον- αύριο, δάρκα- δύκρυα), (ζ) ο σχηματισμός του μέλλοντος με το εννά (=θε να) και των συγκριτικών με το περίτου= πλέον και το παρκάτου= παρακάτω (εννά πάω, περίτου όμορφος, παρκάτου πλούσιος), (η) πολλές ιδιορυθμίες στην κλίση των ονομάτων (η Πάφου- της Πάφους, η νύκτα- της νυκτούς, ο γιος- οι γού(δ)ες κ.ά), (θ) η αντικατάσταση της γενικής πληθυντικού των αρσενικών ονομάτων από την αιτιατική τους (τα βάσανα τους γονιούς- γονιών), (ι) η ποικιλία τύπων στην κλίση των ρημάτων (ερχόμεθα: ερκούμασταν, ερκούμαστεν, ερκούμαστιν, ερκούμαστον ή είμεθα, είσθε, είναι- είμαστιν, είμαστον, είμαστεν, είσαστιν, είσαστεν, είσαστον, εν, ένι , ένουν), (ια) η ανάπτυξη του λεγόμενου άλογου ηχηρού σε ρήματα όπως το γυρεύω - γυρεύγω- γυρεύκω, (ιβ) η διατήριση του έναρθρου απαρεμφάτου (το φιλείν, το δειν, το στραφήν), (ιγ) η χρησιμοποίηση της κατάληξης -ισκω σε ρήματα, όπως: κρυώνω= κρυανίσκω, πλαταίνω= πλατυνίσκω, πλένω= πλυννίσκω, κάμνω κάτι πιο αδρό= αδρινίσκω), (ιδ) η χρησιμοποίηση της κατάληξης - ούιν ή ούδιν ως υποκοριστικής (το αρνούιν, το ριφούιν- πληθ. αρνούδκια, ριφούδκια, (ιε) οι συντακτικές ιδιορρυθμίες με μερικούς συνδέσμους (αν είεν το μάθαινα= αν το μάθαινα, νάεν το λάλουν= αν το 'λεγα, νείεν καεί η σταλαμή= μακάρι να καιγόταν η στιγμή, γοιόν, η σγοιόν το γρουσάφιν= σαν το χρυσάφι).
Η κυπριακή διάλεκτος διαμορφώθηκε με τον καιρό σε αξιόλογο εκφραστικό όργανο, που στα ελληνιστικά χρόνια, αναδύθηκε μέσα από την κοινή με καινούργια δύναμη, κατά τη βυζαντινή περίοδο οριστοκοποίησε τόσο στέρεα την υφή και τη μορφή της, που, κατοπινότερες επιδράσεις των κατακτητών της Δύσης και των Τούρκων, δεν μπόρεσαν να την επηρεάσουν πέρα από το φλοιό της. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό, το ότι, μέχρι σήμερα, στο φθογγολογικό, το λεξιλόγιο και τη σύνταξή της, διατηρεί μερικούς από τους γνησιότερους τύπους της αρχαίας, της κοινής και της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας- πράγμα που φαίνεται να οφείλεται κυρίως στη συντηρητικότητα της πνευματικής ζωής της, χάρη στην οποία, άλλωστε, ο κυπριακός ελληνισμός επιβίωσε- σε πείσμα της απόστασης του νησιού από τον κεντρικό ελληνικό κορμό και των ατελεύτητων γι' αυτό περιπετειών του. Η κυπριακή διάλεκτος δεν είναι μόνο μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ελληνικές διαλέκτους, αλλά αποτελεί σήμερα την μοναδική αληθινά ζωντανή διάλεκτο του ελληνισμού.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Τα δημοτικά τραγούδια της Κύπρου • Ακριτική Ποίηση • Ο Κωσταντάς

Η Κύπρος φέρεται, ως ένα από τα τμήματα του Ελληνισμού, που διαθέτουν πλούσια και ενδιαφέρουσα λοαγραφική παράδοση. Τούτο, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και συντηρητικής, στενής σύνδεσής της με τις αρχαίες ελληνικές ρίζες της και, ακόμη, των διασυνδέσεών της με τις γύρω χώρες, των από το 12. αι. κι εδώ πολιτικών περιπετειών της κ.ά. Η λαϊκή πνευματική παρόδοση του νησιού αντιπροσωπεύεται κυρίως από τη δημοτική ποίηση και τις λαϊκές δοξασίες και θυμοσοφία.
Παρόλο που είναι δύσκολη η χρονολόγηση πολλών δημοτικών ποιημάτων, μπορούμε, σε γενικές γραμμές, να διακρίνουμε χρονικά τη δημοτική ποίηση της Κύπρου σε βυζαντινή, μεσαιωνική (της περιόδου της Φραγκοκρατίας), της περιόδου της Τουρκοκρατίας και τη νεότερη. Ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά της, εξάλλου, επισημαίνομε το στοιχείο των παραλλαγών, που παρουσιάζουν μερικά δημώδη ποίματα κατά περιοχές, τη γλώσσα τους, που είναι η γνήσια κυπριακή διάλεκτος (με τα διάφορα τοπικά της ιδιώματα), και το στοίχο τους, που είναι, κατά κανόνα, ο δεκαπεντασύλλαβος (παλαιότερα απαντούν: ο 11 σύλλαβος, ο ιαμβικός δίμετρος, ο τροχαϊκός δίμετρος ή τετράμετρος κτλ). Κατά το περιεχόμενό τους τα κυπριακά δημοτικά τραγούδια προσδιορίζονται ως ακριτικά, ιστορικά, θρησκευτικά, ερωτικά, του γάμου, μοιρολόγια, της ξενιτιάς, σκωπτικά, του πολέμου, κ.ά.
Τα δημοτικά ποίματα της βυζαντινής περιόδου είναι κυρίως ακριτικά και δημιουργήθηκαν στα χρόνια των επιδρομών των Σαρακηνών και των Αράβων, με επίκεντρο τις «στρατιές» που αποστέλλονταν στο νησί για την άμυνα και που μετέφεραν μαζί τους τα ηρωικά τραγούδια τους από τα διάφορα άκρα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μερικά από τα σωζόμενα είναι παραλλαγές κυπριακές των τραγουδιών αυτών, διαμορφομένες με τρόπο εντελώς ελεύθερο και δεν πρέπει να συγχέονται με τα καθαρώς κυπριακά.
Από τους αναφερόμενους ήρωές τους, μερικοί από τους οποίους- ή και μεμονομένα γεγονότα της ζωής τους- συνδέθηκαν και με διάφορες άλλες παραδόσεις ή τοπωνύμια, αντιπροσωπευτικότεροι είναι ο Διγενής και ακόμη, οι: Θεοφύλακτος, Διαφύλακτος, Ποσσύρκας, Κωσταντάς, Αλιάντρης κ.ά.
Στα τραγούδια αυτά, που τα λένε «αρκαία» (= αρχαία), παραλαμβάνουν και πολλά στοιχεία φωνητικά, που δεν είναι της σημερινής κυπριακής διαλέκτου, και τούτο είτε θέλουν να «ελληνικουρίσουν» είτε γιατί ακολουθούν την παράδοση την φωνητική των τραγουδιών. Ποιο κάτω σας παρουσιάζουμε ένα από αυτά τα επικά ακριτικά τραγούδια της Κύπρου με τίτλο «Ο Κωσταντάς».

Ο Κωσταντάς

Σήμμερα στράφτει τζιαι βροντά τζιαι πάει για να βρέξη,
σήμμερα ο Σκλερόπουλος εν να καβαλλιτζέψη·
Τρέσσιει τζιαι πα στον τζύρην του, ευτζήν να του χαρίση·
«Μα, γυιέ μου, εν σου δκιώ ευτζήν, αν μεν σ' αστρονομήσω».
Σε πέντε ώρες της νυχτούς βκαίννει τζι αστρονομά τον,
σε δκυό ώρες της ημερούς βκαίννει καλημερά τον.
«Τζιαι καλημέρα, γυιούλλη μου, τζι' εσού κορμίν θωράτον,
στου Κωσταντά να μεν παής, γιατ' ηύρα σε παρκάτου.
Ο Κωσταντάς εν άδρωπος, μα' ναι τζιαι παλληκάριν,
καλλιό σου παίζει το σπαθί, καλλιό σου το κοντάριν,
καλλύττερα σε πολεμά στ' άστρη τζι' εις το φεγγάριν».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος τζιαι τζαχαμαί τζιαι λέει·
«Ούλλοι παν εις τον τζύρην τους, ευτζήν να τους χαρίση,
τζι΄εγιώ 'ρτα στον πατσσόγερον να μου παραλαλήση».
- Τζιαι άμε, άμε, γυιούλλη μου, τζι' ο Θεός να σου βουθήση·
Στο άμε τζι' εις το έλα σου πόλεμος να σου τύσση,
να κάμουν τα κομμάδκια σου μιτσσιά ωσάν τ΄αφκιά σου».
Χτυπά σκαλιάν του μαύρου του στην μάναν του τζιαι πάει.
«Μανά, τζιαι δος μου την ευτζήν στου Κωσταντά να πάω».
- Μα, γυιέ μου, δεν σου δκιώ ευτζήν, αν δεν σ΄αστρονομήσω».
Σε πέντε ώρες της νυχτούς βκαίννει τζι΄αστρονομά τον,
σε δκυό ώρες της ημερούς βκαίννει καλημερά τον.
«Τζιαι καλημέρα, γυιούλλη μου, τζι εσού κορμίν θωράτον,
στου Κωσταντά να μεν παής, γιατ' ηύρα σε παρκάτου.
Ο Κωσταντάς εν άδρωπος, μα' ναι τζιαι παλληκάριν,
καλλιό σου παίζει το σπαθί, καλλιό σου το κοντάριν,
καλλύττερα σε πολεμά στ' άστρη τζι' εις το φεγγάριν».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος της μάνας του τζιαι λέει·
«Ούλλοι παν εις την μάναν τους, ευτζήν να τους χαρίση,
τζι' εγιώ 'ρτα στην πατσσολεγκούν, να μου παραλαλήση·
-Τζιαι άμε, άμε, γυιούλλη μου, τζι' Θεός να σου βουθήση.
Στο άμε τζι' εις το έλα σου πόλεμος να σου τύσση,
να κάμουν τα κομμάδκια σου μιτσιά ωσάν τ΄αφκιά σου».
Χτυπά σκαλιάν του μαύρου του, στης αδελφής του πάει.
«Αδέλφιν, δος μου την ευτζήν, στου Κωσταντά να πάω,
να φέρω την γεναίκαν του σκλάβαν να μας δουλεύκη».
- Αδέλφιν, δεν σου δκιώ ευτζήν, αν δεν σ΄αστρονομήσω».
Σε πέντε ώρες της νυχτούς βκαίννει τζι αστρονομά τον,
σε δκυό ώρες της ημερούς βκαίννει καλημερά τον.
«Τζιαι καλημέρα, αδέρφι μου, τζι' εσού κορμίν θωράτον,
στου Κωσταντά να μεν παής, γιατ' ηύρα σε παρκάτου.
Ο Κωσταντάς εν άδρωπος, μα' ναι τζιαι παλληκάριν,
καλλιό σου παίζει το σπαθί, καλλιό σου το κοντάριν,
καλλύττερα σε πολεμά στ' άστρη τζι' εις το φεγγάριν».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος τζιαι τζαχαμαί τζιαι λέει·
«Ούλλοι παν εις τ΄αδέρκια τους, ευτζήν να τους χαρίσουν,
τζι΄εγιώ 'ρτα στην βρωμαδελφήν να μου παραλαλήση.
- Τζιαι άμε, άμε αδελφέ, τζι' Θεός να σου βουθήση.
Στο άμε τζι' εις το έλα σου πόλεμος να σου τύσση,
να κάμουν τα κομμάδκια σου μιτσιά ωσάν τ΄αφκιά σου».
Ο σσύλλος τζι' αντάν έβκηκεν τζιαι πάει ν' αρμενίση,
παντές τζι΄ήταν από 'βκαλεν κουπάϊν να βοσσήση·
Χτυπά σκαλιάν του μαύρου του, ψηλόν βουνόν-ι-βκαίννει,
αννοίει τες αγκάλες του τζιαι τον Θεόν δοξάζει.
«Θεέ, τζι' αν είμαι πλάσμα σου, Θεέ, τζι' απάκουσέ μου.
Τζιαι να 'βρα τζιαι τον Κωσταντάν έξω που τ' άρματά του,
τζιαι να 'βρα το κοντάριν του τρεις δίπλες τσακκισμένον
τζιαι να 'βρα το σπαθάτζιν του στον πηξαξήν δοσμένον
τον άδρωπον τον αδροφά στον λόκκον κρεμμασμένον,
τη σσύλλα τη λαμπρόστομη στον άλυσο δημμένη,
τζιαι να 'βρα την γυναίκα του
απού κλησιάν τζι' απού λουτρού λαμπάδα καφουρένην».
Θέλεις ο νιός αγιός ήταν, Θεός επάκουσέν του.
Ηύρεν τζιαι το κοντάριν του τρεις δίπλες τσακκισμένον,
ηύρεν τζιαι το σπαθάτζιν του στον παξαξήν δοσμένον,
τον άνδρωπον τον αδροφά στον λάκκον κρεμμασμένον,
την σσύλλαν τη λαμπρόστομην στον άλυσο δημμένην
τζιαι ηύρεν τζιαι τον Κωσταντάν να 'ναι τζιαι μεθυσμένος
τζι΄ηύρεν τζιαι τη γεναίκαν του
απού κλησιάν τζι απού λουτρού λαμπάδα καφουρένην.
Απού τον είδ' ο Κωσταντάς, εβαροφάνηκέν του.
«Καλώς ήρτες, Σκλερόπουλλε, να φας, να πκής μιτά μου,
να φάης άγρη του λαού, να φας οφτό περτίτζιν,
να πκης γλυκόποτο κρασί, που πίννουν φουμισμένοι,
που πίννουσιν οι άρωστοι τζιαι βρέθουνται γειαμμένοι».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος του Κωσταντά τζιαι λέει·
«Μα 'γιώ εν τζι΄ήρτα Κωσταντά, να φα, να πκιώ μιτά σου,
μόνον εν που' ρτα, Κωσταντά, τη κάλη σου να πάρω».
Που τ' άκουσεν ο Κωσταντάς, ορκώθην τζι΄εθυμώθην.
«Έπρ' μου λλίην πομονήν, να μπω να την αλλάξω».
- Μα δεν σου παίρνω πομονήν, γιατ' εν να με κουμπώσης,
να μπης έσσω ν' αρματωθής, να βκης να με σκοτώσης.
- Μα κρόκατσε τον μαύρο σου, να την καβαλλιτζέψης.
Που τ΄άκουσεν η λυερή, εβαρυφάνηκέν της.
«Θαμμάζουμαί σε, Κωσταντά, τα λόγια που του λέεις!
Εν είσ' εσού, που μου' μοννες, εν είσ' εσού, που λάλες,
πώς δεν με βκάλλεις δκυό ώρες που τες δικές σ' αγκάλες;
- Έπαρε λλίην πομονήν, έπερε λλίην ώραν,
να βκουν έξω ν' αρματωθώ, να μεν βρομήσ΄η χώρα.
Εκρόκατσεν τον μαύρον του τζιαι καβαλλίτζεψέν την,
ο Κωσταντάς εν που' γυρεν απάνω στο τραπέζιν.
Ο Κωσταντάς εξύπνησεν του ύπνου μαραμμένος,
ήταν πολλά βαρύκαρτος τζιαι παραπονημένος.
Εσκόπησεν στην πούγγαν του, απού 'ταν τα κλειδκιά του,
τζι΄επήεν τζι' αρματώθηκεν τζι' έβαλεν τα σπαθκιά του.
Κατέβην εις στον σταύβλον του, απού 'ταν τ΄άλοά του,
μίαν φωνήν τους έβαλεν τζι΄ούλλα εσηκωθήκαν·
όσα εξέραν που πόλεμον εγύρναν τζιαι ψοφούσαν.
Τζιαι του΄πεν ο παλιάππαρος που την αππέσω πάγνην·
«Μα να' κλιθθάριν τζι΄άσσερον, πάει τζι΄στα πουλάρκα,
τώρα γυρίν εν που 'ππεσεν πάνω στα παλιαππάρκα.
Εγιώ ' μ ' άξιος τζιαι πότορμος, να φτάσω την τζυρά μου,
γιατί με κρυφοτάϊζεν κλιθθάρι στην ποδκιάν της,
γιατί με κρυφοπότιζεν μεσ' στ' αρκυρήν την λέενην.
Βέλε μου χάσσες δεκαχτώ τζιαι μπροστιλλίνες δέκα
τζιαι πισιλλίνες δώδεκα τζιαι φτερνιστήρκα όϊ».
Μα θέλεις επαράκουσεν, θέλεις καταύτυς κάμνει,
βάλλει του χάσσες δεκαχτώ τζιαι μπροστιλλίνες δέκα
τζιαι πισιλλίνες δώδεκα
τζιαι πάνω στο ποδάριν του γέρημον φτερνιστήριν.
Ππηά τζιαι καβαλλίτζεψεν παίδκιος αντριωμένος.
Φτερνιστηρκάν του έδωκεν, ψηλόν βουνόν-ι-βκαίνει,
ετρέμασιν τα μέλη του σγιαν τρέμει το κουλούτζιν.
Τζιαι πολοάτ΄ο Κωσταντάσς του μαύρου του τζιαι λέει·
«Μαύρε μου, μαυροπόδα μου, μαύρε μ΄ανεμοπόδα,
εσού στα παιδκιοσύνια σου κακόν εν πον μου 'καμες
τζι' εις τα γεροντοσύνια σου κακόν εν να μου κάμης».
Τζιαι πολοάτ' ο μαύρος του, του κωσταντά τζιαι λέει·
«Ασκόπα εις την κόξαν σου τζι' εσ' αρκυρόν φηκάριν
τζιαι μεσ' στ΄αρκυροφήκαρον εσ' αρκυρόν μασσαίριν,
κόψε το φτερνιστήριν σου, στην γην να κατεβούμεν».
Ασκόπησεν στην κόξαν του, βρίσκ' αρκυρόν φηκάριν
τζιαι μεσ' στο αρκυροφήκαρον βρίσκ' αρκυρόν μασσαίριν.
Κόβκει το φτερνιστήριν του στην γην τζι΄εκατεβήκαν.
«Έπαρ΄μου λλίην πομονήν, έπαρ΄μου λλίην ώραν,
να πνάσουσιν τα μέλη μου, να πκιάσουμεν την στράταν».
Παίρνει του λλίην πομονήν, πέρνει του λλίην ώραν,
επνάσασιν τα μέλη του τζι επκιάσασιν την στράταν.
Χαλιναρκάν του έδωκεν σσοιροβοσκόν-ι-βρίσκει.
Πρώτ΄ αχτυπά του μουστουνιάν τζι΄ύστερις αρωτά τον·
«Είδες, μωρέ σσοιροβισσέ, έναν μιτσίν φουσάτον,
μ' εξηνταπέντε βλάμπουρους των εκατόν σσιλιάων;»
Τζιαι πολοάται σσοιροβοσκός τζιαι τζαχαμαί τζιαι λέει·
Θαμμάζουμεν τους άρκοντες μανιέραν που κρατούσιν
πρώτ' αχτυπούσιν μουστουνιάν τζι΄ύστερις αρωτούσιν!»
Χαλιναρκάν του έδωσεν τζι΄εφάνηκεν τ' ασκέριν.
Σσισσίνισεν ο μαύρος του, σγιάν ήταν μαθημένος.
Που τ΄άκουσεν ο νιούλλικος εβαρυφάνηκέν του,
τζιαι πολοάται νιούλλικος της λυερής τζιαι λέει·
«Κάπου στράφτει, κάπου βροντά, κάπου χαλάζι ρίβκει,
κάπου Θεός εθέλησεν χώρες για να χαλάση».
Τζιαι πολοάτ' η λυερή του νιούλλικου τζιαι λέει·
«Μηδέ στραφτεί μηδέ βροντά μήτε χαλάζι ρίβκει,
μόνον εν ο Κωστάκης μου τζιαι κάπου πολεμίζει».
Τζιαι πολοάτ' ο λυερός της λυερής τζιαι λέει·
«Ο Κωσταντάς σου εν καλός κρασίν ρατζίν να πίννην».
Τζιαι νάσου τζιαι τον Κωσταντά τζι΄επλάκωσέν τον τζείνον.
«Τζιαι πε μου αν σ' ετσίμπησεν κόβκω τα δκυό του σσέρκα
τζιαι πε μου αν σ' εφίλησεν, κόβκω τα δκυό του σσείλη,
τζιαι πε μου αν σ' ενεψεν, βκάλλω το' ναν τ' αμμάτιν».
Τζιαι πολοάτ' η λυερή του Κωσταντά τζαι λέει·
«Θαμμάζουμαί σε, Κωσταντά, τα λόγια που μου λέεις.
Γεράκα πκιάννει το πουλλίν τζιαι τρω το για μαθκιά το,
για βάλλει το μέσ΄στο κλουβίν τζιαι πολλοτυρανά το.
Με φίλησεν, με τσίμπησεν τζι' ο,τι ήθελεν επήρεν,
μονάχα πάνω στην τιμήν τίποτες εν εκάμεν».
Εκρόκατσεν τον μαύρον του τζι΄εκαβαλλίτζεψεν την·
χτυπά του μιαν με το σπαθίν, βκάλει το' ναν' τ΄αμμάτιν,
χτυπά του μιαν με το σπαθίν, κόβκει τα δκυό του σσέρκα,
χτυπά του μιαν με το σπαθίν, κόβκει τα δκυό του σσείλη,
ξαναδιπλώννει τ΄άλλη μιαν τζι' έκαμεν τον κομμάδκια.
Βαβαλλικά τον μαύρον του τζιαι πκιάννει την τζιαι πάει
τζι' εις τα κλωθοΰρίσματα τον πεθθερόν του βρίσκει.
«Αλάρι' αλάρια, πεθθερέ, μη σε καταδικάσω,
γιατ' έβρασεν το σσέριν μου τζιαι τρέμει το κορμίν μου,
πον ηύρεν το σπαθάτζιν μου να φα τζιαι να χορτάση·
- Αν έβρασεν το σσέριν σου, τζιαι τρέμει το κορμίν σου,
τζι' εν ηύρεν το σπαθάτζιν σου να φα τζιαι να χορτάση,
έσσει αβρόσσιλλες πολλές τζιαι κόψε να χορτάση».
Διά του μιαν με το σπαθίν τζι έκαμεν τον κομμάδκια .
Τζιαι πολοάτ' η λυερή του Κωσταντά τζιαι λέει·
«Θαμμάζουμαί σε, Κωσταντά, ως τζιαι τον πεθθερό σου;
- Σιώπα σου που δαχαμαί τζιαι πάει τζι' η δική σου».

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ο Όσιος Κασσιανός ο εν τη Γλυφία, παρά της κώμης Αλέκτορα εσκήσας - Saint Kassianos who lived as an ascetic at Glyfia, close to the village of Alectora

Για τον Όσιο αυτόν αναφέρει ο Κύπριος ιστορικός του 15ού αιώνα Λεόντιος Μαχαιράς στο Χρονικόν του: «Κοντά στην Αλέκτορα, σ΄ένα μέρος που λέγεται Γλυφία, υπάρχει το μνήμα του Αγίου Κασσιανού καθώς και το λείψανό του και εορτάζεται στις 16 του Σεμτέμβρη».
Τρία περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού Αλέκτορα, (χωριό το οποίο βρίσκεται στο μέσο των επαρχιών Λεμεσού και Πάφου) και συγκεκριμένα στα όρια των χωριών Αρχιμανδρίτας- Πλατανίσκιας- Αλέκτορας, βρίσκεται μια ήσυχη περιοχή, που λεγόταν Γλυφία. Πάνω σ΄ένα λόφο αυτής της περιοχής βρίσκονται τα ερείπια της εκκλησίας του Οσίου Κασσιανού, καθώς και η σπηλιά που ασκήτεψε, στο βόρειο τοίχο της εκκλησίας. Μέσα στην εκκλησία περικλειόταν και η σπηλιά με μικρή πύλη που οδηγούσε σ΄αυτήν. Μέσα στην σπηλιά που φαίνεται μαυρισμένη από τα πολλά κεριά που άναβαν οι πιστοί προς τιμήν του Αγίου τον παλαιό καιρό, βρίσκεται και ένα κοίλωμα στα αριστερά της σπηλιάς χαμηλά που περιτειχίζεται με γύψο, όπως το έφτιαξαν παλαιοί χριστιανοί και φαίνεται μέχρι σήμερα, το οποίο πιστεύεται ότι ήταν η λειψανοθήκη των οστών του Αγίου.
Ο μικρός αυτός ναός, ήταν αγιογραφημένος, όπως αποδεικνύεται από ίχνη τοιχογραφιών που φαίνονται στα αριστερά της κόγχης του ιερού βήματος. Ο Όσιος Κασσιανός πρέπει να ήταν θαυματουργός, γιατί υπήρχε και το λείψανό του, το σώμα του ολόκληρο, όπως αναφέρει ο Μαχαιράς, αλλά και στον ναό του πιθανόν να υπήρχαν (δυστυχώς δεν διεσώθησαν) παραστάσεις με αγιογραφίες από την ζωή και τα θαύματα του.
Περί τα τετρακόσια μέτρα νοτιοανατολικά από το ασκητήριο του, υπάρχει πηγάδι. Το πηγάδι αυτό ύστερα ανοίχθηκε, όπως αναφέρουν κάτοικοι της περιοχής, ενώ τον καιρό του Αγίου υπήρχε το νερό επιφανειακά και διασώζεται το πετρόκτιστο αυλάκι που οδηγούσε το νερό που προμηθευόταν ο Όσιος, πιο κοντά στο ασκητήριο του παραπλεύρως στα νότια του λοφίσκου. Το νερό αυτό μετά την κοίμηση του Αγίου οπωσδήποτε θα εθεωρείτο αγίασμα από τους πιστούς, που κατέφθαναν για να προσκυνήσουν το λείψανό του.

Η μνήμη του Οσίου Κασσιανού του εν τη Γλυφία, εορταζόταν στις 16 Σεπτεμβρίου. Σήμερα ο Άγιος έχει ξεχαστεί και δεν εορτάζεται.
 
 
This Saint is mentioned by the Cypriot historian of the 15th century, Leontius Machairas, in his Chronicle: "close to the village of Alectora, at a place called Glyfia, there is the tomb of Saint Kassianos (Saint Cassian) as well as his relic and his memory is celebrated on September 16".
Three kilometers northeast of the village of Alectora, (a village located at the boundaries of the the provinces of Limassol and Paphos) and specifically at the boundaries of the villages of Archimandrita-Plataniskia-Alectora, there is an isolated peaceful area called Glyfia. On a hill situated in this region there are the ruins of the church of Saint Kassianos as well as the ascetic's cave in the north wall of the church. The cave was also enclosed inside the church with a small gate leading to it. The cave inside appears blackened by the many candles lit by the faithful in older times in order to honor the Saint. There is also a pit at the left of the cave with a surrounding plaster wall, still standing today the same way as it was made by early Christians. It is believed to was the sarcophagus of the bones of the Saint.
This small church was painted with holy images, as evidenced by traces of wall paintings appearing on the left of the apse of the sanctuary. Saint Kasiannos must have been a miracle maker, because as Machairas mentions, the remains of his body were worshipped, and also because there may have been frescoes depicting his life and miracles which unfortunately have not survived.
Approximately four hundred meters southeast of the hermitage, there is a well. The well was later opened, as the locals claim, while during the times of the Saint the water was on the surface and the stone canal leading the water suppling the Saint, closer to the hermitage of the south side of the hill is preserved to the present day. After the passing away of the Saint, this water was definitely considered to be holy water by the faithful, who arrived to venerate his relics.

The memory of Saint Kassianos of Glyfia, was celebrated on September 16. Today the Saint has been forgotten and his memory is no longer celebrated.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Το τραούδιν της Παναΐας: Κυπριακό δημοτικόν άσμα

Το θρησκευτικό αυτό τραγούδι, και ας σκοντάφτει σε μερικούς στίχους, είναι από τα καλύτερα δημοτικά τραγούδια της Κύπρου. Η τεχνική του είναι πολύ ωραία. Οι επαναλήψεις κι' οι εικόνες η μία μετά την άλλη δυνατότερες, όπως στους στίχους 3, 9-10, 39, 40, το αισθητοποιούν, του δίνουν πλούτο κι΄ομορφιά.
Το τραγούδι μοιάζει πως του λείπει το τέλος. Αν προσέξει όμως κανείς, δεν συμβαίνει αυτό. Το τραγούδι τελειώνει με τα αρνητικά λόγια του Χριστού και τα λόγια της Παναγίας έρχονται σαν αντίρρηση, χωρίς, όμως να προκαλούν καμιά μεταμέλεια στην απόφαση του Χριστού. Φαίνεται ακόμα πως το τραγούδι δεν μας δείχνει τις τύχες του ήρωα (Πκιερή). Ο λαός όμως, όπως δείχνει και ο τίτλος του τραγουδιού, δεν θέλει να μας τραγουδήσει τον Πκιερή, θέλει να τραγουδήσει την Παναγία και την σπλαχνική στοργή της που δείχνει για τους ανθρώπους. Έχει την γυναικεία συμπόνια, τον γυναικείο πόνο, σαν γυναίκα. Ενώ ο Χριστός, σαν αυστηρός Παντοκράτορας, που ό,τι αποφασίζει να γίνει, δεν ξεγίνεται, παρουσιάζεται αμετάπειστος.
Το τραγούδι αυτό είναι κατά υπαγόρευση του Χατζή Πέτρου Κωνσταντή, γέρου αγράμματου, από το χωριό Μακράσυκα, Αμμοχώστου, που σήμερα είναι κατεχόμενο. Το κείμενο είναι από το βιβλίο «Λαογραφικά Κύπρου», του Κυριάκου Χατζηιωάννου.


Έναν πουλλίν εξέβηκεν τζι΄απού το περιγιάλιν,
εβάσταν στα φτερούδκια του χαρτίν τζιαι καλαμάριν.
Το καλαμάριν έγραφεν τζιαι το χαρτίν ελέλεν,
πως νάρτ΄ο Χάρος ο πικρός τον κόσμον να γυρίσει
τζι' όπου τους ομορφούλλικους να τους κοκκολοΐσει
τζι΄όπου τους ανοστόπλαστους να πα τζιαι να τους φήσει.
- Ώρα καλή σου τζι' ά Πκιερή τζι' όμορφον παλληκάριν,
κρίμας το τζείνον το κορμίν τζι' εν να το φάει ο Άδης!
- Άτε να πας που δαχαμαί μεν είσαι μεθυσμένος,
άτε να πας που δαχαμαί μεν είσαι πελλαμένος.
- Μα όϊ, ά Πκιερή, τζι' ό,τι σου πω να ποίσεις.
Να πάεις νά' βρης τον παπάν να σε ξημολοήσει
τζιαι να σου κάμει έλεος τζιαι να σε τζοινωνήσει.
Σσιεττά τον βουν τον μέλισσον να κόψει το προστάθιν
τζιαι τζαχαμαί εφάνην του τζείνου πως εποστάθην.
Φάνην του πως επείνασεν, πκιάννει ψουμίν να φάει·
απού τα ψες από 'φαέν κόμα 'τουν χορτασμένος!...
τζι' απού τον Χάρον τον πικρόν ευρέθηκεν ντζισμένος!
Εστάθηκεν τζι επόζεξεν το γέρημο ζευκάριν
τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλλει τον εις τα ευκενικά του
που τον θωρεί η Κάλη του, ελούθην του κλαμάτου!
- Καλώς ήρτες, Πκιερούιν μου τζι΄ανθρωποπεριστέριν,
πρώτα 'ρκεσουν λιοβουττήματα, τωρά 'ρτες μεσομέριν;...
Πκιερή μου, τζι' αν ενύσταξες τζι' η κλίνη σ΄εν στρωμένη.
Πκιερή μου, τζι' αν επείνασες έχω μαειρεμένα.
- Απού τα ψες από ΄φαά κόμα ΄μαι χορτασμένος
τζι΄από τον Χάρον τον πικρόν ευρέθηκα ντζισμένος.
- Τζιαι μη κακό σου ά Πκιερή, να τζεφαλοπονήσεις,
την τζεφαλή σου την χρυσήν μαντήλιν να την δήσεις!
- Μα όϊ, όϊ, Λυερή, ό,τι σου πω να ποίσεις.
Να πάεις νά' βρεις τον παπάν να με ξημολοήσει·
τζιαι να μου κάμει έλεος τζιαι να με τζοινωνήσει.
Σηκώννεται τζι΄η Λυερή τζιαι πα στην Παναΐαν
- Ά Παναΐα Δέσποινα, απού' σαι στο θρονί σου,
καμμιά δουλειά εν γίνεται με δίχα την βουλή σου.
Τζιαι κάμε νεκρανάστασην όσον πεντ΄έξη μέρες,
να φέρω τζι' εις την χάρην σου πολλήν τζερίν τζιαι λάϊν·
τζιαι με τ' αμάξια το τζερίν τζιαι με τ΄ασσιά το λάϊν
τζιαι με τα βορτονόμουλα να φέρω το λουβάριν.
Σηκώννεται τζι' η Δέσποινα τζι' εις τον Υγιόν της πάει.
Που την θωρεί ο Γιούλλης της χαρές, χαρές που κάμνει!
- Καλώς ήρτεν η Μάνα μου με τα καλά χαπάρκα,
καλώς ήρτεν η Μάνα μου πολλά καλά 'σει ο κόσμος.
- Καλώς ήρτεν η Μάνα σου με τα κακά χαπάρκα,
καλώς ήρτεν η Μάνα σου πολλά κακά 'σει ο κόσμος.
- Φέρτε μου το σκουτάριν μου δκυό σκουταρκές να δώσω,
τον κόσμον το ψεματηνόν τωρά να τον σηκώσω.
- Όϊ, Όϊ, Γιούλλη μου, καλώς ήρτεν η Μάνα σου με τα καλά χαπάρκα,
καλώς ήρτεν η Μάνα σου πολλά καλά 'σει ο κόσμος.
Τζιαι κάμε νεκρανάστασην όσον πεντ' έξη μέρες,
να φέρουν τζι' εις την χάρην μας πολλήν τζερίν τζιαι λάϊν
τζιαι με τ' αμάξια το τζερίν τζιαι με τ' ασσιά το λάϊν
τζιαι με τα βορτονόμουλα να φέρουν το λουβάριν.
- Ο Χάροντας να κρώννετουν, Μάνα μου, για λουβάριν,
είσσιεν αρκόντους περισσούς τζι΄εν είσιεν να τους πάρει.
Κάθε γιορτήν τζιαι Τζερκατζήν σαρίζουν τζιαι ραντίζουν
τζιαι τζείν' τα ποφουρκάλϊα εσέν τζι΄εμέν τα γύρνουν.
- Παρασσιευκήν τζιαι Σάββατον λαμπάδες εν που φκειάζουν
την Τζερκατζήν που το πωρνόν εσέν τζι' εμέν δοξάζουν.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Θεοτοκίον Εγκώμιον Δίχορον


Ήχος πλ. α'.


Ευλογημένη συ εν γυκαιξίν,
υπάρχεις, Πανάμωνε, Δέσποινα,
Αγνή, Παρθένε, Θεοτόκε, Μαρία.
Αλληλούια...


Ότι, προ αιώνων, Σε εξελέξατο ο
Κύριος, την Σιών, ηρετήσατό Σε,
εις κατοικίαν Εαυτώ. Αλληλούια...

Ότι, προ αιώνων, εν σοι, Κύριος ο
Θεός, ο Βασιλεύς ημών, ειγρά-
σατο σωτηρίαν εν μέσω της γης.
Αλληλούια...


Ότι, προ αιώνων, η Άπειρος
Σοφία του Θεού, Χριστός,
ωκοδόμησε τον οίκον Εαυτού, και
ητοιμάσατο την Εαυτού Τράπεζαν
εκ σου, της Αγνής, Απειράνδρου
Μητρός. Αλληλούια...


Ότι, άνωθεν, οι Προφήται σε προ-
κατήγγειλαν, Στάμνον, Ράβδον,
Λυχνίαν Άσβεστον, Τράπεζαν Θείαν,
Κιβωτόν Πάγχρυσον, Ουράνιον
Πύλην, Ευσκιόφυλλον Άμπελον,
Πανάγιον Όρος, Κλίμακα Επου-
ράνιον, Φωταυγή Νεφέλην, Βάτον τε 
έφλεκτον, Παντοκράτορος Νύμφην,
Τερπόν, Παράδεισον, Άνασσαν,
Θρόνον, Βασιλέως Παλάτιον, Σκήτην
του Λόγου, Πόλιν Σιών, Δεδεκά-
τειχον, Αυγάζουσαν Θάλασσαν, Ναόν
Άφθαρτον. Αλληλούια...


'Οτι, εξ Ιωακείμ τε, και Άννης, της
στείρας, των Δικαίων, καρπός
ευκλεής, θαυμαστώς εβλάστησας.
Αλληλούια...


Ότι, ως Τριετίζουσα Δάμαλις,
εισήλθες εις τα Άγια των Αγίων,
του ανατραφήναι, ως Ηγιασμένη,
''ότι ηγίασε το Σκήνωμα Αυτού ο
Ύψιστος''. Αλληλούια...


Ότι, χαράς Ευαγγέλια, εξ Ουρανού
εδέξω, η Κεχαριτωμένη, υπό
Αρχαγγέλου Γαβριήλ, το "Χαίρε",
φθεγξαμένου σοι, και "Ευλογημένος
ο Καρπός της κοιλίας σου".
Αλληλούια...


Ότι, Θεός και άνθρωπος, ασπόρως
βρεφουργείται, εκ Σού, της
Αγνής, εις ανάπλασιν βροτείου
γένους, και από του νυν, μακαριουσί
Σε πάσαι αι γενεαί, την Αειμακά-
ριστον, και Παναμώμητον, και
Μητέρα του Θεού ημών. Αλληλούια...


Ότι, του Προδρόμου προάγγελος
εδείχθης, και της Ελισάβετ Κυριο-
τόκος Μήτηρ. Αλληλούια...


Ότι, τον ένα της Τριάδος, Αχώρητον
Θεόν, Εγέννησας ετρέπως Υιόν,
Θεόν και άνθρωπον, τον Εμμανουήλ,
τον προ αιώνων εκ Πατρός
γεννηθέντα Θεόν Λόγον, η προ τόκου
Παρθένος, και μετά τόκον Παρθένος.
Αλληλούια...


Ότι, ο εν αγκάλαις του Δικαίου
Συμεών βασταχθείς, σος Υιός,
εμαρτυρήθη, Προάναρχος Λόγος, και
Θεός, ο Παλαιός των ημερών, του 
Κεκμηκότος ειπόντος το, "Δέσποτα,
νυν απόλυσόν με''. Αλληλούια...


Ότι, τον Κύριον της Δόξης, ως
βρέφος εγαλούχησας, Θεόν και
άνθρωπον, Θεογεννήτρα. Αλληλούια...


Ότι, τα μεγάλα και παράδοξα
θαυμάσια, του Σου Υιού και
Θεού, εγγύς θεασαμένη, κατενόησας
Αυτού, την Θείαν φύσιν. Αλληλούια...


Ότι, τους υπέρ λόγον λόγους
Αυτού, εθαύμασας, ως υπέρ
φύσιν Μήτηρ. Αλληλούια...


Ότι, επί Ξύλου Σταυρόν κρεμά-
μενον, θεασαμένη τον σον Υιόν
και Θεόν, πικρώς Αυτή εβόας, Υιέ
μου, που το κάλλος, κατέδυ της
μορφής σου. Αυτού το φρικτόν
άλγος, φέρουσα ανθρωπίνως, ως
Θεανθρώπου Μήτηρ. Αλληλούια...


Ότι, την Ανάστασιν του Ζωοδότου
Χριστού Σου Υιού και Θεού,
πρώτη θεασαμένη, υπερφυώς εδό-
ξασας, την Θεότητα του Αναστάντος.
Αλληλούια...


Ότι, την ένδοξον Ανάληψιν, και
την του ξένου τρόπου, του
Αναστάντος Άνοδον, υπερφυώς
εθαύμασας, και την του Παναγίου
Πνεύματος εδέξω την χάριν.
Αλληλούια...


Ότι, θεαρχίω νεύματι, πάντοθεν, οι
θεοφόροι Απόστολοι, υπό νέφων
αιρόμενοι, προς σην Κοίμησιν
συνέδραμον, ως όντως Θεοτόκον,
κηδεύσαντες. Αλληλούια...


Ότι, την εν πρεσβείαις, Ακοίμητον
Θεοτόκον, Σε, την Μητέρα της
ζωής, προς την ζωήν μετέστησε,
Χριστός, η πάντων ζωή. Αλληλούια...


Ότι, των επί γης θαυμάτων σου,
των τετελεσμένων διηκενώς, ουκ
έστιν αριθμήσασθαι δυνατόν, Πανα-
γία, Παρθένε. Αλληλούια...


Ότι, μεγάλα και παράδοξα, φρικτά
μυστήρια, ξενοπρεπώς, επί γης
τελούμενα, ορώμεν επί σοι, Θεοτόκε,
Παρθένε. Αλληλούια...


Ότι, τον νοητόν Ήλιον ενδεδυνένη,
και της σελήνης φέγγος, υπό τους
πόδας έχουσα, επ' εσχάτων των
ημερών, Θεόνυμφε, υπερφυώς, ώφθης
επί γης, καθάπερ τις Οσία Μήτηρ,
καταλάβουσα αεί, τον αρχέκακον
Όφιν. Αλληλούια...


Ότι, ως νέα Σιών, ως Σκήτη του
Θεού Λόγου, ως Πόλις Δωδεκά-
τειχος, ως Πύλη Επουράνιος, ως
Νύμφη του Παντοκράτορος, ως θείος
Ναός έμψυχος, ως Κιβωτός Διαθήκης
Πάγχρυσος, και Θάλασσα Αυγά-
ζουσα, εξ ουρανού επέστης, σώσαι
φρικτών ωδίνων, σύμπαν ανθρώπων
γένος. Αλληλούια...


Ότι, του Άδου των ωδίνων, και
του θανάτου κράτος, ημάς
ηλευθέρωσας, Θεοτόκε Παρθένε, την
τούτων την οδύνην, πικρώς υπό-
μείνασα, σκυλεύσασα τον Άδην, ως
του Σωτήρος Μήτηρ, και της Τριάδος
Σκεύος, αεί τετιμημένον, κεκρυμ-
μένον Μυστήριον, και των εσχάτων
πέρας. Αλληλούια...


Ότι, την σωτηρίαν ταύτην, αίματι
του Αρνιού, φαιδρώς συνεορτά-
ζουσιν, η των ανθρώπων φύσις, και
των Αγγέλων Τάξεις. Αλληλούια...


Ότι, πεπλήρωται η Χάρις, εν σοι,
Αγνή, Θεογεννήτορ, αεί Ευλογη-
μένη και Δεδοξασμένη, εις πάντας
τους αιώνας. Αλληλούια...


Ότι, δε, πάλιν, εις ουρανούς
απαίρεις, η Κεχαριτωμένη, εις
τας αιώνιους μονάς, τας του Υιού
σου, των όλων, υπέρ ημών πρεσβεύ-
ουσα εις πάντας τους αιώνας. Αμήν.


Χαίρε η Κέχαριτωμένη!


Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια.
Δόξα Σοι, ο Θεός, ο Κύριος ο
Παντοκράτωρ. Αμήν!


Υπό Δρ. Σολ. Ι. Χατζησολωμού - Κύπρος

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας στο χωριό Έμπα της Πάφου - The icon of Panagia Hodeghetria at the village of Emba, Paphos


Αυτή η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας που βρίσκεται στο εικονοστάσι της εκκλησίας της Παναγίας Χρυσελεούσης (12. αι.) στο χωριό Έμπα της Πάφου είναι εξαιρετικού κάλλους και καλλιτεχνικής ποιότητας. Αποτελεί έναν από τους πολλούς άγνωστους πολιτιστικούς θησαυρούς της Κύπρου και έχουμε την τιμή να την αναδείξουμε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο μέσω του ιστολογίου μας, αφού κανένας άλλος δεν ενδιαφέρθηκε να το πράξει. Ζωγραφίστηκε και αυτή από τον Κύπριο αγιογράφο Τίτο, γύρω στο 1536. Είναι πραγματικά λυπηρό μια τόσο όμορφη εικόνα να παραμένει άγνωστη στον κόσμο και είναι χαρά μας να σας την παρουσιάσουμε.

NOCTOC


This icon of Panagia Hodeghetria which is located in the church of Panagia Chryseleoussa (12th cent.) at the village of Emba in Paphos is of an exceptional beauty and artistic quality. It is one of the many unknown cultural treasures of Cyprus and we are honored to be the first to put it on the internet via our blog, since no one else showed any interest to do so. It was also painted by the Cypriot hagiographer,Tito, around 1536. It's really sad that such a beautiful icon remains unknown to the world and it's our pleasure to present it to you.

NOCTOC

Η εικόνα του Χριστού του Αντιφωνητή στο χωριό Έμπα της Πάφου - The icon of Christ Antiphonitis at the village of Emba in Paphos



Στο χωριό Έμπα, στην επαρχία της Πάφου, μπορεί κανείς να βρει την αρχαία βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας Χρυσελεούσης. Η εκκλησία χτίστηκε τον 12 ο αιώνα και σχεδόν όλοι οι τοίχοι στο εσωτερικό της είναι καλυμμένοι με τοιχογραφίες. Μερικές από αυτές είναι ανεκτίμητες για τη θρησκευτική και την ιστορική τους αξία, όπως αυτή του Παντοκράτορα και του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται δίπλα στον άμβωνα και οι οποίες χρονολογούνται από τον 13 ο αιώνα. Το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο είναι από τον 16 ο αιώνα και περιέχει ορισμένες εικόνες που χρονολογούνται από τον 14 ο αιώνα. Η πιο αξιοσημείωτη είναι η εικόνα του Χριστού του Αντιφωνητή που κρατά το Ευαγγέλιο στο αριστερό του χέρι. Την εικόνα αυτή (την οποία μπορείτε να δείτε πιο πάνω) την ζωγράφισε ο αγιογράφος Τίτος το 1536. Ο μεγάλος Έλληνας βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός κ. Γεώργιος Σωτηρίου υποστηρίζει ότι η εικόνα αυτή είναι η ωραιότερη φορητή εικόνα ολόκληρης της Κύπρου.


At the village of Emba, in the district of Paphos, one can find the ancient Byzantine church of Panagia Chryseleoussa. The church was build in the 12th Century and almost all the walls in the interior are covered with murals. Some of of them are priceless for their religious and historical value, such as that of the Pantokrator and that of Saint George that is next to the pulpit and which date from around the 13th century.
The fretworked gold plated iconostasis from the 16th century contains some icons dated from the 14th century. The most noteworthy icon is that of Christ Antiphonitis holding a Gospel in his left hand. The icon (which you can see above) was painted by Titos in 1536. The great Greek byzantinologist and scholar Mr. George Sotiriou claims that this icon is the most beautiful icon in all of Cyprus.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Ο Χάροντας: Κυπριακό Δημοτικό Τραγούδι

Ο Χάρος μαύρα φόρισε, μαύρον καβαλλιτζιεύκει
τζι' στο στενόν της Μαρικκούς επήεν τζιαι πεζεύκει.
Τζι΄η στράτα του που παρπατεί, εν άσπρη σαν το σεντόνιν,
τζιαι τζιείνος που την παρπατεί, εν του μεινήσκουν γρόνοι.
- Άννοιξε, Μαρικ' άννοιξε τζι έσσω σου ήρταν ξένοι.
Εσείστην τζιαι λυήστηκεν τζιαι πήεν να τ΄αννοίξη.
- Καλώς ήρτεν η Μαρικκού, τ' αππάριν να δκιανέψη,
καλώς ήρτεν η Μαρικκού, τ΄αππάριν να ταΐση,
νάσσιει κριθάριν έτοιμον, να πα να του κουτσίση
τζιαι άμαν κόψη την ταΐν, να πα να το ποτίση.
- Εμέν η μάνα μου εν μ' έσσιει αππάρκα να δκιανεύκω,
εμέν η μάνα μου εν' μ' έσσιει, αππάρκα να ταΐζω,
νάχω κριθάριν έτοιμον, να πα να τους κουτσίζω,
τζιαι άμαν κόψουν την ταΐν, να πα να τους ποτίζω!
Εμέν η μάνα μ΄ώσσιει με μαντήλια να κεντίζω.
- Τζιαι να χαρής τζιαι, Μαρικκού, κέντα μου΄ναν μαντήλιν.
- Φέρ΄μου παννίν, φέρ΄μου μαλλίν, τζι εγιώ να σου κεντήσω.
- Εγιώ πού νάβρω το μαλλίν, εν είμαι χανουτάρης,
εγιώ πού νάβρω το παννίν, εν είμαι ανεφαντάρης.
Εγιώ είμαι ο Χάροντας, τζι΄ ήρτα για να σε πάρω.
- Έλα τζιαι πε μου, ίντα λο'ς, τζιαι εγιώ να σου κεντήσω.
- Θέλω την γήν με τα δεντρά, τον ουρανόν με τ΄άστρα.
- Τζιαι Χάροντα μου, να χαρής, χαρισ΄ μου σαράντα μέρες,
την αλλαήν μου πούραψα, νύφφη να την φωρήσω,
τζιαι πκιον που τζιαχαμαί τζιαι τζιει, στον Άδην ας την λύσω.
Ο Χάρος μαύρα φόρισε, μαύρον καβαλλιτζιεύκει
τζι΄εις στο στενόν της Μαρικκούς επήεν και πεζεύκει.
Τζι΄η στράτα του που παρπατεί, εν άσπρη σαν το σεντόνιν,
τζιαι τζιείνος που την παρπατεί, εν του μεινήσκουν γρόνοι.
- Άννοιξε, Μαρικ' άννοιξε τζι έσσω σου ήρταν ξένοι.
Εσείστην τζιαι λυήστηκεν τζιαι πήεν να τ΄αννοίξη.
- Καλώς ήρτεν ο Χάροντας τ΄αππάριν να δκιανέψω,
καλώς ήρτεν ο Χάροντας, τ΄αππάριν να ταΐσω,
έχω κριθάριν έτοιμον, να πα να του κουτσίσω,
τζ΄άμαν κόψη την ταΐν, να πα να το ποτίσω.
- Εσέν η μάνα σ΄έσσιει σε, αππάρκα να ταΐζης;
Εσέν, η μάνα σου έσσιει σε, μαντήλια να κεντίζης!
Εσείστην τζιαι λυήστηκεν τζι΄επήεν στο σεντούτζιν,
την χαντζιαρκάν του έφαεν τζι΄έτρεμεν σαν λουλλούτζιν.
Η μάνα της τζι΄ο τζιύρης της επήαν να καλέσουν,
για νάρτουν νοστοπάντρευτοι τζιαι νοστοπαντρεμένοι.
Τζι΄ανέφανεν η μάνα της τζι΄έρκετουν που την δύσιν,
βρίσκει την κόρην άρρωστην τζι΄εν μπορ' να συντήσσιει.
- Τζιαι μη κακόν σου, κόρη μου, να τζιεφαλοπονήσης,
την τζιεφαλήν σου την γρουσήν, μαντήλιν να την δίσης!
- Μανά! Αν έρτ' ο χαρτωμένος μου να μεν του μολοήσης,
τζιαι μεσ' την τσάμπραν την μιτζιάν, βάρτου για να δειπνήσει.
Η μάνα σαν επήκασεν, ελούθην του κλαμάτου,
μαύρην σημαίαν έβαλεν στην άκρην του κλημάτου.
Νάσου τον χαρτωμένον της τζ΄έρκετουν που την δύσιν,
μ' εξήντα λαουτάριες τζι εξήντα χορευτάες,
μ' εξηντα δκυό βκιολάριες, τζι εξήντα μουσικάες,
τζι άλλους εξήντα ταπισόν, πνευματικούς παπάες.
- Πάψετε λαουτάρηες, πάψετε χορευτάες,
μαύρη σημαία φαίνεται στην άκρην του κλημάτου,
για η πεθθερά μου πέθανεν, για τζι΄εν ο πεθερρός μου,
για που τ΄αδέρκια μου, θαρρώ, στον Άδην εκατέβην.
- Τζι' έλα γαμπρούλλη μου να δης, το σπλαχνικό σου ταΐριν!
- Μμά δεν σου είπουν, α, μανά, να μεν με μολοήσης;
Τωρά που με μολόησες καρτέρα, «πκιός να ζήση».
Έσσιυψεν τζιαι εφίλησεν δκυό μμάδκια καμμυμένα,
έσσιυψεν τζιαι εφίλησεν δκυό σσιέρκα κουλλουρένα.
Ήταν τζιαι όμορφος πολλά, ήταν τζιαι παλληκάριν,
τζι΄εβάσταν εις την κόξαν του μασσιαίριν τζιαι φικάριν.
Τραβά το που την κουρίαν του, κατέβην ως τ΄αφφάλιν.
Επήραν τους τζι΄εθάψαν τους στον Άϊν Κωνσταντίνον,
γίνην η νέα λεμονιά, τζι ο νέος τζιυπαρίσσιν,
τζιαι κάθ, Αγιάν Παρασσιευκήν, εγύρναν τζιαι φιλιούνταν.