ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Μουσικό Αρχείο του Πόντου - Musical Archive of Pontos

Η ζωή του Ελληνικού Πόντου στη μακρινή γωνιά της ασιατικής γης, η οποία στο πέρασμα των χρόνων στάθηκε ένα από τα πιο ακριτικά φυλάκια της Ελληνικής φυλής, καθρεφτίζει ολοζώντανα και πεντακάθαρα μέσα στα ήθη και στα έθιμα, τους λαϊκούς χορούς και τα τραγούδια, που σε πανελλήνια μορφή υπήρχαν πάντα, η πιο ολοκληρωμένη και πιστή έκφραση της Ελληνικής ψυχής, από τα χρόνια του Ομήρου μέχρι σήμερα.
Ο Ελληνικός Πόντος, δεν υπήρξε στο πέρασμα των χρόνων ένας απλός γεωγραφικός χώρος, αλλά μια αληθινή όαση της μητροπολιτικής Ελλάδας, μέσα σε αλλόθρησκο περιβάλλον. Ένα αστραφτερό πετράδι πάνω στο ολόχρυσο δακτυλίδι της Ελληνικής ιστορίας, που για αιώνες διατήρησε την Ελληνική γλώσσα, τους μοναδικούς χορούς και τα πανέμορφα τραγούδια του. Τα ποντιακά τραγούδια αποτελούν το μυριόστομο ξέσπασμα της ποντιακής ψυχής. Είναι η μούσα που προβάλλει σαν ένα πελώριο ανθοστόλιστο πολιτιστικό δέντρο, του οποίου οι βαθιές ρίζες χάνονται στα άδυτα του αρχαίου Ελληνικού-μητροπολιτικού χώρου. Το ποντιακό δημοτικό τραγούδι είναι η πιο πηγαία έκφραση της ψυχής του ποντιακού λαού. Είναι πανέμορφο λουλούδι που έθρεψαν οι πόντιοι με το αίμα των αγώνων τους και πότισαν με τον ιδρώτα του μόχθου τους και με το δάκρυ του πόνου τους, είναι βίωμα υπαρξιακό και τρόπος ζωής.

Τραγουδάει 20μελής βυζαντινή εκκλησιαστική χορωδία του Γ.Ι. Κακουλίδη

The life of Pontic Hellenism in the distant corner of the Asiatic earth, which with the passing of time, has stood to be one of the most akritic bastions of the Greek race, reflects itself vividly and clearly in the customs and traditions, the popular dances and songs, which in panhellenic form has always been, the most complete and faithful expression of the Greek soul, from the time of Homer up until this day. The Hellenism of Pontos, with the passing of time was not just a simple geographical location, but a real oasis of metropolitan Greece, within a alien religious environment. It was a precious stone on the golden ring of Greek history, which for centuries preserved the Greek language, its unique traditional dances and beautiful songs. The Pontian songs make up the vocal expression of the Pontian soul. It is the music which appears like a huge cultural tree in full blossom, of which its deep roots disappear within the realms of the ancient metropolitan Greek world. The Pontic traditional song is the most profound expression of the Pontic people. A beautiful flower which Pontians have grown with the blood of their straggles,and have watered with the sweat of their labour, with the tears of their sorrows. It is a living experience and a way of life.

The 20-member Byzantine church choir of G.I. Kakoulidis sings.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Τα Χαμένα Τραγούδια της Ανατολίας - Anadolu'nun Kayıp Şarkıları - Lost Songs of Anatolia

Πρωτότυπος Τίτλος: Anadolu'nun Kayip Sarkilari
Ελληνικός Τίτλος: Τα Χαμένα Τραγούδια της Ανατολίας
Προέλευση: Τουρκία
Έτος: 2008
Εταιρεία Παραγωγής: Nezih Ünen Productions
Γλώσσα: Τουρκικά και διάφορες γλώσσες, καθώς και στίχους (αγγλικούς υπότιτλους)

Περιγραφή: «Τα χαμένα τραγούδια της Ανατολίας», το αποτέλεσμα κινηματογραφικού υλικού 350 ωρών, δουλειάς 5 ετών και δημιουργικής σπουδής, είναι ίσως το πρώτο δείγμα αυτού του είδους μουσικού ντοκιμαντέρ. Ο πολιτιστικός πλούτος της Ανατολίας παρουσιάζεται ζωντανά και καταγράφεται αυθόρμητα, επί τόπου. Μέσα απ’ τη χρήση μοντέρνων τεχνικών, έχουμε ένα ασύγκριτο μουσικό αποτέλεσμα. Ενώ το ταξίδι καταγράφει το πώς η μουσική και ο πολιτισμός πηγάζουν απ’την ίδια τη ζωή, τη γεωγραφία και την εργασία, παράλληλα λαμβάνει χώρα μια εξερεύνηση της πολύπλευρης κουλτούρας της Ανατολίας μέσα απ’τη μουσική, το χορό και τα τελετουργικά. Το εντυπωσιακό τοπίο που περιβάλλει αυτούς τους ανθρώπους και επηρεάζει τον τρόπο ζωής τους, συμβάλλει στο λυρισμό της ταινίας.

Original Title: Anadolu’nun Kayip Sarkilari
English Title: Lost Songs of Anatolia
Origin: Turkey
Year: 2008
Production Company: Nezih Ünen Productions
Language: Turkish and various languages as lyrics (English subtitles)

Description: A musical voyage among exotic places and people of Anatolia, unique host of ancient civilizations, empires as well as mythologies and glory of 10 millennia.
The fruit of 350 hours of footage, more than 40,000 km traveled and 133 recorded live performances, Lost Songs of Anatolia may be the first example of its kind as a documentary-musical film. The cultural riches of Anatolia are sung in authentic performances recorded live on location spontaneously. With the modern arrangements made, an incomparable musical is formed.
While this journey is showing how music and culture is derived from life, geography and work, an exploration of Anatolia’s versatile cultures takes place on a basis of music, dance and rituals. The staggering environment surrounding these people and influencing their lifestyles contribute the lyric flow of the film.
The making of this film took more than 5 years, during which Anatolia was explored thoroughly twice, and afterwards, several additional shootings were made at spot locations. A total of 133 performances were recorded on 121 locations and 43 of them were selected to take place in the film.

ΛΗΨΗ - DOWNLOAD

http://www.fileserve.com/file/XmHvtxS/a515_Anadolunun_.Kayip.Sarkilari.2010.DvD.XviD-OpeD.part1.rar

http://www.fileserve.com/file/8fnUryx/a515_Anadolunun_.Kayip.Sarkilari.2010.DvD.XviD-OpeD.part2.rar

http://www.fileserve.com/file/8X23w36/a515_Anadolunun_.Kayip.Sarkilari.2010.DvD.XviD-OpeD.part3.rar

http://www.fileserve.com/file/5n8W5ec/a515_Anadolunun_.Kayip.Sarkilari.2010.DvD.XviD-OpeD.part4.rar

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Ο Άγιος Δαβίδ ο δενδρίτης - Saint David the tree-dweller

Ο Άγιος Δαβίδ γεννήθηκε, μεγάλωσε και μορφώθηκε στην όμορφη και μεγάλη πόλη της Θεσσαλονίκης. Από μικρό παιδί φαινόταν να έχει μεγάλη ευλάβεια στο θεό. Όταν ενηλικιώθηκε, θέλησε να γίνει μοναχός. Πήγε λοιπόν στο μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρου και Μερκουρίου, στην ίδια πόλη.
Στο μοναστήρι διάβαζε πολύ την Αγία Γραφή και χαιρόταν να γνωρίζει μέσ' απ' αυτή τους ανθρώπους που αγάπησαν το Θεό και πώς ο Θεός δόξασε τον καθένα απ' αυτούς: Τον Άβελ με τη θυσία. Τον Αβραάμ με την πίστη, τον Ιωσήφ με τη σωφροσύνη, τον Ιώβ με την υπομονή. Ανέδειξε το Μωυσή νομοθέτη και φύλαξε αβλαβείς το Δανιήλ από τα λιοντάρια και τους τρεις παίδες από τη φωτιά. Ήθελε να μιμηθεί τους φίλους του Θεού και να τους συναντήσει μια μέρα στην βασιλεία Του.
Θέλοντας ο Δαβίδ να προχωρήσει στην εσωτερική σχέση του με το Θεό αφιέρωνε πολλές ώρες στην προσευχή. Συνήθιζε μάλιστα ν' ανεβαίνει σε μια μεγάλη αμυγδαλιά, που βρισκόταν κοντά στην εκκλησία. Στο τέλος αποφάσισε να μένει νύκτα και μέρα πάνω στο δέντρο. Έφτιαξε μικρό κρεβάτι πάνω στα κλαδιά της αμυγδαλιάς και ησύχαζε εκεί πάνω μιμούμενος τα πουλιά, που συνέχεια δοξολογούν το Θεό.
Παρά τη σκληραγωγία αυτή υπέφερε το κρύο και τις βροχές το χειμώνα, τον καύσωνα το καλοκαίρι και παρέμενε υγιής και δυνατός. Το πρόσωπό του ήταν ωραίο και ροδοκόκκινο. Παρά την καλή του κατάσταση όμως οι μαθητές του, που μαζεύονταν συχνά κάτω από το δέντρο και τους μιλούσε, ανησυχούσαν και του 'λέγαν συχνά: «κατέβα, πάτερ, να σου ετοιμάσουμε ένα κελλάκι να μένεις, να μην ταλαιπωρείσαι άλλο εκεί πάνω». «Θα κατέβω», τους έλεγε, «μα όταν θα θέλει κι' ο Θεός».
Πραγματικά, μια μέρα, μετά από διαμονή τριών χρόνων στην αμυγδαλιά, άγγελος Κυρίου του είπε: «Δαβίδ, ο Θεός άκουσε τη δέηση σου και σου δίνει τη χάρη που ζητούσες τόσες πολλές φορές, να είσαι ταπεινός και μέτριος και ευλαβής. Κατέβα λοιπόν και μείνε με ειρήνη σ΄ένα κελλάκι».
Ο Άγιος ευχαρίστησε το Θεό και κάλεσε τους μαθητές τους. Τους μίλησε για την οπτασία του αγγέλου και τους παρακάλεσε να του ετοιμάσουν διαμονή. Αυτοί αμέσως χαρούμενοι, ειδοποίησαν τον Αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης ότι ο Άγιος κατεβαίνει από το δέντρο και ήρθε πάραυτα με όλο το ιερατείο της πόλης και πλήθος λαού. Ανέβηκε ο επίσκοπος στην αμυγδαλιά, ασπάσθηκε τον όσιο και τον κατέβασε με ευλάβεια. Στη συνέχεια τέλεσαν τη Θεία Λειτουργία κι έκαμαν μεγάλο πανηγύρι κλήρος και λαός. Ήσαν όλοι χαρούμενοι, που παίρναν την ευχή του παππούλη από κοντά και του φιλούσαν τα χέρια και το πρόσωπο.
Στο εξής πήρε τέτοια χάρη ο Άγιος απ' το Θεό που συνέχεια έδιωχνε δαιμόνια και κάθε ασθένεια από τους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν.
Κάποιος νεαρός, που ο Σατανάς κυριάρχησε στην καρδιά του, πήγε μια μέρα έξω απ' το σπιτάκι του Αγίου και φώναξε: «Άφησέ με, Δαβίδ, δούλε του αιωνίου Θεού, φωτιά βγαίνει από το σπίτι σου και με καίει»! Τότε ο Άγιος άπλωσε το χέρι του από το παράθυρο, άρπαξε το νέο και του λέει: «Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, σε προστάσσει, πνεύμα ακάθαρτο και πονηρό, ν' αφήσεις το πλάσμα του ήσυχο». Και τον σφράγισε με το σημείο του Σταυρού. Αμέσως ηρέμησε ο νέος κι έμεινε υγιής.
Άλλοτε πάλι μια γυναίκα τυφλή άκουσε για τα θαύματα του Αγίου. Πήρε ένα χειραγωγό, πήγε στην πόρτα του κι έκλαιγε παρακαλώντας τον να της γειάνει τα μάτια. Αυτός της φώναξε να 'ρθει κοντά στο παράθυρο. Άπλωσε το δεξί του χέρι στα μάτια της και προσευχήθηκε γι' αυτήν. Τελειώνοντας πήρε τα δάκτυλά του από τα μάτια της κι αμέσως άρχισαν να βλέπουν.
Αναρίθμητα τέτοια θαύματα έκαμνε κάθε μέρα ο Άγιος κι όλος ο κόσμος τον αγαπούσε και τον τιμούσε.
Εκείνο τον καιρό γίνονταν στη Θεσσαλονίκη και σ' όλη τη Θεσσαλία επιδρομές και λεηλασίες από τους βαρβάρους. Γι' αυτό το ζήτημα ο έπαρχος του Ιλλυρικού έγραψε επιστολή στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και τον προέτρεπε να πάει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί να ζητήσει από το βασιλιά να διορίσει έπαρχο στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος θα μπορούσε να εργαστεί για την προστασία του τόπου.
Ο επίσκοπος τότε κάλεσε τους άρχοντες της πόλης και τους κληρικούς και τους είπε: «Πρέπει να στείλουμε έναν ενάρετο άνθρωπο, να τον σεβαστεί ο βασιλιάς και να κάμει το αίτημα μας». Αμέσως όλοι σκέφτηκαν και πρότειναν τον Όσιο Δαβίδ. Πηγαίνουν ομοθυμαδόν και του λένε την υπόθεση. «Μα, παιδάκια μου, τους λέει, γέρος άνθρωπος και ασθενικός πώς μπορώ να ταξιδέψω»; Τίποτα, όλοι επέμεναν και τον παρακαλούσαν να πάει. «Καλά, τους λέει στο τέλος, θα πάω για να μη σας παρακούσω. Ο βασιλιάς με τις ευχές σας θα μου δώσει ό,τι του ζητήσω μα εσείς δε θα με ξαναδείτε, μήτε εγώ εσάς, μήτε τη Θεσσαλονίκη. Μετά το πέρας αυτής της εργασίας θα πάω στον Δεσπότη μου Χριστό».
Πήρε δυο μαθητές του και κατέβηκαν στο λιμάνι. Όλος ο κόσμος τότε έτρεχε να πάρει την ευχή του. Και πραγματικά η μορφή του ήταν σεβάσμια.
Προκαλούσε δέος σ΄όσους τον αντίκριζαν. Τα κατάλευκα του μαλλιά έπεφταν ως τη μέση του και τα γένια του ως τα γόνατά του. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο και φανέρωνε άνθρωπο, που γνώριζε τα μυστήρια του Θεού.
Στην Κωνσταντινούπολη τον υποδέχτηκε η βασίλισσα Θεοδώρα και τον οδήγησε στο παλάτι. Νόμιζε πώς φιλοξενούσε τον Αβραάμ. Όταν επέστρεψε ο Ιουστινιανός, γιατί έλειπε σε ταξίδι, του λέει: «έλα να δεις, Ο Θεός έστειλε την ευλογία του στο παλάτι μας».
Την επόμενη μέρα ο βασιλιάς συγκάλεσε τη Σύγκλητο, να εξετάσουν το ζήτημα, που ήθελε ο Άγιος. Όταν όλοι συνάχτηκαν, ο Όσιος θέλοντας να τους θυμιάσει και μη ευρίσκοντας πρόχειρα ένα θυμιατήρι πήρε τα κάρβουνα στη χούφτα του και βάζοντας λιβάνι θυμιάτισε τους παρεστώτες χωρίς να καεί. Έπειτα διάβασαν το γράμμα του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κι έδωσαν βέβαια έπαρχο στη πόλη και ό,τι άλλο ζητούσαν. Έγραψε ειδικό γράμμα ο βασιλιάς και δίνοντας το του Οσίου του είπε: «να εύχεσαι και για μένα, πάτερ».
Ο Όσιος Δαβίδ αναχώρησε με καράβι πάλι για τη Θεσσαλονίκη, μα καθώς το προείδε και το προείπε ο ίδιος, δεν έφτασε στην πόλη του.
Όταν ήταν σε απόσταση, που φαινόταν η πόλη και το μοναστήρι του πάνω ψηλά, στράφηκε προς τα κει και προσευχήθηκε πολύ. Μετά είπε στους μαθητές, που τον συνόδευαν πως ήρθε η ώρα να φύγει. Τους νουθέτησε, τους ασπάσθηκε και παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό.
Εκείνη τη στιγμή παρόλο που φυσούσε δυνατός άνεμος, σταμάτησε το πλοίο, ήρθε ευωδία θυμιαμάτων και ακούγονταν ψαλμωδίες για αρκετή ώρα. Μετά ξεκίνησε μόνο του και προσάραξε όχι στο λιμάνι μα δυτικά της πόλης, σ' ένα αγαπητό μέρος του Αγίου. Εκεί είχαν ρίξει πριν οι ασεβείς τα λείψανα των Αγίων Θεοδούλου και Αγαθόποδος. Εκεί μαζεύτηκε όλη η πόλη με τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος παρέλαβε το άγιο λείψανο και μ' ευλάβεια το μετέφερε και το ενταφίασε στο μοναστήρι, κάτω απ' την αμυγδαλιά.
Από τότε μέχρι σήμερα εορτάζουμε οι Χριστιανοί αυτή τη μέρα, τη μνήμη του Αγίου Δαβίδ, στις 26 Ιουνίου. Να 'χουμε την ευχή του.

Από το βιβλίο «Για την αγάπη του Χριστού», του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

St. David was born, raised and educated in the beautiful and big city of Thessaloniki. From childhood, he seemed to have great reverence to God. When grown up, he wanted to become a monk. So, he went to the monastery of the Saints Theodorus and Mercurius, in the same city.
At the monastery was was always reading the Bible, and was glad to know through it the people who loved God and how God glorified each of them: the sacrifice of Abel. Abraham through his faith Joseph because of his wisdom, Job for his patience. God glorified Moses as a legislator and and left Daniel harmless from the lions and the three children from the fire. He wanted to imitate the friends of God and to meet them one day in His kingdom.
Wanting to advance his inner relationship with God, David spend many hours in prayer. He used to even climb onto a large almond tree, which stood near the church. At the end he decided to stay night and day on the tree. He made a small bed on the branches of the almond tree and from then on he lived as an ascetic up there, imitating the birds, which are always glorifying God.
Despite this hardship, he was able to withstand the cold and the rain in winter, the heat in summer and remain healthy and strong. His face was ruddy and beautiful. Despite his good condition his disciples, who often gathered under the tree to hear him speak, worried and often said: "descend, Father, and we will prepare a small cell for you to stay in, so you will no longer be suffering up there anymore."I will descend," he told them, "but when God wants that also".
Truly, one day, after staying for three years on the almond tree, an angel of the Lord said to him: "David, God heard your prayers to give you the grace that you called for so many times, to be humble and modest and pious. So come down and stay in peace in a cell".
The Saint thanked God and asked for his disciples. He talked to them about the vision of the angel and asked them to prepare him a place to stay. They, in happiness, immediately notified the Archbishop of Thessaloniki that the Saint was to descend from the tree and he came immediately with all the clergy of the city and many people. The Bishop went to the almond tree, embraced the Blessed Saint and brought him down in reverence. After that, they celebrated the Divine Liturgy and had a big festival, both the clergy and the people. Everybody was happy that they would be recieving the blessings of the holy Elder from up close and kissed his hands and face.
From then on, the Saint recieved such a grace from God, that he was constantly driving away demons and every kind of disease from the people who visited him.
A young man, of whom Satan prevailed in his heart, went one day out to the dowelling of the Saint and shouted: "Let go of me, David, eternal servant of God, fire comes out of your house and burns me!" Then the Saint stretched his hand out of the window, grabbed the young man and said: "Our Lord Jesus Christ, the Son of the living God, orders you, unclean and cunning spirit, to leave his creation on peace." Upon saying that, the saint made the sign of the Cross on him. Immediately the young man was calmed and stayed healthy.
During another time, a blind woman heard about the miracles of the saint. She got a cane and went to the door of the Saint crying and begging him to make her eyes well. He called her to come near the window. He stretched out his right hand on her eyes and prayed for her. Finally he took his fingers from her eyes and immediately she began to see.
The Saint made innumerable such miracles every day and everyone loved him and honored him.
During that time, there were raids and pillaging in Thessaloniki and throughout Thessaly by the barbarians. For this problem, the governor of Illyricum wrote a letter to the Metropolitan of Thessaloniki, and urged him to go to Constantinople. To go there and ask the king to appoint a governor in Thessaloniki, who would work to protect the area.
The bishop then called upon the rulers and the clergy of the city and told them: "We must send a virtuous man, some-one respected by the king so that he will make our request." Immediately everyone thought of and suggested Saint David. They went in one accord and told him the affair. "But, my children, he said, I am an infirm old man, how can I travel?" Nothing he said changed their mind, everyone insisted and begged him to go. "Well, he told them at the end, I'm not going to disobey you. Because of your prayers, the king will give me everything you ask for but you will not see me again, nor I you, nor Thessaloniki. After this deed, I will go to my Master Christ".
He took two of his disciples along and went to the port. Everyone then ran to get his blessing. And truly his form was venerable.
He created awe for those who looked at him. His white hair fell to his waist and his beard to his knees. His face was serene and revealed a man who knew the mysteries of God.
In Constantinople he was welcomed by queen Theodora who led him to the palace. She thought that she was hosting Abraham. When Justinian returned, for he was away on a trip, she told him: "Come and see, God has sent his blessing to our palace".
The next day the king summoned the Senate to consider the issue, that the Saint was requesting for. When they were all gathered, the Saint wanted to incence them, but there was no censer to be found at hand during that moment so he took the charcoals in hand and put the incense there without getting burned. After reading the letter of the Bishop of Thessaloniki, the Sanate and gave a governor to the city and everything else asked for. The king wrote a special letter to the Bishop of Thessaloniki, and upong handing it to the Saint, he told him, "Pray for me also, Father."
Saint David departed by boat back to Thessaloniki, but as he foresaw and foretold he did not arrive there.
When the ship was at a distance where one could see the city and its monastery high up, the Saint turned towards there and prayed a lot. After that he told his disciples, who accompanied him that it was time for him to depart from this world. He gave them his advice, embraced them and gave his soul to God.
At that moment, although there was a strong wind blowing, the ship stopped, the scent of incense could be smelled and chants were heard for some time. After that the ship started on its own and sailed aground not to the harbor but west of the city, at a place loved very much by the saint. It was the place where the impious had before thrown the relics of the Saints Theodoulus and Agathopodus. There, the whole city gathered led by the Archbishop, who received the holy relic and carried it with reverence and buried it in the monastery under the almond tree.
Since then, we Christians celebrate this day, the memory of Saint David, on June 26. May we have his blessing.

From the book "For the love of Christ" by Charalambos Epaminondas

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Η Αρετή: Κυπριακό Ακριτικό Τραγούδι

Πολλές σσηράτες τες λαλούν, πολλές σσηράτες έσσει,
μα σαν την σσήραν την ωρκάν, άλλην καμμιάν σγοιόν τζείνην,
απού 'σσεν τους εννιά γυιούες, την κόρην θυγατέραν,
προξένια της εφέρασιν απού την Εγγλιττέραν.
Ο γυιός της ο Κωστάντινος λαλεί της
«Μανά, να την αρμάσουμεν την Αρετήν στα ξένα,
στα ξένα τζι' εις την ξενιδκειάν, μακρά στην Εγγλιττέραν».
- Γυιέ μου, να την αρμάσουμεν την Αρετήν στα ξένα,
μ' αν τύσση πλήξη ή χαρά, πκοιος εν να μου την φέρει;
- Βάλλω τον Θεόν κριτήν, τους άγιους μαρτύρους
αν τύσση τζι' έρτη θάνατος, αν τύσση τζι' έρτη αρρώστια
αν τύσση πλήξη ή χαρά, εγιώ ΄να σου την φέρω.
Ήρτεν ο χρόνος δίσεχτος τζιαι τα εννιά πεθάναν.
Κανένας δεν επήαιννεν, κανένας δεν επάταν,
μόνον η μάνα επήαινεν, μονόν η μάνα ΄πάταν
στο μνήμα του Κωστάντινου τρεις βολές την 'μέραν•
πααίννει μιαν που το πορνόν τζιαι μιαν το μεσομέριν
τζιαι μιαν τα λιοβουττήματα, πού' σσεν να δύσ' ο ήλιος.
- Ανάθθεμα σε Κωσταντά, τζιαι πάλε ανάθθεμα σε,
απού μου την εξώρησες την Αρετή στα ξένα.
Το τάξιμο που μου βάλες, πότ' εννα μου το κάμης;
Απού τα κλάμαν το πολλύν ο Άδης εβαρέθην
τζι' έγίν' ο Άδης άλοον τζι' οι πέτρες χαλινάριν
τζιαι βρέθηκεν τζι' ο Kωσταντάς πάνω του καβαλλάρης.
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τον στης Αρετής την πόρτα.
Επήεν εις στης Αρετής τζι΄έσουσεν το τερτζέλλιν.
«Τζιαι πκοιος είναι τζιαι τίς ένι, που σούζει το τερτζέλλιν;
Αν εν δκιαβάτης, ας δκιαβή, περάτης, ας περάση,
τζι' αν εν που τ' αδέρκια μου, ας γύρη να πεζέψη».
- Άνου να πάμεν, Αρετή, τζι' η μάνα σου σε θέλει.
- Είντα με θέλ' η μάνα μου τζι' είντα 'ν το μήνυμάν της!
Αν εν τ΄αδέρκια μου καλά, να παστρικοφορήσω,
τζι' αν εν η μάνα μ' άρωστη, τα μαύρα να φορήσω.
- 'Ανου να πάμεν, Αρετή, τζι' ό,τι λοής τζι' αν είσαι.
Έμπην έσσω τζι' εφόρησεν ρούχα της φορεσιάς της,
μήτε κοντά μήτε μακριά, όσον της ελιτζιάς της.
Π' αππέξω φόρησεν γρουσά, π΄αππέσσω γρυσταλλένα,
τέλεια που πάνω φόρησεν τα μαύρα βελουδένα.
Εκρόκατσεν τον μαύρον του, πίσω του την πετάσσει.
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τους σ΄ενού δεντρού τον κλώνον
τζιαι τζαχαμαί σταμάτησεν, για να ποκαματίση,
στο γόνατόν της έππεσεν, για να τον σσιουμαλίσει.
Έναν πουλλάκιν έρεσσεν, τέθκοιαν φονούλλαν λέει•
«Πκοιος είεν τέθκοιαν Αρετήν, πκοιος είεν τέθκοιαν κόρην,
να παρπατή, να τσέλλεται με τους νεκρούς στα όρη;»
- Ξύπνα, ξύπνα Κωσταντά, τουν΄το πουλλίν τί λέει;
- Θαμμάζουμαί σε, Αρετή, τα λόγια που μου λέεις!
Τούτου του κάμπου τα πουλλιά ούλα 'τσι τζιλαδούσιν.
- Τζιαι πε μου, πε μου Κωσταντά, είντα 'μ που γίνης έτσι;
Τα δόγκια σο' μαυρίσασιν τζιαι τα μαλλιά σο' ππέσαν,
ως τζιαι τα ρούχα που φορείς, πολλά κορνιαχτιστήκαν.
- Τα δόγκια μο' μαυρίσασιν, εν που την αρωσκιάν μου,
τζιαι τα μαλλιά μο' ππέσασιν, που την τζεφαλαρκάν μου,
τα ρούχα μο' χουν κορνιαχτόν, εν που την στράταν που 'ρτα.
Εκρόκατσεν τον μαύρον του, πίσω του την πετάσσει,
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τους στ' άϊ Γιωρκού την πόρταν.
«Άτε κατέβα, Αρετή, στην μάνα σου να πάης».
- Γρωστώ τζερίν τ' άϊ Γιωρκού, να πα να του τα πάρω.
- Αν εν τζερίν τ΄άϊ Γιωρκού, εγιώ να το γοράσω,
τζι΄αν ένι λάϊν τ΄άϊ Γιωρκού, να το ξαναδιπλάσω.
Γροικά του τάφου τζι' άννοιξεν, του τζυπαρκού βαώννει,
του μυρωμένου λίβανου που πάνω τζιαι καπνίζει.
Τζιαι πκιάννει τζείνον το στρατίν, τζείνον το μονοπάτιν,
τον μονοπάτιν βκάλει την στης μάνας της την πόρταν.
Επήεν εις την μάναν της τζι΄έσουσεν το τερτζέλλιν.
«Τζιαι πκοιος είναι τζιαι τίς ένι, που σούζει το τερτζέλλιν;
Αν εν δκιαβάτης, ας δκιαβή περάτης ας περάση,
τζι' αν εν ο πικροχάροντας, εν τζι' εχω πκιον να πκιάση».
Έχω μιαν κόρην Αρετήν, που' ν μακριά στα ξένα,
στα ξένα τζι' εις την ξενιδκιάν μακρά στην Εγγλιττέραν.
Τζείνη ζη ή εν-ι-ζη, εν η ζωή μο' μέναν.
- Έλ' άννοιξε μου μάνα μου, τζι' είμαι η Αρετή σου.
- Τζιαι πκοιος σ' έφερεν, ά Αρετή, εσέναν στουν΄τα μέρη;
- Ο γυιός σου, ο Κωστάντινος, μ΄έφερεν στουν' τα μέρη.
- Του γυιού μου, του Κωστάντινου, έκαμα τες εννιά του,
τζι' αν δεν πιστεύκης, Αρετή, δε τζιαι τα κόλλυφά του.
Εσφιχταγκαλιαστήκασιν τζι΄οι δκυο τζι' εξηψυσσήσαν.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Μαρίας Αβρααμίδου • Δυο διηγήματα • Προδοσία • H άκρη του δρόμου •

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Στο ζωγράφο Αντρέα Χαραλάμπους

Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα κοίταξε τη θάλασσα, που πηγαινοερχόταν πάνω στα χαλίκια, τον κάμπο πέρα με τις ανθισμένες ξισταρκές, τα σχοίνα και τις κουμαριές, αναστέναξε βαθιά και είπε:
- Καλά είναι, δεν λέω. Μα δεν είναι τόσο όμορφα σας τα μέρη μας.
- Ουφ, μουρμούρισε ο άντρας μου. Πάλι η ίδια ιστορία.
«Στον κήπο της Εδέμ να σε πάρουμε, θα πεις πως δεν είναι σα τα μέρη μας. Σε βαρέθηκα».
Ήθελα να της φωνάξω, μα σώπασα.
Από τους χαμηλούς θάμνους μια μελαγχολική μυρουδιά, ίδια με μια άλλη, (μα ποια;) πάλευε ν' αναδυθεί μέσα από τη μνήμη μου. Ύστερα αποτραβιόταν για να ξανάρθει σε λίγο πιο βασανιστική...
(Όχι δεν θέλω να ξεμακραίνω, βρίσκομαι εδώ τώρα, μόνο αυτά που απλώνονται μπροστά στα μάτια μου είναι η αλήθεια, τ΄άλλα είναι ονειροφαντασίες της μάνας μου...).
- Εγώ δεν καταλαβαίνω από πολλά πράγματα, ξανάπε η μάνα μου, και κοίταξε κατάματα τον άντρα μου σα νά 'θελε ν' απολογηθεί για κάτι. «Με βαριέστε, γίνομαι κουραστική, μα είμαι σίγουρη πως κι εσείς το ξέρετε. Κανένα μέρος της γης, ούτε τούτος εδώ ο Ακάμας που με φέρατε, δεν συγκρίνεται με τα μέρη μας. Την Κερύνεια, το Πέλλα- Πάϊς, την Όρκα, τα Λιβερά».
Γύρισε κατά το μέρος μου και μ' έπιασε από το μπράτσο με χέρια που τρέμαν. «Μην με προδώσεις ξανά», ήθελε να πει το άγγιγμά της. Μα εγώ αποτραβήχτηκα και κοίταξα κατά μέρος της θάλασσας.
- Βλέπεις εκείνο το βουνό; Ξέρεις πώς ονομάζεται; Μανώλης. Δεν είναι αστείο; τη ρώτησα χωρίς να περιμένω καμιάν απάντηση.
- Μανώλης! Μονολόγησε κι η μάνα μου. Θυμάσαι το γιατρό το Μανώλη; Τότε;
- Δίστασε για λίγο και γύρισε ξανά στον άντρα μου σαν να τον ικέτευε για κάτι. Δεν άντεξε όμως και είπε:
- Τότε... στην αυλή μας... στην Κερύνεια. Ήμουν άρρωστη και ήταν άνοιξη... θυμάστε;
Και ύστερα έτσι ξαφνικά οι μυρουδιές πληθύνανε. Ο αγέρας γίνηκε χλιαρός και πάλευε ανάμεσα στις ανθισμένες λεμονιές.
«Οι πορτοκαλιές σας θέλουν λίπασμα», είπε ο κύριος Μανώλης, που ήταν γιατρός, μα ήξερε περισσότερα για τις αρρώστιες των δέντρων παρά των ανθρώπων. «Κύριε ελέησον, γιατί παραμέλησες έτσι το περβόλι σου, κυρία Θεοδώρα;». «Ξέρω γω», είπε η μάνα μου που ήταν άρρωστη, μα είχε ξεχάσει τη δική της αρρώστια, μπροστά στη μεγάλη συμφορά των δέντρων. «Ξέρω κι εγώ; Μπορει ο μισταρκός μας ο Μουσταφάς να τα βαρυποτίζει, ίσως πάλι νά 'ναι αυτό που λες εσύ. Χρειάζονται λίπασμα. Κι άρχισαν και οι δυο να συζητούν για το τί έπρεπε να γίνει κι η μάνα μου λησμόνησε εντελώς την αρρώστια της και την τονωτική ένεση πού 'πρεπε να της κάνει ο κύριος Μανώλης.
Ύστερα ήρθαν οι φιλενάδες της, η δεσποσύνη Χρυσταλλένη κι η κυρία Μελπού με τα άτακτα εγγόνια της, πού 'θελα πάντα να τα πνίξω, και καθίσαν όλοι στον ηλιακό.
«Τς... Τς... Τς..., κυρία Θεοδώρα, πότε πρόλαβες να γειάνεις» είπαν οι φιλενάδες εν χορώ και εγώ πρόσφερα σ' όλους γλυκό.
Από μακριά γυάλιζε η θάλασσα, μια βάρκα με πανιά άγγιζε την γραμμή του ορίζοντα, δίπλα μας ήταν το ανθισμένο περβόλι. Από πίσω από το σπίτι μας ερχόταν μια λυπημένη μουσική. Το αγόρι της Φατμέ Χανούμ, που πήγαινε στο ελληνικό σχολείο κι έλεγαν πως ο πατέρας του ήταν Ρωμιός, έπαιζε ένα σκοπό στο μαντολίνο.
- Ουφ, είπε άξαφνα η δεσποσύνη Χρυσταλλένη, τέτοιο καιρό την άνοιξη με πιάνει μια θλίψη...μια μελαγχολία... δεν ξέρω γιατί.
Γύρισα στη μάνα μου. Είχε καθήσει στα βράχια και κοίταζε αφηρημένα τη θάλασσα, Έσκυψα από πάνω της.
- Εκεί στα Λουτρά της Αφροδίτης, φέγγει ο τόπος από τα πολλά κυκλάμινα. Πάμε να δεις τί ωραία που είναι, της είπα.
Με κοίταξε για λίγο. Ήμουν σίγουρη πως δεν μ' έβλεπε. Ύστερα αναστέναξε.
- Ναι, θ'α ΄ναι ωραία, είπε. Και δεν ξαναμίλησε.

Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Ώστε αυτό ήταν; Τούτη η σιωπή μέσα τη; Η απόσταση απ' όλους και απ' όλα... αυτή η νωθρή υποταγή σε κάτι που κυλούσε βαθιά εντός της και την είχε κατακυριέψει έτσι χωρίς καμμιά προειδοποίηση, αναίτια και μυστικά.
Κάποιος δίπλα της μιλούσε δυνατά και χειρονομούσε σκουπίζοντας το ιδρωμένο του πρόσωπο. Μια γυναίκα τον παρακολουθούσε ακίνητη. Στιγμές στιγμές τα μάτια της τρεμόπαιζαν σαν από βαθύ φόβο, μπορεί βέβαια και νάχε νευρικό τικ, ποιος ξέρει... Τί να έδενε αυτή τη γυναίκα με τον παχύ άνδρα; Η σκέψη την απασχόλησε για λίγο, ύστερα όμως πάλι το μυαλό της παρασύρθηκε αλλού.
Ένα άσπρο πουλί, μπορεί και νάταν γλάρος, σηκώθηκε αργά πάνω από το κεφάλι της. Τέντωσε τα φτερά, λικνίστηκε ύστερα βούλιαξε στη θάλασσα. Το περίμενε για λίγο να βγει από το νερό.
- Πνίγονται οι γλάροι; αναρωτήθηκε και γύρισε μπρούμυτα στην άμμο.
- Σε βαρέθηκα είπε η κόρη της ξύνοντας την άμμο προσεκτικά από τις πατούσες της, κι ούτε σε καταλαβαίνω πια. Δεν έχεις κέφι για το ένα, δεν έχεις κέφι για το άλλο...Θα κολυμπήσω μόνη μου.
Την κοίταξε όπως απομακρυνόταν με το βαρύ άχαρο βήμα της νειότης της και ήθελε να της φωνάξει: «Άλλοτε θα με πίκραιναν τα λόγια σου, κάποτε μπορούσες να με πληγώσεις βαθιά... όλοι σας μπορούσατε... εσύ πιο πολύ απ' όλους...» Μα τα λόγια δεν έφτασαν στο στόμα της. Έμειναν εκεί μέσα σ' αυτή τη νέα ακινησία.
Προσπάθησε να θυμηθεί τη μέρα που γεννήθηκε η κόρη της.
- Να σου ζήσει, της είχε πει ο γιατρός. Ίσως βέβαια και να μην ήταν ο γιατρός. Η νοσοκόμα; Πάντως κάποιος θά 'πρεπε να της το είχε πει, δεν συνηθίζεται η φράση; Ύστερα ήρθε η μάνα της.
-Είδες, είδες; της είπε. Ο Θεός είναι πολυεύσπλαχνος, δεν είναι; Μετά από την πρώτη μεγάλη λύπη, σου στέλλει μια μεγάλη χαρά, ένα γερό παιδί... Να μας ζήσει.
Η πρώτη μεγάλη λύπη. Πού ήταν; Πού είχε σκορπίσει; Έτσι αναπάντεχα κάτι μέσα της κινήθηκε. Κάτι, σαν βαθύς καημός. Ένα κομμάτι από την παλιά απόγνωση κάπου νάχε ξεμείνει; Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να σχηματίσει το πρόσωπο του αγοριού. Πώς ήταν τα μαλλιά του; Καστανά; Ίσως βέβαια νάταν και ξανθά. Τα μάτια του, τα χείλη του, το δέρμα του; Πώς νάταν το δέρμα του; Πριν αρρωστήσει θάταν μαλακό και λείο και τόσο οικείο. Μα έπειτα, όταν άρχισε ο εφιάλτης, πώς ήταν όλα;
Α, ναι, κάποτε είχε ζήσει ένα εφιάλτη. Μα ποιος τον είχε ζήσει; η ίδια; Πότε; Που; Εκείνος ο παλιός πόνος, η απόγνωση, προς τί; Και τούτη η καινούρια, η ατέλειωτη ερημιά, που της βάραινε τώρα την ψυχή, πού οδηγούσε;
Το κύμα πηγαινοερχόταν σιωπηλό και της άγγιζε τα δάκτυλα των ποδιών. Η κόρη της όλο και απομακρυνόταν από την ακτή...«Λες να είναι επικίνδυνο;» αναρωτήθηκε, μα το πολύ φως της πείραξε τα μάτια και τα ξανάκλεισε.
- Ίσως τώρα να νου ταιριάζει καλύτερα το σκοτάδι, σκέφτηκε. «Μοναδική πραγματικότητα είν' η νύκτα». Πού το είχε διαβάσει; Και γιατί ήρθε στο νου της τώρα; Προσπάθησε με κόπο να θυμηθεί εκείνα τα φωτεινά μακρινά πρωινά στην πατρίδα. Α, η πατρίδα... Έλαμπε εκεί, πέρα από τα βουνά και σίγουρα κρατούσε ανέγγιχτο ό,τι κάποτε της ανήκε, τη νειότη της, τα όνειρά της, τη χαρά της. μα είχε ποτέ όνειρα; Ποια ήταν; Κι η χαρά, πώς ήταν; Τίποτε δεν είχε απομείνει. Την είχαν όλα αφήσει εδώ στην άκρη του δρόμου. Αν, έτσι εντελώς αναπάντεχα γινόταν ένα θαύμα και βρισκόταν ξανά στα καλντερίμια της πατρίδας της;
Κάποτε η σκέψη αυτή την παρηγορούσε. Πολλές φορές τις μακρές λυπημένες νύκτες που ξαγρυπνούσε κοντά στο αγόρι, άνοιγε την πόρτα, δρασκελούσε το βουνό και βρισκόταν με τη συντροφιά της πίσω από το κάστρο. Οι κάργες, ψηλά από τους ευκαλύπτους τους παρακολουθούσαν ακίνητες. «Φέτος θάναι καλοχρονιά», έτσι λέει ο παππούς. «Έρχονται πολλές βροχές, οι κάργες το ξέρουν και δεν ξανοίγονται».
Και οι βροχές έρχονταν. Μαλακά και σχεδόν τρυφερά άγγιζαν τη γη και τη θάλασσα. «Φέτος ήρθαν γρήγορα τα πρωτοβρόχια», έλεγε ο φίλος της ο Σωτήρης «μα τί σημασία έχει; Εμείς θα συνεχίσουμε να κολυμπούμε όπως πάντα ως τα Γέννα, σωστά;» «Σωστά» απαντούσε κι αυτή. Από μακριά έρχονταν οι μυρωδιές των ανθισμένων κήπων. Η θάλασσα ήταν άσπρη κι ασάλευτη, τη λίκνιζε μαλακά κι αυτή τρόμαζε μέσα στο τόσο φως, στην τόση ευτυχία...
Η ευτυχία... την είχε νοιώσει στ' αλήθεια; Μα κι αν την ένοιωσε τί ωφελούσε τώρα πια;
«Η μοναδική πραγματικότητα είν' η νύχτα», Πάλι αυτός ο στίχος. Πού τον είχε διαβάσει; Περίεργο που το θυμόταν, γιατί η μνήμη της τελευταία της έπαιζε κακό παιγνίδι. «Σε βαρέθηκα», της ξανάπε η κόρη της και στάθηκε πάλι μπροστά της.
Το νερό έσταζε απ' όλο το κορμί της. Μερικές σταγόνες έπεσαν και στο δικό της σώμα και άξαφνα της φάνηκε πως κρύωσε. Κοίταξε αυτό το πρόσωπο τόσο γνώριμο και ξένο, που ακόμα η μεγάλη λύπη δεν χλόμιασε ούτε η μεγάλη χαρά πρόφθασε να φωτίσει. Στεκόταν εκεί, από πάνω της με το άπληστο, ανυποψίαστο βλέμμα της δικής της νειότης. Της άπλωσε το χέρι.
- Βοήθησέ με να σηκωθώ, είπε. Είναι ώρα να πηγαίνουμε σιγά-σίγα.

Μαρίας Αβρααμίδου

Η χαροκαμένη μάννα του αγνοουμένου



 Η θλίψη μες τα μάτια σου σημάδι ήταν του χάρου
που ήρθε γιε μου μιαν αυγή το νήμα να σου κόψει,
γιατί τη θλίψη όσοι έχουνε στα μάτια, μου το λέγαν,
πως είναι ολιγόζωοι και νέοι θα πεθάνουν.
Τα μάτια εκείνα τα μελιά, που αγνάντευαν τον κόσμο,
σα δυο καράβια στο βορά σφυρίζανε και φεύγαν
κι εγώ το μάντευα, θαρρείς και μάγισσες μου το παν
πως μαύρα θ’ άνοιγες πανιά γι’ αλαργινό ταξίδι.
Μέσα στα μάτια σου η αυγή, το φως μες την καρδιά σου
και μες τα χέρια σου η αστραπή το άδικο να καίει
κι εγώ φωτιά πυρούμενη π’ ανάβει και θεριεύει,
γιατί το ξερα σπλάχνο μου το τέλος σου ποιο θα ταν.

 Μαγγανή Χρυσούλα

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ
Η ΘΛΙΨΗ ΜΕΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ



Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Το «Δεν Ξεχνώ» που ξεχάσαμε

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Εκείνο το «Δεν ξεχνώ»
που τυπωνόταν στα μπλουζάκια μας
σα φίρμα λακόστ
πώς θα μας συγχωρέσει;

ΚΥΠΡΟΣ 1974

Πενήντα δυο χρόνια χρειάστηκε
ο άνεμος του μίσους
να φέρει σπίθα απ' τη θρακιά της Σμύρνης.

ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Εκείνος ο πήχης
του ιστορικού συμβιβασμού
κάθε τόσο κατεβαίνει
παρακάτου.

Αρτέμης Αντωνίου
ΦΕΓΓΙΤΕΣ
Βραχέα Ποιήματα, Λευκωσία, 2005

Μεγάλοι Συνθέτες της Μεσογείου: Πέτρος Πελοποννήσιος - Great Mediterranean Composers: Petros Peloponnesios

Γνωστός κυρίως ως συνθέτης εκκλησιαστικής μουσικής. Όλοι έχουμε ακούσει το Τροπάριο της Κασσιανής την Μ.Τρίτη που είναι δική του σύνθεση. Εδώ παρουσιάζονται άγνωστες κοσμικές του συνθέσεις και δύο κομμάτια εκκλησιαστικού ρεπερτορίου.

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Κυριάκος Καλαϊτζίδης (Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ). Έρευνα-κείμενα-επιμέλεια: Θωμάς Αποστολόπουλος (Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών), Κυριάκος Καλαϊτζίδης.


Μουσικό σχήμα “ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ”

He is best known in Greece as a composer of ecclesiastical works, including the famous Troparion of Kassiani, chanted on the Tuesday before Easter. On this recording, are included lesser known secular compositions; songs, semais, bestes and taksims. The taksims are particularly interesting, as they are perhaps the oldest fully notated examples available to us. Research and texts Dr. T. Apostolo-poulos and K. Kalaitzides, who also leads the En Chordais Ensemble.

Music Ensemble “En Chordais”.



Μελωδίες - Melodies

01 - Ιράκ Μπεστέ

02 - Κανονάκι- Ουσάκ Ταξίμι

03 - Εις ένα κάλλος Θαυμαστόν, μακάμ Ουσάκ

04 - Μυλαζιμές από το Ντουγκιάχ

05 - Τερκίπια σε διάφορους ήχους

06 - Βιολί- Νιχαβέντ Ταξίμι

07 - Νιχαβέντ Πεσρέφι

08 - Ούτι- Νικρίζ Ταξίμι

09 - Στο ταξίδι της ζωής μου

10 - Προοίμιον, ήτοι ταξίμιον ήχος πλ. δ'

11 - Τί σκληρότις είναι φως μου

12 - Κράτημα, ήχος δ' λέγετος

13 - Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, ήχος δ' άγια




Μόνο για δείγμα. Αν σας αρέσει αγοράστε το.
Sample copy only. If you like it buy it.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Γιατί;


Παρόλο τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας τα λόγια είναι πολύ φτωχά για να εκφράσουμε την οδύνη αλλά και την οργή για όσα συμβαίνουν στο τόπο μας, στην μικρή πικρή πατρίδα μας. Είναι πολύ φτωχά για να εκφράσουμε την θλίψη μας για τα αδικοχαμένα παλικάρια μας, που δεν τα σκότωσε κάποιος εχθρός, αλλά τα δολοφόνησε το ίδιο το κράτος μας από την αδιαφορία και την αμέλεια αυτών που βάλαμε να μας κυβερνήσουν. Ούτε ο εχθρός του έθνους μας δεν θα κατάφερνε να κτυπήσει και να διαλύσει ταυτόχρονα το νευραλγικό δίκτυο ηλεκτροδότησης του τόπου μας μαζί με τη ναυτική μας βάση στο Ζύγι.
Καταστρέψαμε οι ίδιοι τον τόπο μας, και δεν φταίνε μόνο οι κυβερνώντες για την κατάντια μας, για την παγκόσμια ξεφτίλα μας, για το περίγελο που γίναμε, για την ντροπή που νιώθουμε, αλλά και εμείς οι ίδιοι οι πολίτες αυτού του τόπου που τους αναθέσαμε να μας κυβερνήσουν.
'Ολοι μας γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται να διανεμηθεί καμιά τιμωρία, καμιά δικαιοσύνη, και κανένας δεν πρόκειται να αναλάβει τις ευθύνες του για το κακό που μας βρήκε. Και εμείς θα τους αφήσουμε να μας κοροϊδεύουν, όπως μας κοροϊδεύουν εδώ και πάνω από 40 χρόνια, μέχρι να το ξεχάσουμε και αυτό, όπως έχουμε ξεχάσει τόσα άλλα, και θα επιστρέψουν σύντομα και πάλι να συνηχήσουν τη μάσα τους και να βολεύουν τους δικούς τους...

Αιωνία η μνήμη στα παλικάρια μας, τους ήρωες μας που χάσαμε τόσο άδικα. Αλλά γιατί να τους χάσουμε τόσο άδικα; Γιατί;

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Μουσική από το νησί της Καρπάθου - Music from the island of Karpathos - Musique de l΄ile de Karpathos

Ένας πολύ σπάνιος δίσκος. Αν τον βρείτε, στοιχίζει γύρο στα $70.00

«Έτσι περνούμε τη ζωή εις του ντουνιά την άκρη. Τη μια με γέλιο και χαρά, την άλλη με το δάκρυ». Αλλη μια αξιόλογη έκδοση με επιτόπιες ηχογραφήσεις ελληνικής δημοτικής μουσικής, που μας έρχεται από τη Γαλλία και μας ξεναγεί αυτήν τη φορά στο τοπικό ρεπερτόριο της Ολύμπου, ενός ορεινού χωριού στο βόρειο τμήμα της Καρπάθου. Η Όλυμπος είναι από τα λίγα μέρη της Ελλάδας, που έχει διατηρηθεί έως τις μέρες μας σε μεγάλο βαθμό ο παραδοσιακός αγροκτηνοτροφικός χαρακτήρας της κοινωνίας. Σε αυτό συνέτεινε η απομόνωση (το οδικό και το ηλεκτρικό δίκτυο του χωριού είναι υπόθεση των τελευταίων χρόνων...) και η εμμονή στις παραδοσιακές κοινωνικές δομές και αξίες. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι, έως πρόσφατα, η Όλυμπος παρέμενε ένα "ζωντανό μουσείο" όπου στο πείσμα των καιρών, διατηρούνταν αρχέγονα στοιχεία λόγου, κοινωνικής οργάνωσης και μουσικής. Γι' αυτό το λόγο και έχει πολλές φορές αποτελέσει το αντικείμενο μελέτης κοινωνιολόγων, κοινωνικών ανθρωπολόγων, μουσικολόγων και άλλων επιστημόνων, ενώ έχει πολλά ακόμη να φανερώσει στους ερευνητές... Η έκδοση επιχειρεί λοιπόν μια γνωριμία με τους σκοπούς και τους χορούς της Ολύμπου. Ένας "διάλογος" με μαντινάδες, που έγινε σε ένα καφενείο και μεταφέρθηκε αυτούσιος στο δίσκο, μας δίνει το στίγμα αυτής της απόπειρας γνωριμίας. Θα μπορούσε να είναι ένας καθημερινός διάλογος σε πεζό λόγο, όμως η μουσική τον αναδεικνύει υπηρετώντας τον, τον αποσπά από την καθημερινότητα και τον προβάλλει σε ένα άλλο -τελετουργικό- επίπεδο. Εκτός από σκοπούς πάνω στους οποίους ταιριάζονται οι μαντινάδες, έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και δύο πολύ ενδιαφέρουσες "παραλογές" (μακροσκελή αφηγηματικά τραγούδια), που έχουν επιβιώσει στη μουσική παράδοση του νησιού. Η πρώτη λέγεται πάνω στο «Συρματικό", σκοπό με τον οποίο αποδίδονται πολλά παλαιά τραγούδια (ακριτικά και μπαλάντες). Αρχίζει με αργό ρυθμό που σιγά σιγά επιταχύνεται, για να καταλήξει (μετά το τέλος των στίχων) στο ζωηρό «Πάνω χορό». «Απόψε αποκοιμήθηκα σε μιας κόρης αγκάλη κι οληνυχτίς εφίλου τη κι εσφιχταγκάλιαζά τη...» Το «Συρματικό» ακολουθεί η βυζαντινή αφηγηματική μπαλάντα «Στα μάρμαρα του Γαλατά». Πρόκειται για ένα ακόμη παλαιότατο δείγμα από τα δημοτικά τραγούδια που έχουν σωθεί έως τις μέρες μας σε συντηρητικές και απομονωμένες κοινωνίες, όπως η Όλυμπος. Πρόκειται για μια άμεση σύνδεση με το απώτερο παρελθόν, που μας δείχνει το πώς η συλλογική μνήμη διατηρείται και διαδίδεται μέσα από το το τραγούδι και την τελετουργία του. Το παλαιό αυτό ρεπερτόριο συνοδεύεται από τα «λυροτσάμπουνα», ένα σπάνιο πλέον μουσικό σχήμα, που περιλαμβάνει λύρα, τσαμπούνα και λαούτο και επιβιώνει στις μέρες μας μόνο στην Όλυμπο. Στο δίσκο περιλαμβάνονται επίσης και αντιπροσωπευτικοί χοροί: «Πάνω χορός» και «Σούστα». Ο πρώτος κινείται αποκλειστικά μέσα στις δυνατότητες της τσαμπούνας, ενώ η δεύτερη χρησιμοποιεί μεγαλύτερη μελωδική έκταση, αξιοποιώντας έτσι τις τεχνικές δυνατότητες της δωδεκανησιακής λύρας. Η έκδοση συνοδεύεται από ένα δίγλωσσο (γαλλικά και αγγλικά) ένθετο φυλλάδιο, που περιλαμβάνει σύντομα, αλλά πολύ κατατοπιστικά κείμενα για τη μουσική της Καρπάθου, τις μαντινάδες και τα λαϊκά μουσικά όργανα. Περιλαμβάνει επίσης τους στίχους των τραγουδιών στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η καταγραφή των στίχων στα ελληνικά έχει γίνει με ιδιαίτερη προσοχή, πράγμα όχι πάντα συνηθισμένο σε αντίστοιχες ελληνικές εκδόσεις. Τα κείμενα υπογράφει ο Giuliano d' Angiolini, που έκανε τις ηχογραφήσεις το 1994 και 1995 και επιμελήθηκε την έκδοση.
Κριτική από: Χάρης Σαρρής

A very rare album. If you are lucky to find it, it costs about $70.00

"And this is how our life goes by at the edge of the world. One day with laughter and joy, and the next day with tears". One more remarkable edition with field recordings of Greek folk music, which comes from France and which this time it takes us to a tour to the local repertoire of Olympos, a mountain village in the northern part of Karpathos. Olympos is one of the few places in Greece that preserves to a great extend up until the present day its largely traditional rural and pastoral social character. This is contributed to the isolation (the road and the electricity of the village is an event of recent years ...) and the persistence of traditional social structures and values. There would be no exaggeration to say that, until recently, Olympos was still a "living museum" where in spite of the passage of time, it kept ancient elements of speech, social organization and music. For this reason the village has many times been the object of study for sociologists, social anthropologists, musicologists and other scholars and has much to reveal to researchers ... This music edition thus seeks to give us an acquaintance with the music and dances of Olympos. A "dialogue" with mandinadhes (on the spot improvisation of rhymed distichs of 15 syllables), which took place in a coffee shop and transferred unchanged to the disc, gives us the stigma of this attempt for acquaintance. It could be an everyday dialogue in prose, but the music brings it out by serving it, distracts it from everyday life and projects it to a different-ritual level. Besides the music upon which the mandinadhes are matched, we have the opportunity to hear two very interesting "paraloges" (long narrative songs) that have survived in the music tradition of the island. The first is told on the "syrmatikos" music type, with which many old songs (Acritic and ballads) are rendered. It begins slowly to gradually accelerate and reach (after the end of the lyrics) to the lively "Pano Choros". "Last night I fell asleep in the arms of a young girl, in a powerful embrace I covered her with kisses..." The "syrmatikos" is followed by the Byzantine narrative ballad "The marbles of Galatas". This song is an example of very ancient Greek folk songs that have survived until today in conservative and isolated societies, such as Olympos. This is a direct connection to the distant past, which shows how the collective memory is preserved and disseminated through song and ritual. The old repertoire was accompanied by the "lyrotsambouna" a most unusual ensemble, which includes a lyra, a bagpipe and a lute and which today survives only in Olymbos. The disc also includes representitive dances of Karpathos such as "Pano Choros" and "Sousta". The first moves entirely within the capabilities of the tsambouna, while the second uses more melodic scale, thus exploiting the technical possibilities of the Dodecanese lyra. The publication is accompanied by a bilingual (French and English) insert booklet that includes a brief but very informative text about the music of Karpathos, the mandinadhes and folk musical instruments. It also contains the lyrics in Greek, English and French. It is worth noting that the writing of the verses in Greek is made with special care, something not always common in corresponding Greek editions. The articles are signed by Giuliano d 'Angiolini, who made the recordings in 1994 and 1995 and edited the recording.
Reviewed by: Charis Sarris. Translated from Greek by NOCTOC


Μελωδίες - Melodies

01 - Sousta
Nikos Nikolaou-lyra
Andreas Fasakis - laouto
02 - Skopi tis nichtas, Pano Choros and Sousta
Andonis Zografidis- tsambouna,
Michalis Zografidis- song and lyra
Yiannis Prearis, Yiorghos Zografidis- laouto
03 - Pathos
Michalis Zografidis- song and lyra
Yiannis Prearis- laouto
04 - Syrmatikos and ''Sta marmara tou Galata"
Andonis Zografidis- tsambouna,
Michalis Zografidis- song and lyra
Yiannis Prearis- laouto
05 - Mandinadha
Michalis Zografidis- song and lyra,
Yiannis Prearis,Yiorghos Zografidis - laouto
06 - Mandinadha
Michalis Zografidis- lyra,
Yiorghos Protopapas- laouto
07 - Pano Choros
Andreas Fasakis- lyra
Nikos Nikolaou- laouto




Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Ο Άγιος Πέτρος ο τελώνης - Saint Peter the tax collector

Τον καιρό που βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο Ιουστινιανός, διοικητής της Αφρικής ήταν ο πατρίκιος και τελώνης Πέτρος. Ήταν άνθρωπος κακός, δύστροπος κι απότομος. Φαινόταν να μην έχει λύπηση για κανένα. Γι' αυτό και τον ήξεραν όλοι με το παρατσούκλι «ο φειλωδός», δηλαδή ο τσιγκούνης.
Μια φορά ένας φτωχός που ήταν σε μεγάλη ανάγκη, λέει: «θα πάω να ζητήσω ένα κομμάτι ξερό ψωμί από το φειδωδό ». Του λένε οι άλλοι ζητιάνοι: «αποκλείεται να σου δώσει ο,τιδήποτε». «Θα δοκιμάσω» , είπε και πήγε κι έπεσε στα πόδια του Πέτρου, έκλαιγε και παρακαλούσε για λίγε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος εξοργισμένος από την επίμονη ενόχληση θέλησε να τον κτυπήσει. Έλαχε κείνη τη στιγμή να περνά από δίπλα του ένας δούλος, που κουβαλούσε μία σανίδα με ψωμιά. Άρπαξε τότε ένα ψωμί ο πατρίκιος και τό' ριξε με ορμή, σαν πέτρα, στο κεφάλι του φτωχού. Αυτός πήρε το ψωμί κι έφυγε τρέχοντας.
Μετ' από δύο μέρες ο Πέτρος αρρώστησε βαριά. Μέσα στον πυρετό βλέπει τον εαυτό του μπροστά στην κρίση του Θεού. (Έπρεπε να δώσει λόγο για τις πράξεις του). Μια ζυγαριά ήταν στη μέση. Στη μία της μεριά μαζεύονταν κάποια σκοτεινά πλάσματα κουβαλώντας τις κακές του πράξεις. Στην άλλη μεριά έστεκαν κάποιοι άνδρες με θαυμάσια πρόσωπα και κατάλευκα ρούχα, που όμως δεν είχαν τίποτε καλό να προσκομίσουν. Τότε ένας απ' αυτούς προβάλλει κρατώντας ένα ψωμί και το αποθέτει στην άδεια κούπα. Αμέσως βάρυνε αυτή και ισοζύγιασε η ζυγαριά.
Συνήλθε τότε έντρομος ο Πέτρος και λέει: «τόσο ο Θεός λογαριάζει το παραμικρό! Και το ψωμί πού 'ριξα με οργή το ΄γραψε για καλοσύνη». Κι αμέσως έγινε καλά, σηκώθηκε κι άρχισε να δίνει όλα τα πράγματα του και τα χρήματά του.
Μια μέρα στην αγορά συνάντησε ένα γυμνό ζητιάνο που κρύωνε. Έβγαλε τότε το πανωφόρι του και τον έντυσε. Την νύχτα εκείνη είδε στον ύπνο του τον Ιησού Χριστό να φορά εκείνο το πανωφόρι. Σηκώθηκε το πρωί και δεν ήξερε τί να κάμει από τη χαρά του. Πήγε στην αγορά και πούλησε τον εαυτό του δούλο και όσα λεφτά πήρε τά 'δωσε στους φτωχούς.
Ο άνθρωπος που αγόρασε τον Πέτρο ήταν χρυσοχόος. Τον πήρε στο αρχοντικό του και τον είχε να εργάζεται με τους άλλους υπηρέτες στην αυλή του. Οι σύνδουλοί του όμως άρχισαν να υποψιάζονται και να συζητούν μεταξύ τους μήπως αυτός είναι ο διοικητής της Αφρικής, που χάθηκε και που λένε πως τρελάθηκε και πουλήθηκε δούλος...
Ακούγοντας αυτά να λένε ο δούλος πια του Χριστού Πέτρος ήθελε να φύγει, πριν τον αναγνωρίσουν. Πήγε βράδυ κρυφά στο θυρωρό του αρχοντικού και τον παρακαλούσε να τον αφήσει να φύγει. Ο θυρωρός όμως ούτε άκουγε, ούτε μιλούσε · ήταν κωφάλαλος. Του λέει τότε ο Πέτρος «στ' όνομα του Ιησού Χριστού, άκουσέ με, σε παρακαλώ, και άνοιξέ μου την πόρτα». Αμέσως έγινε θαύμα! Ο κωφάλαλος άκουσε και μίλησε και με συγκίνηση άνοιξε τη θύρα.
Ο Άγιος Πέτρος έφυγε και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του γυρίζοντας από προσκύνημα σε προσκύνημα κάνοντας αγαθοεργίες. Έφτασε έτσι στους Αγίου Τόπους κι από κει πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και κοιμήθηκε ειρηνικά στο πατρικό του σπίτι. Τιμούμε την κοίμηση του στις 20 Ιανουαρίου. Να έχουμε την ευχή του!

Από το βιβλίο «Για την Αγάπη του Χριστού», του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

During the time when Justinian reigned in Constantinople, the commander of Africa was the patrician and publican (tax collector), Peter. He was a mean, cantankerous and brusque man. He seemed that he had no pity for anyone. So all knew him by the nickname "the parsimonious", ie the miser.
Once, a poor man who was in great need told the beggers who were in his company: "I'm going to ask for a piece of dry bread from "the parsimonious". The other beggars told him, "there is no way that he will give you anything". "I'll try", he said, and went and fell at the feet of Peter, cried and begged him for some alms. Peter was outraged by this persistent discomfort and wanted to beat him. It just so happened that at that moment a slave was passing by who was carrying a board with bread. Peter the patrician then grabbed a loaf of bread and throw it with great impetus, as if it was a stone, on the head of the poor man. The beggar took the bread and ran away.
Two days later, Peter became seriously ill. While in fever he saw himself in front of God's judgement. (He had to answer for his actions). A pair of scales was in the middle. On the one side, some dark creatures were gathering his evil deeds together. On the other side of the scale there stood some men with beautiful faces and white clothes, but they had nothing good to put in it. Then, one of them appeared carrying a loaf of bread and depositing it in the scale. Immediately the scale became heavy and reached a balance with the other scale.
Frightnened, Peter put himself together and said: "So God adds up even the slightest thing! And the bread that I threw angrily on that begger was written down as kindness". Immediately he became well, got up and started to give all his belongings and money away.
One day, he met a naked begger at the market who was friezing cold. He then took off his cloak and dressed him with it. On that night in his sleep he saw Jesus Christ wearing that same cloak. In the morning he got up and did not know what to do from the joy he felt. He went to the market and sold himself as a slave and what money he received, he give it out to the poor.
The man who bought Peter was a goldsmith. He took him to his mansion and had to work with the other servants in his court. The other slaves began to suspect and to discuss among themselves whether this new slave was the governor of Africa, who had disappeared, and who, as people said, went crazy and sold himself into slavery ...
Upon hearing them, the now servant of Christ Peter, wanted to leave before he was recognized. At night, he went secretly to the mansion's doorman and begged to let him go. However, the doorman could neither hear nor speak; he was deaf and mute. Peter then told him "in the name of Jesus Christ, please, listen to me, and open the door". Immediately, a miracle happened! The deaf-mute man heard and spoke to him with emotion and opened the door.
Saint Peter went away and spent the rest of his life going from pilgrimage to pilgrimage and doing charities. He thus arrived in the Holy Land and from there went to Constantinople, where he died peacefully in his family home. We honour his death on January 20. May we all have his blessing!

From the book "For the love of Christ" by Charalambos Epaminondas

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Μας κατηγορούν για τρομοκρατία: Νιζάρ Καμπάνι - We are accused of terrorism: Nizar Qabbani

Μας κατηγορούν για τρομοκρατία
εάν τολμήσουμε να γράψουμε για τα ερείπια μιας πατρίδας
που έχει διασπαστεί σε κομμάτια και είναι σ' αποσύνθεση
σε παρακμή και διάλυση
για μια πατρίδα που ψάχνει για μια θέση
και για ένα έθνος που δεν έχει πλέον πρόσωπο

Για μια πατρίδα που δεν της έχει απομείνει τίποτα
από τους μεγάλους αρχαίους της στίχους
εκτός από θρήνους και εγκώμια

Για μια πατρίδα που δεν έχει τίποτα στους ορίζοντες της
μια πατρίδα, χωρίς ελευθερίες και ιδεολογίες

Για μια πατρίδα που μας απαγορεύει να αγοράζουμε μια εφημερίδα
ή να ακούσουμε οτιδήποτε
για μια πατρίδα όπου τα πουλιά
δεν έχουν το δικαίωμα να τραγουδήσουν
για μια πατρίδα όπου από φρίκη, οι συγγραφείς
χρησιμοποιούν αόρατο μελάνι

Για μια πατρίδα που μοιάζει με ποίηση από τη χώρα μας
αυτοσχέδια, εισαγόμενη, χαλαρή και που δεν έχει όρια
ποίηση, μιας ξένης γλώσσας και ψυχής
αποκομμένη από τον άνθρωπο και τη γη, αγνοώντας τα δεινά μας

Για μια πατρίδα που διακινείται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων
χωρίς να είχει αξιοπρέπεια και που είναι ξυπόλυτη

Για μια πατρίδα
που δεν έχει πλέον θαρραλέους άνδρες
παρά μόνο γυναίκες να κατοικούν σ΄αυτή

Η πίκρα είναι στο στόμα μας, στην ομιλία μας, στα μάτια μας
μήπως η ανομβρία να έχει φέρει πανούκλα στις ψυχές μας
ως κληρονομιά που μας μεταβιβάστηκε από την αρχαιότητα;

Δεν έχει απομείνει κανείς στο έθνος μας,
ακόμη και οι λιγότερο δοξασμένοι
κανείς για να πει «ΟΧΙ» στο πρόσωπο εκείνων που μας υστέρισαν
το σπίτι μας, το ψωμί και το βούτυρο
μετατρέποντας τη πολύχρωμη ιστορία μας σε τσίρκο

Δεν έχουμε ούτε ένα τίμιο ποίημα,
ένα ποίημα που να μην έχει χάσει την παρθενία του
στο χαρέμι κάποιου κυβερνήτη

Μεγαλώσαμε συνηθισμένοι στην ταπείνωση
τότε, τί έχει απομείνει στον άνθρωπο
εάν είναι άνετος να ζει με αυτό;

Ψάχνω τα βιβλία της ιστορίας
για άνδρες με μεγαλείο να μας ελευθερώσουν από το σκοτάδι
για να προστατέψουν τις γυναίκες μας
από τη βαρβαρότητα της πυρκαγιάς

Ψάχνω για τους άνδρες του χθες
αλλά το μόνο που βρίσκω είναι φοβισμένες γάτες
φοβισμένες για τις ψυχές τους
από την εξουσία των αρουραίων

Μήπως έχουμε κτυπηθεί από εθνική τύφλωση
ή μήπως πάσχουμε από αχρωματοψία;

Μας κατηγορούν για τρομοκρατία
εάν αρνηθούμε να χαθούμε
κάτω από την ισραηλινή τυραννία
που παρεμποδίζει την ενότητα μας
την ιστορία μας
τη Βίβλο μας και το Κοράνι μας
τη γη των προφητών μας
αν αυτό είναι η αμαρτία και το έγκλημα μας
τότε, ας είμαστε τρομοκράτες

Μας κατηγορούν για τρομοκρατία
εάν αρνηθούμε να εξαλειφτούμε
από τους βάρβαρους, τους Μογγόλους ή τους Εβραίους
εάν επιλέξουμε να πετροβολήσουμε το εύθραυστο Συμβούλιο Ασφαλείας
που λεηλατήθηκε από το βασιλιά της προσωδίας

Μας κατηγορούν για τρομοκρατία
εάν αρνηθούμε να διαπραγματευτούμε με το λύκο
για να καταντήσουμε να είμαστε ως μια πόρνη

Η Αμερική καταπολεμά τις κουλτούρες της ανθρωπότητας
επειδή αυτή δεν έχει δική της
καταπολεμά τους πολιτισμούς, διότι αυτή δεν έχει δικό της
είναι μια γιγαντιαία δομή, αλλά χωρίς τοίχο

Μας κατηγορούν για τρομοκρατία
εάν αρνηθούμε τη σημερινή εποχή
όπου η αλαζονική Αμερική, η ισχυρή, η πλούσια
έγινε ορκισμένος διερμηνέας των εβραϊκών.

Του Νιζάρ Καμπάνι - Μετάφραση NOCTOC

We are accused of terrorism
If we dare to write about the remains of a homeland
That is scattered in pieces and in decay
In decadence and disarray
About a homeland that is searching for a place
And about a nation that no longer has a face

About a homeland that has nothing left of its great ancient verse
But that of wailing and eulogy

About a homeland that has nothing in its horizons
Of freedoms of different types and ideology

About a homeland that forbids us from buying a newspaper
Or listen to anything
About a homeland where all birds are always not allowed to sing
About a homeland that out of horror, its writers are using invisible ink

About a homeland that resembles poetry in our country
Improvised, imported, loose and of no boundaries
Of foreign tongue and soul
Detached from Man and Land, ignoring their plight as a whole

About a homeland to the negotiating table moves
Without a dignity or shoes

About a homeland
That no more has steadfast men
With only women therein

Bitterness is in our mouths in our talk in our eyes
Will draught also plague our souls as a legacy passed to us
from ancient times?

Our nation has nobody left, even the less glorified
No one to say "NO" in the face of those who gave up our
home bread and butter
Turning our colorful history into a circus

We have not a single honest poem
That has not lost its virginity in a ruler's Harem

We grew accustomed to humiliation
Then what is left of Man
If he is comfortable with that?

I search the books of history
For men of greatness to deliver us from darkness
To save our women from fires' brutality

I search for men of yesterday
But all I find is frightened cats
Fearing for their souls
From the authority of rats

Are we hit by national blindness
Or are we suffering from color blindness

We are accused of terrorism
If we refuse to perish
Under Israeli tyranny
That is hampering our unity
Our history
Our Bible and our Quran
Our prophets' land
If that is our sin and crime
Then terrorism is fine

We are accused of terrorism
If we refuse to be wiped out
By barbarians, the Mongols or the Jews
If we choose to stone the fragile security council
Which was sacked by the king of caesuras

We are accused of terrorism
If we refuse to negotiate the wolf
And reach out for a whore

America is fighting the cultures of Man
Because it lacks one
And against the civilizations because it needs one
It is a gigantic structure but without a wall

We are accused of terrorism
If we refuse current times
Where America the arrogant the mighty the rich
Became a sworn interpreter of Hebrew.

By Nizar Qabbani