ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Το κατεχόμενο χωριό Ζώδια της επαρχίας Λευκωσίας - The Turkish occupied village of Zodhia in the district of Nicosia

Το χωριό Ζώδια πριν την Τουρκική εισβολή
The village of Zodhia before the Turkish invasion

Η Ζώδια είναι ένα κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, στο βορειοδυτικό τμήμα της. Βρίσκεται στη γεωγραφική περιφέρεια της δυτικής Μεσαορίας και συνορεύει στα βόρεια με τη Μόρφου, στα νοτιοανατολικά με τον Αστρομερίτη, στα ανατολικά με την Κατωκοπιά και στα δυτικά με το Πραστειό και τον Νικήτα.
Η Ζώδια στην πραγματικότητα αποτελείται από δυο κοινότητες. Υπάρχει η Πάνω Ζώδια και η Κάτω Ζώδια και τις δυο αυτές κοινότητες τις χωρίζει μόνο ένας παραπόταμος. Ο διαχωρισμός αυτός δεν υφίστατο κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας αλλά έγινε τον καιρό της Τουρκοκρατίας, αφού ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός μιλά για δυο Ζώδιες.
Υπάρχουν διαφορετικές παραδώσεις σχετικά με την ονομασία του χωριού. Σύμφωνα με την επιστημονική άποψη το χωριό ονομάστηκε Ζώδια από τη Ζωτέαν του Άργους. Φαίνεται ότι κάτοικοι του Άργους μετανάστευσαν στην περιοχή, κατοίκησαν εκεί, και εις ανάμνηση της πατρίδας τους έκτισαν οικισμό με το όνομα Ζωτεία καθώς και ιερό προς τον Ζώδειον Απόλλωνα. Ως Ζωτία (με ι) παραδίδεται η εν λόγω περιοχή κι από τον γνωστό Κύπριο χρονογράφο του Μεσαίωνα, το Λεόντιο Μαχαιρά.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση το χωριό φέρει το όνομα Ζώδια (Ζώδκια στη κυπριακή διάλεκτο) από ένα ζώδκιο, δηλαδή ένα στοιχειό, ένα φάντασμα που ζούσε εκεί στα παλιά χρόνια κι έτρωγε τους ανθρώπους που περνούσαν από την περιοχή. Το στοιχειό αυτό είχε τη μορφή δράκου κι έπινε άφθονο κρασί. Επειδή ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων αποφάσισαν να το εξοντώσουν. Δέκα άντρες του χωριού πήγαν να γλεντήσουν τάχα μαζί του. Οι εννέα πήραν μαζί τους κούζες (στάμνες) με κρασί και ο δέκατος πετρέλαιο, κι όταν μέθυσε για τα καλά ο δράκοντας τον περιέλουσαν με πετρέλαιο και τον έκαψαν.
Μια άλλη γνωστή παράδοση που αφορά την Ζώδια είναι αυτή του Ρήγα της Περιστερώνας και της Ρήγαινας της της Μόρφου, που ήταν η ωραιότερη γυναίκα. Στη περιοχή της Ρήγαινας τα πάντα ήταν κατάξερα λόγω λειψυδρίας, ενώ στην περιοχή του Ρήγα υπήρχε άφθονο νερό. Ο τελευταίος τη ζήτησε σε γάμο και αυτή δεκτικέ με τον όρο ο Ρήγας να της παραχωρήσει τόσο νερό, όσο χρειάζεται για να παρασύρει μιαν γομαρκάν παλλούρες, δηλαδή ένα φόρτωμα από ακανθώδεις θάμνους, και ν' ανοίξει αυλάκι που να οδηγεί το νερό στη Μόρφου. Έτσι και έγινε, όμως οι θάμνοι σκάλωσαν σε μια στροφή ενός αυλακιού στην περιοχή Ζώδια και ερμήνευσαν το γεγονός ότι εκεί έπρεπε να κτίσουν το παλάτι τους.
Από πλευράς μνημείων στην Πάνω Ζώδια υπάρχει το πρώην μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που ιδρύθηκε στη θέση του ιερού του Απόλλωνα. Σ' αυτό το μοναστήρι μόνασε ο Άγιος Ειρηνικός, ένας εκ των «Τριακοσίων» Αλαμάνων αγίων της Κύπρου. Συν τω χρόνω το όνομά του παραφθάρηκε από τους κατοίκους της περιοχής σε Άγιο Αρνάκιο. Επίσης στην Πάνω Ζώδια υπάρχει η εκκλησία του Άη Γιώρκη (Αγίου Γεωργίου) που κτίστηκε επί Τουρκοκρατίας, εξ ου και η απουσία καμπαναριού, καθώς και εκκλησία της Παναγίας της Αφέντρας ή Αθέγγας ή Αφέγγας. Στην Κάτω Ζώδια υπάρχει η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού και το ξωκλήσι τ’ Άη-Γιώρκη των Ξαλώνων.
Η Ζώδια ήταν φημισμένη για τα πορτοκάλια της αλλά και για τη γλυκιά γεύση των πεπονιών και των καρπουζιών της, καθώς και για να λινά της τα οποία θεωρούνταν τα καλύτερα στην Κύπρο. Κατά την Τουρκική εισβολή του 1974, η Ζώδια είχε είχε 8.000 Ελληνοκύπριους κατοίκους.

Κάτω Ζώδια: ξωκλήσι τ’ Αϊ-Γιώρκη των Ξαλώνων
Kato Zodhia: church of Saint George of Xalona

Μια άλλη γνωστή παράδοση που αφορά την Ζώδια είναι αυτή του Ρήγα της Περιστερώνας και της Ρήγαινας της της Μόρφου, που ήταν η ωραιότερη γυναίκα. Στη περιοχή της Ρήγαινας τα πάντα ήταν κατάξερα λόγω λειψυδρίας, ενώ στην περιοχή του Ρήγα υπήρχε άφθονο νερό. Ο τελευταίος τη ζήτησε σε γάμο και αυτή δεκτικέ με τον όρο ο Ρήγας να της παραχωρήσει τόσο νερό, όσο χρειάζεται για να παρασύρει μιαν γομαρκάν παλλούρες,δηλαδή ένα φόρτωμα από ακανθώδεις θάμνους, και ν' ανοίξει αυλάκι που να οδηγεί το νερό στη Μόρφου. Έτσι και έγινε, όμως οι θάμνοι σκάλωσαν σε μια στροφή ενός αυλακιού στην περιοχή Ζώδια και ερμήνευσαν το γεγονός ότι εκεί έπρεπε να κτίσουν το παλάτι τους.
Από πλευράς μνημείων στην Πάνω Ζώδια υπήρχε το μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που ιδρύθηκε στη θέση του ιερού του Απόλλωνα. Σ' αυτό το μοναστήρι μόνασε ο Άγιος Ειρηνικός, ένας εκ των «Τριακοσίων» Αλαμάνων της Κύπρου. Συν τω χρόνω το όνομά του παραφθάρηκε από τους κατοίκους της περιοχής σε Άγιο Αρνάκιο. Επίσης στην Πάνω Ζώδια υπάρχει η εκκλησία του Άη Γιώρκη (Αγίου Γεωργίου) που κτίστηκε επί Τουρκοκρατίας, εξ ου και η απουσία καμπαναριού, καθώς και εκκλησία της Παναγίας της Αφέντρας ή Αθέγγας ή Αφέγγας. Στην Κάτω Ζώδια υπάρχει η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού και το ξωκλήσι τ’ Άη-Γιώρκη των Ξαλώνων.
Η Ζώδια ήταν φημισμένη για τα πορτοκάλια της αλλά και για τη γλυκιά γεύση των πεπονιών και των καρπουζιών της, καθώς και για να λινά της τα οποία θεωρούνταν τα καλύτερα στην Κύπρο. Κατά την Τουρκική εισβολή του 1974, η Ζώδια είχε 8.000Ελληνοκύπριους κατοίκους.

Κάτω Ζώδια: εκκλησία του Τιμίου Σταυρού
Kato Dodhia: church of the Holy Cross

Zodhia is a village in the occupied northwesten part of the district of Nicosia. It is located in the geographic region of western Mesaoria and is bordered to the north with the town of Morphou, in the southeast with Astromeritis village, in the east with the village of Katokopia and in the west with the villages of Prastio and Nikitas.
Zodhia is in fact composed of two communities. There is Pano (Upper) Zodhia and Kato (Lower) Zodhia and these two communities are separated by only a river. This distinction did not exist during the Frankish Period, but did during the time of the Ottoman Period, since Cypriot chronicler Archimandrite Kyprianos speaks of the existance two Zodhias.
There are different traditions concerning the name of the village. According to the scientific view the village was named Zodhia after Zotea in Argos (Peloponnese). It seems that people migrated from Argos to the area, settled there, and in commemoration of their home built a village named Zoteia as well as a temple to Apollo Zodeion. The village is mentioned as Zotia (without the e) by the famous Cypriot chronicler of the Middle Ages, the Leontios Machairas.
According to popular tradition, the village was named Zodhia (Zodhkia in the Cypriot dialect) from a zodhkio, ie a monster, that lived there in the old days and ate people who were passing through the area. This monster had the form of a dragon and drank plenty of wine. Because he was the terror of the residents, they decided to exterminate him. Ten men of the village went to supposedly have fun and drink with him. Nine of them took one pot of wine each and the tenth man took a pot with gasoline, and when the monster dragon got drunk for good, the men threw the gasoline on him and burned him.

Πάνω Ζώδια: εκκλησία τ’ Αϊ-Γιώρκη
Pano Zodhia: church of Saint George

Another well-known legend which is connected with Zodhia is that of the King (Regas) of the county of Peristerona and the Queen (Regina) of Morphou, who was the most beautiful woman. In the area of ​​Regina everything was completely dry due to water scarcity, while in the area of ​​Rigas there was plenty of water. Regas asked Regina in marriage and she accepted under the condition that the King would provide her area with as much water as needed to induce a load of bushes, and to open a canal leading the water to Morphou. He did as she asked, but the shrubs scaffold at a bend of the canel at Zodhia and they interpreted this as meaning that they had to build their palace there.
In terms of monuments in Pano Zodia there is the ex- monastery of Archangel Michael which was founded in place of the sanctuary of Apollo. Saint Irenaeus, one of the "three hundred" Alaman saints of Cyprus became a monk here. Over time his name was changed by the local residents into Saint Arnakius. Also in Pano Zodia there is the church of Agios Georgios (Saint George), built during the Ottoman Period, hence the absence of a bell tower, as well as the church of Panagia (Virgin Mary) Afentra or Athenga or Afenga. In Kato Zodhia there is the Church of the Holy Cross and the chapel of Saint George of Xalona.
Zodhia was famous for its oranges, but also for the sweet taste of its melons and watermelons, as well as for its linen which was considered the best in Cyprus. During the Turkish invasion of 1974, Zodhia had had 8,000 Greek Cypriot inhabitants.

Πάνω Ζώδια: μοναστήρι Αρχαγγέλου Μιχαήλ
Pano Zodhia: Monastery of Archangel Michael

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Ιούδας που αρμάστην την μάναν του: κυπριακός μύθος

Τον τζαιρόν π' αγγαστρώθην η μάνα του τον Ιούδα, είδεν εις τ' όρομάν της πως ότι το παιδί που ήταν να γεννήσει, εν να έκαμνε πολλά κακά εις το έθνος τους. Επήεν τζιαι τούτη στον βασιλέαν τζι΄είπεν του την ιστορίαν. Ο βασιλέας επρόσταξέν την άμμα γεννήσει το μωρό να το σκοτώσει. Άμαν τζι' εγεννήθην ο Ιούδας, η μάνα του ελυπήθην τον τζι' αντίς να τον εσκοτώσει, επίσσωσεν έναν καλάθιν, έβαλεν τον μέσα, τζι' επέταξεν τον μέσ' τον ποταμόν να πεθάνει μανιχός του. Εις τζείνον τον τόπον είσσεν βοσκούς και άμαν τζιαι πήαν να ποτίσουν τα χτηνά τους στον ποταμόν, είδαν το καλάθιν. Επήαν κοντά του, ακούουν κλαίει μωρόν. Αννοίξαν το καλάθιν τζι' επκιάσαν το μωρόν που μέσα. Λαλούν σου, να το αναγιώσομεν τζι' αφήνομεν το να μας βοηθά στο κοπάϊν. Επήραν το τζι' εταΐζαν το γάλαν που την αίγιαν- που το καταραμένον χτηνόν. Αγάπησέν το η αίγια τζι' εβύζαννέν το.
'Αμαν τζι' ο Ιούδας εγίνην εφτά γρονών, που ήθεν να τους βοηθά λλίον, εττερπίζεψεν. Όϊ πονεί το πόϊ του, όϊ πονεί το σσέριν του, με δουλειάν τους έκαμνεν, με τίποτε. Εσκέφτησαν τζιαι τζείνοι να τον πάρουν του βασιλέα. Επήραν τον του βασιλέα τζι' άφηκεν τον τζιαι τζείνος μισταρκόν του. Μιαν ημέραν λαλεί του η βασιλοπούλλα: «πήαιννε ρε φέρε λλία άθθη». Επήεν τζιαι τούτος μέσ' το περβόλιν του παλαδκιού τζι' αρκίνησεν να κόβκει αντίς τους αθθούς, κλώνους ολάκερους. Ά, μέσ' στο περβόλιν τούτον, εξήχασα να σας πω, ήταν ο τζύρης του Ιούδα με την μάναν του. Γιατί εδυστυχήσαν, εσκότωσέν τους τζι' έναν γυιόν μέσ' στα όρη ο ίδιος ο Ιούδας τον τζειρόν που μείνισκεν με τους βοσκούς, τζι' έτσι τζιαι τούτοι ήρταν τζιαι παρακαλήσαν τον βασιλέαν να τους δώκει μιαν ζήσην, τζι' έδωκέν τους τζείν' το περβόλιν να το σάζουν τζιαι να πκιάννουν τα μαξούλια του. Αί, όσσον τζι' είδεν τον ο τζύρης του- τωρά με ο ένας ξέρει πως εν γυιός του, με ο άλλος πως εν τζύρης του- «Ρε», λαλεί του, «γιατί κόβκεις τους κλώνους; εγιώ κάμνω τόσον κόπον τζιαι νάρκεσαι να μου κατακόβκεις τα δεντρά; ...». Επολοήθην τζιαι τζείνος μ' έναν στόμαν: «είπεν μου η τζυρά μου η βασιλοπούλλα». Τωρά, εν που την οκνιά του που έκοβκεν τους κλώνους, όξα επειδή του είπεν η τζυρά του!
Μιαν άλλην ημέραν, πάλ' επήεν τζι' έκοβκεν τους κλώνους των δεντρών. Είδεν τον η μάνα του τζι' είπεν το τ' αντρός της. Έρκεται τζιαι τζείνος τζι' αρωτά τον: «Είντα κόβκεις ρε πάλε τους κλώνους;». «Ά», λαλεί του, «μεν πεις άλλον λόον γιατί σκοτώννω σε τζι' εσέναν, όπως εσκότωσ' αλλόναν μέσ' τα όρη».(Θέλει να πει για τον αρφόν του). Επκιάστησαν, εσκότωσεν τζιαι τον τζύρην του. Η μάνα του κλάματα, σκοτωμούς! Άκουσεν την η βασίλισσα τζιαι είπεν το του βασιλέα: «Ρε», λαλεί του ο βασιλέας, «ή ν' αρμαστείς την γεναίκαν τούτην να μεν κλαίει, ή εν να σε ποτζεφαλίσω». Αρμάστην την.
Πααίννει μιαν ημέραν έσσω ο Ιούδας, αγρικά, ακούει της μάνας του να νεκαλιέται τζιαι να λαλεί ούλλα τα βάσανά της. Εξάννοιξέν την- γιατί είπαν του την ιστορίαν οι βοσσιοί, πως ήταν μεσ' το καλάθιν το πισσωμένον- τζι' εκατάλαβεν ότι ήταν τούτος τζι' ότι εσκότωσεν τζιαι τον αρφόν του, τζιαι τον τζύρην του, τζι' ότι πως αρμάστην την μάναν του. Που τζαχαμαί και τζει εχωρίσασιν τζι' επήεν τζι' ηύρεν τον Γριστόν τζι' εγίνην μαθητής του.
Ο Γριστός εδέχτην τον επειδή ήξερεν ότι ο Ιούδας ήταν φυλάρκυρος τζιαι παλιάθθρωπος τζι' ήθεν να τον προδώσει. Κανένας άλλος εν τζι' επρόδωννέν τον, γι' τούτον τζι' εδέχτην τον.

Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Ο πρωτόπλαστος Αδάμ: κυπριακό τραγούδι

Δοξάζω τον τον πλάστην μου βολές που τον δοξάζω
τζιοιμήσιν που τζιοιμήθηκα τζιαι πάλε να νυστάζω.
Δόστε μου μιαν πινιάν κρασίν τα μμάδκια μου ν' αννοίξουν
τζι' εν να συνάξω πλάσματα σαν σπιριδκιά να σμείξουν.
Φωνάξε φώναξ' εν έχω ζωήν να τρα(γ)ουδίσω
τζιαι περασμένα πράματα, να σας τα αθθυμήσω.
Να μεν πολλοφωνάζεται ν' ακούσουν ούλοι όμως
να πω για τον πρωτόπλαστον π΄αρκήστηκεν ο κόσμος.
Ο Πλάστης μας ηθέλησεν τον κόσμο να ποιήση
έκαμεν πρώτα ουρανόν για να τον εστολίση.
Σελήνην, χρυσοήλιον, αστέρες πληθυσμένοι
θάλασσαν με τα ψάρκα της τζιαι γην αρματωμένην.
Εποίησεν τετράποδα ζώα που παρπατούσιν
τζιαι τα πουλιά τα φτερωτά, ψηλά για να περούσιν.
Εποίησεν ζωΐφυα, θηρία αδιακόπως
τζιαι ερπετά μέσ' τα νερά τζι' εγέμωσεν ο τόπος.
Απού τες τέσσερις μερκές, εστραύρωσεν το χώμα,
έφτυσε τζιαι το ζύμωσεν τζ' έπλασεν τούντο σώμα.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Γριστός τζιαι τα τρία παιδκιά: κυπριακό παραμύθι

Μια βολάν είσσεν έναν άθθρωπον τζι' είσσεν τρία παιδκιά. Όσον τζι' εκόντεψεν ο τζαιρός που ήθεν να πεθάνει εφώναξεν τα παιδκιά του να τους δκιαμοιράσει τα μάλια του. Αρώτησεν τον καθέναν είντα 'μ που θέλουν να τους δώκει. Ο μιτσόττερος λαλεί του:
- Πατέρα, εγιώ εν θέλω τίποτε. Θέλω μόνον την ευτζήν σου.
- Μα γυιέ μου, ποττέ την ευτζήν μου μανιχά;
- Αί, μα μανιχά την ευτζήν σου θέλω.
Εδκιαμοίρασέν τους τα ο τζύρης τους τζι' επέθανεν.
Ύστερα που κάμποσα γρόνια ήρτασιν δύσκολοι τζαιροί τζι' εδυστυχήσαν. «Ρε», λαλεί ο ένας του άλλου, «να φύομεν πο τουν' τον τόπον να ξενιτευτούμεν, πέρκιμον τζι' αλλάξει τζι' η τύχη μας». Έτσι ήτουν. Εφύαν. Επααίνναν, επααίνναν, όσον τζι' εκατηφόρησεν ο ήλιος να δύσει ηύραν έναν γέρον με το καλαθουρίν του τζι' εκάθετουν κοντά σε μιαν βρύσην.
- Εν-ι-ξέρεις παππού, λαλούν του, αν έσσει δαχαμαί κοντά κανέναν χωρκόν τζι' είμαστεν ξένοι;
- Ελάτε, γυιέ μου,, κάτσετε να πνάσετε τζι' εν να πάω τζι' εγιώ τζιαι πάμεν ούλλοι αντάμα.
-Όϊ, παππού, λαλούν του, εν να πάμεν τζιαι βϊαζούμαστεν άμπα τζιαι νυχτωθούμεν μέσ' τα όρη τα ξένα.
- Ποττέ, λαλεί τους ο γέρος, το χωρκόν εν δαμαί κοντά· εγιώ γέρος άθθρωπος τζι' εν να πάω τζι' εσείς κοπέλια έννεν αντροπή σας να φοάστε;
Εμείναν, άμαν τζι' είπεν τους έτσι. Έβκαλεν που το καλάθιν του τρι' αυκά τζι' έδωκεν τους πόναν του καθενού, εν εθέλαν να τα πκιάσουν.
- Μα ποττέ, παππού, εσού έκαμες τόσον κόπον τζι' εδκιακόνησές τα τζιαι να σου τα φάμεν εμείς;
- Αν δεν τα φάτε, λαλεί τους, εν είσαστεν καλά παιδκιά.
Επκιάσαν τα. Αρώτησεν τους ο γέρος πόθθεν έρκουνται τζιαι πού παν τζι' είπαν του ούλλην την ιστορίαν.
- Αί, λαλεί τους, πάμεντε εις το χωρκόν πέρκιμον τζι' εύρετε δουλειάν· εν μιάλον χωρκόν, θωρείς, τζιαι πέρκιμον εύρετε.
Σαν επααίνναν ηύραν μιαν γην για ρεσπερλίκκιν που ήταν ακάμωτη. Γυρίζει ο μιάλος τζιαι λαλεί:
- Ά τζιαι νάην την είχα τούν' την γην τζιαι δκυό- τριά ζευκάρκα βούδκια να την κάμνω, έθελα άλλη ζήσην;
- Αί, τζιαι να σου την δώκω κάμνεις την; είπεν του ο γέρος (ο γέρος ήτουν ο Γριστός).
- Τζιαι κάλο εν την κάμνω; λαλεί του.
- Αί, εν να ελεάς τζιαι τους φτωχούς;
- Τζιαι κάλο να μεν τους ελεώ!
Ήυρεν ο πρώτος ζήσην.
Άμαν τζι' εκοντέψαν του χωρκού, εφαράσαν έναν αλάϊν κολοιοί, θωρεί τους ο δεύτερος:
- Ά, λαλεί, τζι' εγιώ αν ήταν κούελλοι τούτ' οι κολοιοί τζι' έγλεπα τους έθελα άλλη ζήσην;
- Τζιαι γλέπεις τους;
- Γλέπω τους.
Ευλόησεν τους κολοιούς ο Γριστός τζιαι εγίνησαν κουέλλοι.
- Τζι' εν να ελεάς, λαλεί του, τους φτωχούς;
- Τζιαι ποττέ να μεν τους ελεώ;
- Αί, αν τους ελεάς, λαλεί του, εν να τους έσσεις.
Έτσι έδωκεν του τζιαι τούτου ζήσην.
Έμεινεν τωρά ο μιτσύς. «Εσού, γυιέ μου», λαλεί του ο γέρος, «είντα 'μ που θέλεις;». Αί, τούτος είπαμεν πως είσσεν καλήν γνώμην.
- Εγιώ, παππού, λαλεί του, θέλω την ευτζήν σου.
- Μα ποττέ, γυιέ μου, την ευτζήν μου; να μου ζητήσεις να σου δώκω τζι' εσέναν καμμιά ζήσην.
- Αί, λαλεί του, θέλω νάβρω μιαν γεναίκαν που να είσσει την ίδιαν γνώμην μ΄εμέναν.
- Καλάν, λαλεί του, εν να μπούμεν εις το χωρκόν τζι' εν να πάμεν σ' έναν σπίτιν τζιαι να σ' αρμάσω.
Επήαν, εκατέβησαν έσσω στο σπίτι νου αθθρώπου. «Ω! τζιαι καλώς τους, τζι' είντα κάμνετε;» Ου, περιποίησην μεν αρωτήσης! Λαλεί του ο γέρος του αθθρώπου:
- Ήρταμεν να μας δώκεις την κόρη σου στον γυιόν μου τούτον.
- Ά, λαλεί ο άθθρωπος, εν καλά, μα έχω την λογιασμένη με άλλον.
- Όϊ, λαλεί του ο γέρος, εν να την δώκεις για τον γυιόν μου εμέναν.
- Μα ποττέ, λαλεί του, αφού το πωρνόν ο τζύρης του εν να πάει να φέρει τζιαι το κρασίν να χαρτώσομεν· γίνεται;
- Τίποτε, λαλεί του ο γέρος, ο γυιός του τζείνου έννεν καλός άθθρωπος τζι' εν να δυστυχήσει η κοπελλούα σου στα σσέρκα του. Η κοπελλούα σου εν για τον γυιό μου που κάμνει.
- Αί, λαλεί του ο άθθρωπος, πρέπει ν' αρωτήσω τζιαι τον συμπέθθερον μου τζι' αν δεχτεί τζι' εν έσσει έστασην, να σου την δώκω.
Αρωτούν τον τζύρην του κοπελλιού, «ποττέ», λαλεί, «εν λόος τούτος; ... αφούς το πωρνόν πα να φέρω τζιαι τα κρασιά. Έτο έχω τα ούλλα έτοιμα». Λαλεί του ο γέρος:
- Να βάλομεν έναν στοίσσημαν. Να φυτέψωμεν πόναν αμπέλιν. Όπως το φυτέψεις εσού, να το φυτέψω τζι' εγιώ· ίδιον τόπον που το φυτεύκεις εσού να το φυτέψω τζι' εγιώ· τζείνου που' ν' να κάμει σταφύλιν ως το πωρνόν τζιαι να ψηθεί για να βκάλομεν κρασίν, τζείνου να δώκουν την κοπελλούαν.
Εδέχτην, γιατί, λαλεί σου, μ' εμέναν εν δυνατόν να κάμει σταφύλιν, με τζείνου. Εφυτέψαν τ' αμπέλιν. Τζείνου εξέρανεν ως που το πωρνόν, του γέρου ήτουν φορτομένον σατέ μαύρο σταφύλιν. Έτσ' ήτουν. Επαντρέψαν την κοπελλούαν με τον γυιόν του γέρου τζι' έφυεν ο γέρος.
Ύστερις που κάμποσα γρόνια ο Γριστός εθέλησεν να κατεβεί πάλε να τους δοτζιμάσει. Περίτου που τον Αβραάμ, που' τουν ο δίκαιος της γης, τζιαι πάλ' εδοτζίμασέν τον. Εγίνην ένας γέρος με καρφίτες πα στην μουτσούναν του, λυμένος τζιαι σταμένος! Επήεν εις του πρώπου. Άννοιξεν, έμπην έσσω:
- Κάμετε ελεημοσύνην γρισκιανοί μου, στο όνομα του Ιησού Γριστού. Να σας χαρήνει ο Θεός να μάλια σας, τα χτηνά σας.
Βκαίννει έξω η γεναίκα, θωρεί τον:
- 'Ελα κόρη, φωνάζει της δούλας, έπαρ' τουν' το κομμάτιν το ψουμίν τζείν' του γέρου να φύει τζι' εν ημπορώ να τον θωρώ με τζείν' τους καρφίτες, ανακατσιώ τον.
- Εν έσσει λλίον τόπον, τζυρά μου, φωνάζει πάλε ο γέρος, να μείνω τζι' εγιώ ο φτωχός;
- Πήαιννε, πήαιννε, γέρο, τζι' εν έχομεν.
Ο γέρος έδωκεν γυρόν τζιαι πάλε ήρτεν να δοτζιμάσει τζιαι τον άθθρωπον που 'ρτεν που το ζευκάριν.
-Καμμιάν καρκόλαν, γυιέ μου, λαλεί του, να ππέσω τζι' εγιώ τζι' είμαι άρρωστος τζι' εγύρισα το χωρκόν τζι' εν μου εδώκασιν.
- Έσσει, παππού, λαλεί του τζείνος.
- Ασκόπα, λαλεί του η γεναίκα του, άμπα τζιαι βάλεις μου τον καρφικιασμένον μέσ' τα ρούχα τζιαι τζοιμιστρώσεις μου τον!
Ο άθθρωπος είσσεν καλήν γνώμην, αμμά η γεναίκα....
- Αί, πήαιννε, γέρο, λαλεί του, τζιαι πέρκιμον εύρεις αλλού τζι' εν καϊλίζει η γεναίκα μου.
Έφυεν τζι επήεν εις τον δεύτερον. Έκαμεν τζιαι τον στραόν εις τούτον. Επήεν μέσ' την μάντραν που γάλευκεν τες κουέλλες.
- Γυιέ μου, που νάσσεις τα πολλά καλά, νακκουρίν γάλαν τζι' εμέναν του φτωχού του ανήμπορου.
- Καλά, παππού, λαλεί του, μείνε πίσω να μεν μου ξυππάσεις την κουέλλαν τζιαι να σου δώκω.
Πάλε ο γέρος τον χαβά του. Ξυππάζεται η κουέλλα, αχτυπά μιαν του γαλευτηρκού, εσσιόνωσεν του το γάλα. Θυμώννεται τζι' ο βοσκός, πκιάννει το τζυπόϊν, γυρίζει του μιαν του γέρου!
- Αί, τζι' είντα σούκαμα, γυιέ μου, λαλεί του.
- Είντα μούκαμες! λαλώ σου μείνε πίσω τζι' εν να ξυππαστεί η κουέλλα... Τωρά που μου σσιόνωσες το γάλαν...
- Αί, γυιέ μου, να δκιακονίσω τζιαι να σου το πκιερώσω.
Ο γέρος έφυεν. Εδοτζίμασεν τον τζιαι τούτον.
Επήεν εις τον μιτσύν που πήρεν την κοπέλλαν πούσσεν την ίδιαν γνώμη μετά του. Όσον τζι' έμπην έσσω: «Τζιαι καλός τον παππού μας». Εβάλαν τον μέσ' τα ρούχα, εκάμαν του τσσορβάν, ...
- Γυιέ μου να χαρείς, λαλεί του, για να γειάνω είπαν μου πως πρέπει να μου κόψεις λλίον που το βλαντζίν του τούν' του μωρού σου να φάω, τζι' εν να γειάνω.
Έμεινεν δήμιος ο άθθρωπος. Το παιδίν τους ήταν μοναχοπαίιν τζι' αγαπούσαν το τζιαι τζείνος τζι' η γεναίκα του, είντα να σου πω! ...
Είπεν το της γεναίκας του. «Άντρα μου», λαλεί του, «ό,τι θέλεις, τζείνον πράξε». Είπαμεν ότι οι γνώμες τους εσυφφωνούσαν. Λαλεί τους ο γέρος:
- Μα αν το λυπάστε να μεν το κάμετε.
- Ποττέ, παππού, λαλούν του, αφούς εν να γειάνεις ...
- Αί, λαλεί τους, ν' άψετε τον φούρνον καλά- καλά τζιαι να πκιάσετε ένας πο τζει τζι' ο άλλος πο δα, τζιαι να το ρίξετε μέσα να το κάψετε τζιαι να μου φέρετε λλίον που το βλαγκούϊν του να φάω να γειάνω.
Άψαν τον φούρνον, επυρώσαν τον, τζι' επκιάσαν ένας πο τζει τζι' ο άλλος πο δα, τζι' ερίξαν το μέσα. Ύστερις που κάμποσην ώραν λαλεί τους ο γέρος: «Λάμνετε, γυιέ μου, παρατηράτε τζι' εψήθην». Πααίνουσιν, παρατηρούν, είντα να δεις! το μωρόν τους εκάθετουν διπλοπόϊν τζι' εδκιάβαζεν! Παν έσσω νάβρουν τον γέρον να του το πουν, με γέρον, με τίποτε.
- Ολάν, λαλεί της γεναίκας του, εν τζιαι ξέρεις ... ο γέρος τούτος εν τζείνος που μας άρμασεν τζι' εν ο Γριστός τζι' ήρτεν να μας δοτζιμάσει. Ά! τζι αν επήεν τζι' εις τους άλλους μου αρφούς είντα ξέρω!
Πάει, παρατηρά, οι αρφούες του με κούελλους, με κτήματα, με τίποτε. Εχάσαν τα ούλλα.

Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Τα εκατό λόγια της αγάπης: μεσαιωνικό κυπριακό δημοτικό τραγούδι


Αφού εκτίστην κιβωτό τζι εστερεώθην κόσμος,

κτίστηκεν Αγιά Σοφιά της Κύπρου το ρηγάτον,
κτίστηκεν τζι Αμμόχωστο με το κωνσταντινάτον,
μαρκελλώθην τζι η θάλλασα γύρου τριγύρου άμμοι,
ο παίδκιος κόρην αγαπά τζιαί τζείνη εν το ξέρει
εξώδεψεν στην πόρταν της εννιά πύρκους λουβάριν,
τζι ακόμα που το στόμαν της λόον εν μπόρισεν να βκάλη.
Επήεν εις την μάναν του, ευτζήν να του χαρίση
που τ’ άκουσεν η μάνα του, αρκώθην τζι εθυμώθην:
- Γυιέ μου, τα βασιλόπουλλα ποττέ εν αγαπούσιν,
μόνον σαϊτταν τζι άρματα παίρουν τζιαί πολεμούσιν.
Κρυφά πουλεί τες χώρες του τζι ούλλον καρτσά τα κάμνει,
εις το στενόν της λυερής πάει τζιαί δκιαλαλέται:
- Πκιός πκιάννει τέδκοιον μισταρκόν, πκιός πκιάννει τέδκοιον δούλον,
να καταλύη τα νιότα του, να τρω’ που τα φλουρκά του,
να λειώννη τζιαί τα ρούχα του, τζιαί να δουλεύκη ξένα;
Που τ’ άκουσεν η λυερή, βκαίννει ’ς στο παναθύριν,
επολοήθην τζι είπεν του με τα γλυτσιά της σσιείλη:
- Πκιάννω τζι εγιώ’ τσι μισταρκόν, πκιάννω τζι εγιώ’ τσι δούλον,
να καταλύη τα νιότα του, να τρω’ που τα γρουσά του,
να λειώννη τζιαί τα ρούχα του, τζιαί να δουλεύκη ξένα.
Κάμνει τρεις γρόνους ταβλατζής, τζιαί πέντε ζευκαλάτης,
Τζι ακόμα’ που το στόμαν της λόον εν μπόρισεν ν’ ακούσει
έμαθεν γλώσσες των πουλιών τζιαί των φιδκιών τες γνώσεις.
Μιαν αγιάν Κυριακήν, μιαν άγιαν ημέραν
ηθέλησεν η λυερή να πα’ ς στην εκκλησίαν
εμπέην έσσω τζι έβαλεν ρούχα της φορεσσιάς της,
με μακριά, μήτε κοντά, ίσσια της ελιτζιάς της
που κάτω έβαλεν γρουσά, που πάνω γρυσταλλένα
τέλεια π’ αππέξω έβαλεν γρουσά μαλαματένα,
καζακκόν ολόχρουσον φορεί,τζι εσσιέπασεν τα τέλεια.
Βάλλει βάγες π’ ομπρός τζιαί βάγες που τα πίσω,
τζιαί βάγες εις τα δκυο πλευρά να μεν την αγρωνίσουν.
Εγύρισεν η λυερή να πα ’ς την εκκλησίαν,
τζι ο παίδκιος που την αγαπά, τζιαί τρέσσιει ταπισόν της,
αγνάριν του τζι αγνάριν της, παδκιάν του τζιαί παδκιάν της,
αρτίρισεν τ’ αγνάριν της, έμπην ΄ς την εκκλησίαν
και κάμνει τρείς μετάνοιες με την ποδιξιωσύνην,
τζι έσυρεν τζι εκουμπίστικεν με την εμπιστοσύνην.
Θέλεις εν θέλημαν θεού, θέλεις εν που κανέναν,
ξηκουτσακώθην κουτσακάς τζι εφάνην το βυζίν της.
Παπάς το είδεν τζι έλαβεν, δκιάκος τζι εποκουππίστην,
τζιαί τα μιτσσιά δκιακόπουλλα εχάσαν τα χαρτιά τους,
ως τζιαί ο γεροπίσκοπος πάει ομπρός τζιαί πίσω.
Η κόρη που’ τουν βρένιμη, βρένιμα πολοήθην:
- Ψάλλε, παπά σγοιάν έψαλλες, τζιαί δκιάκο σγοιάν ελάλες,
τζι εσείς μιτσοδκιακόπουλλα, εύρετε το ψαλτήριν,
τζι εσ’ άγιε γεροπίσκοπε, στάθου εις το θρονίν σου,
τα κάλλη θκιός μου τα’ δωκεν τζιαί τα κανάτζια μάνα,
τζιαί τα νιψοχολιάσματα τα σσιέρκα μου τα κάμαν,
τζιαί τα νερα’ς την πόρταν μου, τζι εγίνικ’ ανεράδα.
τζι ο παίδκιος, που την αγαπά, οπμρός της γονατίζει.
- Κόρη για δος μου το φιλίν, κόρη για δος μου πόθους.
Που τ’ άκουσεν η λυερή, αρκώθην τζιαί εθυμώθην:
- Άδε τον γυιόν της άνομης, άδε τον γυιόν της κούρβας,
ως τζι εις το σπίτιν του Θεού φιλίν ήρτεν να πάρη!
Άϊτες, βάγες μ’ άϊτε’ς τον πύρκον μας να πάμεν,
τζι έννεν θελιμάν Θεού αντίερον να φάμεν.
Εγύρισεν η λυερή τζιαί πάει ΄ς τον οδόν της,
τζι ο παίδκιος, που την αγαπά, τζιαί τρέσσιει ταπισόν της,
εφτά σοκκάτζια τσάκκισεν, όσον να της ημπλάση,
βκάλλει τζιαί το φεσάτζιν του, τζι ομπρός της γονατίζει:
- Κόρη για δος μου το φιλίν, κόρη για δος μου πόθους,
κορή γένου αρχάγγελος, τζι έλα παρ’ την ψυσσιήν μου.
- Πώς να σου δώκω το φιλίν, πώς να σου δώκω πόθους,
πώς να γενώ αρχάγγελος, να πάρω την ψυσσιήν σου,
τζι εγιώ ψυσσιήν πάνω μου βαστώ,ωσγοιάν τζιαί την δικήν σου!
Είσαι μιτσίν τζί ανήξερον, τζι αγάπην εν ηξέρης,
μόνον εν αίγιες ΄ς στα βουνά, να πάης να τες εύρης.
- Φορησ’ τα γρουσοπράνελλα τζι έβκα στο περβόλιν,
να δης τζιαί τες μιτσσιές μηλιές, να δης τζιαί τες μϊάλες,
πως ανθούσιν οι μιτσσιές κάλιον που τες μϊάλες.
Μια μηλιά, μιτσσιά μηλιά, ήτουν γεμάτη μήλα,
στόμαν τζιαί γλώσσαν έκαμεν της λυερής τζιαί λέει:
- Νά ’χα καλή τα κάλλη σου, να΄χα τες ομορκές σου,
όπκιος μου λάλεν για φιλίν, δέκα’ θελα του δώκω!
Που τ’ άκουσεν η λυερή, αρκώθην τζιαί εθυμώθην:
- Άδε τον γυιόν της άνομης, άδε τον γυιόν της κούρβας,
ως τζιαί τα δέντρη τ΄άλαλα πκιάννη τα μαυλιστάες!
Άϊτες, βάγες μου, αϊτε’ς τον πύρκον μας να πάμεν.
Αγνάριν του τζι αγνάριν της, παδκιάν του τζιαί παδκιάν της,
αρτίρισεν το βήμαν της, τζι έμπην εις στον πύρκον,
εβάωσεν τζι εσφάλισεν, τζι εσφικτορωμανίστην,
τζι ο παίδκιος που την αγαπά, ’π’ αππέξω πομεινίσκει,
τζιαί τρεις γυρούς εν πού δωκεν, τζιαί πόρταν εν ευρίσκει.
Εις την δεξιάν του την μερκάν, θωρ’ έναν περβόλιν,
τζι άννοιξεν τες αγκάλες του τζιαί τον θεόν δοξάζει:
- Θεέ τζι αν είμαι πλάσμαν σου, Χριστέ, τζιαί πάκουσε μου,
τζιαί κάμε μιαν πυράν πολλήν, να σσίζουνται τα ξύλα,
να μαρανίσκουν τα δεντρά, να ππεύτουν τζιαί τα φύλλα,
να βαρηθή τζι λυερή να βκή στο παναθύριν,
να πκιάση την γρουσήν ρόκκαν τζιαί το γρουσόν ροάνιν,
να σύρη την γρουσήν κοντήν, τζιαί την γρουσήν μϊάλην,
τζι απού την πρώτην την κλωστήν να κόπην το ροάνιν,
τζι άλλος κανένας μεν βρεθή να πα να της την πάρη,
τζιαί να μου φώναξεν εμέν να της την παραδώσω.
Παντώς ο νιός άγιος ήτουν, Χριστός τζι επάκουσεν του,
έκαμεν μιαν πυράν πολλήν, τζιαί σσίζουνται τα ξύλα,
τζιαί μαρανίσκουν τα δενδρά, τζιαί ππεύτουν τζιαί τα φύλλα,
τζι εβαρήθ’ η λυερή τζι έβκην ’ς το παναθύριν,
τζι έπκιασεν την γρουσήν ρόκκαν, τζιαί το χρουσόν ροάνιν,
τζιαί σύρνει την γρουσήν κοντήν, τζιαί την γρουσήν μϊάλην,
τζι απού την πρώτην την κλωστήν εκόπην το ροάνιν,
τζί άλλος κανένας εν ήτουν τζεί να πα να της το πάρη.
Τζιαί διπλαππήιν το’ καμεν ’ς τα σσιέρκα του το παίρνει
στο ναν σκαλίν ετσίμπαν το, στα δκυό γλυκοφιλά το,
στα τρια εις τα τέσσερα σκαλιά, στέκει συχναρωτά το:
- Σαν σε φιλώ ροάνιν μου, να φίλουν την τζυρά σου,
σαν σε τσιμπώ ροάνιν μου, να τσίμπουν την τζυρά σου!
Η λυερή σαν τ’ άκουσεν, αρκώθην τζι εθυμώθην:
Το ροανούιν μου’ ππεσεν τζι άδε χαρές που κάμνει,
τζιαί κάλο να’ ππεφτα εγιώ πως μέλλεν να περάση!
Να πα να πης του μάντζιπα, να κάμης λουτουρκούλλες,
να πάης εις τον τζερουλλάν, να κάμης τρεις λαμπάες,
πήαιννε τζιαί λουτούρκησε τζει στους αγίους τζείνους,
άψε τον άην Πολλησμονητήν, να με πολλησμονήσης.
Πριν να μου πης τζυράκκα μου, εγιώ επάντεχα το,
επήα εις τον μάντζιπαν τζι έκαμα λουτουρκούλλες,
επήα εις τον τζερουλλάν τζι έκαμα τρείς λαμπάες,
επήα τζι ελουτούρκησα τζει στους αγίους τζείνους,
άψα τον άγιον να’ ρκωμαι, τον άγιον να συχνάζω,
τον άγιον Πολλησμονητήν, μεν σε πολλησμονήσω.
- Να πα΄ς να μάθης γράμματα, να μάθης το ψαλτήριν,
να μάθης τον Απόστολον, το στροτζυλόν γραψίμιν.
- Πριν να μου πης τζυράκκα μου, εγιώ απάντεχα το,
έμαθα τζιαί τα γράμματα, έμαθα το ψαλτήριν,
έμαθα τον Απόστολον, το στροτζυλόν γραψίμιν
έμαθα τον λοαρκασμόν, εν μου γελά κανένας.
- Να μάθης τα’ κατό λόγια, που λεν για την αγάπην,
- Έμαθα τα ’κατό λόγια, που λεν για την αγάπην.
"Έναν", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Ο θκιός σου να μας άφιννεν, εσέναν μαυρομμάτα,
τζι να γλυκοφιλιούμασταν, να κάμναμεν μαντάτα!
"Δκυο", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Δκυο καρκιές μαραίνουνται, τα δκυό μου μμάδκια τρέχουν,
τα σσιείλη μου παρακαλούν τ ’ αγγάλια σου να βρέχουν.
"Τρία", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Αγία Τριάδα βοήθα μου την κόρην ν ’ αγαπήσω,
τζιαί να σου κάμω την γιορτήν, τζιαί να σου λουτουρκήσω.
"Τέσσερα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
Τεσσαρακάντουνος σταυρός ’ς στην δίπλην των βυζιών σου,
σσιόνα μου τζιαί να μ΄άφφινες να φίλλουν τον λαιμόν σου!
"Πέντε", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Πέντε μασσιαίρκα δίστομα, τραβέρσ’ ακονισμένα,
εις την καρκιάν μου να μπηχτούν εν βκάλλουν στάλαν γαίμαν!
"Έξι", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Έτο που βκήκεν η Οπλειά τζιαί τ’ άστρα της εν έξι,
όπκοιος ’γαπά μιαν όμορφην πρέπει να την δκιαλέξει.
"Εφτά", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Εφτά πλανήτες τ ’ουρανού, την αγαπώ πολλάτε,
να έρκεται ’ς τα αγκάλια μου την νύκτα να τζοιμάται.
"Οκτώ", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Οκτώ πόδκια έσσιει ο κάουρος, τζιαί παν ομπρός τζιαί πίσω,
την νιότη μου κατάλυσα, όσον να σ ’αγαπήσω.
"Εννιά", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Απού ψηλήν γενιάν είσαι τζιαί που μϊάλην ρίζαν,
επόντζισα τσα πάνω σου, τα ρούχα μου εμυρίζαν!
"Δέκα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Δεκάτιζε τα λόγια σου, σσιόνα μου να σε φτάσω,
γιατ ’εν λοαρκασμός πολλύς, φοούμαι μεν ξηχάσω.
"Είκοσι", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Είκοσι μήλα κότσσινα, οσγοιάν γλυτζιά λεμόνια,
παίρνω σε κόρη παίρνω σε, μακάρι νά ’σσιεις γρόνια.
"Τράντα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Τζυπάρισσος τραντάκλωνος με το περικλοκάιν,
να σε φιλήσω σσιόνα μου, γιατ’ η καρκιά μου ’κάην.
"Σαράντα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Σαράντα πέντε Σάββατα τζι εξήντα Κυριακάες,
εγύριζα τες εκκλησσιές τζι αρώτουν τους παπάες,
για να μου παρατζείλουσιν να μεν κάμνω καυκάες.
"Πενήντα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Πενηνταρκές την έσγαψα την γην την στερεωμένην,
τζιαί μέσα την εφίλησα την βερκολυγισμένην.
"Εξίντα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Εξινταρκές εν που ’σγαψα λάκκον εις την αυλή σου,
να ΄βρω το απάρτενον νερόν, να λούσης το κορμήν σου.
'Βτομήντα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Βτομήντα γρόνια κάθομαι τζιαί βάλλω το γινάτιν,
για να μου δώκης το φιλίν τζιαί να σε καμ ’αγάπην.
"Ογδόντα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Ογδόντα βρύσες τζι αν δκιαβώ τζι άλλα ’ κατόν πηγάδκια,
ούλλα διψώ τζιαί πίννω τα, γατ’ έσσιεις μαύρα ’μμάδκια.
"Νενήτα", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Νενήτ’ αγάπες γίνεται σσιόνα μου ν ’ αγαπήσω,
όϊ εσέναν μανιχά, να πάω να σ’ αφίσω.
"Κατόν", λαλεί του η λυερή, τζι ο νιός επολοήθην:
- Κάτω ’ ς τα Ιεροσόλυμα, εις του Χριστού τον τάφον,
έσσιει εκατόν μιαν καλορκάν τζι εξήντα καλοΐρους,
τρώσιν τον μήναν κάστανα, τον γρόνον λευτοκάρυα,
νερόν με καρυόκουππον τζι ένιν μπορούν ν ’ αγιάσουν,
της Παραδείσου τα κληδκιά ’ς την πούγγαν μου κρατώ τα,
όπκοια μου δώκει το φιλίν, τζείνης αννοίω πρώτα.
Τζει χαμαί ’ς το αγίασμα, η κόρη απλανεύτην:
- Άμετε, βάγιες, στρώσετε την κλίνην πόν ’ που πάνω,
βάρτε τον μούσκον πάπλωμαν, τον ξυλαλάν σεντόνια,
εννιά καγτζιά ροδόστεμμαν βάρτε εις στα ποάρκα,
τζιαί τρείς μούττες βασιλιτζιάν μέσα στα μαξιλάρκα.
Επκιάσασιν σσιερκές, σσιερκές, σαν πέρτιτζοι ζευκάριν,
επήαν τζι επλαγιάσασιν μέσα που το κλινάριν.
Έβαλεν μούσκον περισσόν τζι ο νιός εποτζοιμήθην,
τζιαί πάνω στα μεσάνυκτα η κόρη εβαρήθην:
- Αφού εν ήταν δυνατόν αγάπην ν΄αγαπήσης,
γιατί να μπής, να κατεβής, τον νουν μου να ζαλίσεις;
- Τζιαί στάθου βέρκα μου λεγνή, θωρώ το με την κρίσιν.
Επιάσασιν σσιερκές, σσιερκές, εις τον κριτήν τζιαί πάσιν.
- Τζιαί γειά σ ’ αφέντη μου κριτή, τζιαί κάμε δίκιαν κρίσιν,
εσσιοίνιασα τον μαύρον μου σε δασερόν λειβάδιν,
μήτ’ έφαν, μήτ’ εχόρτασεν, η κρίσι τι ν ’ πάρη;
Επρόσταξεν τον ο κριτής γιά να ξανασσιοινιάση.
- Να μεν λαλήση πετεινός, με φως να μεν χαράξη,
με χότζιας εις τον μιναρέν ‘‘αλλάχ’’ για να φωνάξη!
Που τ’ άκουσεν η λυερή αρκώθην τζι εθυμώθην:
- Άτε να πας που δα χαμαί, ρε κκέλη, ρε μηλιώτη,
απλώσασιν οι φτείρες σου τζι επιάσαν την βρακτήν μου,
τζι εφάασιν το χώμαν μου, πού’χα μέσ’ς την αυλήν μου,
τζι εγιώ το χώμαν θέλω το να κάμ’ έναν γιοφύριν,
να ρέσσ ’ ο παίδκιος, π’ αγαπώ κάθε πρωίν τζιαί δείλιν.


Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ντοκιμαντέρ: Διαζύγιο αλά Ιρανικά - Documentary: Divorce Iranian Style


Τίτλος: Διαζύγιο αλά ιρανικά
Διάρκεια: 77 λεπτά
Περιοχή: Ιράν
Είδος: Ντοκιμαντέρ
Έτος: 1998
Γλώσσα: Περσικά με αγγλικούς υπότιτλους
Σκηνοθεσία: Κιμ Λοντζινότο και Ζίμπα Μιρ- Χοσσεΐνι

Το Διαζύγιο αλά ιρανικά είναι ένα ντοκιμαντέρ που πηγαίνει εκεί όπου οι Δυτικές φωτογραφικές μηχανές δεν έχουν πάει ποτέ πριν: σε ένα ιρανικό δικαστήριο διαζυγίων. Πρόκειται για ένα καθ'όλα καθαρά ντοκιμαντέρ για τη διαδικασία των διαζυγίων στο Ιράν το οποίο πραγματοποιείται από ένα βρετανικό τηλεοπτικό συνεργείο. Ακολουθούν, ένα ζευγάρι αρκετά στενά, μέσω της επίσημης διαδικασίας και τη διαιτησία του περί οικογενείας νόμου, και καταγράφουν τις εμφανίσεις πολλών άλλων στο δικαστήριο, καθώς και να παίρνουν συνεντεύξεις με τους υπαλλήλους του δικαστηρίου. Οι κινηματογραφιστές παρεμβαίνουν πολύ λίγο στα γεγονότα που καταγράφουν, και περιλαμβάνουν μακρά αυτούσια μέρη που δημιουργούν μια πολύ ρεαλιστική αίσθηση.
Αυτοί που δεν έχουν βασικές γνώσεις για το Ισλάμ ή τη Μέση Ανατολή θα βρουν ένα μεγάλο μέρος της ταινίας μάλλον συγκλονιστικό, και μπορεί να βγάλουν αρκετά σκληρά συμπεράσματα. Ωστόσο, οι κινηματογραφιστές έχουν προφανώς την πρόθεση να διαταράξουν το Δυτικό κοινό, και να αποδείξουν τις αναχρονιστικές ανισότητες που εξακολουθούν να υφίστανται στο σύγχρονο Ιράν.



Title: Divorce Iranian Style
Running Time: 77 Minutes
Region: Iran
Year: 1998
Genre: Documentary
Language: Persian with English subtitles
Director: Kim Longinotto and Ziba Mir-Hosseini

Divorce Iranian Style is a documentary that goes where Western cameras have never before gone: into an Iranian divorce court. This is a very pure documentary about the divorce process in Iran made by a British film crew. It follows one couple fairly closely through formal proceedings and family arbitration, and records the court appearances of several others, as well as talking with court employees. The filmmakers interfere very little with the events they record, and include long unedited segments that create a very realistic feel.
People who has no background knowledge of Islam or the Middle East will find much of the film rather shocking, and may make rather harsh judgments. However, the filmmakers obviously intend to disturb their western audience, and successfully demonstrate the anachronistic inequalities that persist in modern Iran.


ΛΗΨΗ - DOWNLOAD


Ντοκιμαντέρ: Τρανσέξουαλ στο Ιραν - Documentary: Transsexual in Iran

Κατηγορία: Ντοκιμαντέρ
Χώρα: Ιράν
Έτος: 2006
Διάρκεια: 82 λεπτά
Γλώσσα: Περσικά με αγγλικούς υπότιτλους
Σκηνοθεσία: Mohr και Negin Kianfar

Το Τρανσέξουαλ στο Ιράν είναι ένα βραβευμένο ντοκιμαντέρ. Ο τίτλος Τρανσέξουαλ στο Ιράν (BBC2) θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιο στο συμπέρασμα ότι θα δει το προφίλ ενός ατόμου. Αντ 'αυτού, συναντούμε αρκετούς, γιατί όπως αποδεικνύεται, στο Ιράν γίνονται περισσότερες εγχειρίσεις αλλαγής φύλου από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο, εκτός από την Ταϊλάνδη. Σύμφωνα με τη μουσουλμανική σηιτική νομοθεσία του Ιράν, η εν λόγω πράξη όχι απλώς επιτρέπεται, αλλά προφανώς ενθαρρύνεται ως μια ισλαμική θεραπεία για ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι σε λάθος σώμα. Η κυβέρνηση προσφέρει το μισό κόστος των ιατρικών αμοιβών, και, αφού κάποιος έχει αλλάξει φύλο, το πιστοποιητικό γέννησής του τροποποιείται αναλόγως.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας άλλος πιθανός παράγοντας στην επιθυμία τόσων πολλών νεαρών Ιρανών ανδρών να γίνουν νεαρές Ιρανές γυναίκες: η ομοφυλοφιλία στο Ιράν τιμωρείται με τη ποινή του θανάτου. Ο Δρ Bahram Mir-Jalali αρνιέται ότι κάποιος από αυτούς που εγχειρεί επιδιώκει απλώς ένα νόμιμο τρόπο να έχει σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες. Δυστυχώς, η εκτίμηση του στην πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνεται από τους επίδοξους τρανσέξουαλ που παρουσιάζονται εδώ. Οι περισσότεροι ομολογούν, συχνά μέσα σε δάκρυα απελπισίας, ότι αν ζούσαν κάπου αλλού, δεν θα υπόβαλλαν τα γεννητικά τους όργανά σε χειρουργική επέμβαση. Το αποτέλεσμα είναι ένα ντοκιμαντέρ το οποίο όχι μόνο μας ανοίγει τα ματιά, αλλά, που για ένα μεγάλο μέρος της διάρκειάς του, είναι εξαιρετικά λυπηρό.

Category: Documentary
Country: Iran
Year: 2006
Duration: 82 minutes
Language: Persian with English subtitles
Director: Mohr and Negin Kianfar

Transsexual In Iran is an award winning documentary. The title of Transsexual in Iran (BBC2) might have led you to expect a profile of one individual. Instead, we met several, because it turns out that more sex-change operations are performed in Iran than in any other country, except Thailand. Under Shiah law, these operations aren't merely allowed, but apparently encouraged as an Islamic cure for people trapped in the wrong body. The Government provides half the medical fees and, once you've changed sex, amends your birth certificate accordingly.
There is, however, another possible factor in the willingness of so many young Iranian men to become young Iranian women: homosexuality is punishable by death. Dr Bahram Mir-Jalali denied that anybody he operates on is simply seeking a legal way of having sex with men. Unfortunately, his assessment wasn't really borne out by the would-be transsexuals featured here. Most admitted, often through desperate tears, that if they lived anywhere else, they wouldn't be subjecting their genitals to surgery. The result was a documentary that was both eye-opening and, for much of the time, extremely sad.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Ντοκιμαντέρ: γέφυρα προς το Ιράν - Documentary: bridge to Iran

Κατηγορία: Ντοκιμαντέρ
Περιφέρεια: Ιράν
Θέματα: Μουσική / Τέχνη / πολιτισμός, πολιτικοί θεσμοί / Συνήθειες
Γλώσσα: Περσικά με αγγλικούς υπότιτλους
Έτος: 2009


Για αρκετές δεκαετίες, η αμερικανική κυβέρνηση έχει δαιμονοποιήσει με επιτυχία το κράτος του Ιράν, αναφερόμενη σε αυτό ως «αυτοκρατορία του κακού», ως μέλος του «άξονα του κακού». Η ρητορική έχει οξυνθεί κατά τους τελευταίους μήνες, καθώς το Ιράν προσπαθεί να πάρει τη μοίρα του στα δικά του χέρια παράγοντας πυρηνική ενέργεια, και ενδεχομένως πυρηνικά όπλα.

Αλλά τι πραγματικά γνωρίζουμε για αυτό τον αρχαίο πολιτισμό που είναι ένα από τα πλέον σημαίνοντα έθνη της Μέσης Ανατολής; Τι περισσότερο μπορούμε να ξέρουμε, χωρίς να ταξιδεύομε στην ίδια τη χώρα; Ο αμερικανικός τηλεοπτικός σταθμός Link TV θα γεφυρώσει αυτό το χάσμα της ενημέρωσης μας για το Ιράν, παρουσιάζοντας μας μια σειρά από ντοκιμαντέρ που αποσκοπούν στο να μας φέρουν στο εσωτερικό του Ιράν: να συναντήσουμε τους ανθρώπους του, να μοιραστούμε τον πολιτισμό του - να γνωρίσουμε αυτή την τεράστια, πολυπολιτισμική χώρα από μέσα προς τα έξω. Να μάθουμε ένα διαφορετικό Ιράν .... ένα μέρος με μυστηριώδη ομορφιά, μια χώρα με ήπιους ανθρώπους και με οικογενειακές αρχές. Να γνωρίσουμε τις ανθρωπιστικές αξίες που αποτελούν τον πυρήνα του περσικού λαού.

Η σειρά καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων για τη ζωή στο Ιράν: νεαρά κορίτσια που αντιμετωπίζουν τη γυναικεία φύση μέσα σε μια ισλαμική κοινωνία. Προσκυνητές που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να επισκεφθούν ένα ιερό χώρο στο αιματοκυλισμένο από τον πόλεμο Ιράκ. Την αγροτική ζωή και τις πολιτικές συνειδήσεις. Και μια ενεργητική και γεμάτη από έκπληξη εξερεύνηση της Τεχεράνης ως μιας μέγα μητρόπολης. Το κάθε ντοκιμαντέρ της σειράς «γέφυρα προς το Ιράν» παρουσιάζει η οικοδεσπότης Σαλώμη Αζίζι, και μερικά θα ακολουθούνται επίσης και από μια αποκλειστική, σε βάθος συνέντευξη με τον σκηνοθέτη. Τα ντοκιμαντέρ παρουσιάζονται από σύγχρονους ανεξάρτητους ιρανούς σκηνοθέτες που ζουν και εργάζονται στο Ιράν .

Category: Documentary
Region: Iran
Topics: Music / Art / Culture, Political Institutions / Systems
Language: Persian with English subtitles
Year: 2009

For several decades, the American government has successfully demonized the country of Iran, referring to it as an "evil empire" as a member of the "axis of evil". The rhetoric has ratcheted up in recent months, as Iran attempts to take hold of its own destiny by producing nuclear power, and possibly nuclear weapons.

But what do we really know about this ancient culture that is one of the most influential nations in the Middle East? What more can we know without travelling to the country itself? The American televisions station, Link TV, will bridge this information gap about Iran by presenting a series of documentaries designed to take us inside Iran: to meet its people, to share in its culture - to get to know this vast, multicultural land from the inside out. To know a different Iran....a place of mysterious beauty, a country of gentle people and family loyalties. Get to know the humanistic values that are at the core of the Persian people are.

The series covers a wide range of subjects about life in Iran: young girls facing womanhood within an Islamic society; religious pilgrims who risk their lives to visit a holy site in war-torn Iraq; rural life and political awareness; and an energetic and surprising exploration of Tehran as a mega metropolis. Each documentary in the series will be introduced by the Bridge to Iran series host Salome Azizi, and some are also followed by an exclusive, in-depth interview with the filmmaker. The documentaries are presented by contemporary independent Iranian filmmakers living and working in Iran


ΛΗΨΗ
- DOWNLOAD

http://rapidshare.com/files/250785730/Bridge_to_Iran__20090623_.part01.rar
http://rapidshare.com/files/250764321/Bridge_to_Iran__20090623_.part02.rar
http://rapidshare.com/files/250765784/Bridge_to_Iran__20090623_.part03.rar
http://rapidshare.com/files/250767594/Bridge_to_Iran__20090623_.part04.rar
http://rapidshare.com/files/250769322/Bridge_to_Iran__20090623_.part05.rar
http://rapidshare.com/files/250771213/Bridge_to_Iran__20090623_.part06.rar
http://rapidshare.com/files/250773216/Bridge_to_Iran__20090623_.part07.rar
http://rapidshare.com/files/250775304/Bridge_to_Iran__20090623_.part08.rar
http://rapidshare.com/files/250777599/Bridge_to_Iran__20090623_.part09.rar
http://rapidshare.com/files/250779293/Bridge_to_Iran__20090623_.part10.rar
http://rapidshare.com/files/250780880/Bridge_to_Iran__20090623_.part11.rar
http://rapidshare.com/files/250782286/Bridge_to_Iran__20090623_.part12.rar
http://rapidshare.com/files/250783698/Bridge_to_Iran__20090623_.part13.rar
http://rapidshare.com/files/250784343/Bridge_to_Iran__20090623_.part14.rar

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Η Αγία Ειρήνη η θυγατέρα του Αγίου Σπυρίδωνα - Saint Irene the daughter of Saint Spyridon


O Άγιος Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην κοινότητα Άσσιας, ένα χωριό της κεντρικής Μεσαορίας στην επαρχία Αμμοχώστου. Ο Σπυρίδωνας νυμφεύθηκε μία ευσεβή γυναίκα, με την οποία έφερε στον κόσμο παιδιά. Μεταξύ αυτών και την Ειρήνη. Η σύζυγός του, όμως, κοιμήθηκε νωρίς, γι'αυτό και ο Άγιος ανέλαβε την ανατροφή των παιδιών του εξολοκλήρου. Η ζωή του αγίου Σπυρίδωνα ήταν γεμάτη από δοκιμασίες. Ο θάνατος της κόρης του Ειρήνης ήταν από τα πιο θλιβερά περιστατικά στη ζωή του.
Η κόρη του πέθανε ενώ ο Άγιος βρίσκονταν στην Σύνοδο της Νικαίας. Κατά την επιστροφή του στην Κύπρο τον επισκέφθηκε κάποια γυναίκα, η οποία με μεγάλη ταραχή του ανάφερε ότι είχε δώσει, στην κόρη του ένα κόσμημα πολύτιμο για να το φυλάξει, εν τω μεταξύ όμως πέθανε η Ειρήνη χωρίς να το επιστρέψει ή να φανέρωση τον τόπο όπου το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε στον τάφο της κόρης του, ακολουθούμενος από πολλούς άλλους και εκεί, απευθυνόμενος προς την νεκρά, ως να ζούσε, την ρώτησε πού έχει φυλαγμένο το ξένο κόσμημα. Εκείνη δε, αφού ανέκτησε προς στιγμήν την ζωή και ανακοίνωσε στον πατέρα της τον τόπο, κοιμήθηκε και πάλι. Ο δε Άγιος επέστρεψε στην γυναίκα το κόσμημα.
Η Αγία Ειρήνη η θυγατέρα του Αγίου Σπυρίδωνα δεν αναφέρεται από τους Συναξαριστές. Καταριθμείται όμως, μεταξύ των Αγίων της Κυπριακής Εκκλησίας. Τοιχογραφία της Αγίας υπάρχει στο νάρθηκα του ναού της Παναγίας της Ασίνου που ζωγραφίστηκε μεταξύ του 1332/1333.

Saint Spyridon was born in 270 AD at Assia, a village in the central district of Famagusta. Spyridon married a pious woman, with whom he gave birth to children. Among these children was also Irene. His wife, however, reposed early, and therefore the Saint took the responsibility for the upbringing of their children all by himself. The life of Saint Spyridon was full of tests. The death of his daughter Irene was one of the most painful incidents in his life.
His daughter died while the Saint was attending the Synod of Nicaea. On his return to Cyprus he was visited by a woman who with great agitation told him that she had given his daughter a valuable jewel to keep, but in the meantime Irene had died, without returning it or revealing the location where it was hidden. The Saint went to the tomb of his daughter, followed by many others and there, he addressed his dead daughter as if she was alive, and asked her to tell him where she had put the woman's jewel. She in turn, momentarily regained life, and announced to her father the place where the jewel was, and reposed again. And the Saint returned the Jewel to the woman.
Saint Irene the daughter of Saint Spyridon is not mentioned by any Synaxarium. However, she is included among the saints of the Church of Cyprus. A fresco of Saint Irene is to be found at the narthex of the church of Panagia Asinou which was painted between 1332/1333.