ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Παραδόσεις γύρω από το Κάστρο τ' Άϊ Λαρκού (Αγίου Ιλαρίωνος) της Κερύνειας

Οι θησαυροί του

Είναι γνωστά όσα διαδίδονται για θησαυρούς σχετικά με παλαιά μνημεία. Στην Αμμόχωστο· στο ανατολικό μέρος προς το λιμάνι και μεσ' από το τείχος υπάρχει ένα άγαλμα λιονταριού ενετικής εποχής. Ο λαός λοιπόν πιστεύει πως εκεί ακριβώς που κοιτάζει το λιοντάρι, άμα σκάψει κανείς, θα βρει θησαυρό. Είναι, όμως, δύσκολο ν' ανακαλυφθεί ο θησαυρός γιατί δεν μπορεί κανείς να καθορίσει ακριβώς πού βλέπει το λιοντάρι. Επίσης στην Άχνα· έξω στο νότιο μέρος, εκεί που είναι μια μεταβυζαντινή εκκλησία η «Παναγία της Τρασσειάς (Τραχιάς)» πιστεύει ο κόσμος πως τρεις «σαϊθκιές (τρία κτυπήματα με βέλος)» μακριά από την εκκλησία υπάρχει θησαυρός κλπ. Έτσι και για το Κάστρο του Άϊ Λαρκού αναφέρεται η ακόλουθη παράδοση:
Μέσα στο κάστρο είναι μια πόρτα που ανοίγει τον καιρό που λαλεί (λέει) ο παπάς την Λαμπρή τον «Καλόν Λόγον» και που οδηγά σε μέρη τρισκότινα, που είναι μεγάλοι θησαυροί. Μια φορά κατά τύχη βρέθηκε ένας βοσκός την ώρα που άνοιξεν η πόρτα και μπήκε μέσα. Γέμισε τη βούρκα (δερμάτινο σακκί) του με πολύτιμα πράγματα και βγήκε, μα θυμήθηκε πως ξέχασε εκεί την ματσούκα (γλίτσα) του και γύρισε ξανά να την πάρει. Ο Καλός Λόγος, όμως, τελείωσε, η πόρτα έκλεισε μονάχη της κι' ο βοσκός σφαλώθηκε μέσα. Εκεί, προσμένοντας ο βοσκός τη μέρα της Λαμπρής που θ' άνοιγε πάλι η πόρτα, έτρωγε κάθε μέρα μια ρώγα ενός ροδιού, που βρέθηκε στη βούρκα του. Τον άλλο χρόνο την ώρα του Καλού Λόγου που άνοιξεν η πόρτα, ο βοσκός βρήκε μα, συνηθισμένος καθώς ήταν στο σκοτάδι, μόλις αντίκρυσε το πρωί το φως του ήλιου, πέθανε.

Το πάρσιμο του Κάστρου

Όταν πολιορκούσαν το κάστρο την τελευταία του φορά, η βασίλισσα ήταν στην αψηλότερη του κορφή κι' έγνεθε νήμα και καθώς είδε πως οι εχθροί κυρίεψαν το κάστρο κι' ανέβαιναν ολοένα κι' απάνω, κρημνίστηκε από κει και σκοτώθηκε.
Μια άλλη παραλλαγή της ίδιας παράδοσης λέγει: Οι εχθροί το πολιορκούσαν δυο χρόνια και δεν μπορούσαν να το κυριέψουν και στα στερνά μεταχειρίστηκαν δόλο. Ένας στρατιώτης φόρεσε γυναικεία φορεσιά, έβαλε στην κοιλιά ρούχα πολλά κι΄έκανε πως ήταν ετοιμόγεννη γυναίκα και παρακαλούσε κλαίγοντας να της ανοίξουν το κάστρο να μπει να γεννήσει. Μια από τις 101 δούλες την σπλαχνίστηκε και παρακάλεσε την αφέντισσα της την βασίλισσα να της ανοίξει γιατί ήταν κρίμα. η Βασίλισσα με τα πολλά της παρακάλια πείστηκε, μα, μόλις άνοιξεν η πόρτα, ώρμησαν όλοι οι εχθροί, που ήταν κρυμμένοι και πήραν το κάστρο. Η βασίλισσα κι' οι εκατό μία δούλες της κρημνίστηκαν και σκοτώθηκαν.

Το χτίσιμο του Κάστρου

Το κάστρο χτίστηκεν από μια πολύ όμορφη βασίλισσα, που για το χτίσιμό του είχε πολύ ασκέρι· λένε πως τα υλικά- άμμο, πέτρες, νερό κλπ- οι εργάτες τ' έδιναν χέρι με χέρι από τη θάλασσα κι' έφταναν ως την αψηλότερη κορυφή του κάστρου. μα η όμορφη βασίλισσα ήτανε πολύ σκληρή. Άμα το αποτελείωσε κι' ήρθεν η μέρα που θα πλήρωνε το μισθό, φώναζε ένα- ένα τους εργάτες στα υπόγεια να τους πληρώσει, αλλά αντί αυτού, είχε στρατιώτες ωπλισμένους και τους σκότωναν και τους πετούσαν απ' την άλλην μεριά του κάστρου. Τα κόκκαλά τους βρίσκονται στο δυτικό μέρος του κάστρου και μπορεί κάποιος να τα δει μέχρι και σήμερα γιατί κρατάνε από τότε.
Η βασίλισσα ζούσε αφέντρα στο κάστρο με τις εκατό μία δούλες της. Είχεν εκατό σπίτια κι' ένα ακόμα κρυφό, που είχε στη στολή της την «μαλαματένην», τα χρυσαφικά της, τους θησαυρούς της και μένει ως την σήμερον ακόμα κρυφό κι' άγνωστο στον κόσμο.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Στις 838.897 ο πληθυσμός της Κύπρου: Ένας στους πέντε πολίτες είναι ξένος

Ο πληθυσμός της Κύπρου ανήλθε σε 838.897 άτομα την 1ην Οκτωβρίου 2011 σε σύγκριση με 689.565 στην προηγούμενη απογραφή το 2001, δηλαδή σημείωσε αύξηση 21,7% τα τελευταία 10 χρόνια, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά αποτελέσματα Απογραφής Πληθυσμού 2011, τα οποία ανακοίνωσε σε σημερινή δημοσιογραφική διάσκεψη η Στατιστική Υπηρεσία. Σημειώνεται ότι η επαρχία με τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή αύξηση το 2011 σε σχέση με το 2001 είναι η Πάφος με ποσοστό αύξησης 33,0%, ακολουθεί η Λάρνακα με 24,4%, η Αμμόχωστος με 23,1%, η Λεμεσός με 19,6% και τέλος η Λευκωσία με 19,0%.

Μπορεί ο πληθυσμός της Κύπρου να αυξήθηκε κατά περίπου 22% από το 2001 μέχρι σήμερα, ωστόσο η αύξηση αυτή δεν αντικατοπτρίζει των αριθμό γεννήσεων των Κυπρίων. Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού που διενεργήθηκε τους προηγούμενους μήνες καταδεικνύουν δραματική μείωση στις γεννήσεις και αύξηση του αριθμού των ξένων υπηκόων που διαμένουν στο νησί. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ένας στους πέντε πολίτες είναι ξένος. Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα, στη συνολική αύξηση του πληθυσμού συνέβαλε και το αυξημένο ποσοστό των ξένων υπηκόων που ανέρχεται στο 21,4% του συνολικού πληθυσμού. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2001 ήταν 9,4%.
Σύμφωνα με την επεξεργασία των στοιχείων που προέκυψαν από τη στατιστική υπηρεσία προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο μέσο όρος των μελών της κυπριακής οικογένειας μειώθηκε δραματικά.
Συγκεκριμένα, από το 3,6% που ήταν το 2001, το μέσο μέγεθος νοικοκυριού έπεσε στο 2,76, δηλαδή από μια μητέρα, ένα πατέρα, ένα παιδί και ίσως άλλο ένα παιδί με τη γλώσσα της στατιστικής το 2001, σήμερα η μέση κυπριακή οικογένεια αριθμεί πατέρα, μητέρα και ίσως ένα παιδί. Επίσης, εξάγεται αβίαστα τα συμπέρασμα ότι αυξάνονται αυτοί που μένουν μόνοι, τόσο οι ηλικιωμένοι όσο και οι νέοι.
Παράλληλα, μειώνεται δραματικά το ποσοστό γονιμότητας που υποχρεωτικά οδηγεί στην υπογεννητικότητα.

Συνολικά έχουν καταγραφεί 179.547 ξένοι υπήκοοι. Από αυτούς 112.424 άτομα (62,6%) προέρχονται από χώρες της ΕΕ και οι υπόλοιποι 67.123 (37,4%) από τρίτες χώρες.
Ο μεγαλύτερος αριθμός ξένων υπηκόων που έχει καταγραφεί προέρχεται από χώρες της ΕΕ, συγκεκριμένα, Ελλάδα με 31.044, Ηνωμένο Βασίλειο με 26.659, Ρουμανία με 24.376 και Βουλγαρία με 19.197.
Ο μεγαλύτερος αριθμός ξένων υπηκόων από τρίτες χώρες προέρχεται κυρίως από Φιλιππίνες με 9.744, Ρωσία με 8.663, Σρι Λάνκα με 7.350 και Βιετνάμ με 7.102.
Η πρώτη επαρχία σε ξένους υπηκόους είναι η Πάφος με 34,9% και ακολουθούν η Λεμεσός με 20,6%, η Λάρνακα με 20,4%, η Αμμόχωστος 20,3% και η Λευκωσία με 18,9%.
Από τους 838.897 καταγεγραμμένους κατοίκους της ελεύθερης Κύπρου μόνο οι 659.35 είναι Κύπριοι πολίτες.

Το κατεχόμενο χωριό Βασίλι της περιφέρειας Καρπασίας

Το Βασίλι είναι κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, στη γεωγραφική περιφέρεια της Καρπασίας. Συνορεύει με τον Βαθύλακα στα ανατολικά, το Λεονάρισο στα δυτικά, την Άγιο Ανδρόνικο στα βόρεια και την Κώμα του Γιαλού στα νότια.
Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με τον Γ.Σ. Φραγκούδη, το χωριό ονομάζετο Άγιος Βασίλειος και είναι αφιερωμένο στον ομώνυμο Άγιο τον οποίο και η εκκλησία του χωριού τιμά. Η δεύτερη εκδοχή λέει ότι το χωριό έλαβε την ονομασία του από τον πρώτο οικιστή του που ονομαζόταν Βασίλης. Έτσι έλεγαν «πάμε στο σπίτι του Βασίλι» και αργότερα που γύρω από το σπίτι του κτίστηκαν και άλλα σπίτια και δημιουργήθηκε οικισμός και απέθανε ο πρώτος οικιστής, οι άνθρωποι έλεγαν «πάμε στο Βασίλι». Έχουμε πολλές περιπτώσεις που ο πρώτος οικιστής δίνει τ΄όνομά του στο χωριό και το αρσενικό όνομα του τρέπεται σε ουδέτερο για να δηλώσει τον τόπο που αυτός πρωτοκατοίκησε.
Σύμφωνα με τον ντε Μας Λατρί το Βασίλι υπήρξε φέουδο κατά τη Λουζινιανο- βενετική περίοδο και ανήκε στον Antonio de bon.
Το χωριό βρίσκεται σημειωμένο και σε χειρόγραφο της περιόδου της Βενετοκρατίας, ως Vasili, και περιλαμβάνεται μεταξύ των χωριών που ανήκαν διοικητικά στο διαμέρισμα της Καρπασίας. Σε χάρτη της περιόδου της Βενετοκρατίας σημειώνεται ως Suasili. Προφανώς πρόκειται για λάθος, όπου το γράμμα u αντικαθιστά το γράμμα v. Συνεπώς Svasili (=S. Vasili, άγιος Βασίλης). Τούτο λύνει και το ζήτημα της ονομασίας του χωριού, που αποδεικνύεται ότι έφερε το όνομα του αγίου Βασιλίου. Η ονομασία του χωριού είναι σαφώς αγιολογική, γι' αυτό και η ίδρυσή του πρέπει να τοποθετηθεί στα Βυζαντινά χρόνια.
Το Βασίλι βρίσκεται πολύ κοντά στο Λεονάρισσο γεγονός που οδήγησε κάποιους μελετητές να τα θεωρήσουν ως ένα και όχι δυο ξεχωριστά χωριά. Ο Τζέφρυ δεν βρήκε τίποτε το ενδιαφέρον στο χωριό με τα κατεσπαρμένα σπίτια του, όμως παρατήρησε πως η γειτνίασή του με το Λεονάρισο «κάνει τα δυο χωριά να εμφανίζονται ως ένα». Τα ίδια περίπου αναφέρει και ο Γ.Σ. Φραγκούδης ο οποίος όμως ονομάζει τον οικισμό Άγιο Βασίλειο: «Μιαν ώραν μετά ταύτα απαντώμεν το Λεονάρισσον, όπερ μετά του πλησίον Αγίου Βασιλείου αποτελεί σχεδόν μίαν και την αύτήν κώμην».

Στην περιοχή του χωριού υπάρχει αδιερεύνητος αρχαιολογικός χώρος που, σύμφωνα προς τις ενδείξεις και επιφανειακές παρατηρήσεις, εκτείνεται από το νότιο- νοτιοανατολικό άκρο του χωριού προς την κοιλάδα χαμηλότερα και προς τη θάλασσα. Στην τοποθεσία «Μαζερή», νοτιοανατολικά του χωριού, υπάρχουν υπόγειοι λαξευτοί τάφοι. Τάφοι υπάρχουν επίσης στα κράσπεδα του χωριού. Προφανώς στην περιοχή υπήρχε αρχαίος οικισμός που άκμασε σε διάφορες εποχές, από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι τα Ελληνιστικά.
Στα νοτιοανατολικά του χωριού εκτείνεται μία από της ωραιότερες αμμώδεις παραλίες της Κύπρου, που είναι γνωστή ως «Λούματα» διότι σε παλαιότερες εποχές οι βοσκοί έλουζαν εκεί τα κοπάδια τους. Στους αμμόλοφους ευδοκιμούν τα κρίνα του γιαλού και άλλα είδη κυπριακής χλωρίδας.
Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακή αύξηση μέχρι το 1946. Από τότε ξεκίνησε η σταδιακή μείωση. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

1881 183 κάτοικοι
1891 227 κάτοικοι
1901 277 κάτοικοι
1911 324 κάτοικοι
1921 336 κάτοικοι (308 Ελληνοκύπριοι και 28 Τουρκοκύπριοι)
1931 358 κάτοικοι (331 Ελληνοκύπριοι και 27 Τουρκοκύπριοι)
1946 471 κάτοικοι (421 Ελληνοκύπριοι και 50 Τουρκοκύπριοι)
1960 391 κάτοικοι (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1973 362 κατοικοι (όλοι Ελληνοκύριοι)

Μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή τον Αύγουστο του 1974, στο χωριό παρέμειναν εγκλωβισμένοι οι περισσότεροι κάτοικοί του. Ο αριθμός τους ανερχόταν στους 260 τον Οκτώβριο του 1975. Το 1976 λειτούργησε για σύντομο διάστημα το δημοτικό σχολείο του γειτονικού Λεονάρισσου, όπου φοίτησαν και παιδιά εγκλωβισμένων από το Βασίλι. Οι κάτοικοι όμως του χωριού εκδιώκοταν με γοργό ρυθμό από τους εισβολείς και προφυγοποιούνταν στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Τον Αύγουστο του 1976 παρέμειναν μόνο 30 κάτοικοι του χωριού, ενώ μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου εκδιώχθηκαν όλοι.
Στο χωριό κατοίκησαν Τουρκοκύπριοι και, κυρίως Τούρκοι έποικοι από τη Μικρά Ασία. Πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν ότι η εκκλησία του χωριού που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο έχει μετατραπεί σε τζαμί. Οι Τούρκοι στην προσπάθειά τους να τουρκοποιήσουν όλα τα τοπωνύμια των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου, μετονόμασαν και το Βασίλι σε Gelinçik που σημαίνει παπαρούνα.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Ο άης Βασίλης και τα πρωτοχρονιάτικα έθιμα της Κύπρου

Πλούσια είναι στην Κύπρο η λαογραφία η σχετική με τον καλό άγιο Βασίλη και πολλά είναι τα έθιμα τα σχετικά με τη γιορτή του που συμπίπτει με τη πρώτη μέρα του χρόνου. Το λήμμα αυτό εξετάζει ακριβώς τα έθιμα αυτά, που αρκετά είναι παγκύπρια, άλλα τοπικά ή με παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή, που άλλα επιζούν μέχρι σήμερα κι άλλα έχουν εγκαταλειφθεί.
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς οι γυναίκες κάνουν κόλλυβα. Στο Ριζοκάρπασο προσθέτουν σ' αυτά αμυγδαλόψιχα, σπυριά ροδιού, σταφίδες και σησάμι και τα λένε «βασιλούθκια». Πάνω σ' αυτά τοποθετούν τη βασιλόπιττα με ένα κερί αναμμένο. Η τελευταία ζυμώνεται την παραμονή των Χριστουγέννων μαζί με τ' άλλα Χριστόψωμα (γεννόπιττες). Η βασιλόπιττα είναι ένα μεγάλο ψωμί με σησάμι (ή χωρίς) κι ένα ζυμαρένιο σταυρό, μέσα της δε περιέχει ένα νόμισμα. Στο Ριζοκάρπασο ζύμωναν κι ένα ανθρωπόμορφο ψωμί που 'λεγαν «Βασίλη» και το κρεμούσαν με κόκκινη κορδέλα από την «καρελιά» (αλλού «ταπατζιά» και το φύλαγαν μέχρι την επόμενη χρονιά.
Τα πιο πάνω κόλλυβα είναι μέρος του δείπνου που ετοίμαζαν οι γυναίκες την παραμονή της πρωτοχρονιάς για τον άη Βασίλη. Σε μερικές περιοχές (Ανώγυρα Λεμεσού κ.α) τοποθετούν και κλωνάρια ελιάς κι ένα δοχείο με κρασί. Ακόμη συνηθιζόταν να τοποθετούν κοντά στο δείπνο και το πορτοφόλι του νοικοκύρη και μια «χτενιά» (τσατσάρα). Στη Κυθρέα η βασιλόπιττα ετοποθετείτο σ' ένα κόσκινο στο σέντε (χώρος φύλαξης των δημητριακών) του σπιτιού. Κοντά της τοποθετούσαν κι ένα καντήλι που άναβε όλη νύκτα. Ο άης Βασίλης που πιστεύεται ότι θα επισκεφτεί το σπίτι, θα δοκιμάσει το δείπνο που του ετοίμασαν, θα χτενίσει τα γένια του και θα ευλογίσει τα αγαθά του σπιτιού. Λίγα κόλλυβα ρίχνονται στις φάτνες των βοδιών (παλαιότερα μαζί με φύλλα ελιάς), τα δε βόδια πιστεύεται πως τότε μιλούν και λένε: Φάτε να φάμεν τζι' ένι που τους κόπους μας (υπάρχουν μικρές παραλλαγές της φράσης αυτής). Στο Ριζοκάρπασο ρίχνουν λίγα κόλλυβα στις στέγες των σπιτιών. Στην Πιτσιλιά βράζουν τα κόλλυβα κατά τα Κάλαντα των Φώτων.
Σε μερικά χωριά (ιδίως της Πάφου, όπως Γουδί κ.ά.) συνηθίζεται να ρίχνουν λίγο σιτάρι πάνω στο θυμάρι της στάμνας του νερού, την παραμονή. Με την υγρασία του νερού το σιτάρι βλαστά και λέγεται «Βασίλης» (σ' άλλες περιοχές Βασίλης λέγεται η Βασιλόπιττα). Στο Άγιο Δημήτριο Μαραθάσας το πρωί της Πρωτοχρονιάς συναγωνίζονται οι γυναίκες ποια θα πρωτοπάει στη βρύση με τη στάμνα της για να πάρει τα «κάλλη της βρύσης». Ρίχνουν πρώτα λίγο σιτάρι στη γούρνα και λίγο πάνω στο θυμάρι της στάμνας, που φέρει και ένα κλωνάρι ελιάς. Μετά νίβονται και λένε: Καλημέρα βρύση, δος μου που τα κάλλη σου, να σου δώσω που τα δικά μου. Σ' άλλες περιοχές φυτεύονται σιτάρι, κριθάρι, φακές κ.ά. σε πιάτο που περιέχει βρεγμένο με νερό βαμβάκι. Υπάρχει μαρτυρία ότι παλιότερα τοποθετούσαν σιτάρι σε καλάθι ή κοφίνι με κλαδιά ελιάς και το έβρεχαν καθημερινά ώστε να βγάζει ρίζες που λέγονταν «τ' άσπρα γένια του άη Βασίλη». Το φυτρωμένο σιτάρι στο πιάτο τοποθετείται μαζί με το δείπνο για να το ευλογήσει ο Άγιος κι αυτό. Την εικονική αυτή σπορά μερικοί την κάνουν γύρω στα Χριστούγεννα, άλλοι την Πρωτοχρονιά κι άλλοι του αγίου Σπυρίδωνα (12 Δεκεμβρίου). Του αγίου Αντωνίου (17 Ιανουαρίου) οι βλαστισμένοι σπόροι μεταφυτεύονται την ημέρα των Καλάντων, ενώ ραντίζονται ταυτόχρονα με αγιασμό, ενώ ο ιδιοκτήτης του αγρού, μαζί με όλους τους παρευρισκόμενους ψάλλει το εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε... Από την ανάπτυξη των σπόρων αυτών οι γεωργοί βγάζουν συμπεράσματα για τη βλάστηση και τη παραγωγή της χρονιάς.

Άλλο έθιμο, της νύκτας της παραμονής της Πρωτοχρονιάς. είναι η εμπυροσκοπία με φύλλα χλωρής ελιάς. Κάθονται γύρω από την αναμμένη «τσιμινιά» (τζάκι) και ρίχνουν πάνω στα κάρβουνα χλωρά φύλλα ελιάς (κάποτε τα σαλιώνουν) λέγοντας ταυτόχρονα διάφορες επικλήσεις στον άγιο Βασίλη για να φανερώσει αν τους αγαπά πρόσωπο που κατονομάζουν:

Άη Βασίλη βασιλιά
τζιαι πρωτολουτουρκίτη
επήες πέρα των περών
τζ' ηύρες την τύχην, των τυχών
ήυρε τζι' εμέν την τύχην μου
τζιαι πέτης πως την σσαιρετώ
τζιαι νάρτει πόψε να την δω
δείξε τζιαι φενέρωσε
για τούτην την δουλιάν
αν μ΄αγαπά (ο...η...)

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές αυτής της επωδού.

Αν το φύλλο της ελιάς, αφού θερμανθεί, ανατραφεί με κρότο, τούτο είναι ένδειξη αγάπης εκείνου που ονομάστηκε προς το πρόσωπο που έριξε το φύλλο, ειδάλλως αγάπη δεν υπάρχει. Λίγα από τα κλωνάρια αυτά της ελιάς (που κόβονται μόλις ακουστεί η καμπάνα του εσπερινού) αναρτώνται σ΄ορισμένες περιοχές (Πάφος, Τηλλυρία, Μαραθάσα, Σολιά) στις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών. Το ίδιο έθιμο είχαν κι οι Βυζαντινοί καθώς και οι Πόντιοι. Στη Πάφο κ.ά. κλωνάρια ελιάς τοποθετούνται πάνω στα χοιρινά κρέατα για να μην ουρήσουν εκεί οι Καλικάντζαροι.
Επειδή υπάρχει υπάρχει η λαϊκή αντίληψη ότι όπως θα περάσει η μέρα της πρωτοχρονιάς θα περάσει κι ολόκληρος ο χρόνος, οι Κύπριοι προσέχουν τη μέρα αυτή. Αν και είναι αργία, δουλεύουν λίγο για να 'χουν δουλειά ολόκληρο τον χρόνο. Δεν δανείζουν χρήματα τη μέρα αυτή, απεναντίας προσπαθούν να πάρουν. Οι άνδρες που παίζουν χαρτιά στα καφενεία προσπαθούν πολύ να κερδίσουν, κλπ.
Σχετικό με την πιο πάνω αντίληψη είναι και το ποδαρικό. Αυτός που πρώτος θα μπει στο σπίτι πρέπει να μπει με το δεξί πόδι (για να 'ρχονται όλα δεξιά) και να ' ναι και τυχερός. Σε μερικές περιοχές χτυπούσαν τα μεσάνυχτα οι καμπάνες, σημαίνοντας την άφιξη του νέου χρόνου. Ένα παιδί που εθεωρείτο τυχερό έκανε το ποδαρικό στα σπίτια, των οποίων οι ένοικοι το φίλευαν με γλυκό ή χρήματα, την «πουλουστρίνα». Στο Ριζοκάρπασο οι πόρτες παρέμεναν κλειστές κατά το υπόλοιπο της μέρας, για να μην μπει στο σπίτι κάποιος κακότυχος και φέρει την κακοτυχία.
Ένας τρόπος να βρεθεί ο τυχερός της χρονιάς είναι το κόψιμο της βασιλόπιττας, που την κόβει σε κομμάτια ο αρχηγός της οικογένειας και τα μοιράζει στους παρευρισκόμενους. Τυχερός είναι εκείνος που θα βρει το νόμισμα στο κομμάτι του. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές του τρόπου που διανέμονται τα κομμάτια. της βασιλόπιττας. Συνήθως κόβεται πρώτα το κομμάτι του Χριστού, ύστερα εκείνο της Παναγίας, κι ακολουθούν εκείνα του άη Βασίλη, του φτωχού, του σπιτιού, του νοικοκύρη, της νοικοκυράς και των παιδιών, αρχίζοντας από το μεγαλύτερο. Άλλοι κόβουν κομμάτια για συγγενείς που απουσιάζουν. Στην Πιτσιλιά η βασιλόπιττα κόβεται τα Κάλαντα.
Σε μερικά μέρη πιστεύουν πως όποιος φταρνιστεί κατά την πρωτοχρονιά θα ζήσει και την επόμενη χρονιά. Στο Ριζοκάρπασο πάλι, συνήθιζαν να κρεμάζουν στα δοκάρια του σπιτιού ή της μάντρας μια «αβρόσσιλλα» (σκιλλοκρεμμύδα) και την άφηναν εκεί όλο το χρόνο. Πολλές φορές ξαναβλάσταινε κι έβγαζε φρέσκα φύλλα, συμβόλιζε δε τη θαλερότητα του σπιτιού.
Στην Κώμα του Γιαλού και στη Κώμη Κεπήρ συνήθιζαν να μαζεύουν διπλούς βολβούς σκιλλοκρεμμύδας και τους ρίχνουν την πρωτοχρονιά στις μάντρες για να γεννήσουν οι προβατίνες δίδυμα.
Αν έμπαινε στο σπίτι στο σπίτι σκύλος την πρωτοχρονιά, νομιζόταν κακός οιωνός. Αν έμπαινε βόδι, το αντίθετο.
Σε μερικά χωριά συνήθιζαν να παίρνουν την πρωτοχρονιά κόλλυβα στα νεκροταφεία κι ο παπάς μνημόνευε τους νεκρούς.
Υπάρχουν τέλος, και πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα που εισήλθαν στην κυπριακή ύπαιθρο από τις πόλεις, κυρίως μέσω των ιερέων, των δασκάλων και της χειρόγραφης παράδοσης. Τα Κάλαντα συνηθίζεται να τα τραγουδούν, με τη συνοδεία οργάνων και κυρίως βιολιού πολλές φορές, από σπίτι σε σπίτι. Οι ένοικοι του σπιτιού φιλεύουν εκείνους που τραγουδούν τα Κάλαντα είτε με χρήματα είτε με είδος, όπως γενόπιττα στο Ριζοκάρπασο.
Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές των πρωτοχρονιάτικων Καλάντων ή του Τραγουδιού του άη Βασίλη.

Από τη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία του ασκητή: Κυπριακό παραμύθι


Μιαν φοράν είσσεν έναν ασκητήν τζι' ενήστευκεν τρεις ημέρες τζιαι τρεις νύκτες τζι' επαρακάλεν τον Θεόν να του δείξει τα μυστήριά του. Στες τρεις ημέρες ήρτεν άγγελος πεμπάμενος που τον Θεόν τζι' αρώτησεν τον γιατί πηράζει τον Θεόν. Λαλεί του τζι' ο ασκητής «θέλω να μάθω τα μυστήρια του Θεού». «Αί» λαλεί του, «εν το ξέρεις πως τα μυστήρια του Θεού εν πολλά;». «Θέλω» λαλεί του ο ασκητής, «να δω την δικαιοκρισίαν του Θεού». «Καλάν» λαλεί του ο άγγελος, «έλα μετά μου». Έπκιασέν τον ο άγγελος τζι' επήρεν τον εις το σπίτιν νου* ππιντή*. Πρωτύττερις* όμως ο άγγελος εΐνην* άθθρωπος. Επήασιν εις στο σπίτι του ππιντή:
- Ώρα καλή σου
- Καλώς τους
- Εν έσσει νάκκο* τόπο να μείνουμεν τζ' εμείς οι ξένοι;
- Όϊ γυιέ μου, λαλεί τους, λάμνετε* στο καλόν τζι' εν έχω τζιαι πέρκιμον* εύρετε πούποτε* αλλού.
- Μα πού να πάμεν, λαλεί του ο άγγελος, έτο* αφούς ήρταμεν δαχαμαί* βαρ' μας εσού πούποτε να μείνουμε τζιαι κάμνεις ψυσσικόν*.
- Αί, λαλεί τους ο ππιντής, έτο τζειν' το σσελωνάρι* τζι' αν σας κάμνει μείνετε.
- Καλάν, γυιέ μου, λαλεί του ο άγγελος.
Εμείνασιν. Την νύχταν ο ππιντής εν τους εδοτζίμασεν* με ψουμίν, με φαείν, με ρούχα, με τόποτε. Μέσ' το σσελωνάριν είσσεν έναν τοίχον τζι΄ήταν χα - χα να ππέσει. Την νύχταν εσηκώστην ο άγγελος τζι΄εστερέωσέν τον καλά, να μεν δώκει κάτω. «Ά», λαλεί του ασκητή, «ό,τι θωρείς να μεν λαλείς τίποτε.
Που το πωρνόν εξημέρωσεν, εσηκώστησαν τζι' εφύαν. Επίασιν εις έναν άλλον χωρκόν. «Τωρά», λαλεί του, «εν να πάμεν εις στο σπίτιν νου πολλά πλούσιου, που' σει πολλά καλήν χνώμην*. Επήαν έσσω* του πλούσιου· όσσον τζι' είεν* τους τζιαι τζείνος τζι' η γεναίκα του εβουρήσαν* να τους καλωσορίσουν. «Ω τζιαι καλώς ορίσετε τζι' έσσει τζιαι σπίτι να μείνετε τζιαι να φάτε τζιαι να ξηποσταθήτε». Τέλος πάντων, να μεν τα πολλολοούμεν, περιποίησες πολλές. Την νύχταν εστρώσαν τους τζι' εππέσαν*. Άμαν τζι' ετζοιμήθησαν, εσηκώστην ο άγγελος, ήταν το μωρόν τους μέσ' την σούσα*, έπκιασέν το που τον λαιμόν τζι' έπνιξέν το. Ο ασκητής τωρά θωρεί τον.
Εσηκώστησαν που το πωρνόν τζι' εφύαν. Επήασιν εις έναν άλλον χωρκόν. Εμείνασιν έσσω νου πλούσιου πάλε. Ού! πλούσια τα ελέη σου· πάλ' εδώκαν τους τζιαι φαείν τζι' ο,τι άλλον εθέλαν. Την νύχτα που τζοιμήθησαν, ο ασκητής θωρεί τον άγγελον που σηκώννεται τζιαι πκιάννει έναν χανάππιν* γρουσόν που τους εδώκαν τζι' ήπκιαν τζί έδωκεν το στον αέραν*.
Εφύαν τζιαι που δαχαμαί. Επήαν ηύραν μιαν ελιάν μιάλην πολλά, που 'ταν κούφκιος ο κορμός της. Λαλεί του ο άγγελος του ασκητή· «έλα να σε χώσω δα μέσα τζι' εν να δεις πολλά πράματα». Έχωσεν τον ο άγγελος τζι' έφυεν. Ύστερα που λλίην* ώραν ήρτεν ένας βαθύπλουτος με το χτηνόν* του, έδησεν το χτηνόν του πα* στην ελιάν τζι' εκατέβηκεν · ήπκιεν νερόν που την βρύσην, που ταν τζαχαμαί τζι' αρκίνησεν να μετρά τα ριάλια*, πούσεν μεσ' στο σατσίν του για να δει πόσα παίρνει στο παναΰριν · τα ριάλια πόσσω* του έπκιασέν τα κουτουρού* τζι' έθελεν να δει τωρά πόσα έπκιασεν. Γιόν* τα μέτραν εξυππάστην* το χτηνόν του τζι' έκοψεν τζι' έππεσεν εις το βούρος*. Ο πλούσιος άμαν* τζι' είεν το χτηνόν του τζι' έκοψεν, άφηκεν τα ριάλια τζαχαμαί* τζι' έππεσεν εις στο βούρος τζιαι τζείνος για να το πκιάσει. Ύστερα που λλίην ώραν ήρτεν ένας άλλος, έπκιασεν το σατσίν με τα ριάλια τζι' επήεν μεσ' στ' όρος να μεν τον δουν. Επέρασεν κάμποση* ώρα τζι' ήρτεν ένας φτωχός κακορίζικος δκιακονιτής που τζαχαμαί τζι' άμαν τζιαι είεν την βρύσην τζιαι τον νοσσιόν* έκατσεν να ξηποσταθεί τζιαι να πκιει τζιαι λλίον νερόν. Ο πλούσιος έπκιασεν το χτηνόν του τζιαι επάαιννεν βουρητός εις στην ελιάν νάβρει τους ππαράες* του. Παρατηρά... εν θωρεί τίποτε. «Ρε πατσιόγερε*», λαλεί του, «είντα 'ν που τάκαμες τα ριάλια μου πούταν δαχαμαί;» -«τα ριάλια σου; ... εν εία τίποτε, γυιέ μου», λαλεί του, «'ετσι πράμαν εγιώ». -«Εν είες ρε βρομόγερε, ρε χτιτζιάρη, λαλεί του, «κανένας που δαχαμαί εν έρεξεν* τζιαι πκοιός είθεν να το πκιάσει;...». Ο γέρος πάλε είπεν του πως εν έπκιασεν έτσι πράματα, έβκαλεν τζι΄ο πλούσιος τον σσιπέττον* του τζι' εσκότωσέν τον τζι΄ έφυεν. «Ω», λαλεί ο ασκητής, «τούτ΄εν η δίκαιη κρίση του Θεού που μου 'πεν πως εν να μου δείξει!...». Ο ασκητής όσσον τζι' είπεν έτσι μέσα του, ίσσια θωρείς το μαντηλούϊν* που 'σσεν το νερόν μέσα τζι' έτρεξέν το ούλον. Γιατί εξήχασα να σας πω πως ο ασκητής ήταν δίκαιος τζι' εκράτεν νερόν μεσ' το μαντηλούϊν τζι' εν έστασσεν· ίσσια όσσον τζι' είεν τζι' έτρεξεν, εκατάλαβεν πως αμάρτησεν.
Ήρτεν ύστερα πάλε ο άγγελος τζιαι λαλεί του: «τωρά εν να σε πάρω να δεις τζιαι τον αμαρτωλόττερον άθθρωπον τζιαι τον δικαιόττερον. Εν να σταθείς τζαχαμαί τσείν* την πόρταν που 'ν να βκαίννει ο κόσμος τζιαι τζείνος που 'ν να βκει πρώτος εν ο αμαρτωλόττερος τζιαι τζείνος που 'ν να μπει την νύχταν τελευταίος εν ο δικαιόττερος».
Επήεν που το ξηφώτιν*, έκατσεν εις την πόρταν, θωρεί ο πρώτος άθθρωπος πούβκηκεν ήταν ένας ψαράς μ' έναν κοπελλούϊν, γυιόν του, τζι' επάαιννεν εις το ψάριν*. Επήεν εις το ψάριν ο ψαράς τζι' έριξεν την μισίνα* του να πκιάσει ψάριν. «Α, πατέρα», λαλεί του το κοπελούϊν «εν τα τζύμματα της θάλασσας τα πκοιο πολλά, όξα ο άμμος, όξα τ' άστρη τ' ουρανού;». -«όϊ, γειέ μου, λαλεί του ο ψαράς, «με* τα τζύμματα της θάλασσας εν τα πκοιο πολλά, με ο άμμος, με τ' άστρη τ' ουρανού. Η εσπλαχνία του Θεού εν η πκοιο πολλή!»
Την νύχταν ο ασκητής εκερτέραν* -εκαρτέραν να ρέξει* ο δικαιόττερος... ρέσσει ο ψαράς! «Ω», λαλεί ο ασκητής, «τζι' ο αμαρτωλόττερος τζι' ο δικαιόττερος άθθρωπος εν ο ίδιος!..» Ήρτεν ο άγγελος: «Αί» λαλεί του, «είες τζιαι τον αμαρτωλόν, είες τζιαι τον δίκαιον;» λαλεί του, «εν ημπόρεισα να καταλάβω· ο ίδιος ήταν που το πωρνόν αμαρτωλός τζι' ως την νύχταν εείνην δίκαιος;... μέσα σε μιαν ημέραν έσωσεν την ψυσσήν του;» -«Ναι», λαλεί του ο άγγελος, «γιατί είπεν του παιδκιού του πως μήτε* τα τζύμματα της θάλασσας εν τα πκοιο πολλά, μήτε ο άμμος, μήτε τ΄άστρη τ' ουρανού, παρά η εσπλαχνία του Θεού, τζιαι με τον λόον* του έσωσεν τη ψυσσήν του». -«Καλάν», λαλεί του, «τζιαι του ππιντή, που εν μας έδωκεν με να φάμεν, με να πκιούμεν, γιατί τούσασες* τον τοίχον του να μεν - ι- πέσσει;» -«Α» λαλεί του, «μεσ' τον τοίχον είσεν μιαν χώστραν* με ριάλια τζι' αν έππεφτεν ο τοίχος είθεν να τάβρει τζείνος ο ππιντής τζιαι να κάψει τον κόσμον· εστερέοσά τον τζι' εγιώ ώστι* να τάβρει κανένας καλός που την γενιάν του τζιαι κάμει καλόν». -«Αί τζείνου πάλε» λαλεί του ο ασκητής, «που μας έκαμεν τόσην περιοίησην είντα τούπνιξες το μωρόν του;» -«Ο άθθρωπος και τζείνος τζι' η γεκαίκα του εν καλά πλάσματα, μα τζείν' το μωρόν είθεν να ινεί* κακούργος τζιαι δολοφόνος τζιαι για χάρην του οι γονιοί του είθεν να χάσουν τζείν' τους μιστούς* όλους που τον Θεόν τζιαι για τούτον εσκότωσα το μωρόν τους για να γλιτώσω τη ζωή του αθώου πούταν να πάρει με τα σσέρκα* του τζιαι για να μείνουν οι μιστοί τους γονιούς του». -«Αί, τζιαι του άλλου που το γρουσόν το χανάππιν είντα τόδωκες εις τον αέραν;» -«Γιατί» λαλεί του, «τζι' οι δκυο, τζι' ο άντρας τζι' η γεναίκα εν καλής χνώμης, τζιαι μέσ' τζείν' το χανάππιν ήταν να βάλει η δούλα τους ψατζήν για να τους εσκοτώσει τζιαι να κλέψει τα ριάλια τους, για τούτον έδωκά το στον αέρα για να τους γλιτώσω που το κρίμαν της δούλας». -«Αί καλάν» λαλεί του ο ασκητής, «τζείνος ο πλούσιος είντα σκότωσεν τζείν' τον αθώον τον γέρον, αφούς εν ήταν τζείνος που έπκιασεν τα ριάλια του;» -«τα ριάλια του πλουσίου ήταν κλεμμένα που τον κόσμον που αδίκαν. Ο άθθρωπος που τ' ήβρεν τζιαι πήρεν τα, εκλέψαν του τζιαι τζείνου την περιουσίαν του τζιαι για τούτον έκλεψε τζιαι τζείνος του πλουσίου για να πκιορωθεί* το ρηθέν· τ' άδικα ουκ ευλογούνται. Το ίδιον τζιαι για τον γέρον που εσκότωσεν ο πλούσιος, αφούς τζείνος εσκότωσεν τους γονιούς του τζιαι τωρά εσκοτώθην τούτος για να πκιορωθεί το ρηθέν· μάχαιραν δώσεις μάχαιραν λάβεις».

Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

νου = ενός
ππιντής = φιλάργυρος
εΐνην = έγινε
πρωτύττερις = πιο πριν
νάκκο = λίγο
λάμνετε = πηγαίνετε
πέρκιμον = μακάρυ
πούποτε = κάπου
έτο = νά δες
δαχαμέ = εδώ πέρα
ψυσσικόν = κάτι που γίνεται ή δίνεται για τη σωτηρία της ψυχής
σσελωνάρι = αχυρόνας
εδοτζίμασεν = πρόσφερε (δοκίμασε να τους προσφέρει)
χνώμη = χαρακτήρας
έσσω = μέσα στο σπίτι (από το αρχαίο έσω)
όσσον = μόλις
είεν = είδεν
εβουρήσαν = έτρεξαν (από το αρχ. ουρίζω, φέρομαι με ούριον άνεμον.
εππέσαν = ξαπλώσαν
σούσα = κούνια
χανάππιν = είδος κυπέλλου
έδωκεν το στον αέρα = το πέταξε
λλίην = λίγην
χτηνόν = ζώο
πα = πάνω
ριάλια = χρήματα
πόσσω του = από το σπίτι του
κουτουρού = χωρίς μέτρηση, απερίσκεπτα
γιον = σαν
εξυππάστην = ξαφνιάστηκε, αιφνιδιάστηκε
έππεσεν εις το βούρος = τ' έβαλε στα πόδια
άμαν = όταν
τζιαχαμαί = εκεί
κάμποση = πολλή, αρκετή
νοσσιός = σκιά
ππαράες = λεφτά
πατσιόγερος = τρελόγερος
χτιτζιάρης, βρομισμένος, φθισικός
έρεξεν = πέρασε
σσιπέττος = ντουφέκι
μαντηλούϊν = μικρό μαντήλι
τσείν = σ' εκείνη
ξηφώτιν = χαραυγή
κοπελλούϊν = μικρό αγόρι
επάαιννεν εις το ψάριν = πήγαινε να ψαρέψει
μισίνα = πετονιά
όξα = ή
με = ούτε
εκαρτέραν = περίμενε
ρέξει = περάσει
μήτε = ούτε
λόος = λόγος
τούσασες = του έφταξες
χώστρα = κρύπτη
ώστι = μέχρι
ινεί = γίνει
μιστούς = ανταμοιβή
σσέρκα = χέρια
πκιορωθεί = εκπληρωθεί

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Αρχάγγελος Ρόδου: Το χωριό όπου μιλούν κυπριακά και η κυπριακή εικόνα της Παναγίας της Τσαμπίκας


Αρχάγγελος Ρόδου
Ο Αρχάγγελος έχει 7.000 κατοίκους πληθυσμό και είναι το μεγαλύτερο χωριό της Ρόδου. Βρίσκεται στη νότια πλευρά του νησιού σε απόσταση 28χλμ. από την πόλη της Ρόδου. Κτίστηκε τα μεσαιωνικά χρόνια σε μακρινή απόσταση από την παραλιακή θέση, για να προστατεύει τους κατοίκους από τις πειρατικές επιδρομές.
Χαρακτηριστικό των κατοίκων είναι η προσήλωσή τους στις παραδόσεις. Ακόμη και σήμερα που η περιοχή έχει αναπτυχθεί τουριστικά και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τουριστικά θέρετρα της Ρόδου, οι κάτοικοι διατηρούν ζωντανά τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους, χωρίς να επηρεάζονται από το μοντέρνο τρόπο ζωής.

Ο Αρχάγγελος είναι ένα συναρπαστικό χωριό. Έχει πολλές δικές του παραδόσεις, και δική του ξεχωριστή διάλεκτο, η οποία ξεχωρίζει από οπουδήποτε αλλού στο νησί! Οι κάτοικοι του Αρχαγγέλου είναι επίσης διαφορετικοί σε πολλούς τρόπους από τους ανθρώπους που θα βρείτε σε άλλα μέρη του νησιού. Και ο λόγος; Επειδή κατάγονται από την Κύπρο και έχουν φέρει μαζί τους τα κυπριακά ήθη και έθιμα, την κυπριακή νοοτροπία, αλλά προπάντων τη κυπριακή διάλεκτο την οποία έχουν διατηρήσει δια μέσου των αιώνων και την χρησιμοποιούν μέχρι και σήμερα. Όχι μόνο αυτό αλλά μάλιστα μιλούν ατόφια το παφίτικο κυπριακό ιδίωμα το οποίο χαρακτηρίζεται από τη τάση του να αφαιρεί φωνήεντα από τις λέξεις και τον τραχύ και βαρύ τρόπο ομιλίας.

Γι' αυτό το λόγο είναι πολύ πιθανό οι αρχικοί κάτοικοι του Αρχάγγελου να είναι μέτοικοι από την Πάφο αφού χρησιμοποιούν λέξεις και τρόπο ομιλίας που μόνο στην Πάφο ακούγονται.

Η διάλεκτος του Αρχαγγέλου ονομάζεται Αρχαγγελίτικα. Τα Αρχεγγελίτικα είναι ακριβώς όπως την κυπριακή διάλεκτο με το χαρακτηριστικό ιδίωμα της Πάφου μαζί με τοπικές λέξεις. Είναι πολύ εύκολα ένας Κύπριος να συνομιλήσει στα κυπριακά με τους Αρχαγγελίτες, και ακούγοντάς τους να μιλούν θα νομίζει ότι βρίσκεται σε κάποιο χωριό της Πάφου και όχι στην Ρόδο.

Πιο κάτω συμπεριλαμβάνουμε ένα κατάλογο από κυπριακές λέξεις που έχουν διατηρηθεί δια μέσου των αιώνων στον Αρχάγγελο και που χρησιμοποιούνται και μέχρι σήμερα.


Αρχαγγελίτικες κυπριακές λέξεις

αβανιά: συκοφαντία, κακολογία
αξαμώννω: μετρώ διαστάσεις
αρκάτζι: ρυάκι
αντζιά = οικιακά σκεύη
άγγρι το, αγκρίζω: δυσαρέσκεια, δυσαρεστώ
άγκωνας: αγκώνας του χεριού
αθέρα: λεπτό αιχμηρό ξυλαράκι
ατζία: μυτερή άκρη ξύλου αλλά και ψωμιού
αλλάβερσι: μακάρυ
αξανάστραφα: ανάποδα
άνηλιος: είδος σάυρας
άκκι πέττι: τέλος πάντων
βίλλα: αρσενικό μόριο, φαλλός
βολά: φορά
βαζάνι: μελιτζάνα
βούρα: τρέξε
βαβάτσινα: βατόμουρα
γαλουλίζω: περπατώ γέρνοντας μια δεξιά και μια αριστερα
γιαν: σαν
γιαρράς: πληγή
για λλόου μου: για μένα
δακκαμακιά: δαγκωματιά - μπουκιά
δαμάλι: νεογέννητο βόδι
δακκώ: δαγκώνω
δεμάτι : μεγάλη δέσμη σταχυών, χόρτων ή κλαδιών
δουκάνα/η: εργαλείο για τ'αλώνια, μεγάλο βαρύ ξυλο με πέτρες και σίδερα για να αλέθει τα στάχυα
δώμα: οροφή σπιτιού
εν τον κάμιω ζάφτι: δεν μπορώ να τον ελέγξω, δεν τον κουμαντάρω
έλα του νου σου: βάλε μυαλό
εμάλλιασεν η γλώσσα μου: επανέλαβα πολλές φορές το ίδιο πράγμα χωρίς αποτέλεσμα
ένα τσιγκρί (τσιμπί): πολύ λίγο
εποκότησε, εποφκάρτη: δεν τα κατάφερε, δεν τα πρόλαβε
ζέχνω: ζευγαρίζω,οργώνω
ζοντάκρα: τανάλια
ίλλα τζιαι καλά, ίλλα μου: σώνει και καλά
καμμώ: κλείνω τα μάτια μου
καλαδέρκια: τα παιδιά που οι γονείς του ενός είναι νονοί του άλλου
καννί: καλάμι
καπνίζω: θυμιατίζω
καμός: καημός
καντούνι: γωνιά
καπνιστήρι: το θυμιατό
κκέλης: φαλακρός
κορατζιάζω: διψώ υπερβολικά
κάχρι: μίσος
καρά(ο)λας: σαλιγκάρι
καρτσί: απέναντι
κάσκα: το κράνος
καταλυώ: τελειώνω
κόξα: μέση
κιλίκι: κατάντια
κερακκιά (τερατζιά): χαρουπιά
κλουθώ: ακολουθώ
κούννα: το κουκούτσι ενός καρπού
κωλοσύρνω: τραβώ
λακερντί: κουβέντα,συζήτηση
λαμπάζω: φοβάμαι, υποφέρω πολύ
λάς: ο λαός
λαψάνα: χόρτο (βρούβα)
λατσώνω τα ρούχα μου: γεμίζω με λάσπη τα ρούχα μου
μιλλέττι: σόι
μαρτί: αρνάκι εξημερωμένο που ακολουθεί αυτόν που το τρέφει
μητσίς: μικρός
μιάλος-η-ο: μεγάλος-η-ο
μίλλα: λίπος
μουλλώνω: σιωπώ
μούζη: καπνιά, μαυρίλα
μάχουμαι: προσπαθώ, πειράζω
μουσκοκαρκιά: γαρύφαλλο
μισίνα: πετονιά
ξανοίω: κοιτάζω με τρόπο τον άλλο για να βγάλει από το στόμα του κάτι που δεν θέλει να πει.
ξεροτηάνηση: τσιγαρισμένο κρεμμύδι σε μπόλικο λάδι
ξεροτήανο: τηγανίτα
ξεσκουλλώ: ξεσκεπάζω, σκίζω
ξυλιάζω - εξύλιασα: πάγωσα από το κρύο (έγινα ξύλο)
παστός: ο νυφικός θάλαμος στην Πάφο. Ονομάζεται μάνασσα στην υπόλοιπη Κύπρο
πασπατεύκω: ψάχνω στα τυφλά
πάντα: ή άκρη
πατατούκα: το παλτό, η κάπα
πατανία: κουβέρτα
ράστιν: κατά σύμπτωση
ρίφι: κατσικάκι
ρότσα: πέτρα
σαλαβατώ: μαστιγώνω, λέγω φράσεις που δεν γίνονται αντιληπτές
σαλα(ω)νώ: σείωμαι, σαλεύω, μετακινούμαι συνέχεια
σανία: ειδική ξύλινη σανίδα για τοποθέτηση ψωμιών πριν το φούρνο
σινί: ταψί
σφοτζελλώ: μουντζώνω
τανώ: τεντώνω, απλώνω, τείνω χείρα βοήθειας
τατάς: νονός
ττέλι: το μεταλλικό σύρμα, καλώδιο
τρουλλώνω: παραγεμίζω
τσαττώ: συναντώ κάποιον απρόσμενα. π.χ. ετσάτισσα πάνω του
Τσιμ(ι)νιά: τζάκι
φακούρα η: μεγάλο πανί με το οποίο περιτυλίγουν τα σπάργανα
φακκώ: κτυπώ, τρακάρω
χαβούζα: μεγάλη δεξαμενή
χαζίρικα: αγαθά μη δουλεμένα, χωρίς μόχθο
χωραήτης: απο τη χωρα δηλ την πόλη δηλ απο την Ρόδο ή Λευκωσία
χαμνός: χαλαρός, νερουλός
χάττιν: Αν έχεις χάττιν κάμε το. Μόνο με σουλτανικό διάταγμα μπορείς να το κάνεις
χαττάς: δυστύχημα από απροσεξία
χάσκω: χαζεύω
χασκιάζω: κάμνω το άλλο να μείνει με ανοικτό το στόμα σαν αποκοιμισμένος
χρουσόμηλο: βερύκοκο
χτιτζιό: η φθήση. Χτιτζιάζω από τη ζήλα μου. Χτιτζιάρης: φθησικός
ψατζί: φαρμάκι, δηλητήριο
ώρα καλή: κυπριακός χαιρετισμός


Όμως, ο Αρχάγγελος δεν συνδέεται με την Κύπρο μόνο με την καταγωγή των κατοίκων και τη διάλεκτό του. Προστάτης του χωριού είναι η Παναγία η Τσαμπίκα της οποίας η εικόνα έφθασε από την Μονή του Κύκκου με τον ακόλουθο θαυμαστό τρόπο:


Η εικόνα της Παναγίας της Τσαμπίκας βρισκόταν αρχικά στο Μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου (Κύπρος). Από την Κύπρο, με θαυματουργικό τρόπο, η εικόνα έφευγε και πήγαινε στο βουνό Ζαμβύκη του Αρχάγγελου της Ρόδου. Η απώλεια της εικόνας προκάλεσε αναστάτωση στους μοναχούς του Κύκκου που κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να την εντοπίσουν.

Στο βουνό Ζαμβύκη η Παναγία κρύβεται από τα βλέμματα των Χριστιανών σε ένα κυπαρίσσι. Όμως πολύ ταπεινά και απλά φανερώνεται σε βοσκό που μένει στην απέναντι περιοχή της βρύσης του Αιμαχού (Γιεμαχιού). Ο βοσκός είδε το φως της Παναγίας αλλά αρχικά δεν έδωσε καμία σημασία. Το είδε και την επόμενη βραδιά. Όταν όμως το είδε και για τρίτη φορά αποφάσισε να ανεβεί στο απέναντι βουνό, για να δει από κοντά με τα μάτια του, τι ήταν αυτό το φως.

Όταν έφθασε στο ύψωμα ο βοσκός μαρμάρωσε στο θέαμα που είδε να προβάλλεται μπροστά του. Είδε την εικόνα της Παναγίας να φωτίζεται από ακοίμητο κανδήλι στο «κυπαρίσσι το αεράτο» (έτσι λέγεται το δέντρο που είχε σταθμεύσει η Μεσίτρια των ανθρώπων). Από το γεγονός αυτό πήρε η εικόνα και το όνομα της, αφού η λέξη «τσάμπα», στην τοπική διάλεκτο της Ρόδου σημαίνει σπίθα, φωτιά.

Αυτό το κυπαρίσσι σώζεται μέχρι σήμερα και στη ρίζα του υπάρχει μια τρύπα που σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα βγάζει ζεστό και κρύο αέρα.

Τελικά οι Κυκκώτες εντόπισαν την εικόνα στο νησί της Ρόδου και την μετέφεραν πίσω στην Κύπρο. Η εικόνα όμως και πάλι γύρισε πίσω στο βουνό της. Οι Κύπριοι όταν την ξαναέφεραν πίσω για να είναι σίγουροι ότι είναι η εικόνα τους, την έκαψαν λίγο από πίσω για να έχουν κάποιο σημάδι που θα την αναγνώριζαν πιο εύκολα. Η εικόνα όμως και για τρίτη φορά έρχεται στη νέα της κατοικία (το σημάδι σώζεται πολύ καθαρά μέχρι σήμερα).




Η εικόνα από τότε δεν έφυγε ποτέ από τη Ρόδο. Όταν ζητήθηκε να μεταφερθεί για προσκύνημα σε άλλα μέρη της Ελλάδος αυτή επέστρεψε και πάλι πίσω. Όταν το 2002 μ.Χ. κτίστηκε παρεκκλήσι προς τιμή της Παναγίας της Τσαμπίκας στο Πέρα Χωριό στην Κύπρο και οι κάτοικοι ζήτησαν να γίνει το εγκαίνιο του την 24η Ιουλίου, ο Μητροπολίτης Ρόδου, κ.κ. Κύριλλος, συνοδευόμενος από τρείς κληρικούς, έφερε την εικόνα στην Κύπρο, τέλεσε το εγκαίνιο του ναού και η εικόνα για πρώτη φορά έφυγε από τη θέση της για τρεις μέρες.

Το Μοναστήρι της Παναγίας της Τσαμπίκας, γιορτάζει το Γενέσιο της Θεοτόκου την 8η Σεπτεμβρίου και την Γ΄ Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκύνησης).




Το παρεκκλήσι της Παναγίας της Τσαμπίκας στο Πέρα Χωριό Νήσου στην Κύπρο

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Θεέ μου, έλα στη θέση μου: Του Αθανάσιου Κατταδάκη


Το πρόβλημα στις μέρες μας δεν είναι ποιος λόγος ταιριάζει στη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων κι αν αυτός μπορεί να εκφράσει το ουσιαστικό νόημα του εκπληκτικού γεγονότος της ενανθρώπισης του Θείου λόγου. Το πρόβλημα είναι αν ο σημερινός άνθρωπος μπορεί να πιάσει το σήμα του.

Ασφαλώς ένας λόγος πανηγυρικός και μεγαλόπρεπος θα ήταν ό,τι πρέπει για τη μεγάλη γιορτή. Πιο πολύ θα ταίριαζε ο λυρικός τόνος του ποιητικού λόγου. Αλλά ποιο γλυκότονο «αλληλούια» μπορεί να σταθεί πλάι στο κοντάκιο «Η παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει » του Ρωμανού του Μελωδού;
Είναι, όμως, και ο λόγος της θεολογίας, λόγος με πολύ υψηλό νόημα, πολύ ταιριαστό για την περίπτωση. Τα Χριστούγεννα είναι ένα γεγονός έκτακτης θεολογικής απεραντοσύνης και αμείλικτης πρόσκλησης του νου για το πώς «ο αχώρητος εχωρήθη εν γαστρί». Γιατί η θεολογία μας πάει από την αρχή στην καρδιά του γεγονότος , όπου «ο Λόγος σαρξ εγένετο» (ευαγγελιστής Ιωάννης), «εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λάβων» (απόστολος Παύλος). Ο Θεός, δηλαδή, με ένα αβυσσαλέο άλμα αγάπης γίνεται άνθρωπος, για να ξαναφέρει τον άνθρωπο στην αρχική θεία αγαπητική προοπτική του.
Παράλληλα, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας θα σηματοδοτήσει τα Χριστούγεννα ως «Χαμήλωμα του Υιού του Θεού», ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός θα τα πει «τρόπο οικονομικής συγκατάβασης του Θεού στα ανθρώπινα» και οι αεροπαγιτικές συγγραφές θα τα επισημάνουν ως έκφραση «συγκλονιστικής θείας φιλανθρωπίας». Η μυστική θεολογία κατόπιν, με τον Νικόλαο Καβάσιλα, θα τονίσει ότι τα Χριστούγεννα είναι από τα γεγονότα που ο άνθρωπος τα προσεγγίζει μόνο «εν σιγή». Όλα αυτά είναι τα κλειδιά της Θεολογίας. Το δυστύχημα, εδώ, είναι ότι από καιρό ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα χειριστεί. Οι υπέροχες αυτές καταθέσεις μοιάζουν γρίφοι γι' αυτόν και η μεθοδευμένη παραπληροφόρηση στο θέμα αυτό φρόντισε να του τα βγάλει και από ξεπερασμένα έως μεσαιωνικά.
Τρεις δρόμοι για λόγο χριστουγεννιάτικο σχεδόν κλειστοί. Και το τραγικό που η εκκλησιαστική και θεολογική γλώσσα διαφεύγει συχνά στον δρόμο της σχολαστικής, της πληκτικής ηθικολογίας και εθιμολογίας. Καταλαβαίνει κανείς τί μπορεί να είναι τα τελευταία, αν τα προηγούμενα θεολογικά είναι στ' αυτιά του σημερινού ανθρώπου «χαλκός ήχων και κύμβαλον αλαλάζον».
Κι όμως. ο σημερινός άνθρωπος, ίσως ιδιαίτερα αυτός, και έχει ανάγκη να γευτεί το ουσιαστικό πνεύμα της εκπληκτικής αυτής θείας συγκατάβασης. Όσο κι αν φρόντισαν κάποιοι να του ψαλιδίσουν «της ψυχής του τα φτερά τα προτινά και τα μεγάλα». Θα έλεγα, μάλιστα, πως μόνος του δείχνει τον δρόμο από τον οποίο θέλει να προσεγγίσει το μέγιστο αυτό άθλημα της θείας φιλανθρωπίας. Τον ονομάζει απομυθοποίηση και τρομάζει τους θεολόγους. Πνιγμένοι, βλέπετε, σε έναν πατερικό βερμπαλισμό, διό και άγευστοι πετερικού βιώματος, ναρκωμένοι από λειτουργικές μυστικοπάθειες, σε μικροστεγανά αναπαλαιωτικής ορθοδοξίας, αδυνατούμε να επικοινωνήσουμε με τον κόσμο γύρο μας και υποψιαζόμαστε μόνο το αίτημά του. Απομυθοποιητικά θέλει να ακούσει ο σημερινός άνθρωπος για τα Χριστούγεννα, που σημαίνει απλά, «κενωτικά», πράγμα που πάει κατευθείαν στην καρδιά του κορυφαίου γεγονότος.
«Εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λάβων». Άδειασε τη θεία του ύπαρξη στην ασημαντότητα ενός νηπίου, αυτού που ύμνησαν οι άγγελοι, που προσκύνησαν οι ποιμένες και, ένα χρόνο αργότερα, οι μάγοι με τα δώρα. Το βλέπει καθαρά, όλα του το φωνάζουν, δεν είναι ένα τυχαίο παιδί, δεν είναι ένα οποιοδήποτε νήπιο. Του είναι τόσο καθαρά μέσα του όλα αυτά, που δεν νιώθει ότι του προσθέτουν τίποτε τα φτιασίδια της θεολογίας. Είναι και πιο πρακτικός, έκτακτα ρεαλιστής, συνειδητοποιεί ότι το μυστήριο αυτό είναι απύθμενο, κι όσο κι αν προσπαθεί κανείς, πέρα από την αρχή του δεν θα κατορθώσει να προχωρήσει.
Ζητεί, λοιπόν, κοινωνία νοήματος του ουσιαστικού πνεύματος αυτής της ιστορίας. Κι έρχεται εδώ ο άγιος Αχρίδος Θεοφύλακτος και του προτείνει απομυθοποιητικό, κενωτικό δρόμο. «Μένων ο ην, εγένετο ο ουκ ην». Έμεινε αυτό που ήταν- Θεός -και έγινε και αυτό που δεν ήταν- άνθρωπος. Εγκαινίασε έτσι άλλον τρόπο ύπαρξης. Έδειξε τη ζωή σαν δυναμική μετακίνησης στη θέση του άλλου. Μας είπε ότι η ζωή είναι ένας αδιάκοπος απεγκλωβισμός από τον ατομοκεντρισμό του εγώ και μια μετακίνηση στο αδελφικό εσύ, ότι η ζωή είναι μια αδιάκοπη πρόκληση αγαπητικής εξόδου.
Ένα τέτοιο χριστουγεννιάτικο σήμα και ποιος άνθρωπος δεν το καταλαβαίνει, και ποιος άνθρωπος, σήμερα, δεν το πιάνει. Μόνο που ο σημερινός άνθρωπος είναι πιο απαιτητικός. Δεν του φτάνει να βλέπει αυτό το σήμα σαρκούμενο μόνο από τον νηπιάσαντα Υιό του Θεού, τους απόστολους, τους μάρτυρες, τους πατέρες της Εκκλησίας, τους αγίους, τους ασκητές, τους νεομάρτυρες και τους άλλους της χρυσής αλυσίδας της ιστορίας της Εκκλησίας. Θέλει να το δει μορφοποιημένο και στη ζωή των σημερινών χριστιανών και προσέχει περισσότερο αυτούς που λέγουν τα μεγάλα λόγια για την Ορθοδοξία. Διερευνά να βρει αντικρίσματα μετακίνησης από το ατομοκεντρικό εγώ στο αδελφικό εσύ στην ζωή τους, αντικρίσματα αγαπητικής εξόδου στη δοκιμασία του άλλου, που το νήπιο της Βηθλεέμ, όταν μεγάλωσε, είπε ότι «αντιπροσωπεύει έναν από τους αδελφούς του τους ελάχιστους».
Πιάνει, λοιπόν, και ο σημερινός άνθρωπος το πνεύμα και το νόημα των Χριστουγέννων, αλλά και χρεώνει τους χριστιανούς, εμάς τους ορθοδόξους ιδιαίτερα, να του το δώσουμε μορφοποιημένο σε μια επίκαιρη δυναμική αγαπητικής εξόδου, όπως οι νεομάρτυρες, οι ασκητές, οι άγιοι, οι πατέρες της Εκκλησίας, οι μάρτυρες, οι αποστόλοι, ο Χριστός. Αυτός που «μένων ο ην, εγένετο ο ουκ ην». Ο Θεός που μετακινήθηκε στη θέση του ανθρώπου, για να δείξει στον άνθρωπο ότι η ζωή θα πει να κινείσαι αγαπητικά προς τον συνάνθρωπό σου, να μετακινείσαι στη θέση του.

Του Αθανάσιου Κατταδάκη
Από το περιοδικό «Θεός & Θρησκεία »
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Γιορτάζουμε και πάλι του Χριστού τη Γέννα

Γιορτάζουμε και πάλι του Χριστού τη Γέννα. Τη γιορτή της Αγάπης, της θυσίας, της προσφοράς του Θεού προς τον άνθρωπο. Τη γιορτή που επαγγέλλεται την ειρήνη στον καθένα μας αλλά και σ' ολόκληρο τον κόσμο. Δεν εξαντλείται όμως η γιορτή σε υλικές και επιδερμικές εκδηλώσεις. Είναι πρώτιστα τα Χριστούγεννα βιωματικό γεγονός μεστό πολλών μηνυμάτων. Και σαν τέτοιο πρώτα μνημονεύομαι την αγάπη. Αγάπησε ο Θεός τον κόσμο και γι' αυτό ενανθρώπησε. Ταυτόχρονα έδειξε σε μας ο Υιός του Θεού συγκατάβαση άπειρη. Και ακόμη, ερχόμενος σε μας, μας χάρισε την ειρήνη. Έτσι η αγάπη, η συγκατάβαση και η ειρήνη έχουν την απαρχή τους την Βηθλεέμ.
Κι αυτά τα δώρα είναι που χρειάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος για να απαλλαγεί από την καλπάζουσα ταλαιπωρία του. Και προπαντός ο ταραγμένος οικουμενικός άνθρωπος έχει την απόλυτη ανάγκη τους. Για να παύσει να αγωνιά και να νοιώθει ανασφαλής!

Αλήθεια, πόσο ήσυχος αισθάνεται και είναι ο σημερινός άνθρωπος; Ο κίνδυνος των ναρκωτικών απλώνεται σιγά σιγά με τη μορφή επιδημίας. Το έιτζ με σαρκασμό θριαμβεύει και αποδεκατίζει εκατομμύρια! Η τρομοκρατία με την ανεπίσημη επέλαση της τρίζει τα δόντια στους ένοικους του πλανήτη.
Οι πεινασμένοι μπορούν να κυκλώσουν ο ένας δίπλα στον άλλο τρεις φορές τη γη. Και το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι κάποιοι σκοτώνουν «στο όνομα του Θεού» και άλλοι διακηρύττουν ότι είναι εντεταλμένοι από τον «Θεό» για να αστυνομεύουν ή να καταδυναστεύουν τη γη και να επιβάλλουν την «ειρήνη», την ειρήνη του νεκροταφείου!
Κατά τα άλλα μιλούν αρμόδιοι και αναρμόδιοι για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την ευημερία των λαών. Το τί μπορεί να γίνει είναι και προσιτό και νοητό. Το πόσο κατορθωτό όμως είναι, είναι άλλο θέμα! Πάντως η απάντηση και η λύση του δράματος είναι δεδομένη. Και αυτή είναι ο Χριστός, που διαχρονικά γεννάται για όλους και κάθε χρόνο καλούμαστε με τα Χριστούγεννα να προσεγγίσουμε το μυστήριο τούτο και να αλλάξομε τρόπο ζωής.

π. Π. Πίπης
Από το Ορθόδοξο πνευματικό έντυπο «Πνευματική Έπαλξη»
Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Βοήθεια προς τους αδελφούς μας Ελλαδίτες: Η Κύπρος στο πλευρό της Ελλάδας

Η κατάσταση στην Ελλάδα, σε αρκετές περιπτώσεις, μόνο συγκλονιστική μπορεί να χαρακτηριστεί. Η Κύπρος βρίσκεται για άλλη μια φορά στο πλευρό της Ελλάδας για να προσφέρει όσα δύναται.
Η έκκληση των γιατρών του κόσμου για την Ελλάδα και τα όσα περιγράφει ο Α΄ Σύλλογος Εκπαιδευτικών Αθηνών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, δεν άφησε ασυγκίνητους τους Κύπριους πολίτες.

Βοήθεια στους δυσπραγούντες Ελλαδίτες, οι οποίοι έχουν κυριολεκτικά γονατίσει από την οικονομική κρίση προσέφεραν το πρωί απλόχερα, Λαρνακείς και όχι μόνο. Δεκάδες κόσμου, ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Κίνησης Πολιτών Λάρνακας, για δωρεά τροφίμων σ΄αυτούς που καθημερινά συνωστίζονται στα συσσίτια για ένα πιάτο φαί και στα παιδιά που λιποθυμούν από την πείνα στα σχολεία. Τα τρόφιμα που συγκεντρώθηκαν θα παραδοθούν στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερόνυμο, κατά την επίσκεψή του στο νησί μας στις 15 του μηνός.
Στη συνέχεια, θα γίνει διανομή σε άπορες οικογένειες και σε άπορα παιδιά στα σχολεία. Μέρος των τροφίμων θα διατεθούν για συσσίτια όπου πολλοί άστεγοι και άποροι προσέρχονται για γεύμα. Μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων θα οργανωθεί και άλλη αποστολή φορτίου τροφίμων. Όλοι μπορούμε να στείλουμε από κάτι μαζί με την αγάπη μας. Είδη που μπορούμε να στείλουμε: Μακαρόνια, όσπρια, ρύζι, αλεύρι, παιδικές τροφές, ζάχαρη, μπισκότα, παξιμάδια, γάλα σε κονσέρβες, δημητριακά.(ΟΧΙ ΧΡΗΜΑΤΑ). Τα τρόφιμα θα αποσταλούν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: 99493161, 99676143, 99634537

ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικα έθιμα της Κύπρου

Οι γιορτές των Χριστουγέννων παραδοσιακά εορτάζονταν πολύ πιο απλά στον Ελληνορθόδοξο χριστιανικό κόσμο σε σύγκριση με τους χριστιανούς της Δύσης. Ο λόγος γι' αυτό ήταν ό,τι τα Χριστούγεννα για εμάς τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς ήταν μια κυρίως θρησκευτική και πνευματική εορτή παρά να είναι κοσμική. Τόσο το χριστουγεννιάτικο δέντρο, όσο και τα δώρα των Χριστουγέννων ήταν άγνωστα στην Κύπρο. Αντί αυτού, είχαμε δικά μας χριστουγεννιάτικα έθιμα.
Τις παραμονές των Χριστουγέννων όλες οι γυναίκες της Κύπρου ζύμωναν ψωμιά που τα ονόμαζαν «γεννόπιττες», τα πανελλήνια γνωστά χριστόψωμα . Ήταν στρογγυλά ψωμιά με σησάμι ή χωρίς που στη μέση είχαν ένα μεγάλο σταυρό, φτιαγμένο με λωρίδα από ζυμάρι, ενώ στα τέσσερα τμήματα που σχηματίζονταν από το σταυρό έφτιαχναν διάφορα σχέδια, με πιο συνηθισμένο τη φοινικιά.


Μέχρι πολύ πρόσφατα από το καλοκαίρι η κάθε οικογένεια στα χωριά της Κύπρου αγόραζε από ένα μικρό χοίρο τον οποίο έτρεφαν οι ίδιοι με βαλανίδια, τρεμίθια, αγριόχορτα, κριθάρι και νερό. Έτσι τα Χριστούγεννα ο χοίρος ήταν έτοιμος για σφαγή. 2-3 μέρες πριν τα Χριστούγεννα έσφαζαν τον χοίρο, τον καθάριζαν και τον έκοβαν σε κομμάτια. Άλλα κομμάτια τα έβαζαν στο κρασί, αφού πρώτα τους έβαζαν αλάτι, αρτισιά και κόλιανδρο. Με το χοιρινό αυτό κρέας κατασκεύαζαν ζαλατίνες, λούντζες, χοιρομέρια, παΐδες, τσιρίγκες και λουκάνικα. Αν ο καιρός ήταν βροχερός κρεμούσαν τα λουκάνικα και άλλα είδη ψιλά μέσα στην τσιμινιά (τζάκι) για να ψήνονται σιγά-σιγά, αν υπήρχε ηλιοφάνεια τα έβγαζαν έξω στον ήλιο. Για να μην τα πειράζουν οι καλικάντζαροι τους έβαζαν πάνω κλαδιά ελιάς.


Όλα τα μέρη του χοίρου, χρησιμοποιούνταν για την διατροφή της οικογένειας. τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Ότι έμενε τα έψηναν και τα φύλαγαν μέσα σε κούμνες (πήλινα δοχεία), μαζί με το λαρτί (λίπος), που έλειωνε με το ψήσιμο. Μ’ αυτό τον τρόπο, είχαν απόθεμα φαγητού για αρκετό καιρό. Τις τσιρίγκες τις έτρωγαν το καλοκαίρι στο θέρος ενώ το λίπος το χρησιμοποιούσαν για τηγάνισμα, αφού το λάδι ήταν ακριβό.


Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην Κύπρο έφτιαχναν ένα ψωμί παρόμοιο με τη γεννόπιττα που ονόμαζαν «Βασίλης» και που στο οποίο τοποθετούσαν ένα νόμισμα. Έβαζαν μέσα σε μια μεγάλη τσιάρτα (κούπα) κόλλυβα και από πάνω τον «Βασίλη», μ' ένα κερί αναμμένο στο κέντρο του και τα τοποθετούσαν πάνω στο καλό τραπέζι του σπιτιού. Δίπλα τοποθετούσαν ένα μπουκάλι κρασί, ένα ποτήρι και το πορτοφόλι του νοικοκύρη καθώς και ένα κλαδί ελιάς. Πίστευαν ότι το βράδυ της παραμονής θα επισκεπτόταν το σπίτι τους ο Άγιος Βασίλης, θα έτρωγε, θα έπινε και θα ευλογούσε το πορτοφόλι του νοικοκύρη να είναι πάντα γεμάτο. Το δε ευλογημένο κλαδί ελιάς θα έφερνε ειρήνη στο σπίτι και θα απέτρεπε και τους καλικάντζαρους από το να πειράξουν τον «Βασίλη». Την επόμενη μέρα έπαιρναν τα κόλλυβα, που τα θεωρούσαν ευλογημένα και τάιζαν τα ζώα τους για να ευλογηθούν και αυτά. Τον «Βασίλη» τον έκοβαν το μεσημέρι στο τραπέζι και έπαιρναν όλα τα μέλη της οικογένειας από ένα κομμάτι. Αυτός που θα έβρισκε το νόμισμα ήταν το τυχερός της χρονιάς. Το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς η οικογένεια έπαιζε το παιχνίδι της ελιάς. Έριχναν φρέσκα φύλλα ελιάς στη τσιμινιά (τζάκι), ρωτούσαν τον Άη- Βασίλη αν τους αγαπούσε το πρόσωπο που ονόμαζαν, κι αν το φύλλο πεταγόταν, αυτό σήμαινε πως τους αγαπούσε, αν όχι, δεν τους αγαπούσε.


Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Γαλένα: Τ' άγνωστα εορταστικά ψωμιά της Πάφου


Τα γαλένα είναι εορταστικά ψωμιά της Κύπρου τα οποία παρασκευάζονται μόνο σε μερικά χωριά της πεδινής Πάφου, κυρίως στα χωριά Τρεμυθούσα, Έμπα, Χλώρακα, και Τάλα. Λόγο του ότι η παρασκευή τους συνηθίζεται σ' ένα πολύ μικρό γεωγραφικό χώρο, όχι μόνο τα γαλένα είναι άγνωστα στον ευρύ κόσμο, αλλά μάλιστα σήμερα τείνουν προς εξαφάνιση, αφού μόνο οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες των χωριών αυτών γνωρίζουν να τα παρασκευάζουν. Σήμερα συνηθίζουν να τα παρασκευάζουν κυρίως το Πάσχα αλλά στα παλιά χρόνια αν τους περίσσευε γάλα τα παρασκεύαζαν και τα Χριστούγεννα μαζί με τις γεννόπιτες, τις βασιλόπιτες και άλλα Χριστουγεννιάτικα ψωμιά.


Τα γαλένα πήραν το όνομά τους λόγο του ότι παρασκευάζονται με γάλα το οποίο συμπληρώνεται με ζάχαρη και φυτικό βούτυρο γι' αυτό το γαλένο ψωμί έχει μια γλυκιά γεύση η οποία μοιάζει λίγο με αυτή του τσουρεκού από το οποίο όμως απουσιάζουν τ' αυγά. Το γάλα πρέπει πάντοτε να είναι της κατσίκας επειδή δεν έχει τόσο πολύ πάχος και έτσι τα ψωμιά μπορούν να φουσκώσουν και να ψηλώσουν περισσότερο.


Συστατικά για την παρασκευή των γαλένων


2 με 2 1/2 κιλά αλεύρι
1/2 κιλό ζάχαρη
1 λίτρο γάλα κατσίκας
1 μικρό κουτί (700 γρ) βούτυρο, σπράϊ (φυτίνη)
2 μαγιές (αν δεν έχουμε προζύμι)
λίγο ροδόσταγμα
λίγο λάδι (ένα φλιτζανάκι ελληνικού καφέ)
λίγο κοπανισμένο μέχλεπι, μαστίχα Χίου, και τριμμένο μοσχοκάρυδο


Βάζουμε το αλεύρι σε μια μεγάλη λεκάνη. Προσθέτουμε το κοπανισμένο μέχλεπι, μαστίχα και μοσχοκάρυδο και μετά τη ζάχαρη. Βράζουμε ξεχωριστά το γάλα και το βούτυρο μέχρι να γίνουν χλιαρά. Προσθέτουμε στη λεκάνη πρώτα το βούτυρο και μετά το γάλα, τ' ανακατεύουμε μαζί καλά και μετά τα ζυμώνουμε μαζί με το λάδι, τη μαγιά, το ροδόσταγμα και το αλεύρι με τη ζάχαρη. Αφήνουμε τη ζύμη να φουσκώσει καλά και μετά πλάθουμε τα ψωμιά σε σχήμα κουμουλιάς (δακτυλιάς). Αν θέλουμε τα πασπαλίζουμε με σησάμι. Στη συνέχεια τα αφήνουμε να φουσκώσουν και μετά τα ψήνουμε στο φούρνο σε 170 βαθμούς (αφού πρώτα τον ζεστάνουμε για περίπου για 10 λεπτά σε 180 βαθμούς) και για περίπου 40- 50 λεπτά.