ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Παντελής Μηχανικός: Γράμμα εμπιστευτικό για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή - Και πάλι φωνάζει


ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΒΑΠΤΙΣΤΗ

Ακρίδες και μέλι δια τον Ιωάννην τον Βαπτιστήν. Και αυτός θα βαπτίσει τον Αμνόν.
Και όντως τον εβάπτισε και ο βαπτιστικός εσταυρώθη. Και ερωτώ τώρα εις τόνον ήπιον, τί εκαταλάβαμε, Ιωάννη Βαπτιστή, όσο μέλι και όσες ακρίδες και αν έφαγες, τί εκαταλάβαμε επειδή τον αμνόν δεν τον εστραύρωσες εσύ αλλά άλλοι.
Ω Ιωάννη, ω τρελλέ αδελφέ μου, δεν ήσουνα πιο δυνατός από εμέ. Εφώναζες και συ όπως εγώ. Και ύβριζες με πολλήν αυγλωττίαν την Ηρωδιάδα αλλά και αυτή δεν πήγαινε παρακάτω, σου έκοψε το καιφάλι και της το εσέρβιραν εις ασημένιο δίσκο. Μη μου πεις ότι έφταιγε η Σαλώμη όσον ωραία κι αν χόρευε. Αυτό ήταν το πρόσχημα.
Πολυαγαπημένε μου αδελφέ, έχασες και συ ο ίδιος το κεφάλι και τον βαφτιστικό σου τον σταύρωσαν. Και μένω τώρα εγώ μόνος μου να φωνάζω. Αλλά φωνάζουν μαζί μου και πολλοί άλλοι και οι περισσότεροι είμεθα τρελλοί και γίνεται θόρυβος και κρότος πολύς και κανείς δεν καταλαβαίνει τί λέγουμε - αλλά κι αν ακόμα καταλάβαιναν δεν θα μας έκαναν το χατήρι να καθήσουν να μας ακούσουν. Ευτυχώς λέω που οι μέλισσες πάνε ακόμη και μαζεύουνε τη γύρη και φτιάχνουνε μέλι. Ευτυχώς ακόμη που οι ακρίδες ξέρουν να πηγαίνουν να τρώνε το σιτάρι. Κι ο ποντικός να κρύβεται. Κι ο λαγός να τρέχει δρομαίως στις ανηφόρες. Ευτυχώς που ακόμη σχεδόν όλα τα δένδρα και πλείστα εκ των ζώων ξέρουν τί τους γίνεται.
Βέβαια εγώ δεν  θα σου έκοβα το κεφάλι, αδελφέ μου Ιωάννη, αλλά ας τ' ομολογήσουμε, δεν θα τολμούσα να τα βάλω με τον Ηρώδη και θα πήγαινα να κρυβόμουνα. Όχι στα φανερά, πρέπει να ομολογήσω. Ποιος τώρα στα φανερά κάνει πράγματα επικίνδυνα. Και ποιος τολμά να σου πει ένα επικίνδυνο μπράβο. Δεν είναι τώρα καιρός για ύψη.
Είμεθα γυμνοσάλιαγκες τώρα όλοι, αγαπητέ μου αδελφέ Ιωάννη Βαπτιστή. Βεβαίως με πιάνουνε κι εμένα καμμιά φορά τα μπουρίνια και βάζω τις φωνές στα παιδιά ύστερα πάω και κρύβομαι ωσάν τον σκαντζόχερα. Πού οι χρυσοί καιροί που φώναζες εσύ! Και σ' έτρεμε φορές φορές η Ηρωδιάς κι έβλεπε άσχημα όνειρα στον ύπνο της. Οπότε μια μέρα στον ξύπνο της σου την έσκασε.
Αγαπητέ μου Ιωάννη, για να είμεθα ειλικρινείς, όσα δικαιολογητικά κι αν μου πεις, όση πρόοδος κι αν ισχυρισθεί κανείς ότι έγινε, ας το πούμε, τα έργα των χεριών σου υπήρξαν μηδαμινά. Δεν θα μου πεις τώρα ότι μιλώ προκλητικά εσύ που ήσουνα ένα τέρας προκλητικότητος.
Κι ο γλυκύς Ιησούς. Ήρθε και το άγιον πνεύμα εξ ουρανού και το φώτισε. Πού 'ν τον; Έζησε, αλήθεια, μέσα στο μεγαλείο. Και παράσυρε πολλούς στον ωραίο δρόμο. Αλλά πού 'ν τον; Του έχτισαν ακόμη και ναούς για να τον κοροϊδεύουν. Αυτόν. Ναούς ήθελε αυτός; Που θα τους ξανάδερνε με το ματσούκι του και θα τους σκορπούσε. Αλλά πόσα χρόνια ν' αντέξει κι αυτός. Σκουλήκια είμαστε κατά βάθος. Τρωκτικά. Τί δε θα μπορούσαμε να φάμε και να μην το σαπίσουμε.
Εν πάση περιπτώσει - και για να τελειώνουμε - αγαπητέ μου αδελφέ Ιωάννη Βαπτιστή: μπήξε ακόμη καμμιά από τις αγριοφωνάρες σου και μη φοβάσαι. Εξ άλλου εσύ ποτέ δεν φοβόσουνα κανένα. Μπήξε λοιπόν καμμιά από τις αγριοφωνάρες σου για να χαλάσουνε λίγοι ναοί, να εξοργισθούνε κάμποσοι Φαρισσαίοι και να χολοσκάσει καμμιά Ηρωδιάς. Κι αν δεν βρει το κεφάλι σου για να κόψει, δεν πειράζει, ας πάρει το δικό μου τούτη το φορά - είναι που είναι χαμένο. Μπήξε λοιπόν καμμιά φωνάρα να ευχαριστηθεί η ψυχή μου. Και μην ξεχνάς πως σε θαύμασα όταν με το κεφάλι κομμένο μέσα στο δίσκο, έρριξες μια δυνατή φτυσιά μέσα στα μούτρα του μαλάκα του Ηρώδη.

Παντελής Μηχανικός
Από την ποιητική συλλογή «Κατάθεση», 1975
Λευκωσία


ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΦΩΝΑΖΕΙ

Και πάλι φωνάζει έξω στην παγωνιά ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Το ξέρω πως αυτός παγώνει όταν εμείς καθόμαστε δίπλα στο τζάκι τρώγοντας κάστανα. Κι αυτός έξω στην παγωνιά φωνάζει, ουρλιάζει, βρίζει. Ξέρω πως είναι ακατάδεχτος, ξέρω πως ποτέ δεν θα 'ρτει να μου χτυπήσει την πόρτα, πως δεν θα γυρέψει ποτέ τη ζεστασιά, α, όχι αυτός, όχι.
Κι αν πάω έξω, να τον συναντήσω με δυό κάστανα ζεστά, ξέρω πως θα μου τα πετάξει στα μούτρα και θα με βρίσει. Αλλά με τραβάει σαν μαγνήτης.
Πάω έξω. Άρπαξε τα κάστανα, μου τα πετάει στα μούτρα και με βρίζει. Κι η ψυχή φεύγει από τα στήθια μου και του φιλεί τα πόδια.
Κι αυτός προχωράει μουγκρίζοντας μέσα στη νύχτα.
Σκέφτομαι πως θα ψοφήσει μέσα στην παγωνιά. Κι ο Ιωάννης σαν ν' ακούει τη σκέψη μου «πήγαινε» μου φωνάζει, «πήγαινε, ΨΟΦΙΜΙ, στη ζεστασιά σου».

Παντελής Μηχανικός
Κατάθεση, 1975
Κύπρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου