ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Περί της Ελληνορθοδόξου Εκκλησιαστικής Μουσικής • Commentary note on the Greek Orthodox Liturgical Music



Η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική είναι ο ένας από τους δύο κλάδους της εθνικής μουσικής των Ελλήνων• ο άλλος είναι τα δημοτικά τραγούδια. Έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα και ιδιαιτέρως αναπτύχθηκε ως χριστιανική τέχνη κατά τη βυζαντινή εποχή -γι' αυτό ονομάζεται «βυζαντινή» - και είναι συνυφασμένη με τα ποιήματα ενδόξων υμνογράφων. Αποτελεί μοναδικό μέσο όχι μόνο δοξολογίας του Ύψιστου αλλά και εμμελούς κηρύγματος των χριστιανικών αληθειών. Εξαίρει τις υψηλές έννοιες της πίστης, κινεί σε κατάνυξη και προτρέπει σε μετάνοια• εξίσταται ενώπιον του θαύματος της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, μυσταγωγεί κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι δραματική και πένθιμη την εβδομάδα των Θείων Παθών, θριαμβική και πανηγυρική την Ανάσταση.
Πλέον μελισματική σε παλαιότερες εποχές, έχει επανέλθει ήδη εδώ και τρεις αιώνες περίπου στην αρχαϊκή της απλότητα χωρίς τους μεγάλους πλατυασμούς των παλαιοτέρων μαθημάτων του ιβ'- ιζ'αί.
Δύο από τα χαρακτηριστικά αυτής της μουσικής, τα οποία πιστεύουμε ότι πρέπει να γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες και που κάνουν την να διακρίνεται από την αντίστοιχη δυτική όχι μόνον ως είδος αλλ΄ ως «ουσία» ψυχαγωγία είναι τα ακόλουθα:
1. Η βυζαντινή μουσική είναι καθαρά φωνητική σύμφωνα με τον πνευματικό χαρακτήρα της ορθοδόξου λατρείας της οποίας είναι ομοούσιο γέννημα. Από την αρχαία εκκλησία παρέμεινε και παραμένει φωνητική• ουδέποτε εισήλθαν όργανα στην λατρεία, αφού η ελληνική παράδοση θέλει να προβάλλεται ο λόγος -κατά την Πυθαγόρειο αντίληψη- με φυσικά και όχι τεχνικά μέσα (ενόργανη συνοδεία), πράγμα το οποίο στην συνέχεια υιοθέτησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Η βυζαντινή μουσική υπηρετούσα τον «περί Θεού λόγον» (υμνολογία) δεν εξασφαλίζει μόνον της ευχάριστη προσέγγιση του λόγου αλλά, όπως αναφέρει ο Γρηγόριος Νύσσης, «εκ-καλύπτει τον νουν των ρημάτων».
Πλούσια μα και λιτή ταυτόχρονα η ψαλτική τέχνη των Ελλήνων• πλούσια γιατί θεμελιώνεται στην οκταηχία με ηχοχρώματα και μουσικές θέσεις που «αρμοδίως» επενδύουν τους ύμνους. Λιτή υπό την έννοια ότι είναι απαλλαγμένη από αισθησιασμό. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ στο ελληνικό μουσικό σύστημα υπάρχουν ογδόντα περίπου ήχοι (τρόποι) πάνω στους οποίους έχουν μελοποιηθεί αριστουργήματα κοσμικής μουσικής, τελικά οι πατέρες της Εκκλησίας επέλεξαν και καθιέρωσαν για την λατρεία μόνον οκτώ κατ' αντιστοιχία των οκτώ τρόπων της αρχαίας μουσικής. Αυτοί οι οκτώ ήχοι έχοντες ήθος* άλλοτε διασταλτικό (χαρμόσυνο-πανηγυρικό), άλλοτε συσταλτικό (ταπείνωση-δέηση) και άλλοτε ησυχαστικό (απώθηση βιωτικών μεριμνών) δίνουν την ευκαιρία στους πιστούς να παραδοθούν στην «εξ αποκαλύψεως αλήθεια».
2. Η βυζαντινή μουσική είναι μονόφωνη ή ομόφωνη• αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μία γραμμή μέλους -και όχι «πολλές εν παραλλήλω» (ετεροφωνία*) -με σταθερό υπόβαθρο ισοκρατημάτων. Το άκουσμα που προκύπτει, όταν συμψάλουν πολλοί, δίνει την αίσθηση ότι οι φωνές «ως εξ ενός στόματος φέρονται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Το γνωστό ισοκράτημα ή ίσο εκφράζει κάτι το λεπτότερο και πνευματικώτερο από την ετεροφωνία η την ενόργανη συνοδεία και όχι μόνο πλουτίζει τη μελωδία, αλλ΄ υπογραμμίζει (τονίζει) τον ήχο.
Η ετεροφωνία και η ενόργανη συνοδεία, κύρια χαρακτηριστικά της δυτικής εκκλησιαστικής μουσικής, πλήρως πλήρως σεβαστά για το μουσικό σύστημα και την κουλτούρα που υπηρετούν, είναι τελικά παντελώς ξένα προς την ελληνορθόδοξη παράδοση διότι:
α) διασπούν και συγχέουν τα νοήματα των υμνογραφικών κειμένων.
β) παραχαράσσουν το κάλλος των ακολουθιών, και
γ) αποπροσανατολίζουν τους πιστούς από την πεμπτουσία της λατρείας.

Η βυζαντινή μουσική εμμελής και πλήρης φωνητικών ποικιλμάτων, συνεχώς ανελισσόμενη, τροποποιούμενη, βελτιούμενη και στη σύνθεση και προπαντός στη γραφή, ζώσα και ενεργός αλλά πάντοτε ακολουθούσα τα πρότυπα και την παράδοση προγενεστέρων εποχών είναι ταυτόγχρονα «νέα και παλαιά». Για τους Έλληνες αποτελεί πνευματική και καλλιτεχνική παρακαταθήκη μέσα στη σύγχρονη εποχή μας.
Άσβεστο, λοιπόν, πάντα και απανταχού πρέπει να παραμένει το ενδιαφέρον της Εκκλησίας για την τύχη της πατροπαράδοτης λατρευτικής μουσικής, όχι για τον «κίνδυνο απωλείας των παραδόσεών μας αλλά για τον κίνδυνο απωλείας των ψυχών μας». Ας μη λησμονούμε λοιπόν, ότι:

«'Ο,τι αφήνεις σ' αφήνει, αλλ' αυτό που σ' αφήνει μένει και περιμένει».

* Ήθος είναι η έκφραση των ψυχικών διαθέσεων και συναισθημάτων που δημιουργούνται στον άνθρωπο από το άκουσμα ενός τροπαρίου ή μιας μελωδίας.
* Ετεροφωνία: πολυφωνία (π.χ. τετραφωνία).

Γ.Ρ.

Ιερά Πατριαρχική & Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ, Αγγλία


Byzantine Liturgical Music is one of the two branches of the authentic music of the Greek nation, the other being Greek traditional music. Its roots can be found in antiquity, but it developed as a particular form of Christian art during the Byzantine era which is why it is called “Byzantine” and it is inseparably related to the works of inspired hymnographers. It not only constitutes a unique means for glorifying God in the higest but is also a musical vehicle for the declaration of Christian faith. It voices the most refined receptions of the kernels of the faith. It moves the faithful towards devoutness and repentance. It stands in awe before the miracle of incarnation, it initiates during the period of the Great Lend, it is dramatic and mournful during the Passion, jubilant and triumphant in relation to the Resurrection.
Having gone through a more elaborate melismatic period from the 12th to the 17th centuries, Byzantine liturgical music has returned in the last three centuries to its more austere and simple original style.
Two basic characteristics of this liturgical music which distinquish it from the Western liturgical tradition are the following:
Firstly, Byzantine music is exclusively vocal in accordance with the particular spiritual character of Orthodox worship of which it is a direct derivative. It has always been exclusively vocal without any instrumental accompaniment since its main purpose is to project the word in accordance with the Pythagorean view, with natural, direct and not indirect means, a view adopted by the Church Fathers. Thus Byzantine music factions primarily in the service of the hymnology and secures not only a satisfying approach to the texts, but, as Saint Gregory of Nyssa has stated, “reveals the spirit of the words”.
The Greek art of liturgical chanting is both rich and austere. Rich because it is based on eight modes (ochtaechon) which permit appropriately varied musical investment in hymns. Austere, in the sinse that it is devoid of trappings and the particular sensuality of secular music. It is no coincidance that whereas the Greek musical system comprises over eighty modes which have been used to produce masterpieces of secular music, the Church Fathers selected only eight in accordance with the musical system of antiquity. These eight modes secure the musical ethos* which serve the spirit of the hymns. Expansive when the hymns are joyful and celebratory, contractive when they are imploratory or mortificatory, meditative when they invoke a departure from wordly concerns, the musical ethos offers the devout the oppurtunity to surrender themselves totally to the apocalyptic truths of the faith.
Secondly, Byzantine music is monophonic or homophonic. This means that there is one melodic line, sypported by a solid ground and not several in parallel, as is the case in the Western polyphonic tradition.
The unison effect thus created when the choir is of a certain size gives the impression that “all voices emanate as if from a single source” as Saint John Chrysostom aptly states. The characteristic “ison” or “isokratima”, that is to say the ground, expresses something spiritually deeper and subtler then polyphonic elaboration or the used of instrumental accompaniment and underpins the musical mode in addition to enriching the melodic effect.
Polyphony and instrumental accompaniment, the main features of Western church music, fully respected in the musical and the cultural system employed, are ultimately completely alien to Orthodox tradition because:
a) they distract and confuse the meaning of the hymnographic texts.
b) they falsify the beauty of the liturgies, and
c) distract the faithful from the very essence of worship.

Byzantine music with its particular forms of variation and emballishment has undergone continuous development and refinement in terms of composition but especially in turns of musical notation always, however, in conformity with the values and precepts of the past eras. It is thus a living and active musical tradition at once new and old. For the Greeks it constitutes an intellectual and artistic legacy in our contemporary era.

It is therefore essential that the Church must always and everywhere keep its interest burning about the fate of traditional liturgical music, not because of the “risk of losing our traditions, but from the risk of losing our souls”. So let's not forget that:

Whatever you let go, it lets you gο of it, but that which you let go, stays and waits for you

* By musical ethos what is meant is the spiritual quality of feeling or emotion evoked in the listener by the particular rendition of a hymn or musical piece.

G.R.

Holy Patriarchal and Stavropegic Monastery of St. John the Baptist. Essex, England.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου