ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Ο Θρήνος της Παναγίας: κυπριακό εκκλησιαστικό παραδοσιακό τραγούδι


Ο «Θρήνος της Παναγίας» είναι ένα κυπριακό εκκλησιαστικό δημοτικό τραγούδι, γνωστό και ως Τραούδιν της Παναγίας. Απαντάται σε πάρα πολλές παραλλαγές και συνηθιζόταν παλαιότερα (ενώ σε μερικά χωριά όπως τη Λυσό της Πάφου συνηθίζεται ακόμη και σήμερα, ως συνέχεια παλαιού εθίμου) να τραγουδιέται από τον ιερέα ή από ένα ή και περισσότερους λαϊκούς τραγουδιστές συνήθως μέσα ή στο προαύλιον της εκκλησίας την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή μετά από τον Ενταφιασμό.
Το τραγούδι αποτελεί ανακάλεσμαν της Παναγίας, μοιρολόι της μητέρας του Χριστού εξαιτίας του πόνου τον οποίο αισθάνεται από τα πάθη, τη σταύρωση και τον θάνατό του.
Η πιο κάτω παραλλαγή του τραγουδιού αυτού καταγράφηκε το 1946 στο χωριό Άγιος Επίκτητος της επαρχίας Κερύνειας και διασώθηκε από τον Θεόδουλο Καλλίνικο στο βιβλίο του «Κυπριακή Λαϊκή Μούσα» το οποίο εκδόθηκε το 1951. Αφηγητής του τραγουδιού αναφέρεται ότι ήταν ένας άνδρας με τ' όνομα Χρίστος Λοΐζου ο οποίος το 1946 ήταν 67 ετών.


Ο Θρήνος της Παναγίας

Άδε μαντάτο σκοτεινόν τζι' ημέραν λυπημένη,
όπου μου ήλθεν σήμμερον της πολλοπικραμμένης.
Επιάσαν τον υιούλλην μου τζι' έμειν' αρφανεμένη.
Ο Γαβριήλ Αρχάγγελος πούτουν ο λογισμός μου,
είπεν μου Χαίρε Δέσποινα «τζι' ο Κύριος δικός μου».
Κάλλοιον το ήθελα μου 'πη δέχτου τον θάνατόν σου
παρ' ήρτεν τζι' είπεν Δέσποινα «ο Κύριος δικός μου».
Χαράν όπου εδκιάβασα τζι' εγέννησα τον ήλιον
τον φόβον όπου πέρασα στην γέννησιν στον σπήλιον,
για τον Ηρώδην τον πικρόν μεν χάση το βασίλειον.
Χρυσόν δεντρόν εβλάστησεν ο εύσπλαχνος Υιός μου
έκαμεν κλόνους δώδεκα τζι' εσκέπασεν τον κόσμον
Όρνεα τα πετάμενα στους κλόνους του φωλιεύκαν
τα πονηρά δαιμόνια εβλέπαν τον τζι' εφεύκαν.
Τζιείνοι οι κλων' οι δώδεκα ήσαν οι Αποστόλοι,
όρνεια τα πετούμενα ήσαν οι Αρχαγγέλοι.
Τζιαι το δεντρόν το δροσερόν εν' ο Μονογενής μου
τζι' η βρύση που το πότιζα, γάλαν που το βυζίν μου.
Τώρα οι κλόνοι κόπηκαν τα φύλλα μαρανθήκαν
τζι' οι βρύσες του εστέγνωσαν τζι' οι τόποι ορφανευτήκαν
Κλάψετε χήρες τζι' ορφανές τζι' όλ' η συγγένειά σας
εχάσετε τον δάσκαλον τζιαι την παρηορκάν σας.
Όρη αναστενάξετε τζιαι δέντρα μαραθθήτε
τζιαι ποταμοί στραντζίσετε τζιαι πέτρες ραγισθήτε
Τζιαι χιλιόχρονοι νεκροί, τώρα αναστηθήτε,
τζιαι πάνω εις την λύπην μου μαζύ μ' εμέν' θρηνήτε
Για τον αγαπημένον μου Υιόν, τον είχα φως τζι' αμμάδκια
τζι' ετζιείνοι μου τον πιάσασιν που τα δικά μου αγκάλια
Ιούδας τον επρόδωσεν μ' αργυρά τριάντα
τζιαι θάρρειεν ο μιαρός, πώς θα τά έσσιει πάντα.
Τζιαι πώς να μην σκοτώννουμαι, τζιαι πώς να μην θρηνήσω
δάκρυα που τα μάδκια μου χαμαί στην γην να χύσω;
Έσσιει τρία μερόνυκτα όπου τον βασανίζουν,
ολόγυμνον τον γιούλλην μου στες στράτες τον γυρίζουν
Φορεί σταφάνιν ακανθών πάνω στην τζιεφαλήν του,
να τό ξεραν οι άνομοι πως εν με την βουλήν του
Χριστιανοί γνωρίζουν τον αφέντην τζιαι Θεόν τους
τζι' οι σκύλλοι οι παράνομοι έχουν τον σαν εχθρόν τους
Ετύφλωσαν τα μμάδκια τους τζιαι φράξασιν τα φκιά τους
η ευσπλαχνία σου Χριστέ δοξάζω σε, βαστά τους
Ωσάν ληστήν τον πέρνουσιν τζι' ωσάν φονιάν τον δείννουν
τζιαι στον Πιλάτον πέρνουν τον τζιαι μπρος του τον ετσήννουν.
Τζιαι ο Πιλάτος ο φτωχός κάμνει δικαίαν κρίσιν,
το πως δεν έσσιει φταίσημον να τον εξαπολύση.
Τζιαι τζιείνοι εφωνάζασιν πως να τον εσταυρώσουν,
τα σσιέρκα τζιαι τα πόδκια του στο ξύλον να καρφώσουν
Μαντάτον ήρτεν θλιβερόν στην Δέσποιναν Μαρίαν
πως μαρτυρούν τον γιούλλην της δίχως καμμιάν αιτίαν.
Εφτά φορές λυώννεται τζι' ήτουν να ξυψυσσιήση
τζι' έναν από τουςς δώδεκα δεν ηύρεν ν' αρωτήση.
Στην δεξιάν της την μερκάν, θωρεί τον Ιωάννην,
λαλεί του πουν' τον γιούλλην μου τζι' εσέν τον δάσκαλόν σου
δειξέ μου να τον θωρώ μήπως τζιαι παραδώσω.
Δεν έχω τόλμην ω! τωρά νάρθω να σου τον δείξω
που τον καμόν μου δεν μπορώ τα χείλη μου ν' αννοίξω.
Ως τόσον που με 'ρώτησες εγώ θα σου τον δείξω
τζι' εγώ με σέναν Δέσποινα να κλάψω να θρηνήσω
δάκρυα που τα μάτια μου χαμαί στην γην να χύσω.
Θωρείς Εκείνον τον χλωμόν τζιαι τον παραδερμένον,
όπου φορεί πουκάμισον στο αίμα βουττημένον,
όπου τον έχουν οι εχθροί αξάγκονα δεμμένον!
Όπου κρατούν στο χέρι τους καρφιά να τον καρφώσουν,
όπου κρατούν τζιαι στ' άλλον τους λόγχην να τον λογχήσουν
Φορεί στην κεφαλούλλαν του ακάνθινον στεφάνιν,
πως είναι με τα αίματα ωσάν το κουρουπάνιν!
Εκείνος είναι ο γιούλλης σου τζι' εμέν' ο δάσκαλός μου,
Εκείνος είναι ο Χριστός ο ποιητής του κόσμου.
Τζιαι δκυό καρφιά του βάλασιν πάνω στα δκυό του χέρια
τζιαι τ' άλλα δκυό τα βάλλουσιν πάνω στα δκυό του πόδια.
Τζιαι τ' άλλον το μακρύτερον βάλλουν το στην καρκιάν του
τα τέσσερα υποφέρει τα, το σπλαχνικόν μου τέκνον.
Μα της καρκιάς του το καρφίν εν ημπορεί να υποφέρη,
αννοίγει τα χειλάκια του τούτον τον λόγον λέει.
Αλλοίμονον! αλλοίμονον Θεέ μου τζιαι Πατέρα
τζιαι πώς με ελησμόνησες την σήμμερον ημέραν;
Διψά πολλά, βάλλει φωνήν, μέσα η καρκιά του επιάστην
τζι' έτρεξα ναύρω το νερόν να πα να τον ποτίσω
τζι' ετρέξαν μας οι άνομοι τζι' ήτουν να ξυψυχήσω
Βάλλουσιν ξύδιν τζιαι χολήν τζιαι άλας μεσ' τον σπόγγον
τζι εδώσαν του το να το πιη το σπλαχνικόν μου τέκνον.
Αννοίγει τα χειλάκια του τούτον τον λόγον λέει:
να βάλω τους Προφήτες μου στο γένος της Μητρός μου
όπου επροφητέψασιν απ' αξαρκής του κόσμου.
Από τον Άδη τον πικρόν να τους ελευθερώσω,
στην άνω Ιερουσαλήμ να τους καταβοδώσω.
Η Παναγία στέκετουν εμπρός του λυπημένη
τζιαι έδερνεν το στήθος της τζιαι τράβαν τα μαλλιά της.
Ω! Τέκνον μου τί έπταιξες τζι' είσαι πολλά θλιμμένον
τζι' ανάμεσα σε δκυό ληστάς έχουν σε καρφωμένον;
Ω! πανσεβάσμιε Σταυρέ ξύλον ευλογημένον,
όπου βαστάζεις τον Χριστόν πάνω σου καρφωμένον.
Ω! Τέκνον μου γλυκύτατον τζιαι γνώσις των καρδίων
πούνε οι μαθητάδες σου οι εβδομήντα δύο;
Ο Πέτρος σε αρνήθηκε ομοίως τζιαι οι άλλοι,
Απόστολοι εφύγασιν με φόβον τζιαι με ξάλην,
και μοναχήν αφήσασιν την ταπεινήν Μαριάν.
Τώρα σε βλέπω Τέκνον μου εις τον Σταυρόν επάνω
τώρα ζητώ καλλίτερον θέλημα να πεθάνω.
Σκύψε κάτω να δυνηθώ να σε γλυκοφιλήσω,
τον ποιητήν μου τζιαι Θεόν να τον ποχαιρετήσω.
Τζι' επολοήθην τζι' είπεν της με τα γλυτζιά του σσιείλη
Μάνα, μην πολλοθλίβεσαι πολλά για τον υιόν σου
Τον Θεολόγον φίλον μου 'φίννω τον σύντροφόν σου
τζι' ως τρεις ημέρες έρχομαι, να δοξασθή ο γιος σου.
Σελήνη τζιαι ο ήλιος, όλον το φως εχάθην
τζι' αναστηθήκασιν νεκροί τζι' αννοίξασιν οι τάφοι.
Σελήνη τζιαι ο ήλιος, το Θεϊκόν του στέμμα,
τζιαι έκλινεν την τζιεφαλήν παρέδωσεν το Πνεύμα.
Σελήνη τζιαι ο ήλιος μονταύθα εσκοτίσθη
τζι' ο κόσμος όλος έτρεμεν τζι' η γη Σταυρόν εσχίσθη,
ναού το καταπέτασμα, στο μέσον ερραγίσθη.
Τότε η μάνα του Χριστού έστεκεν μετά ζάλης
τζιαι μ' 'εναν κλάμαν θλιβερόν, βάλλει φωνήν μεγάλην.
- Τζιαι πού μασσιέριν να σφαγώ τζιαι που κρεμμόν να δώσω
τζιαι πού ποτάμιν θολωτόν να μπω να παραδώσω;
Αι Μυροφόρες του Χριστού, εστέκοντο κοντά της,
η μία βαστά τα σσιέρκα της τζι' η άλλη την καρδκιάν της.
Τζιυρία μου τζι' εάν σφαγής, σφάζετ' ο κόσμος όλος
τζιαι πάραυτα σκοτίζεται του Ουρανού ο θόλος.
Τζι' εφέραν της γλυκόν κρασίν τζι' αφράτον παξιμάδιν
τζι' εκάμαν την παρηορκάν τζι' έχουμεν την σημάδιν.
Αννοίγει τα χειλάκια της τούτον τον λόγον λέει:
επάρτε με στου Ιωσήφ, από Αρειμαθείας.
Να τον παρακαλέσουμεν πολλά για τον Υιόν μου
να πα να τον ποσπάσουμεν το φως των οφθαλμών μου.
Μονταύθα εστρατεύσασιν στου Ιωσήφ τζιαι πάσιν,
τζιαι πολοάται Δέσποινα του Ιωσήφ τζιαι λέγει.
Να σε παρακαλέσουμεν πολλά για τον Υιόν μου
να πα να τον ποσπάσουμεν το φως των οφθαλμών μου.
Τζιαι που τ΄ακούη ο Ιησήφ, κάμνη μεγάλον θρήνον
λέγει της Μάνας του Χριστού: Δέσποινα των Αγγέλων.
Μετά χαράς ότι μου πης, να κάμ' ότι προφθάσω,
έχω λουβάριν περισσόν να τον εξαγοράσω,
να κατεβή που τον Σταυρόν να τον ενταφιάσω.
Μεσ' σε τζιβούριν πέτρινον πούνε στο περιβόλιν,
πούνε ο τάφος του Χριστού καθώς το ξέρουν όλοι.
Μονταύθα εστρατεύσασιν εις του Πιλάτου πάσιν,
τζιαι πολοάται Ιωσήφ τζιαι του Πιλάτου λέγει:
Να σε παρακαλέσουμεν αφέντη μου Πιλάτε,
δόσ' μας τον ξένον τον φτωχόν τζιαι τον εστραυρωμένον,
ξένος του κόσμου βρίσκεται τζιαι καταφρονιμένος.
Δεν έσσιει κόρην γι' αδελφόν νάρτη να τον ποσπάση,
μηδέ κακέναν συγγενήν να τον ενταφιάση.
Η Παναγία στέκεται εμπρός του λυπημένη
τζιαι του Πιλάτου έλεγεν: λυπήθουμε την ξένην.
Αφέντη μου λυπήθου με τζιαι μεν τζιαι τον Υιόν μου
δόσ' μας τον να τον θάψουμεν το φως των οφθαλμών μου.
Λέγει της Μάνας του Χριστού άμε χαρίζω σου τον,
τζιαι μην μας δώσης πειρασμόν εδώ στον κόσμον τούτον.
Γιατ' είδαμεν τον πειρασμόν τζιαι τον σεισμόν των πέτρων
τζι' ανεστηθήκασιν νεκροί τζι' αννοίξασιν οι τάφοι.
Μανταύτα εστρατεύσασιν εις τον Σταυρόν τζιαι πάσιν
βάλλουσιν σκάλαν στον Σταυρόν τζιαι τα καρβκιά εβκάλαν
Πέρνουν τον να τον θάψουσιν τον δίκαιον Εκείνον
τζιαι ταπισόν η Δέσποινα μετά του Νικοδήμου.
Βάλλουσιν μεσ' το μνήμαν του σμύρναν μετά αλόης
τζι' εκλείσαν τον τζιαι φύασιν, μετά μεγάλου θρήνου.
Τζι' η Δέσποινα που το 'βκαλεν, πρέπει να την υμνείτε,
πρέπει να την δοξάζετε τζιαι να την προσκυνείτε.
Όπκιος δκιαβάζει την Γραφήν τα πάθη του Υιού μου
να μην έχη ερώτησιν στην κρίσιν του Θεού μου.
Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου