ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Το έθιμο του Κλήδονα στην Κύπρο και το τραγούδι του Μα


Στα παλιά τα χρόνια παρατηρείται στη Κύπρο ένα έθιμο που είχε σχέση με τη μαντεία, και εκτελείτο αποκλειστικά από νεαρές κοπέλες. Λεγόταν «το τραγούδι του Μα». Τη πρώτη μέρα του Μαΐου, όλες οι ανύπανδρες κοπέλες, γεμάτες ενθουσιασμό, έβαιναν έξω από τις πόλεις και τα χωριά και πήγαιναν στους κάμπους. Ξάπλωναν στο πράσινο, κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, επειδή ο ήλιος ήδη έκαιγε. Ορισμένες φορές όταν υπήρχε έλλειψη χώρου, επιλέγαν την ήσυχη γωνιά ενός έφορου χωραφιού για τη διοργάνωση της μαγιάτικης γιορτής τους, που συμπίπτε με τον καιρό που τα στάχυα ήταν ψηλά. Γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι την ημέρα αυτή, έκλεινε και τα δυο του μάτια και ο αυστηρότερος αγροφύλακας. Κάθονταν σε κύκλο, έτρωγαν, και έπιναν αυτά που έφερναν μαζί τους, αστειεύονταν μεταξύ τους, τραγουδούσαν, και χόρευαν στους ρυθμούς της ταμπουτσιάς και του τυμπάνου που δεν απουσίαζε ποτέ. Μετά, οι νεαρές κοπέλες τοποθετούσαν το μαγικό δοχείο του κλήδονα ή αλλιώς του Μα. Το συγκεκριμένο αυτό δοχείο ήταν μια μεγάλη λεκάνη, ή ένα μεγάλο αγγείο, που έφερναν μαζί τους οι κοπέλες που συμμετείχαν στη γιορτή. Η κάθε κοπέλα έριχνε μέσα στο δοχείο ένα δακτυλίδι με ένα λουλούδι, ένα τριαντάφυλλο, ένα γαρύφαλλο, ή ένα άνθος της ροδιάς. Μετά, το σκέπαζαν με ένα κόκκινο μαντήλι και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Το δοχείο έμενε τρεις μέρες στα χωράφια και κανένας που το είχε δει στο μεταξύ, δεν το πείραζε. Μετά από τρεις μέρες, επέστρεφαν οι κοπέλες στο Μα, δηλαδή το δοχείο του Κλήδονα. Και έτσι ξανάρχιζε η γιορτή με το τραγούδι του Κλήδονα. Έκαναν έναν κύκλο γύρω-γύρω από το δοχείο και χόρευαν. Μετά το τέλος του τραγουδιού, η ομάδα καθόταν γύρο από το δοχείο όπου μια από τις κοπέλες έλυνε το κόκκινο μαντήλι μετά το ατομικό τραγούδι. Τότε άρχιζε το ατομικό τραγούδι. Κάθε κοπέλα τραγουδούσε ένα γνωστό δίστιχο, που κάπου έμαθε ή άκουσε ή που έφτιαξε η ίδια. Άκουγε κανείς συχνά άσεμνα και χοντροκομμένα τραγούδια αλλά και πανέμορφα μαργαριτάρια της λαϊκής ποίησης. Το περιεχόμενο των στίχων μπορούσε να ήταν σοβαρό ή αστείο, σαφές ή αμφίσημο, σεμνό ή όχι. Τα πιο πολλά μιλούσαν για έρωτα και αρραβωνιάσματα, θέμα καθόλου παράξενο μεταξύ των νεαρών αυτών κοριτσιών. Κάποτε οι στίχοι ήταν αυτοσχέδιοι και περιείχαν πειράγματα ή υπονοούμενα για τα τελευταία γεγονότα της οικογένειας.
Όταν τελείωνε το ατομικό τραγούδι, η κοπέλα έλυνε το κόκκινο μαντήλι του δοχείου και έπαιρνε ένα δακτυλίδι. Ανάλογα με τη σημασία του τελευταίου στίχου και ανάλογα με το πως ταίριαζε το περιεχόμενο στην ιδιοκτήτρια του δακτυλιδιού, δινόταν μια εξήγηση που βέβαια ερμηνευόταν με διαφορετικούς τρόπους. Παρ' όλες τις διάφορες άκακες δολοπλοκίες που συνέβαιναν μεταξύ των κοριτσιών, αυτές πίστευαν ότι θα πραγματοποιηθεί ο χρησμός του δακτυλιδιού. Γ' αυτό το λόγο οι φίλες που δεν παρευρίσκονταν στην γιορτή, ρωτούσαν να μάθουν τι τους είχε ταμένο ο κλήδονας.

Σήμερα αυτό το έθιμο έχει ξεχασθεί στη Κύπρο, όμως οι ρίζες του ήταν μια συνέχεια των μαντείων της αρχαιότητας.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΑ (ΚΛΗΔΟΝΑ)

Τζιαι μπαίνν' ο Μας, τζιαι βκαίνν' ο Μας,
τζιαι μπαίνν' ο Πρωτογιούνης,
τζι' ο Μας με τα τραντάφυλλα, τζι' ο Γούνης με τα μήλα,
Άουστος με τα χλιά νερά, με τα κρυά σταφύλλια.
Αννοίξετε τον κλήδοναν να μπούσιν τα κοράσσια,
να τραουδήσουν για τον Μαν, να δούν το ριζικόν τους.
Το ριζικόν μου ίντα' νι; Σταυρός τζιαι δακτυλίδιν.
Στην πούγγαν μου το έβαλα, της μάνας μου το πήρα:
Μάνα τζι' αν είσαι μάνα μου τζι' εγιώ παιδίν δικόν σου,
κάμε θερμόν τζιαι λούσε με μεσ' τ' αρκυρήν την λεένην,
τζιαι μέσ' τ' αρκυρολέενον ρίξ' αρκυρόν μασσαίριν
τζιαι φόρησ' μου την σκούφκιαν μου την τρανταμασουρένην,
οπού σσει τράντα μάσουρους τζιαι τράντα μασουρούδκια,
τζιαι γύρου, γύρου τα πουλλιά τζιαι μέσα τα πεζούνια*.
Πεζούνια μου, πεζούνια μου, πετάξετε με πέρα,
να δω τον θκειόν μου ροδινόν, τον τζύριν μου φεγγάριν,
να δω τον πρώτον μ' αερφόν στην μούλαν καβαλλάρην,
να σούζη την μανίκλαν του, να ππέση το λουβάριν*,
Ελάτε, σσήρες τζι'  αρφανές, να πάρετε λουβάριν,
πάρετ' εσείς τα πίτερα, τζι' εγιώ το σιμιδάλλιν,
να κάμω τ' αερφούλλη μου σαΐταν με δοξάριν,
που σαϊττεύκει τον ατόν πάνω στο παμπουλάριν.
Σαν έμπαιννα, κατέβαινα τ' άη Γιωρκού την σκάλαν,
εσσιάστικα φραγκόπουλον που κάτω στην καμάραν.
Είπα του «Σύρε μου κλωνίν», σύρνει μ' αραβώναν,
η αραβώνα ίντα 'νι; Σταυρός τζιαι δακτυλίδιν.
Στην πούγγαν μου το έβαλα, της μάνας μου το πήρα.
Μάνα τζι' αν είσαι μάνα μου τζι' εγιώ παιδίν δικόν σου,
κάμε θερμόν τζιαί λούσε με μεσ' τ 'αρκυρήν την λεένην,
τζιαι μέσ' τ' αρκυρολέενον ρίξ' αρκυρόν μασσαίριν
τζιαι φόρησ' μου την σκούφκιαν μου την τρανταμασουρένην,
οπού σσει τράντα μάσουρους τζιαι τράντα μασουρούδκια,
πού' σσει μιαν κούππαν μ' αθθούς τζιαι μιαν κούππαν λιλλέτζια*.
Λιλλέτζια μου, λιλλέτζια μου, πετάξετε με πέρα,
να δω τον θκειόν μου ροδινόν, τον τζύριν μου φεγγάριν,
να δω τον πρώτον μ' αερφόν στην μούλαν καβαλλάρην,
να σούζη την μανίκλαν του, να ππέση το λουβάριν.
Λουβάριν, λουβαρόσπορον τζιαι που να τον φυτέψω;
Να τον φυτέψω στον κρεμμόν, κρεμμά τζιαι πάει κάτω,
να τον φυτέψω στο στρατίν, πατούν τον οι δκιαβάτες.
Να σσίσω την καρτούλλαν μου, να τον φυτέψω μέσα,
τζι' αν έρτουν που του βασιλιά, κλωνίν να μεν τους δώκω
τζι' αν έρτουν που τ'αφέντη μου*, να τους τα ξηριζώσω.

Γλωσσάρι

*Τα πεζούνια ειναι το περιστέρια
*Το λουβάριν είναι το χρυσάφι
*τα λιλλέτζια είναι τα λουλούδια
*Ο αφέντης είναι ο πατέρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου