ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

H Κύπρος και το Πατριαρχείο Αντιοχείας - Cyprus and the Patriarchate of Antioch



Μεταξύ των Κυπρίων ιεραρχών που υπηρέτησαν στο πατριαρχείο Αντιοχείας, ήταν ο Ανθέμιος (17ος-18ος αιώνας, μητροπολίτης Ελενουπόλεως και πατριάρχης Αντιοχείας από το 1724 μέχρι τον θάνατό του το 1813), το Σίλβεστρο (18ος αιώνας, πατριάρχης Αντιοχείας από το 1724 μέχρι το θάνατό του το 1766) τον Άνθιμο (18ος αιώνας, μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως (Βαγδάτης) του πατριαρχείου Αντιοχείας) και τον Ιωαννίκιο (18ος αιώνας, μητροπολίτης Επιφανείας του πατριαρχείου Αντιοχείας). Αξίζει ακόμη ν' αναφερθεί η περίπτωση του Αθανάσιου, πατριάρχη Αντιοχείας, μη Κυπρίου, που αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αθανάσιος Β' Κύπρου και Αθανάσιος Γ' Αντιοχείας). Κύπριος στην καταγωγή ήταν και ο πατριάρχης Αντιοχείας Σπυρίδων Α' (τέλη του 19ου αιώνα). Αναφέρουμε ακόμη τον κυπριακής καταγωγής (από πλευράς του πατέρα του) Νεκταρίου μητροπολίτη Χαλεπίου.
Η Εκκλησία της Αντιοχείας ήταν εκείνη που ήγειρε επανειλημμένα αξιώσεις για έλεγχο επί της Εκκλησίας της Κύπρου, κατά του πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, με δικαιολογία ότι ο Χριστιανισμός επεκράτησε στην Κύπρο μέσω Αντιοχείας. Η απόδειξη δια της ευρέσεως του λειψάνου του αποστόλου Βαρνάβα, της αποστολικότητας της Κυπριακής Εκκλησίας (= ως ιδρυμένης από απόστολο) έδωσε τέρμα στις αξιώσεις αυτές και κατοχύρωσε το αυτοκέφαλον της Κυπριακής Εκκλησίας. Ωστόσο αντιοχειακές βλέψεις επί της Εκκλησίας της Κύπρου εκδηλώθηκαν και τότε και αργότερα, υπό διάφορες μορφές. Ένα παράδειγμα αποτελεί το προνόμιο των πατριαρχών της Αντιοχείας να χειροτονούν τους υπ' αυτούς επισκόπους. Το προνόμιο αυτό επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί και στην Κύπρο, ήδη από το 431 από τον Αντιοχείας Ιωάννη, όμως οι Κύπριοι δεν υπέκυψαν. Μια άλλη προσπάθεια επεμβάσεως της Εκκλησίας της Αντιοχείας, που απέβλεπε στην κατάλυση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου, έγινε το 1600 (περίοδος Τουρκοκρατίας) από τον πατριάρχη Ιωακείμ. Ο πατριάρχης εκμεταλλευόμενος την αναστάτωση που είχε προκληθεί στην Κύπρο εξ αιτίας των πράξεων του αρχιεπισκόπου Αθανασίου Α' (1592-1598), επενέβη στα πράγματα της Κύπρου με τη δικαιολογία ότι η Κυπριακή Εκκλησία υπαγόταν στη δική του πνευματική δικαιοδοσία κι όχι σ' εκείνη του Οικουμενικού πατριαρχείου που θεωρούσε ότι κακώς είχε αναμειχθεί. Κατά του πατριάρχη Ιωακείμ ετάχθη επιτυχώς ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς, που ήταν και τοποτηρητής του οικουμενικού θρόνου και που είχε κληθεί από τους Κυπρίους να διερευνήσει τις κατηγορίες τους κατά του αρχιεπισκόπου Αθανασίου.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η εξαθλίωση που μάστιζε την Κύπρο δεν έθεσε, όπως φαίνεται, το νησί σε περισσότερο δυσχερή θέση απ' ο,τι ετέθη το πατριαρχείο Αντιοχείας στις αρχές του 18ου αιώνα. Κατά το τέλος του 1735 ήλθε στην Κύπρο ο (Κύπριος στην καταγωγή) πατριάρχης Αντιοχείας Σίλβεστρος, που διενήργησε στο νησί εράνους υπέρ της οικονομικής ανακουφίσεως του πατριαρχείου του. Παρά το ότι η Κύπρος βρισκόταν σε δεινή θέση, ωστόσο ο Σίλβεστρος μάζεψε το ποσόν των 1.680 γροσιών.
Το πατριαρχείο Αντιοχείας, ως το πλησιέστερο προς την Κύπρο, επανειλημμένα εκλήθη από το Οικουμενικό πατριαρχείο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας να δράσει στο νησί, ιδίως σε περιπτώσεις χειροτονιών. Αναφέρουμε ενδεικτικά την εντολή του μεγάλου βεζύρη προς τον Οικουμενικό πατριάρχη Γαβριήλ Δ', το 1783, και στη συνέχεια του Δανιήλ Δ' προς τον πατριάρχη Αντιοχείας Δανιήλ, όπως αποστείλει ο τελευταίος στην Κύπρο επισκόπους του για χειροτονία (αντικανονική) νέων ιεραρχών της Κυπριακής Εκκλησίας σε αντικατάσταση του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και των επισκόπων, κατόπιν απαιτήσεως του τυράννου της Κύπρου Χατζημπακκή.
Στην περίπτωση αυτή, ορθά κρίνοντας ο πατριάρχης Αντιοχείας, θεώρησε ως αντικανονική την τυχόν εκλογή νέων ιεραρχών στην Κύπρο κι αρνήθηκε να επέμβει.
Μια άλλη περίπτωση ήταν το 1821, οπότε μετά την εκτέλεση του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των επισκόπων, ο Αντιοχείας Σεραφείμ έστειλε στην Κύπρο τρεις μητροπολίτες του (τον Κύπριο Ιωαννίκιο Επιφανείας, τον Γεννάδιο Σελευκείας και τον Μεθόδιο Εμέσης) για χειροτονία κι εγκαθίδρυση νέων ιεραρχών στο νησί.
Με το λεγόμενο αντιοχικόν ζήτημα (1897-1909) σχετίστηκε ως ένα βαθμό και η Εκκλησία της Κύπρου που στις αρχές του 20ού αιώνα αντιμετώπιζε κι αυτή το δικό της δεινό αρχιεπισκοπικό ζήτημα. Το αντιοχικόν ζήτημα δημιουργήθηκε όταν ο τελευταίος των Ελλήνων πατριαρχών της Αντιοχείας, ο Κύπριος στην καταγωγή Σπυρίδων (1891-1898) εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και, με την επέμβαση και των Ρώσων, εξελέγη αραβόφωνος πατριάρχης, ο Μελέτιος Ντουμάνι. Επήλθε σχίσμα που δεν επιλύθηκε παρά μόνο το 1908, έκτοτε όμως εκλέγεται αραβόφωνος πατριάρχης που ωστόσο διατηρεί όλες τις ελληνορθόδοξες παραδόσεις αλλά και κανονικές σχέσεις με τα άλλα πατριαρχεία, όπως και με την Εκκλησία της Κύπρου.
Σήμερα, το πατριαρχείο διατηρεί αγαθές σχέσεις με την Εκκλησία της Κύπρου. Κατά την πρόσφατη εποχή, αναφέρουμε τη συμμετοχή του πατριάρχη Αντιοχείας Ηλία στη μείζονα σύνοδο της Λευκωσίας που είχε συγκαλέσει ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ' τον Ιούνιο του 1973. Η σύνοδος αυτή είχε καθαιρέσει τους Κύπριους επισκόπους Πάφου Γεννάδιο, Κιτίου Άνθιμο και Κυρηνείας Κυπριανό.

Από τη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Among the Cypriot church hierarchs who served in the patriarchate of Antioch, was Anthemios (17th-18th century, bishop of Helenoupolis and patriarch of Antioch from 1724 until his death in 1813), Sylvester (18th century, patriarch of Antioch from 1724 until his death in 1766), Anthimos (18th century, bishop of Irinoupolis (Baghdad) of the Patriarchate of Antioch) and Ioannikios (18th century, bishop of Epiphaneia of the Patriarchate of Antioch). It is also worthy to mention the case of Athanasius, patriarch of Antioch, a non-Cypriot, who later became Archbishop of Cyprus (Athanasios II of Cyprus, Athanasios III of Antioch). Of Cypriot origin was also the patriarch of Antioch Spyridon I (late 19th century). We should also mention the Cypriot in origin (from his father's side) Nectarios Bishop of Aleppo.
The Church of Antioch was the Church which raised several claims for control over the Church of Cyprus, during the first centuries after Christ, with the excuse that Christianity prevailed in Cyprus through Antioch. The proof from the finding of the relics of Barnabas the Apostole, the apostolicity of the Church of Cyprus (= as founded by an Apostle) gave an end to these claims and patented the autocephalous Church of Cyprus. However Antiochian designs on the Church of Cyprus still occurred during that period and later, in various forms. One example is the prerogative of the patriarchs of Antioch to ordain their own bishops. This privilege was attempted to be implemented also in Cyprus, since 431 by John of Antioch, but the Cypriots did not succumbed. Another attempt of interference by the Church of Antioch, which was aimed at the destruction of the autocephalous Church of Cyprus, was in 1600 (Ottoman period) by Patriarch Joachim. Taking advantage of the disruption which was caused in Cyprus because of the acts of Archbishop Athanasius I (1592-1598), the patriarch intervened into the affairs of Cyprus on the grounds that the Church of Cyprus was subject to his spiritual jurisdiction, and not to that of the Ecumenical Patriarchate which in turn felt that Antioch had incorrectly interfered. The patriarch of Alexandria Meletius Pigas who was at the time acting as Vicar of the ecumenical throne of Constantinople, and who was asked by the Cypriots to investigate their accusations against archbishop Athanasius, successfully opposed his claims over Cyprus.
During the Ottoman period, the poverty that plagued Cyprus did not, apparently, put the island in a more difficult position than the patriarchate of Antioch was put in the early 18th century. At the end of 1735, the patriarch of Antioch Sylvester (who was Cypriot in origin) came to Cyprus and conducted fund-raising on the island for the economic relief of the patriarchate. Even though Cyprus was in a horrible socioeconomic position, Sylvester managed to collect the sum of 1,680 piasters from the Cypriot people.
The Patriarchate of Antioch, as the nearest to Cyprus, was asked repeatedly by the Ecumenical Patriarchate during the Ottoman period to act on the island, especially in cases of ordinations. Indicatively we mention here the command of the Grand Vizier to the Ecumenical Patriarch Gabriel IV in 1783, and then of Gabriel to the patriarch of Antioch Daniel, that the latter should sent to Cyprus bishops for the ordination of new hierachs (anticanonical) to the Church of Cyprus in replacement of Archbishop Chrysanthos and the bishops, upon the request of the tyrant of Cyprus Muhassil Haci Baki Agha.
In this case, judging correctly, the patriarch of Antioch considered as improper any election of new prelates in Cyprus and refused to intervene.
Another case was in 1821, where upon after the decapitation of archbishop Kyprianos and the bishops, Seraphim of Antioch sent three bishops to Cyprus (Cypriot Ioannikios of Epiphaneia, Gennadios of Seleucia and Methodius of Emesa) for the ordination and the establishment of new prelates to the island.
With the so-called Antiochian issue (1897-1909) was associated to some extent and the Church of Cyprus in the early 20th century even though it faced its own formidable archbishop issue. The Antiochian problem was created when the last of the Greek patriarchs of Antioch, the Cypriot in origin Spyridon (1891-1898) was forced to resign and, with Russian intervention, an Arabic-speaking patriarch was elected, Meletius Doumani. A schism occurred which was not resolved until 1908, but since that time an Arabic-speaking patriach is being elected, who however, retains all the Greek Orthodox traditions and has regular relations with the other patriarchates, as with the Church of Cyprus.
Today, the Patriarchate maintains good relations with the Church of Cyprus. In recent times, we will mention the involvement of the patriarch of Antioch Elias at the ecumenical synod in Nicosia which was convened by Archbishop Makarios III in June 1973. This synod had defrocked the Cypriot bishops Gennadios of Paphos, Anthimos of Kition, and Kyprianos of Kyrenia.


From the Great Cyprus Encyclopaedia
Translated and transferred to the internet by NOCTOC


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου