ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Το Εθνικό φρόνημα και το Χριστιανικό ήθος των ηρωομαρτύρων του Απελευθερωτικού μας αγώνα 1955 - 1959


«Ους νυν υμείς ζηλώσαντες καί τό εύδαιμον τό ελεύθερον το δέ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μή περιοράσθε τούς πολεμικούς κινδύνους.» (Θουκιδίδης: Κεφ. Β΄ 43)

Η εποποιία του απελευθερωτικού μας αγώνα αποτελεί μία από τις ωραιότερες και ενδοξότερες σελίδες της τρισχιλιετούς ιστορίας, του μαρτυρικού αλλά αδάμαστου στις συμφορές λαού μας. Το θαυμαστό αυτό έπος γράφτηκε από την αγνή και άδολη νεότητά, που γαλουχήθηκε με τα νάματα των αθάνατων ιδανικών της πατρίδας και της θρησκείας. Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα των νέων διαμορφώνονται με τη σωστή αγωγή και την ευεργετική περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα, με την δημιουργία «καλών και αγαθών νέων» πρόθυμων να αγωνιστούν για την ευδαιμονία του συνόλου, εμπνεόμενοι από υψηλά ιδανικά προσφοράς και θυσίας. Και το αγαστό τούτο γεγονός ευδόκησε η Θεία Πρόνοια να επιτευχθεί και να καρποφορήσει στην Κύπρο μας την ιστορική δεκαετία του 1950.
Οικογένεια, Παιδεία και Εκκλησία εργάστηκαν αρμονικά για τη δημιουργία του θαύματος.
Η ιδέα της ελευθερίας δονούσε τις ψυχές των νέων της μικρής μας πατρίδας και το νόημα της καλλιεργήθηκε και εμπεδώθηκε από την ελληνική παιδεία και την Εθναρχούσα Εκκλησία. «Σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη», η ελευθερία αναπήδησε και ανέθαλε και φλόγισε τις ψυχές και μετέβαλε σε επαναστατική πράξη τους πόθους και τα οράματα αιώνων.
Την 1η Απριλίου 1955, όταν αντήχησε θριαμβευτικά ο παιάνας: «ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούται πατρίδα» η Ελληνική νεολαία της Κύπρου ήταν έτοιμη από καιρό, με την εθνική αγωγή και τη χριστιανική ηθική καλλιέργεια, που πήρε από την οικογένεια, το σχολείο και την Εκκλησία να ανταποκριθεί χωρίς δισταγμό στο κάλεσμα της Ιστορίας.
Νέοι από 17 μέχρι 30 ετών, αμούστακα παλικάρια, μαθητές, απόφοιτοι δημοτικών και γυμνασίων, αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν στον βωμό της ελευθερίας για τη γλυκόπικρη πατρίδα, αφού έγιναν «πολλώ κάρρονες» πατέρων και προπατέρων, που έζησαν και πέθαναν με το όνειρο απραγματοποίητο της ιμερτής Λευτεριάς.
Περιφρονώντας τον θάνατο, αψηφώντας την υλική υπεροχή και την ωμή βία του κατακτητή επέδειξαν ότι η ψυχή και τα πνεύμα είναι ανώτερα του ξίφους και της ύλης.
Με τον όρκο στην Αγία Τριάδα ενίσχυσαν και εδέσμευσαν την αθάνατη ψυχή τους.
Στις πόλεις και στα χωριά, στις πεδιάδες και στα βουνά γράφτηκαν σελίδες δόξας από ένα μικρό λαό, που τίμησε τον πανάρχαιο και κλασικό ελληνικό πολιτισμό του και δόξασε την ανθρώπινη τιμή και εθνική αξιοπρέπεια.


Θαυμαστός ο αριθμός των ιερομαρτύρων του επικού μας αγώνα. Μικρός αριθμητικά ο λαός μας. Μέγιστος όμως σε ηρωϊκό μεγαλείο.
Ποιων αθάνατων νέων μας μπορούμε να περιγράψουμε επάξια τη θυσία και την αρετή! «Επλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος» περί Γρηγόρη Αυξεντίου, Κυριάκου Μάτση, περί των ηρώων και μαρτύρων της φριχτής αγχόνης και άλλων πολλών, που λίπαναν το έδαφος της κυπριακής γης! Όλοι ανεξαιρέτως τίμησαν και δόξασαν την πατρίδα, όντας συνεχιστές μίας ένδοξης ελληνικής και θρησκευτικής πορείας μέσα στην Ιστορία επιτελώντας «έργα μεγάλα και θαυμαστά».
Τιμώντας όλους τους ήρωές μας αντιπροσωπευτικά αναφέρουμε τη θυσία των τραγικών μαρτύρων της αγχόνης, γιατί αυτοί κατέλιπαν κειμήλια ιερά, γραπτά μνημεία, που μ' αυτά εκφράζονται τα ακατάλυτα ιδανικά της Πίστης και της Πατρίδας, που δονούσαν τις ψυχές και έπαλλαν τις καρδιές των αγνών νέων της ηρωικής εκείνης εποχής. Η ατρόμητη στάση απέναντι στον θάνατο, η πίστη στον Θεό και η αγάπη για την ελευθερία, η δύναμη του πνεύματος απέναντι στην ύλη καταξίωσαν τη ζωή τους και τους ανέδειξαν σύμβολα αρετής για τους μεταγενέστερους.
Πρώτος τον χορό της λεβεντιάς και του μαρτυρίου φέρνει ο Μιχαλάκης Καραολής. Τις τελευταίες σκέψεις και τα συναισθήματά του, που εκφράζουν το εθνικό φρόνημα και το χριστιανικό ήθος του, διατυπώνει, όπως και οι άλλοι εθνομάρτυρές μας, σε συγκινητικά γράμματα που στέλλει στους οικείους του: «αφού ο Θεός μου επεφύλαξε το πικρόν τούτον ποτήριον "ου μη πίω αυτό"; Γενηθήτω το θέλημα του Παντοδυνάμου».
Απαγχονίστηκε, «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος», την Πέμπτη, 10 Μαΐου 1956, σε ηλικία 22 ετών.
Την ίδια μέρα μαρτύρησε και ο αυτάδελφός του, ήρωας Ανδρέας Δημητρίου, στα 22 του χρόνια. Απλός απόφοιτος Δημοτικού κατάκτησε την αληθινή σοφία και βίωσε τη βαθιά πίστη, γιατί πίστεψε και υλοποίησε στην πράξη τα υψηλά ιδανικά της ελευθερίας. Στους άδικους κριτές του αποικιοκρατικού δικαστηρίου περήφανα είπε: «Λυπούμαι που δεν θα δω την Κύπρο μας ελεύθερη. 'Ομως δεν με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στη σκλαβιά. Ζήτω η λευτεριά! Γεια σας».


Ο Ανδρέας Ζάκος παρηγορεί και ενισχύει από τη φυλακή συγγενείς και φίλους με γράμματα που εκφράζουν την πίστη στον Θεό, την αγάπη για την πατρίδα (είχε παθολογική αγάπη προς την Ελλάδα) και την αφοβία απέναντι στον θάνατο. Στον πατέρα του με σταθερή απόφαση γράφει: «Είμαστε χριστιανοί, πιστεύουμε στην Ουράνια Βασιλεία και δεν μας φοβίζει ο θάνατος». Οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 9 Αυγούστου 1956.
Την ίδια μέρα μαρτύρησε μαζί του και ο φίλος του στη ζωή και στον θάνατο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο οποίος στους γονείς του γράφει: «Τις ατέλειωτες ώρες μου τις περνώ διαβάζοντας θρησκευτικά βιβλία και τραγουδώντας εθνικά τραγούδια». Παρηγορεί το φίλο του με τις ακόλουθες βαθυστόχαστες σκέψεις: «Θα εγκαταλείψω το σαρκίο και θα αφήσω την ψυχή μου στα χέρια του Θεού, για να φτερουγίζει γύρω από τον ένδοξο θρόνο του και να ψάλει: Άγιος, Άγιος, Άγιος Σαβαώθ».
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 θα βαδίσουν προς την φρικτή αγχόνη ακόμη τρεις άσπιλοι νέοι μάρτυρες, ευαγείς, ως «οι τρεις εν τη καμίνω παίδες» άδοντες και ψάλλοντες. Ο Ανδρέας Παναγίδης, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας και ο Στέλιος μαυρομάτης γράφουν το δικό τους αθάνατο έπος.
Ο Ανδρέας Παναγίδης γράφει τρυφερά και παιδαγωγικά στην οικογένειά του: «Εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γίνετε καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα τον δρόμο της αρετής». Ιδού αληθινές πατρικές νουθεσίες! Στους συγγενείς του γράφει: «Ο Χριστός μας γεμίζει την καρδιά με αληθινή χαρά. Παρακαλούμε τον Θεό να μας σώσει όχι το σώμα αλλά την ψυχή».
Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας με ακράδαντη πίστη στη Μητέρα του Θεού, τη Μητέρα όλων των Ελλήνων, αναφωνεί «Η Μητέρα του Θεού θα οδηγήσει τα βήματα του κυπριακού λαού προς τον δρόμο της ελευθερίας».
Ο Στέλιος Μαυρομάτης με γαλήνη ψυχής και εμπιστοσύνη στον Δίκαιο Θεό παρηγορεί τους γονείς και συγγενείς γράφοντας: «... στο σκοτεινό κελί της φυλακής περιμένω με υπομονή τον δήμιο... Αισθάνομαι τον εαυτό μου ισχυρόν και γαλήνιον, γιατί έχω τον Χριστό μέσα μου... Θέλω να είστε περήφανοι για την κοινήν ελευθερίαν». Μαρτύρησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 σε ηλικία 22 ετών.


Ο Ιάκωβος Πατάτσος διακρινόταν από μικρή ηλικία για το χριστιανικό του ήθος, το εθνικό φρόνημα, τη σεμνότητα του χαρακτήρα όντας παιδί του Κατηχητικού και μύστης παιδιόθεν των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, ώστε να χαρακτηριστεί «Άγιος του Κυπριακού Αγώνα». Γράφει στη μητέρα του από το κελί της σκοτεινής φυλακής: «Την περασμένην Κυριακήν εξομολογήθηκα και εκεοινώνησα των Άχράντων Μυστηρίων. Το ίδιο έκαμε ο Ζάκος και ο Χαρίλαος... Τραγουδούμεν, ψάλλομεν, μελετούμεν την Αγίαν Γραφήν και διάφορα χριστιανικά βιβλία... Ο Πανάγαθος Θεός, που γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς μας, μας ευλογεί και δίδει χάριν...». Βάδισε προς την αγχόνη στις 8 Αυγούστου 1956 σε ηλικία 22 ετών.
Τελευταίος τραγικός αλλά δοξασμένος ηρωομάρτυρας της Αγχόνης ήταν ο 17χρονος μαθητής, αγωνιστής Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο χαρισματικός ποιητής, ο εκφραστής και ενσαρκωτής των ευγενικών ιδεωδών του Κυπριακού Ελληνισμού. Στο δικαστήριο του αιμοσταγούς και αλαζόνα κυβερνήτη Τζων Χάρντινγκ αγέρωχα απαντά: «Ό,τι έκαμα, το έκαμα σαν Έλληνας Κύπριος που ζητά τη λευτεριά του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος Κύπριος, που θ' αντικρύσει την αγχόνην. Ζήτω η Ένωσις της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα». Στο σεπτό πρόσωπό του καθώς και των άλλων μινυνθάδιων παιδιών της μαρτυρικής Κύπρου μας δικαιώνεται ο λόγος της Αγίας Γραφής:
«Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ζωή αυτού». Αιωνία αυτών η Μνήμη.
Αυτό ήταν το φρόνημα και το ήθος των ηρώων και μαρτύρων τότε του επικού αγώνα μας του πάγκαλου στεφάνου της δόξας της Κύπρου μας, που μαζί με τον Αυξεντίου, τον Μάτση, τους τέσσερις γενναίους του Αχυρώνα και τους αμέτρητους άλλους επώνυμους και ανώνυμους ήρωές μας στολίζουν την κόμη του πανάρχαιου και ιστορικού ελληνικού λαού μας.
Πίστεψαν ότι η πραγματική ευδαιμονία αποκτιέται με την ελευθερία, που κι αυτή κατακτιέται με την ευψυχία.
Η αγάπη για την πατρίδα, ας είναι κίνητρο για έργα προσφοράς και θυσίας. Η πίστη στον Παντοδύναμο και Δίκαιο Θεό, ας μας ενδυναμώνει τη θέληση και ας ενισχύει τη βεβαιότητα για το καλύτερο αύριον, όπως πίστεψαν και θυσιάστηκαν οι νέοι της δοξασμένης εκείνης γενιάς.
Ας προσβλέπουμε προς τα Φυλακισμένα Μνήματα, ως φάρο και πυξίδα της εθνικής μας πορείας, όπου νόμισε ο υβριστής νέος Ξέρξης, ότι φυλάκισε την Ψυχή (αν φυλακίζεται η ψυχή), την Ελευθερία, τη Δόξα και την Αρετή και ας ενωτισθούμε την Ουράνια μελωδία, που εκπέμπεται απ΄αυτά:

«Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά»!

Του Πρωτοπρεσβύτερου Κυριακού Ρήγα
Από το περιοδικό «Παράκληση» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC



Θα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι σκοπός των αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α. ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου και η Ένωσή της με την Ελλάδα.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Μέγας Κανών: Τη Πέμπτη της πέμπτης Εβδομάδος των Νηστειών κατά την αρχαίαν παράδοσιν, ψάλλομεν την Ακολουθία του Μεγάλου Κατανυκτικού Κανόνος


Τον
Μεγάλο Κανόνα τον έγραψε και τον συνέθεσε ο Άγιος Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, ο επονομαζόμενος και Ιεροσολυμίτης (660 - 740 μ.Χ.), λόγω της διακονίας του ως μοναχού στα Ιεροσόλυμα.
Ο Άγιος Ανδρέας, ένας από τους εξέχοντες εκπροσώπους της Εκκλησιαστικής ποιήσεως, (όπου εορτάζεται στις 4 Ιουλίου), συγκέντρωσε αρκετές από τις ιστορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι και την Ανάληψη του Κυρίου μας και το κήρυγμα των Αγίων Αποστόλων, και τις μελοποίησε. Λόγω του έργου του αυτού που φέρει τον τίτλο «Μέγας Κανών», δικαίως ονομάστηκε ως ο «αρμονικότερος των μελωδών» και έλαβε τον τίτλο «ο Μυσταγωγός της Μετανοίας». Ο Μεγάλος Κανών διαβάζεται τμηματικά τις πρώτες τέσσερις μέρες της Α' Εβδομάδας των νηστειών ενσωματούμενος στο Μεγάλο Απόδειπνο. Όλος ο Μέγας Κανών διαβάζεται στον όρθρο της Πέμπτης, της Ε' Εβδομάδας των νηστειών. Στις ενορίες διάζεται το απόγευμα της Τετάρτης, ώστε να διευκολύνονται οι πιστοί.
«Για τέσσερα συνεχή απογεύματα, οι εννέα Ωδές του Κανόνα μου λένε ξανά και ξανά την πνευματική ιστορία του κόσμου, που είναι και η δική μου ιστορία. Γίνονται για μένα μία πρόκληση» (Αλέξανδρος Σμέμαν).



Περιέχει 250 τροπάρια «ενός εκάστου άρρητον αποστάζοντος ηδονήν». Εξαιτίας ακριβώς αυτής της σπουδαιότητας των, η Αγία Εκκλησία όρισε να ψάλλονται κατά τη διάρκεια της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ιδιαιτέρως προς τα τέλος της, ώστε οι πιστοί, μην τυχόν αποκάμνοντας, περιπέσουν σε ραθυμίαν και νυσταγμόν ψυχής. Έχει επιτυχώς χαρακτηρισθεί ως θρήνος μετανοίας και ως ο αδαμιαίος θρήνος του πρωτοπλάστου πατέρα μας, Αδάμ.
Προτρέπεται κάθε ψυχή δια των κατανυκτικών του τροπαρίων «όσα μεν αγαθά της ιστορίας ζηλούν και μιμείσθαι προς δύναμιν, όσα δε των φαύλων αποφεύγειν και αεί προς Θεόν ανατρέχειν, δια μετανοίας, δια δακρύων και εξομολογήσεως». Πράγματι, τα λόγια του Μεγάλου Κανόνος έχουν βαθύ περιεχόμενο και είναι τόσο κατανυκτικά και παραστατικά, που ξεδιπλώνονται μπροστά μας όλες οι ιστορίες αυτές, ώστε και οι σκληρότερες ψυχές να μαλακώσουν και να παρακινούνται προς μετάνοια.
Ο Αδάμ, η Εύα, ο παράδεισος, η πτώσις, οι Πατριάρχες, ο Ιώβ, ο Μωϋσής, ο Σολομών ο Θαυματουργός, ο Διφρηλάτης Ηλίας, Ο Ελισαίος ο πότε δεξάμενος τη μηλωτήν Ηλίου, Ο Δανιήλ ο εν τω λάκκω, όλα αυτά τα θεία γεγονότα, οι επεμβάσεις του νέου Αδάμ πλέον και η σωτηρία μας απ' Αυτόν είναι μερικά απ' αυτά, που περιγράφει ο της Κρήτης ποιμήν, θέλοντας να μας αναγάγει εις παραδειγματισμόν.
Ο Μέγας κανών αρχίζει ως εξής: «πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις;». Η όλη ιστορία του Αδάμ γίνεται προσωπική πλέον του καθενός μας. Ο Αδάμ, ο πατέρας τους Οικουμένης, όπως γράφει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εγνώριζε τον παράδεισο, τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Έτσι μετά την έξωσή του από τον παράδεισο για το αμάρτημά του, εγκαταλειμμένος από την αγάπη του Θεού, θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς... «ελύπησα τον ηγαπημένον μου Θεόν». Έτσι συνεχίζει ο Αδάμ στο πρόσωπο του κάθε πιστού να προστρέχει στον νέο Αδάμ και να δέεται λέγοντας: «αλλ' ως αυσπλαγχνός μοις δος παραπτωμάτων άφεσιν».

«Μετανοίας ο καιρός... », ακριβώς ο σκοπός του Μεγάλου Κανόνος είναι να ξεσκεπάσει την αμαρτία και να μας οδηγήσει στη μετάνοια. Είναι ένα εγερτήριο σάλπισμα: «Δεύρο τάλαινα ψυχή, συν τη σαρκί σου, τω πάντων κτίστη, εξομολογού και απόσχου λοιπόν, της πριν αλογίας και προσέγαγε Θεώ εν μετανοία δάκρυα». Άλλωστε όλη η Μεγάλη Τεσσαρακοστή χαρακτηρίζεται ως στάδιον αρετών που ανοίγει. Είναι ο κατάλληλος καιρός και των πνευματικών αγώνων η αρχή.
Για να καταλάβουμε σωστά τον Μεγάλο Κανόνα θα πρέπει να γνωρίζουμε την Αγία Γραφή και τα πρόσωπα που αναφέρονται. Είναι επιτακτική ανάγκη να μάθει ο άνθρωπος την ιστορία του, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα από τα θεόπνευστα αυτά κείμενα. Αφετηρία μας ο Αδάμ, κατάληξη και τέρμα ο νέος Αδάμ, Ο Χριστός.
Ο Αδάμ έχασε τον επίγειο παράδεισο και τον αναζητούσε με θρήνους: «παράδεισέ μου, παράδεισε, θαυμαστέ μου παράδεισε, και ο Κύριος με την αγάπη Του στον Σταυρό, του χάρισε άλλο παράδεισο, καλύτερο από εκείνο που έχασε, στους ουρανούς όπου είναι το άκτιστος φως της Αγίας Τριάδος» (Άγιος Σιλουανός).

«Τρόπους, Ιησού, κατανύξεως δίδου.
Άδουσι νυνί Κανόνα σοι τον Μέγαν»

Του Αρχιμανδρίτη Τύχονος Ανδρέου
Από το περιοδικό «Παράκληση» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Η Κύπρος και η ελληνική επανάσταση


ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΙΩΝΩΝ, οι 'Ελληνες επαναστάτησαν το 1821 διεκδικώντας με το σπαθί και το ντουφέκι την ελευθερία τους. Η επανάσταση εκείνη, πλήρης επεισοδίων ηρωισμού, ανδρείας, ολοκαυτωμάτων, αυτοθυσίας και αυταπάρνησης, οδήγησε στην απελευθέρωση μικρού τμήματος του ελληνικού χώρου και στη δημιουργία ελευθέρου Ελληνικού κράτους. Οι επιπτώσεις του τιτάνιου εκείνου αγώνα επί της Κύπρου ήσαν πολλές και σημαντικές, όσο και τραγικές. Και ήσαν τόσο άμεσες, όσο και απορρέουσες αλλά και μακροπρόθεσμες.

Η Κύπρος, για διάφορους λόγους που θα δούμε πιο κάτω, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τα άλλα ελληνικά μέρη και να επαναστατήσει και αυτή. Παρά ταύτα, πλήρωσε βαρύτατο τίμημα αίματος. Αλλά και πέραν του κυπριακού χώρου, στην επαναστατημένη Ελλάδα, πολλοί Κύπριοι πολέμησαν εθελοντικά και αρκετοί έχυσαν το αίμα τους. Αξιόλογοι Κύπριοι, εξάλλου, μαρτυρείται ότι είχαν εργαστεί και για την προετοιμασία της Ελληνικής επανάστασης, μεταξύ δε των μυημένων μελών της Φιλικής Εταιρείας, της μυστικής οργάνωσις που προετοίμασε την επανάσταση, ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και, προφανώς, οι λοιποί ιεράρχες και άλλοι παράγοντες του νησιού, κληρικοί και λαϊκοί. Μεταξύ των Κυπρίων μαρτύρων υπέρ της ελληνικής ελευθερίας θα πρέπει να μνημονεύσουμε πρώτον τον εκ των συντρόφων του Ρήγα Φεραίου, τον Κύπριον Ιωάννην Καρατζάν.

Ο Ιωάννης Καρατζάς, λόγιος, γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1767. Δεν είναι γνωστό πότε έφυγε από την Κύπρο, πού πήγε και τι έκανε, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1790 οπότε και παρουσιάστηκε στο ιστορικό προσκήνιο, εγκατεστημένος στην Πέστη (Βουδαπέστη) της Ουγγαρίας, εργαζόμενος ως νεωκόρος της εκεί ελληνικής εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και ασχολούμενος ταυτόχρονα με εκδόσεις έργων σχετικών προς αρχαίους 'Ελληνες φιλοσόφους (ένα τέτοιο έργο είχε εκδώσει στη Βιέννη το 1792). Συνεπώς ο Καρατζάς θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένας των συνεχιστών του ελληνικού διαφωτισμού που απετέλεσε ισχυρό υπόβαθρο για την Ελληνική επανάσταση. Είναι άγνωστο πότε και πώς συνδέθηκε με το φλογερό Ρήγα Φεραίο ο οποίος και διαλαλούσε την εξέγερση των υποδούλων Ελλήνων. 'Αγνωστος είναι επίσης ο βαθμός συμμετοχής του Καρατζά στις επαναστατικές προετοιμασίες και δραστηριότητες του Ρήγα Φεραίου στα Βαλκάνια κατά του οθωμανικού ζυγού. 'Οταν οι αυστριακές αρχές συνέλαβαν τον Ρήγα και 17 συνεργάτες του, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο και ο Ιωάννης Καρατζάς, ο τελευταίος αρνήθηκε - φυσικά οποιαδήποτε ανάμιξή του σε επαναστατικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του. Από το πρακτικό των ανακρίσεων προκύπτει ότι ο Καρατζάς επέμενε μέχρι τέλους ότι απλώς είδε μια επαναστατική προκήρυξη του Ρήγα, τη διάβασε από περιέργεια και, όταν αντελήφθη "το σκανδαλώδες" περιεχόμενό της, πήγε στον αρμόδιο λογοκριτή βιβλίων για να καταγγείλει την κυκλοφορία της. Αντίθετα, οι αυστριακές ανακριτικές αρχές επέμεναν ότι ο Καρατζάς σκόπευε να αντιγράψει και κυκλοφορήσει την προκήρηξη, συνεπώς τον θεώρησαν ύποπτο συνωμοσίας.

Οι αυστριακές αρχές, φοβούμενες επιπτώσεις στη χώρα από τυχόν επανάσταση στην Ελλάδα και ανάφλεξη γενικότερα στα Βαλκάνια, κι αφού εξασφάλισαν ορισμένα ανταλλάγματα από τους Οθωμανούς, παρέδωσαν σ’ αυτούς στις 9 Μαΐου 1798 τους ακόλουθους 8 επαναστάτες: Ρήγα Φεραίο, 40 χρόνων, από τη Θεσσαλία, Ευστράτιον Αργέντη, 31 χρόνων, έμπορο από τη Χίο, Δημήτριον Νικολαΐδη, 32 χρόνων, γιατρό από την 'Ηπειρο, Αντώνιον Κορωνιόν, 27 χρόνων, έμπορο από τη Χίο, Θεοχάρην Τουρούντζιαν, 22 χρόνων, έμπορο από τη Μακεδονία, Ιωάννην Εμμανουήλ, 24 χρόνων, φοιτητή ιατρικής από την Καστοριά, Παναγιώτην Εμμανούλ, 22 χρόνων, αδελφό του προηγούμενου, υπάλληλο από την Καστοριά και Ιωάννην Καρατζάν, 31 χρόνων από την Κύπρο. Και οι 8 αυτοί επαναστάτες ήσαν Οθωμανοί υπήκοοι εφ’ όσον κατάγονταν από μέρη που κατέχονταν από τους Οθωμανούς. Οι υπόλοιποι από τους συλληφθέντες συνεργάτες του Ρήγα, που είχαν αυστριακή ή άλλη ευρωπαϊκή υπηκοότητα, εκτοπίστηκαν και η περιουσία τους δημεύθηκε αλλά δεν παραδόθηκαν στις οθωμανικές αρχές. Ο Ρήγας και οι άλλοι 7 φυλακίστηκαν στο Βελιγράδι κι εκεί, ύστερα από εντολή της Υψηλής Πύλης, εκτελέστηκαν με στραγγαλισμό το βράδυ της 24ης Ιουνίου 1798, τα δε σώματά τους ρίχθηκαν στο Δούναβη. Διαδόθηκε ύστερα ότι πνίγηκαν ενώ προσπαθούσαν να δραπετεύσουν.

Μεταξύ των άλλων Κυπρίων ηρωομαρτύρων της Ελληνικής επανάστασης αρκετοί είναι επώνυμοι και μερικοί πολύ γνωστοί, αναφέρονται δε στο επόμενο κεφάλαιο. Πολλοί άλλοι παραμένουν αφανείς και άγνωστοι ήρωες του μεγάλου εκείνου αγώνα.

Η έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης ήταν, φυσικά αδύνατο να μην επηρεάσει καίρια και την Κύπρο. 'Οπως χαρακτηριστικά αρχίζει και ο εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης το επικό ποίημα του 9η Ιουλίου.

Αντάν αρκ’έψαν οι κρυφοί ανέμοι τζ’ εφυσούσαν
τζ’ αρκίνησεν εις τήν Τουρτζ'ιάν νά κρυφοσυννεφκιάζη
τζ'αί πού τές τέσσερις μερκές τά νέφη εκουβαλούσαν
ώστι νά κάμουν τόν τζ'αιρόν ν’ αρκέψη νά στοιβάζη
εισ’ εν σγιάν είχαν ούλλοι τους τζ'η τζ'ύπρου το κρυφόν της
μέσ’ στούς ανέμους τούς κρυφούς εισ’ εν τό μερτικόν της.
Τζ’ αντάν εφάνην η στραπή εις τού Μωριά τά μέρη
τζ’ εξάπλωσεν τζ’ ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,
τζ’ ούλλα ’ξηλαμπρατζ’ ήσασιν τζ’ αί θάλασσα τζ’ αί ξέρη,
είσ’ εν σγιάν είχαν ούλλοι τους τζ’ η τζ’ ύπρου τα κακά της.. .

Η ανάμιξη και οι ενέργειες Ελλήνων Κυπρίων, και δη του ιδίου του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού καθώς και άλλων σημαινόντων ανδρών στο όλο ζήτημα της Ελληνικής επανάστασης του 1821 χρονολογούνται πιο πριν από την εορταζόμενη ως επίσημη ημερομηνία έναρξης του αγώνα, δηλαδή την 25η Μαρτίου 1821. Επαρκείς μαρτυρίες αποδεικνύουν ότι η Φιλική Εταιρεία, η μυστική δηλαδή οργάνωση που προετοίμασε την επανάσταση, είχε επαφές και στην Κύπρο απ’ όπου και άντλησε κάποια οικονομική και άλλη ενίσχυση, όπως εξάλλου άντλησε από πάρα πολλά μέρη στα οποία βρίσκονταν και δρούσαν διασκορπισμένοι οι 'Ελληνες.

Σύμφωνα προς τις υπάρχουσες πληροφορίες, πρώτος ο Φιλικός Δημήτριος 'Ιπατρος από το Μέτσοβο είχε επισκεφθεί την Κύπρο προερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη και είχε μυστικές επαφές με τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανόν, και άλλους παράγοντες. Αποτέλεσμα της επίσκεψης και των επαφών του Ιπάτρου στην Κύπρο ήταν και η εξασφάλιση της υπόσχεσης τόσο του αρχιεπισκόπου όσο και διαφόρων προκρίτων να συνδράμουν όσο και όπως μπορούσαν τον προετοιμαζόμενο αγώνα. Κατόπιν τούτου, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ο αρχηγός της προετοιμαζόμενης επανάστασης, εξουσιοδότησε λίγο αργότερα το δραστήριο Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα να ταξιδεύση στην Αίγυπτο και στην Κύπρο για να εισπράξει τις υπέρ του αγώνα εισφορές από τους Φιλικούς που διέμεναν στα μέρη αυτά. Το σχετικό έγγραφο του Υψηλάντη προς τον Πελοπίδα αναφέρει:

.. Εγχείρησα εις τόν ρηθέντα κύριον Αρχιμανδρίτην Δικαίον [τον γνωστό φλογερό αγωνιστή Παπαφλέσσα] γράμματα πρός τούς αδελφούς εις Αίγυπτον καί πρός τόν άγιον Κύπρου. Παραλάβατε τα γράμματα ταύτα καί κινήσατε αμέσως πρός τά μέρη εκείνα, διά νά φανερώσητε πρός τούς αγαθούς συμπατριώτας μας, ότι η εφετή ώρα τής εκτελέσεως τού Ιερού ημών σκοπού δέν είναι μακράν, καί νά τούς παρακινήσητε διά νά καταβάλλωσιν όχι μόνον όσα έκαστος ευόρκως υπεσχέθη, άλλά καί άλλα περισσότερα ακόμη διά τήν μεγάλην τής πατρίδος ανάγκην, επιστρέφοντες δέ εκείθεν περνάτε διά τής Κύπρου, όπου εγχειρίζοντες τό γράμμα πρός τόν αρχιερέα, τόν παρακινήτε νά συνεισφέρη τά τής υποσχέσεώς του, τά οποία παραλαμβάνοντες αποπλέετε πάραυτα ή μόνος ή καί μετά τινος ανθρώπου τού Αρχιερέως διά τήν Παλαιάν Πάτραν τής Πελοποννήσου, όπου παραδίδετε τά πάντα εις χείρας τού κυρίου Ιωάννου Παππά Διαμαντοπούλου παρά τού οποίου λαμβάνετε τάς αναγκαίας αποδείξεις. Ο ζήλος καί η προθυμία σας μέ βεβαιώνουσιν ότι τά έργα σας θέλουσιν είσθαι ανώτερα τών ελπίδων μου, διά τούτο δέν σάς παροτρύνω περισσότερον, αλλά σάς ασπάζομαι φιλικώς καί μένω όλος
εύνους αδελφός σας
Αλέξανδρος Υψηλάντης
Ισμαήλ, τήν 8 Οκτωβρίου 1820.

Από την πιο πάνω σωζόμενη επιστολή του Υψηλάντη προς τον Πελοπίδα προκύπτει σαφώς ότι ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε ρητά υποσχεθεί κάποιες συνεισφορές για τη μεγάλην τής πατρίδος ανάγκην. 'Ετσι ο Υψηλάντης έστελλε τώρα έναν έμπιστό του, τον Πελοπίδα, να ζητήσει τις υπεσχημένες συνεισφορές που, προφανώς ήσαν βασικά χρηματικές. Η επιστολή την οποίαν ο Υψηλάντης έστειλε μέσω του Παπαφλέσσα στον Πελοπίδα για να τη δώσει ο ίδιος - ως διαπιστευτήριό του - στον αρχιεπίσκοπο Κυπριανόν, είχε ως εξής:

Πρός τον Μακαριώτατον καί Θεοπρόβλητον Μητροπολίτην τής Νήσου Κύπρου Κύριον Κύριον Κυπριανόν, προσκυνητώς Εις κύπρον Μακαριώτατε και φιλογενέστατε Δέσποτα, ο φιλογενέστατος κύριος Δημήτριος 'Ιπατρος μέ εβεβαίωσε περί τής γενναίας συνεισφοράς, τήν οποίαν η υμετέρα Μακαριότης υπεσχέθη προς αυτόνδιά τό σχολείον τής Πελοποννήσου.
'Οθεν ως γενικός έφορος τού σχολείου τούτου κρίνω χρέος μου απαραίτητον νά ευχαριστήσω τήν Υμετέραν Μακαριότητα καί νά τήν ειδοποιήσω ότι η έναρξις τού Σχολείου τούτου εγγίζει. Διά τούτο, λοιπόν, στέλλω εξεπίτηδες τόν κύριον Αντώνιον Πελοπίδαν, άνδρα ενάρετον, φιλογενή καί πάσης πίστεως άξιον διά νά τήν βεβαιώση καί διά ζώσης φωνής την όσον ούπω ανέγερσιν τού ιερού τούτου καταστήματος. 'Ας ταχύνη λοιπόν, η υμετέρα Μακαριότης νά εμβάση τόσον τής υμετέρας Μακαριότητος τάς συνεισφοράς, όσον καί τών λοιπών αυτού ομογενών, είτε χρηματικάς είναι είτε ζωοτροφίας προς τόν εν Παλαιά Πάτρα τής Πελοποννήσου κύριον Ιωάννην Παππά Διαμαντόπουλον, συντροφεύουσα αυτάς ή μέ άνθρωπον της επίτηδες ή μέ τόν κομιστήν τού παρόντος μου.
'Ων δέ ευέλπις, ότι η υμετέρα Μακαριότης θέλει φιλοτιμηθή νά δείξη τήν συνεισφοράν αξίαν τού μεγάλου ζήλου καί πατριωτισμού Αυτής τε και όλου της τού ποιμνίου, εξικετεύω τάς μακαρίους Αυτής ευχάς καί μένω μέ βαθύ σέβας, τής υμετέρας Μακαριότητος τέκνον ευπειθές Αλέξανδρος Υψηλάντης Ισμαήλ τήν 8ην Οκτωβρίου 1820.

Στην πιο πάνω επιστολή του Υψηλάντη παρατηρούμε ότι ζητείται η γενναία συνεισφορά τόσον του ιδίου του αρχιεπισκόπου Κυπριανού όσον και των λοιπών αυτού [ στην Κύπρο] ομογενών, άρα και αρκετοί άλλοι Κύπριοι είχαν ήδη μυηθεί - εκτός από τον Κυπριανόν - στη Φιλική Εταιρεία. Η συνεισφορά των Κυπρίων εζητείτο διά το σχολείον της Πελοποννήσου. Σύμφωνα προς τον συνωμοτικό τρόπο με τον οποίο εργαζόταν η Φιλική Εταιρία, στη διεξαγόμενη αλληλογραφία της απεφεύγετο η οποιαδήποτε αναφορά με άμεσο τρόπο στην προετοιμαζόμενη επανάσταση. Ειδικότερα για τις χρηματικές και άλλες ενισχύσεις, συνήθως αυτές εζητούντο με το δικαιολογητικό ότι επρόκειτο ν’ ανεγερθεί κάποιο σχολείο, ή ότι επρόκειτο να επιδιορθωθεί κάποιο μοναστήρι, ή ότι επρόκειτο να βοηθηθεί κάποιος φίλος έμπορος που είχε οικονομικές δυσκολίες κλπ. Ο Υψηλάντης γράφει, λοιπόν, στον Κύπριο ιεράρχη με την ιδιότητά του ως "γενικού εφόρου" του σχολείου που εδημιουργείτο, ταυτόχρονα δε παρέχει την πληροφορία ότι η έναρξις τού Σχολείου εγγίζει, ότι δηλαδή επλησίαζε η ώρα έναρξης της επανάστασης.

Από τους επίσημους σωζόμενους καταλόγους μελών της Φιλικής Εταιρείας φαίνεται η μύηση δυο Κυπρίων που ζούσαν και δρούσαν εκτός Κύπρου: του δασκάλου Χαραλάμπου Μάλη, ο οποίος μυήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 28 Οκτωβρίου 1819 από τον Παπαφλέσσα, καθώς και του Νικολάου Θησέως, εμπόρου στη Μασσαλία, ο οποίος συνεισέφερε μέσω του Μάλη 250 γρόσια υπέρ του αγώνα. Και οι δυο αυτοί άνθρωποι υπήρξαν αργότερα σημαντικοί αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης(ο δεύτερος ανήκε στη γνωστή οικογένεια των Θησέων, συγγενή του αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Από νωρίς είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία και ο Κύπριος την καταγωγή κληρικός Φιλόθεος, επίσκοπος Δημητσάνης, που στη συνέχεια ο ίδιος αυτός ηρωομάρτυρας μύησε μαζικά ολόκληρο τον πληθυσμό της Δημητσάνης, πράγμα που αποτελεί μοναδική περίπτωση στην ιστορία της επανάστασης. Στην Κύπρο, εκτός από τον αρχιεπίσκοπο, θα πρέπει να είχαν μυηθεί και οι τρεις επίσκοποι και άλλοι κληρικοί, καθώς και πολλοί λαϊκοί, πρόκριτοι και άλλοι. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του επισκόπου Πάφου Χρυσάνθου Β', στο σωζόμενο σουλτανικό έγγραφο περί εκτελέσεώς του, το 1821, γίνεται λόγος για "καταχθονίους πράξεις" του επειδή "απειργάζετο την πικρίαν των ραγιάδων".

Δε γνωρίζουμε εάν ο απεσταλμένος του Υψηλάντη πήρε τελικά και μετέφερε στην Πελοπόννησο τις συνεισφορές του αρχιεπισκόπου και άλλων Κυπρίων και ποιου ύψους ήσαν αυτές. Θεωρείται, πάντως, δεδομένο ότι οι συνεισφορές έγιναν, τόσο χρηματικές όσο και εις είδη ανάγκης. Δεν υπάρχουν πάντως συγκεκριμένα στοιχεία- εφόσον μάλιστα τα πάντα εγίνοντο μυστικά και με τρόπους συνωμοτικούς. Για τις υλικές συνεισφορές των Ελλήνων της Κύπρου στον αγώνα ομιλεί και η παράδοση, που μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι ο γνωστός ήρωας της επανάστασης Κωνσταντίνος Κανάρης είχε επισκεφθεί με τα καράβια του την Κύπρο, ότι προσήγγισε το νησί, κατά διαφορετικές εκδοχές, σε τρία διαφορετικά σημεία των βορείων και βορειοανατολικών ακτών, κι ότι είχε παραλάβει από εδώ τρόφιμα και άλλες προμήθειες. Ο Ιωάννης Φιλήμων γράφει ότι ο πυρπολητής είχε έλθει στην Κύπρο (παραλιακή περιοχή της Λαπήθου) στις 19 Ιουνίου 1821, και αφού διαπίστωσε ότι δέν είχεν επιστεί ακόμη ο δι’ εξέγερσιν τής Κύπρου καιρός, απήλθε λαβών τρόφιμα διά τούς εν Ελλάδι αγωνιστάς. Παρόμοια γράφει και ο Γ. Κηπιάδης.

'Ισως πάλι ο μεγάλος αυτός θαλασσινός ήρωας του 1821 να προσήγγισε την Κύπρο αργότερα, ο ίδιος ή καράβια του, όπως για παράδειγμα το 1827, όταν συμμετείχε (το Μάιο-Ιούνιο) στην υπό τον Κόχραν επιχείρηση πυρπόλησης του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Στην επιστροφή από την ανεπιτυχή αυτή ναυτική εκστρατεία, δεν είναι απίθανο ελληνικά καράβια να προσήγγισαν τις ακτές της Κύπρου για ανεφοδιασμό, αφού ο στόλος είχε μεγάλη έλλειψη τροφίμων και νερού, σύμφωνα προς την αναφορά του Κόχραν στις 7 Ιουνίου 1827. Μπορεί ακόμη η θρυλούμενη επίσκεψη του Κανάρη να συνέβη πιο πριν, μεταξύ 1822 και 1823, οπότε πολλές φορές ελληνικά καράβια βρέθηκαν στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου σύμφωνα προς διάφορες προξενικές αναφορές. Για παράδειγμα, στις 8 Ιουλίου 1823 ο πρόξενος της Γαλλίας στην Κύπρο Mechain αναφέρει ότι 12 ελληνικά πλοία από τα Ψαρά (πατρίδα του Κανάρη) είχαν έλθει στην Κύπρο για προμήθειες. Σε άλλο έγγραφό του, της 9ης Οκτωβρίου 1822, ο ίδιος πρόξενος αναφέρει ότι ο (Τούρκος) κυβερνήτης της Κύπρου έχει την υποψία ότι τα ελληνικά καράβια που βρίσκονταν στα κυπριακά νερά, είχαν φορτώσει πολλές προμήθειες από την Κύπρο. Ο ίδιος πρόξενος πάλι, σε έγγραφό του ημερομηνίας 8 Μαρτίου 1822, αναφέρει ότι η άφιξη ελληνικών καραβιών στην Κύπρο επαύξησε το φανατισμό και την ανησυχία των Τούρκων που, όπως φοβόταν, θα έπαιρναν μέτρα κατά των φτωχών Κυπρίων.

Κατά την παράδοση των μεγάλων οικογενειών της Λαπήθου και του Καραβά, ο Κανάρης έμεινε μερικές νύκτες στην οικία του προκρίτου Πασπάλλα στην Αγία Παρασκευή Λαπήθου. Η εξαιρετική αυτή οικία με οικόσημα σωζόταν ως την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Κατά την παράδοση του Καραβά, ο Κανάρης μετέβη και στον Καραβά κρυπτόμενος και βοηθούμενος από τις μεγάλες οικογένειες του χωριού. Στους χωρικούς παρέδωσε όπλα και πήρε απ’ αυτούς τρόφιμα και χρήματα μέσα σε νεκροκρέββατα, σε εικονικές κηδείες.
Οι μαρτυρούμενες επανειλημμένες τροφοδοσίες των ελληνικών καραβιών στην Κύπρο, που γίνονταν πρόθυμα και παρά τους μεγάλους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι Κύπριοι χωρικοί που φρόντιζαν για τη συγκέντρωση των προμηθειών, καθώς και οι διάφορες επαφές των Κυπρίων ιεραρχών και προκρίτων με τους 'Ελληνες επαναστάτες, δεν ήσαν οι μοναδικές κυπριακές αναμίξεις στον αγώνα. Η κυριότερη κυπριακή συμβολή στην Ελληνική επανάσταση στάθηκε η μετάβαση πολλών Ελλήνων Κυπρίων στην αγωνιζόμενη Ελλάδα, όπου κι εντάχθηκαν στα διάφορα στρατιωτικά σώματα και πολέμησαν σε διάφορα μέτωπα υπό τις διαταγές γνωστών οπλαρχηγών.

Η προ της επαναστάσεως δραστηριότητα μελών της Φιλικής Εταιρείας στην Κύπρο δεν αποσκοπούσε μόνο στην εξασφάλιση οικονομικής ενίσχυσης από το νησί για τον αγώνα. Φαίνεται ότι είχε καταβληθεί επίσης προσπάθεια όπως η επανάσταση κηρυχθεί και στην Κύπρο, ταυτόχρονα με την έναρξή της στην υπόλοιπη ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, προς τούτο δε έγιναν και εδώ μυήσεις. Για τον ίδιο σκοπό και άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας επεσκέφθησαν πιθανώς την Κύπρο, ενώ εστάλη κρυφά και διενεμήθη και διαφωτιστικό υλικό. Η υπόγεια κρύπτη στο κτίριο του Παγκυπρίου Γυμνασίου στη Λευκωσία απέναντι από το κτίριο της Αρχιεπισκοπής, πιστεύεται ότι είχε χρησιμοποιηθεί για την απόκρυψη Φιλικών. Τελικά όμως η Κύπρος δεν μπόρεσε ν’ ακολουθήσει την επανάσταση, εξαιτίας:

α) Της απροθυμίας των ηγετών και των αρχόντων να ξεσηκωθούν και υποστηρίξουν το κίνημα.
β) Της σχετικής έλλειψης όπλων και λοιπού πολεμικού υλικού.
γ) Των πολλαπλών δυσχερειών που πήγαζαν εξαιτίας της μεγάλης απόστασης της Κύπρου από τις εστίες της επανάστασης.

Δεν είναι εξακριβωμένο εάν Φιλικοί που επεσκέφθησαν την Κύπρο, όπως ο 'Ιπατρος, ο Πελοπίδας και ενδεχομένως και άλλοι, ή ακόμη και αγωνιστές όπως ο Κωνσταντίνος Κανάρης, συζήτησαν με τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανόν και άλλους Κυπρίους το ενδεχόμενο εξέγερσης και της Κύπρου. Τούτο όμως θα πρέπει, φυσιολογικά να είχε συζητηθεί. Δε γνωρίζουμε τις επί του προκειμένου θέσεις του Κυπριανού και των άλλων παραγόντων του νησιού και τις δικαιολογίες που είχαν προβάλει, βέβαιον όμως πρέπει να θεωρηθεί το ότι ετάχθησαν κατά της επέκτασης της επανάστασης και στην Κύπρο, όπως προκύπτει και από σχετική απόφαση των Φιλικών που είχε ληφθεί στο Ισμαήλ την 1η Οκτωβρίου 1820 (δες πιο κάτω). Εξάλλου, δε μαρτυρείται καμιά απολύτως προπαρασκευή ή διεργασία στην Κύπρο προς την κατεύθυνση της εξέγερσης.

Τόσο ο Κυπριανός όσο και οι λοιποί παράγοντες, με εξαίρεση ίσως τον επίσκοπο Πάφου, προφανώς είχαν αρνηθεί να κηρύξουν την επανάσταση και στην Κύπρο και να ακολουθήσουν την αγωνιστική πορεία όλων των άλλων Ελλήνων. 'Ισως από φόβο, ίσως επειδή εκρίθη ότι μια εξέγερση στην Κύπρο, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν, δε θα είχε πιθανότητες επιτυχίας, ίσως επειδή υφίσταντο και άλλα προβλήματα (το απειροπόλεμο των κυπρίων, η έλλειψη οπλισμού, η μη ύπαρξη καραβιών κλπ). Ο Κυπριανός, αν και εφάνη πρόθυμος να δώσει χρήματα (ίσως να ήταν ένας βολικός τρόπος να "απαλλαγεί" από τους Φιλικούς), πάντως δε φαίνεται να είχε πρόθεση να ξεσηκώσει και την Κύπρο σε επανάσταση. Είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι τόσο ο Κυπριανός όσο και οι διάφοροι προύχοντες αισθάνονταν αρκετά ικανοποιημένοι με την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων (με τους ιδίους στην κορυφή και με εξασφαλισμένη τη δική τους άνετη διαβίωση) ώστε να μη φανούν πρόθυμοι να εμπλακούν στις μεγάλες και επικίνδυνες περιπέτειες ενός αγώνα απελευθέρωσης του οποίου η έκβαση ήταν αβέβαιη. Ο εθνικός βάρδος της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης, στο επικό του ποίημα της 9ης Ιουλίου, βάζει στο στόμα του Κυπριανού, κατά το διάλογό του με τον τότε Τούρκο κυβερνήτη Κουτσιούκ Μεχμέτ, λόγια σαν κι αυτά:
- 'Εν τζ’ ήρταν, Μουσελλίμ - αγά, πάνω στον τόπον άλλοι
τζ’ εφέραν άρματα κρυφά τζ’ έννα μας καταγνώσης.
Εδώκαμέν σου τ’ άρματα ούλλοι, μιτσ’ οί τζ’ αί μιάλοι
ευτύς ότι τζ’ εγύρεψες νά μάς ιξαμαρτώσεις.. .

Η προθυμία παράδοσης των αρμάτων που κατείχαν οι Κύπριοι ραγιάδες στις οθωμανικές αρχές, με προτροπή του Κυπριανού, τονίζεται εδώ από τον ποιητή. Επίσης, εκείνη η τραγική κατάφαση που βάζει ο ποιητής στα χείλη του Κυπριανού
- Σφάξε μας ούλλους τζ’άς γενή τό γαίμαν μας αυλάτζ’ιν.. . δεν είναι τόσο τιμητική ούτε για τον ίδιο ούτε και για τον Ελληνισμό της Κύπρου, αν και εδώ τονίζεται η αδυναμία των Κυπρίων να πράξουν κάτι διαφορετικό, οπότε αποδέχονται καρτερικά - αλλά τουλάχιστον με περηφάνεια - τη μοίρα τους, επαναλαμβάνοντας το γνωστό σφάξε με, αγά μου, ν’αγιάσω.

Κάποιες κινήσεις που σημειώθηκαν τότε στην Κύπρο και θεωρήθηκαν από τους Τούρκους ως πολεμικές προπαρασκευές προς επανάσταση (φυλλάδια, φορτίο από μπαρούτι κλπ.) δεν οφείλονταν στον Κυπριανόν και στους περί αυτόν προύχοντες αλλά σε άλλους και ιδίως στον αρχιμανδρίτη Θεοφύλακτον Θησέα, της συγγενούς όμως προς τον Κυπριανόν οικογένειας των Θησέων.

Δυο από τις σωζόμενες εγκυκλίους του Κυπριανού σχετίζονται με το όλο θέμα. Η πρώτη, που βρίσκεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών, ήταν ημερομηνίας 22 Απριλίου 1821 και καλούσε τους Χριστιανούς να παραδώσουν τα όπλα που ενδεχομένως κατείχαν:

.. . Ευλαβέστατοι ιερείς καί λοιποί πάντες ευλογημένοι Χριστιανοί τής ευαγούς πόλεως Λευκωσίας, πατρικώς ευχόμενοι ευλογούμεν πάντας υμάς. Είμεθα βέβαιοι ότι η χθεσινή πράξις, ήτοι η ζήτησις τών όπλων, σάς εθορύβησεν ούκ ολίγον, τό οποίον καί ημείς εξεύροντες ότι έχει νά σάς θορυβήση, επασχήσαμεν πάσι τρόποις νά τό εμποδίσωμεν. Πλήν, μέ τό νά ήτον αυτό τό πράγμα δι’υψηλού προσκυνητού βασιλικού ορισμού, η εξουσία ηθέλησε νά τό κυρώση.. . 'Αν μερικοί οπού έχουν όπλα καί δέν τά έδωσαν, άς τά φέρουν εις ημάς νά τά δώσωμεν ημείς, καί εν καιρώ τώ προσήκοντι θέλομεν ενεργήσει νά τοίς επιστραφώσιν οπίσω. Ούτω ποιήσατε ως γράφομεν υμίν εντελλόμενοι πατρικώς.. . 1821 Απριλίου 22.
Ο Κύπρου καί ευχέτης ημών.. .

Η δεύτερη εγκύκλιος του Κυπριανού, που βρίσκεται καταχωρημένη στον Κώδικα Α' της Αρχιεπισκοπής, κυκλοφόρησε στις 16 Μαΐου 1821 και μ’ αυτήν ο αρχιεπίσκοπος καλούσε το ποίμνιό του να παραμείνει αδρανές και να συμπεριφέρεται ραγιάτικα (=δουλικά), ακόμη και στον τρόπο ντυσίματος (δεδομένου ότι πολύχρωμα φορέματα χρησιμοποιούσαν μόνο οι αφέντες):
.. . προσέχετε διά τόν Θεόν τέκνα, νά μήν υποπέσετε εις τό παραμικρόν ελάττωμα, μήτε μέ λόγον μήτε μέ έργον, διότι όποιος εις τοιούτους καιρούς είναι απρόσεκτος, εις τούς λόγους του ή εις τά έργα του, παιδεύεται με κεφαλικήν τιμωρίαν(όσοι δέ, φυλάξουν τήν οφειλομένην ευπείθειαν, οι τοιούτοι, κοντά οπού δέν θέλουν δοκιμάσει τό παραμικρόν, θέλουν απολαύσει και περισσοτέραν εύνοιαν, και διαφένδευσιν. Προσέτι, τέκνα, τά φορέματά σας νά είναι σεμνά και ραγιάτικα, τα σαρίκια σας, τα ζωνάρια σας, τά γεμενιά σας μαύρα(διότι τοιαύτη είναι η προσταγή τού αγά εφένδη μας, καί όποιος ευρεθή με εξωτερικόν φόρεμα θέλει παιδευθεί σκληρώς. Ούτω ποιήσατε εξ αποφάσεως ταύτα. Ο Κύπρου Κυπριανός εν Χώ ευχέτης σας 1821 Μαΐου 16.

Η δεύτερη αυτή βιαστική εγκύκλιος φανερώνει την ψυχική ταραχή στην οποία βρισκόταν ο συγγραφέας της κατά τις δύσκολες και τραγικές εκείνες στιγμές, κατά τις οποίες προσπαθούσε ν’ αποφύγει και την παραμικρή πρόκληση προς την τρομερή απειλή που κρεμόταν πάνω από το δικό του και πολλά άλλα κεφάλια, μόλις η επανάσταση στην Ελλάδα εξέσπασε.

Η όλη στάση του Κυπριανού έναντι της Ελληνικής επανάστασης προδίδει ότι το αίσθημα του ραγιαδισμού ήταν ισχυρό μεταξύ των Κυπρίων ηγετών τότε, αντίθετα προς το λαό που φαίνεται ότι ήταν πρόθυμος να ακολουθήσει την επανάσταση και να θυσιαστεί (κάποια κίνηση έγινε, μάλιστα, στην Πάφο και άλλη στη Λεμεσό).

Δεν μπορούμε όμως να κρίνουμε τελεσίδικα τον Κυπριανό χωρίς να έχουμε υπ’ όψιν τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε στο νησί. Μερικοί διατύπωσαν την κατ’ αυτού κατηγορίαν ότι αρνήθηκε να ακολουθήσει την επανάσταση, υπηρετώντας τα συμφέροντα των αρχόντων και των προκρίτων του τόπου ενάντια στα συμφέροντα του λαού, προσπαθώντας ταυτόχρονα να σώσει και το κεφάλι του. 'Ομως είναι πολύ πιθανώτερο το ότι, σταθμίζοντας όλους τους παράγοντες ως υπεύθυνος ηγέτης σε μια κρίσιμη περίοδο, έκρινε ότι χωρίς επαρκή οπλισμό, χωρίς ικανές και εκπαιδευμένες δυνάμεις, χωρίς αναμενόμενη βοήθεια απ’ οπουδήποτε και με τη Μικρά Ασία τόσο κοντά (απ’ όπου πολύ εύκολα και σύντομα μπορούσαν ν’ αποστέλλονται στρατεύματα στο νησί), θα σήμαινε τρομερή καταστροφή και εκτεταμένες σφαγές, η οποιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια, πολύ δε περισσότερο επέκταση της επανάστασης και στην Κύπρο. 'Ετσι, το μόνο που του απέμεινε ήταν να προσπαθήσει, με κάθε δυνατό τρόπο, να αποφύγει την τραγωδία. Πάντως, θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι οι αντικειμενικές δυσκολίες για επανάσταση και των Κυπρίων είχαν εξαρχής τονισθεί σε σύσκεψη των Φιλικών που είχε γίνει στο Ισμαήλ της Μολδοβλαχίας την 1η Οκτωβρίου 1820, όπου και συμφωνήθηκε ότι η συμβολή των Κυπρίων στον αγώνα θα περιοριζόταν στην υλική συνδρομή (χρήματα και προμήθειες)(και είναι, πιθανώτατα, βάσει αυτής της συμφωνίας που ελληνικά καράβια προσήγγιζαν συχνά τις κυπριακές ακτές, ακριβώς για προμήθειες. Το σχετικό απόσπασμα του πρακτικού (άρθρο 15) της σύσκεψης της 1ης Οκτωβρίου 1820 στο Ισμαήλ, αναφέρει τα ακόλουθα:
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Κυπριανός υπεσχέθη νά συνεισφέρει χρήματα ή τροφάς, όσας δυνηθή. Λοιπόν ο Καλός πρέπει να γράψη πρός τήν Μακαριότητά του προτρεπτικά, δηλοποιών τών πραγμάτων τήν κατάστασιν, διά νά φιλοτιμηθή νά βοηθήση αναλόγως τή φήμη τής νήσου εκείνης, τήν οποίαν έχουν τό προνόμιον οι Κύπριοι νά διοικούν αυτοί σχεδόν τοσούτους χρόνους. Ταύτα δέ τά γράμματα ο ρηθείς Πελοπίδας, ή προτού, ή επιστρέφων εξ Αιγύπτου, νά περάση εις Κύπρον καί νά εγχειρίση τή αυτού Μακαριότητι, διά νά εμβάση τά χρήματα ο άγιος Κύπρου εις Κωνσταντινούπολιν, ή νά στείλη τάς τροφάς, όπου διορισθή(καί τέλος νά σκεφθή, πώς νά διαφυλάξη τό ποίμνιόν του από τούς κατοίκους εκεί εχθρούς.

Είχε λοιπόν, προαποφασισθεί (αφού φυσικά προηγήθηκαν οι επαφές με τον Κυπριανόν και άλλους στην Κύπρο κι ακούστηκαν οι αντιρρήσεις τους) ότι η Κύπρος δε θα συμμετείχε παρά μόνο θα συνεισέφερε χρήματα και τρόφιμα στον αγώνα. Ο δε Κυπριανός αφηνόταν να βρει τρόπους να " διαφυλάξη το ποίμνιον του".

Το γεγονός ότι αρνήθηκε να ακούσει κάποιες συμβουλές για να προσπαθήσει να σώσει τον εαυτό του, καταφεύγοντας στα "κουσουλάτα" (=προξενεία) της Λάρνακας κι απ’ εκεί διαφεύγοντας στο εξωτερικό, του προσδίδει υπευθυνότητα ηγέτη που αγγίζει το μεγαλείο. Η υπερήφανη στάση που, σύμφωνα προς την παράδοση και τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη, τήρησε έναντι του Τούρκου αιμοδιψούς κυβερνήτη της Κύπρου Κουτσιούκ Μεχμέτ, ήταν συγκλονιστική. Χρειαζόταν ψυχικό σθένος και ακατάβλητο θάρρος ν’ αντιμετωπίσει το βέβαιο θάνατο, που δεν τον απέφυγε αφού πρώτος βάδισε στην αγχόνη στις 9 Ιουλίου 1821.
Αφού λοιπόν η Κύπρος δεν μπόρεσε να εξεγερθεί, αν και μικρής κλίμακας προσπάθειες μαρτυρούνται, κυρίως στην Πάφο, πολλοί 'Ελληνες του νησιού έφυγαν για την Ελλάδα προκειμένου να υπηρετήσουν εκεί όπου διεξαγόταν ο αγώνας. Αρκετοί απ’ αυτούς έπεσαν μαχόμενοι ή τραυματίστηκαν, οι περισσότεροι δε από όσους επέζησαν παρέμειναν στην ελευθερωμένη πια Ελλάδα όπου δημιούργησαν οικογένειες. Σώζονται πολλά πιστοποιητικά Κυπρίων αγωνιστών της επανάστασης, συνήθως πιστοποιητικά που εξασφάλισαν αργότερα από τους οπλαρχηγούς τους και τα υπέβαλαν οι ίδιοι ή οι οικογένειές τους στην κυβέρνηση προκειμένου να εξασφαλίσουν απ’ αυτήν οικονομική βοήθεια, επειδή δυστυχούσαν. 'Αλλοι πάλι επανήλθαν στην Κύπρο μετά το τέλος του αγώνα, όπου έζησαν ήσυχα στα χωριά τους μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Είναι δύσκολο να αναφερθεί με ακρίβεια ο αριθμός των Κυπρίων εθελοντών που πολέμησαν τότε στην Ελλάδα. Ο Λοΐζος Φιλίππου, στο σύγγραμμά του Κύπριοι Αγωνισταί (Λευκωσία, 1953) κατονομάζει 56 απ’ αυτούς με βάση αρχειακό υλικό που είχε συγκεντρώσει. Οπωσδήποτε όμως ήσαν πολύ περισσότεροι και θα πρέπει να αριθμούσαν μερικές εκατοντάδες. Δεν πήγαν όλοι στην Ελλάδα από την αρχή του αγώνα, αλλά σταδιακά. 'Αλλοι πάλι Κύπριοι ζούσαν στην Ελλάδα ή και σε άλλες χώρες όταν ξέσπασε η επανάσταση, οπότε έσπευσαν να ενταχθούν στις τάξεις των μαχητών της ελευθερίας.

Στην ίδια την Κύπρο, με την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης, έγιναν κάποιες κινήσεις για ξεσηκωμό και της Κύπρου. 'Ησαν όμως κινήσεις μεμονωμένες, ασυντόνιστες, απροπαρασκεύαστες, που φυσικά απέτυχαν. Μια από τις κινήσεις αυτές υπάρχει μαρτυρία ότι είχε σημειωθεί στην Πάφο, όπου δρούσε ο τότε επίσκοπος Χρύσανθος Β'. Για την εκτέλεση του Χρυσάνθου, το σχετικό σουλτανικό διάταγμα αφήνει να υπονοηθεί ότι αυτός είχε οδηγήσει το λαό σε επανάσταση. Η σχετική μαρτυρία αναφέρει ότι στην Πάφο συγκεντρώθηκαν 300 περίπου νέοι, υπό την ηγεσία κάποιου Πέτρου, που οπλίστηκαν και δοκίμασαν να βαδίσουν κατά της Λευκωσίας, όμως αντιμετωπίστηκαν από δύναμη Γενιτσάρων και εξουδετερώθηκαν κοντά στην πρωτεύουσα. Γίνεται επίσης λόγος και για άφιξη στην Κύπρο περί των 100 Αλβανών φουστανελοφόρων που, κατά τον Ν. Γ. Κυριαζή (Κυπριακά Χρονικά, Ζ', σ. 57) είχαν αποβιβαστεί στην περιοχή του χωριού Πύλα (κοντά στη Λάρνακα) για να συνδράμουν την εξέγερση των Κυπρίων που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Από έκθεση, πάλι, του τότε προξένου της Γαλλίας στη Λάρνακα προκύπτει ότι κάποια επεισόδια είχαν σημειωθεί και στη Λεμεσό ύστερα από άφιξη εκεί ελληνικών καραβιών. Η σχετική έκθεση, γραμμένη στις 18 Φεβρουαρίου 1823, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι από τού μηνός Οκτωβρίου [προφανώς του προηγούμενου χρόνου] τα ένοπλα ελληνικά καράβια σταθερά εμφανίζονται στις θάλασσες αυτές [της Κύπρου]. Τα θαρραλέα τολμήματά των, όσα επεχείρησαν, επροξένησαν κάποιαν λαϊκήν εξέγερσιν στη Λεμεσόν.. . Δε γνωρίζουμε τι ήσαν αυτά τα θαρραλέα τολμήματα των ελληνικών καραβιών στην Κύπρο. Φαίνεται ότι μάλλον είχαν εμπλακεί σε μάχες προς οθωμανικά καράβια, που ήσαν νικηφόρες, πράγμα που ενθουσίασε τους κατοίκους της Λεμεσού. Οι εμφανίσεις ελληνικών καραβιών στα κυπριακά παράλια ήσαν συχνές. Σε μια δε περίπτωση, η άφιξη ελληνικών καραβιών στη Λάρνακα ανάγκασε τους Τούρκους να λύσουν την πολιορκία του εκεί γαλλικού προξενείου από το οποίο απαιτούσαν να τους παραδώσει 'Ελληνες Κυπρίους που είχαν καταφύγει κυνηγημένοι σ’ αυτό. Σε μερικές περιπτώσεις τα ελληνικά καράβια διενεργούσαν επιδρομές κατά των οθωμανικών που ναυλοχούσαν σε κυπριακά λιμάνια.

Η εγκύκλιος του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, ημερομηνίας 16 Μαΐου 1821, που καλούσε τους 'Ελληνες της Κύπρου να παραμείνουν αδρανείς και να συμπεριφέρονται με πολλή δουλοπρέπεια, θυμίζει ανάλογη ενέργεια του οικουμενικού πατριάρχη Γρηγορίου Ε', ο οποίος είχε καλέσει τους υπόδουλους 'Ελληνες - απειλώντας τους και με αφορισμό - να αποφύγουν να σηκώσουν τα όπλα κατά της εξουσίας του σουλτάνου. 'Οπως δε ο Γρηγόριος Ε' δεν κατόρθωσε να σώσει τη ζωή του, το ίδιο δεν κατόρθωσε ούτε ο Κυπριανός. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι μαζί με τον πατριάρχη Γρηγόριον Ε' μαρτύρησε και ένας Κύπριος ιεράρχης, ο Αθανάσιος ο του Καρύδη, τότε μητροπολίτης Νικομηδείας. 'Ηταν γόνος της γνωστής οικογένειας Καρύδη της Λάρνακας που συγγένευε με τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθον και σπούδασε στη Βενετία. Διετέλεσε επίσκοπος Λιβύης (1781-1791) κατόπιν επιλογής του από τον (Κύπριο την καταγωγή) πατριάρχη Αλεξανδρείας Κυπριανόν (1766-1783) και από το 1791 ανέλαβε ως μητροπολίτης Νικομηδείας, της οποίας ο θρόνος ήταν Ε' στην ιεραρχία των θρόνων του Οικουμενικού πατριαρχείου). Ως μητροπολίτης Νικομηδείας και μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού πατριαρχείου, ο Αθανάσιος ο του Καρύδη, ανέπτυξε πλούσια πνευματική και εθνική δραστηριότητα για 30 χρόνια. Αμέσως μετά την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης συνελήφθη, αρκετά πριν από τον πατριάρχη Γρηγόριον Ε' και τους μητροπολίτες Εφέσου Διονύσιον και Αγχιάλου Ευγένιον. Αν και πολύ προχωρημένης πλέον ηλικίας (ήταν περίπου 75 ή περισσοτέρων χρόνων), ο Αθανάσιος υπέστη από τους Τούρκους πολλά βασανιστήρια και, όπως κι ο πατριάρχης, εκτελέστηκε στις 19 Απριλίου 1821, Κυριακή του Πάσχα.

Πέραν της εγκυκλίου του προς το λαό, με την οποία τον καλούσε να συμπεριφέρεται δουλοπρεπώς και να παραδώσει στους κυριάρχους οποιαδήποτε όπλα κατείχε, ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε δώσει και διαβεβαιώσεις στον κυβερνήτη της Κύπρου Κουτσιούκ Μεχμέτ (1820-1822) για τη "νομιμοφροσύνη" των Ελλήνων Κυπρίων. Ούτε όμως η παράδοση του οπλισμού, ούτε οι διαβεβαιώσεις του Κυπριανού καθησύχασαν τον Τούρκο κυβερνήτη του νησιού, που προφανώς φοβόταν επέκταση της επανάστασης και στην Κύπρο. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι ο Κουτσιούκ Μεχμέτ, είχε συγκεντρώσει πληροφορίες (κυρίως από δυο νεαρούς Χριστιανούς γαλλικής καταγωγής που δρούσαν, μαζί με άλλους ως πράκτορές του και καταδότες) ότι διάφοροι Κύπριοι είχαν μυστικές επαφές με τους Υδραίους και ότι, εν πάση περιπτώσει, ενέχονταν σε επαναστατικές ενέργειες. Με την έναρξη της επανάστασης, η Υψηλή Πύλη διέταξε αμέσως τον αφοπλισμό όλων ανεξαιρέτως των ραγιάδων Ελλήνων, στέλλοντας σχετικό διάταγμα και στην Κύπρο. Εδώ, το διάταγμα εκτελέστηκε από τον κυβερνήτη του νησιού Κουτσιούκ Μεχμέτ στις 23 Απριλίου 1821, οι δε 'Ελληνες αφοπλίστηκαν χωρίς να δημιουργηθούν οποιαδήποτε επεισόδια. Τα όπλα, εξ άλλου, που κατείχαν ήσαν λίγα. Λίγο αργότερα όμως διατυπώθηκε κατά των Ελλήνων Κυπρίων η κατηγορία ότι είχαν συνεννοηθεί μυστικά με τους υπόλοιπους 'Ελληνες για να επαναστατήσουν και αυτοί. Η κατηγορία ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι κυκλοφόρησαν στο νησί επαναστατικές προκηρύξεις τις οποίες είχε μεταφέρει και διανέμει ο Κύπριος αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς, και αποθήκευση πυρίτιδας στην εκκλησία Φανερωμένης στη Λευκωσία. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ, που πιστεύεται ότι είχε παρακινηθεί και από την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν για να πλουτίσει κατάσχοντας και αρπάζοντας περιουσίες των θυμάτων του, ετοίμασε κατάλογο 486 σημαινόντων Ελλήνων Κυπρίων, που τον έστειλε στην Υψηλή Πύλη συνοδεύοντάς τον με κατηγορίες κατά των αναφερομένων ατόμων ότι ετοίμαζαν και εδώ επανάσταση. Στον κατάλογο περιλαμβάνονταν τα ονόματα του αρχιεπισκόπου και των τριών επισκόπων, των ηγουμένων όλων των μοναστηριών, άλλων ιερωμένων και πολλών προκρίτων και παραγόντων. Ακόμη, ο Κουτσιούκ Μεχμέτ υπέβαλε αίτηση για αποστολή στην Κύπρο οθωμανικού στρατού. Η Υψηλή Πύλη ανταποκρίθηκε αμέσως, στέλλοντας στο νησί το Μάιο 1821 περί τις 4. 000 στρατιώτες (Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, στ') ταυτόχρονα δε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' (1808-1839) υπέγραψε διάταγμα για την εκτέλεση των Ελλήνων Κυπρίων του καταλόγου που του είχε υποβληθεί.

Παρά το ότι μερικοί σημαίνοντες Τούρκοι της Κύπρου προσπάθησαν να περιορίσουν την έκταση των σφαγών, υποστηρίζοντας ότι ο κατάλογος των προγραφών ήταν υπερβολικά μακρύς, εν τούτοις ο τελικός αριθμός των θυμάτων ξεπέρασε κατά πολύ τους 486 του καταλόγου.

Την τουρκική θηριωδία επαύξαναν, ασφαλώς, και οι ειδήσεις που έφθαναν από την Ελλάδα και που μιλούσαν για ελληνικές νίκες εκεί και για επικράτηση της επανάστασης. Μεταξύ των εκτελεσθέντων περιλαμβάνονταν ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, οι μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος, και Κυρηνείας Λαυρέντιος, ο αρχιδιάκονος Μελέτιος, ο Γεώργιος Μασούρας από τη Λεμεσό που έφερε τον τίτλο του καππί κεχαγιά (=επιτετραμμένου), ο ηγούμενος Κύκκου Ιωσήφ, ο Δοσίθεος του μοναστηριού του Ομόδους, ο Λαυρέντιος ιερέας της εκκλησίας Φανερωμένης, ο Πέτρος Οικονομίδης και ο Γιαννάκης Αντωνόπουλος δημογέροντες, οι άρχοντες Μιχαήλ Γλυκύς, Χατζηνικόλας Ζωγράφος, Χατζηνικόλας Κορνέσιος αδερφός του δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνεσίου, ο Σ. Σολωμής προύχοντας της Μόρφου, ο αδελφός του Χατζηκυριάκος Σολωμής προύχοντας της Σολιάς, ο Χατζησάββας Θησέας συγγενής του αρχιεπισκόπου, οι Λαρνακείς Συμεών Ηλιάσης, Παυλής Χάρτας, Νικόλας Τσικκίνης, Νικόλας Φράγκος και Πετράκης Δημητρίου, οι Λεμεσιανοί Χρ. Αραπούδης, Ανδρέας Δαβίδ, Χατζηλίας προύχοντας της Λαπήθου, όπως και ο Χατζηνικόλας Λευρεντίου, οι Κυθρεώτες Χατζηϊωνάς και Χατζηαττάλας και πάρα πολλοί άλλοι.

Οι εκτεταμένες σφαγές συνοδεύθηκαν και από δημεύσεις και αρπαγές περιουσιών, λεηλασίες εκκλησιών, μοναστηριών και οικιών, ενώ μεγάλα χρηματικά ποσά πληρώθηκαν στους Τούρκους και από οικογένειες συλληφθέντων για να σωθούν ή για να μπορέσουν να διαφύγουν. Πολλοί δεν το κατόρθωσαν, ενώ άλλοι μπόρεσαν να φθάσουν μέχρι τα προξενεία της Λάρνακας όπου και βρήκαν καταφύγιο κι απ’ όπου αναχώρησαν για το εξωτερικό (Ελλάδα, Αίγυπτο, Ευρώπη). Το όργιο αίματος και λεηλασιών διάρκεσε πολλές μέρες και στο γνωστό κατάλογο των θυμάτων πρέπει να προστεθούν και πολλά άλλα θύματα, κυρίως στην ύπαιθρο, που τα ονόματά τους παρέμειναν άγνωστα.

Το πλήγμα για τον ελληνικό πληθυσμό της Κύπρου, που λίγο πιο πριν είχε κληθεί και είχε παραδώσει και τον οπλισμό που κατείχε, ήταν βαρύτατο. Ως εκ τούτου, ήταν πια αδύνατο να μπορέσει η Κύπρος ν’ ακολουθήσει την Ελληνική επανάσταση έστω και με καθυστέρηση.

Οι εκτελέσεις των αρχιερέων έγιναν στη Λευκωσία. Οι τρεις επίσκοποι εκτελέστηκαν με αποκεφαλισμό, ενώ αντίθετα ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός εκτελέστηκε με απαγχονισμό επειδή, όπως λέγεται, ο Κουτσιούκ Μεχμέτ του είχε υποσχεθεί ότι "δε θα του έκοβε το κεφάλι" !

Θα πρέπει επίσης να τονισθεί ότι οι Κύπριοι ηγέτες, φοβούμενοι τα χειρότερα, είχαν προσπαθήσει να αποτρέψουν τις σφαγές. Προς τούτο, προσπάθησαν να επιτύχουν την έκδοση σουλτανικής διαταγής που να αποτρέπει οποιανδήποτε εις βάρος τους δίωξη, και το προσπάθησαν μέσω του Κουτσιούκ Μεχμέτ, τον οποίο και δωροδόκησαν με το υπέρογκο ποσό των 100. 000 γροσίων. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ πήρε τα χρήματα και. . . τους έσφαξε.

Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ άρχισε τις εκτελέσεις στην Κύπρο ευθύς μετά την παράδοση σ’ αυτόν του οπλισμού των ραγιάδων. Σύμφωνα προς αναφορά του τότε Γάλλου προξένου Mechain, εκτελούσε καθημερινά Χριστιανούς στη Λευκωσία, φέρνοντας στην επιφάνεια παλαιές υποθέσεις που είχαν εκδικαστεί από προκατόχους του. 'Ετσι, έγραφε ο Mechain, στις 28 Μαΐου 1821, ο Κουτσιούκ Μεχμέτ επετύγχανε δυο πράγματα: αφ’ ενός θησαύριζε από τα θύματά του και αφ’ ετέρου έπειθε την υψηλή Πύλη ότι υφίστατο στην Κύπρο κίνημα το οποίο πέτυχε να καταστείλει. Οι εκτελέσεις λοιπόν, άρχισαν από το Μάιο 1821, κορυφώθηκαν τον Ιούλιο (στις 9 Ιουλίου εκτελέστηκαν ο αρχιεπίσκοπος και οι άλλοι αρχιερείς) και συνεχίστηκαν και αργότερα, για άλλον ένα μήνα. 'Οπως χαρακτηριστικά σημείωνε από τις 28 Μαΐου ο Mechain, για τον Κουτσιούκ Μεχμέτ, εάν ο αιμοβόρος αυτός παράφρων διατηρήσει για λίγους ακόμη μήνες την εξουσία, θα χρεωκοπήσει την Νήσον (πρβλ. Κυπριακά Χρονικά, Ζ', 1930, σ. 51).

Τελικά ο Κουτσιούκ Μεχμέτ ανακλήθηκε από την Κύπρο το 1822. Το πλήγμα όμως που είχε επιφέρει στους Κυπρίους ήταν τρομακτικό. Τόση ήταν η βιαιότητα και η ασυδοσία του, ώστε ακόμη και αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης της Κύπρου διαφώνησαν έντονα μαζί του και μερικοί μάλιστα αναγκάστηκαν να φύγουν από την Κύπρο για να σωθούν(όπως ο αγάς της Λευκωσίας Σαΐντ Μεχμέτ και ο ζαπίτης (αστυνόμος) της Λάρνακας Χατζή Ιμπραχήμ αγάς ο τελευταίος επέστρεψε στην Κύπρο κατά τα τέλη του 1822 ως κυβερνήτης, διαδεχόμενος τον ανακληθέντα Κουτσιούκ Μεχμέτ).

'Ελληνες Κύπριοι που κατόρθωσαν να διαφύγουν από το νησί και να σωθούν από τις σφαγές του Ιουλίου 1821, καθώς και άλλοι που ζούσαν εκτός Κύπρου από πριν, είχαν την πρωτοβουλία της ανάληψης διαφόρων προσπαθειών για απελευθέρωση της Κύπρου, ενώ ακόμη η επανάσταση στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Δυο ήσαν οι κύριες προσπάθειες που κατεβλήθησαν. Η πρώτη προσπάθεια ξεκίνησε από τη σύναξη μερικών ιεραρχών και προκρίτων στη Ρώμη, όπου και υπέγραψαν προκήρυξη (6 Δεκεμβρίου 1821) της οποίας το πλήρες κείμενο έχει ως εξής:
Επειδή η τυραννική διοίκησις τών Τούρκων μετεβλήθη ολοτελώς εις ληστείαν καί ούτε ο ειρηνικός ημών βίος καί πρός τούς σκληρούς αυτούς νόμους ευπείθια, ούτε πολιτική φρόνησις, ούτε αθωότης, ούτε ταπείνωσις, ούτε τά υπέρ τήν ημετέραν δύναμιν έξοδα, ούτε πάν άλλο είδος θυσίας, όπερ διά τών προυχόντων ημών επροσφέραμεν ίσχυσαν νά εμποδίσουν τάς άχρι θανάτου καταδρομάς ημών τών εν Κύπρω Χριστιανών αλλά χωρίς τινός ηθικής, ή λόγου προφάσεως κατέσφαξαν, όσους εξ ημών έλαβον εις τό χέρι χριστιανούς, μηδέν ευλαβούμενοι ουδέ τώ αιδεσήμων ιερέων, ουδέ τών σεβασμίων Αρχιερέων, ουδ’ αυτού τού Μακαριωτάτου ημών Πατρός καί Δεσπότου, αλλ' αυτούς μέν κατέσφαξαν, τούς δέ Ιερούς ημών ναούς και οίκους, άλλους μέν ερήμωσαν άλλους δέ κατέκαυσαν, δίδωντας εις αρπαγήν τά τέκνα ημών καί γυναίκας, βιάζωντας αυτά νά εναγκαλισθώσιν τήν ανόσιον αυτών θρησκείαν, καί άλλα όσα τραγικά καί αποτρόπαια, βαρβαρική δύναμις καταχράται, όπου δέν ευρίσκει ανθίστασιν διά τάς φρικτάς αυτάς αδικίας, καί δι' όσας άλλας πρό αυτών ει καί μετριωτέρας αλλά συνεχείς υπό τών τυράννων αυτών υπεφέραμεν. Νομίζομεν ενώπιον θεού καί ανθρώπων, ότι έχομεν κάθε δίκαιον νά μή γνωρίζωμεν πλέον διά διοίκησιν, τούς αιμοβόρους τούτους ληστάς, αλλά συμφώνως μέ τούς λοιπούς αδερφούς ημών 'Ελληνας θέλομεν προσπαθήσει διά τήν ελευθερίαν τής ειρηνικής ημών, πάλαι μέν μακαρίας, ήδη δέ τρισαθλίας Νήσου Κύπρου. 'Ενεκα τούτου συμψηφίζομεν Επίτροπον τής νήσου μας άπαξ τόν ευγενή Κύριον Νικόλαον Θησέα, υιόν τού αοιδήμου Μεγάλου Οικονόμου τού Μακαριωτάτου, όπως συνεργήσει καί ενεργήσει πληρεξουσίως πάντα όσα κρίνει συμφέροντα, απέλθη αυτός ή πέμψει πρεσβείαν πρός τούς Χριστιανούς Μονάρχας ή εις όντινα τούτων κρίνει συμφερώτερον, έλθει εις συνθήκας περί τής Νήσου, καί υπογράψει ως από μέρους τού κοινού, ετοιμάσει δύναμιν στρατιωτικήν καί κινηθή κατά τών εχθρών, δανεισθή επάνω είς τά κοινά εισωδήματα ή κτήματα τού Κοινού τής πατρίδος, ή καί τών όσα ή πλεονεξία τών Τούρκων εσφετέρησε, ή όσας γαίας ή άλλα κτήματα, έν τή πατρίδι δέν έχουν νόμιμον δεσπότην, ή επάνω είς τό δέκατον κοινώς όλων τών έν Κύπρω κτημάτων ημών, ενί δέ λόγω δίδοται τώ επιτρόπω απολύτως πάσα εξουσία, ίνα πράξη υπέρ τής ελευθερίας, νομίμου διοικήσεως, καί ευταξίας τής Κύπρου, όσα κατά τάς υποσχέσεις καί όρκους, άς λάβομεν παρ’ αυτού. Ο δέ Θεός τής δικαιοσύνης ευλογήσει τούς σκοπούς ημών, καί δώσει ημίν τήν θείαν χάριν αυτού, όπως λάβωσιν αίσιον τέλος. Τώ αώκα' έτει Δεκεμβρίου στ'.

Μεταξύ εκείνων που προσυπέγραψαν την πιο πάνω προκήρυξη ήσαν ο έξαρχος Ιωαννίκιος (αργότερα αρχιεπίσκοπος Κύπρου), ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος (Θεοφύλακτος) Θησεύς και ο αδερφός του Νικόλαος Θησεύς (γιοι του εκτελεσθέντος Χατζησάββα Θησέως από το Στρόβολο και συγγενείς του αρχιεπισκόπου Κυπριανού), ο Τρεμιθούντος Σπυρίδων. Η προκήρυξη εκείνη είναι δυνατό να θεωρηθεί ως η πρώτη διακήρυξη υπέρ της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Το έγγραφο της Ρώμης εξουσιοδότησε τον Νικόλαο Θησέα να ενεργεί ως πληρεξούσιος και να προβεί σε όποιες νομίζει καλύτερες ενέργειες για να ετοιμάση δύναμιν στρατιωτικήν καί κινηθή κατά τών εχθρών.. .

Βέβαια η απόφαση αυτή για αγώνα συμφώνως μέ τούς λοιπούς αδελφούς ημών 'Ελληνας (όπως αναφερόταν στην προκήρυξη) είχε ληφθεί πολύ αργά, μακριά από την Κύπρο, και όταν ήδη η Κύπρος είχε υποκύψει αιμόφυρτη εξαιτίας των σφαγών του Ιουλίου και πριν καν σηκώσει κεφάλι. Γνωρίζοντας την πικρή αυτήν αλήθεια ο Νικόλαος Θησεύς μαζί με τον έξαρχο Ιωαννίκιο και τον αρχιμανδρίτη Θεόφιλο πήγαν στο Λονδίνο όπου κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για συγκρότηση μισθοφορικού εκστρατευτικού σώματος που θα απεστέλλετο πια απ’ έξω για να συνεγείρει την Κύπρο! Στην αγγλική πρωτεύουσα οι Κύπριοι ήλθαν σε επαφή με τον εκεί ευρισκόμενο στρατηγό ντε Βιντζ. Ο τελευταίος, που καταγόταν από το Μαυροβούνιον, είχε άλλοτε σταδιοδρομήσει ως αξιωματικός του Ναπολέοντος και είχε φήμη γενναίου στρατιωτικού. Ο στρατηγός είχε επιλεγεί και είχε, πιθανώτατα, αποδεχθεί να ηγηθεί του εκστρατευτικού σώματος που θα αποστελλόταν στην Κύπρο αφού θα κατέβαινε πρώτα στην επαναστατημένη ήδη Ελλάδα. 'Οπως προκύπτει μάλιστα από έγγραφο του λογίου Κ. Πολυχρονιάδη που διέμενε στην Πίζα της Ιταλίας, στην όλη προσπάθεια είχε δοθεί δημοσιότητα. Γράφει ο Πολυχρονιάδης:.. . ανεγνώσαμεν εις τάς εφημερίδας, ότι στρατηγός τις Μαυροβουνιώτης, υπηρετήσας ποτέ τόν Ναπολέοντα καί ευρισκόμενος ήδη εις Λονδίνον, προσκαλεί αξιωματικούς καί στρατιώτας, διά νά κατεβή εις τήν Ελλάδα με 2. 000...

Η όλη προσπάθεια συγκρότησης, συντήρησης και αποστολής του εκ 2. 000 ανδρών εκστρατευτικού σώματος, απαιτούσε τεράστιες δαπάνες. Κατεβλήθησαν έτσι διάφορες προσπάθειες για σύναψη του τεραστίου για την εποχή δανείου 800. 000 λιρών από την αγγλική χρηματαγορά. Στις προσπάθειες ανεμίχθη και ένας 'Αγγλος, κάποιος Πήκοκ (Peacock) που παρουσιαζόταν ως φιλέλληνας και που πήγε μάλιστα και στην Ελλάδα για να εξασφαλίσει από εκεί εξουσιοδότηση για τη σύναψη του δανείου το οποίο θα δινόταν με βαρύτατες εγγυήσεις. Το όλο θέμα εξακολουθούσε να συζητείται μέχρι και το 1824. Στην εφημερίδα Courier του Λονδίνου δημοσιεύθηκε, τον Ιανουάριο 1824, αγγελία του χρηματιστηριακού πρακτορείου H. Hinducks που ανέφερε ότι εζητείτο (ακόμη) το δάνειο από τήν αυτού εξοχότητα τόν στρατηγό ντε Βίντζ, ιππότη τού τάγματος τού Αγίου Σαντισλάβ.. .

Ωστόσο δάνειο δε βρέθηκε. Φαίνεται ότι οι υποψήφιοι δανειστές ζητούσαν πολύ περισσότερες εγγυήσεις, απ’ όσες μπορούσαν να προσφέρουν οι Κύπριοι, τέτοιες δε εγγυήσεις ζητήθηκαν από την Ελλάδα (αποστολή του 'Αγγλου Πήκοκ). 'Ομως το μικρό Ελληνικό κράτος που μόλις είχε δημιουργηθεί, δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί. Η επανάσταση συνεχιζόταν ακόμη, η δε ελληνική κυβέρνηση (η οποία διαπραγματευόταν ήδη υψηλά δάνεια για τις δικές της ανάγκες)αδυνατούσε να δώσει εγγυήσεις. Φαίνεται ακόμη ότι στην όλη υπόθεση εξασφάλισης του κυπριακού δανείου είχαν αναμιχθεί και επιτήδειοι κερδοσκόποι. Το δάνειο, εν πάση περιπτώσει, δεν έγινε και η όλη προσπάθεια ματαιώθηκε. Σημαντικό κέντρο συλλογής εράνων, ίππων, εφοδίων και εθελοντών για αποστολή στην αγωνιζόμενη Ελλάδα ήταν το γραφείο των Θησέων στη Μασσαλία, όπως έδειξαν πρόσφατες αρχειακές έρευνες (βλ. Κ. Π. Κύρρη, " Νέαι Ειδήσεις και ανέκδοτα 'Εγγραφα περί Κυπριανού Θησέως, Νικολάου Θησέως και του πατρός αυτών Οικονόμου Παπά Σάββα" Επετηρίς του Κ. Ε. Ε., ΧΙ, Λευκωσία, 1981-1982, σσ. 427-481).

Η δεύτερη προσπάθεια απελευθέρωσης της Κύπρου κατεβλήθη στην ίδια την επαναστατημένη Ελλάδα, από ομάδα Κυπρίων που βρίσκονταν στο Ναύπλιον και οι οποίοι αρκετές φορές πίεσαν την ελληνική κυβέρνηση να οργανώσει επιχείρηση απελευθέρωσης της ιδιαίτερής τους πατρίδας. Μεταξύ των Κυπρίων αυτών ήσαν ο Κυπριανός Θησεύς, αδελφός των προαναφερθέντων Νικολάου και Θεοφυλάκτου Θησέως, ο Χαράλαμπος Μάλης, σημαντική και δραστήρια προσωπικότητα μεταξύ των εις Ελλάδα Κυπρίων, ο Κυπρίδημος Γεωργιάδης, ο Γεώργιος Δ. Οικονομίδης, ο Δημήτριος Οικονομίδης, ο Κυπριανός Βικέντιος.
Το 1824-1825 η ομάδα αυτή των Κυπρίων εργαζόταν για να πείσει την ελληνική κυβέρνηση να στρέψει την προσοχή και τις προσπάθειές της και στην Κύπρο, υπέβαλε δε και αρκετά υπομνήματα. Η ελληνική κυβέρνηση όμως απέρριψε τελικά το σχέδιό τους γιατί θεώρησε μια τέτοια επιχείρηση ως παράτολμη, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία ο πόλεμος στην ίδια την Ελλάδα μαινόταν.

Η προσπάθεια συνδυάστηκε με άλλο σχέδιο για υποκίνηση εξεγέρσεως στο Λίβανο ως ενέργεια αντιπερισπασμού των Ελλήνων. Προς τούτο, μάλιστα, είχε σταλεί αποστολή στο Λίβανο για διερεύνηση των προθέσεων των Λιβανίων. Η αποστολή είχε επαφές και με τους τότε Κυπρίους ιεράρχες, δηλαδή τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνόν και τους επισκόπους Πάφου Πανάρετον Β', Κιτίου Λεόντιον Β' και Κερύνειας Χαράλαμπον. Η αποστολή, στην οποία μετείχε και ο Κύπριος Χαράλαμπος Μάλης, είχε εφοδιαστεί με γράμματα προς τους Κυπρίους ιεράρχες, από τους οποίους εζητείτο η συνδρομή της Κυπριακής Εκκλησίας για την επιτυχία του κινήματος στο Λίβανο, το οποίο, όπως αναφέρεται στα γράμματα, δεν θέλει συντελέσει ολίγον καί εις τήν ευτυχή αποκατάστασιν τής Κύπρου.

Ο Χαράλαμπος Μάλης υπήρξε σημαντικός Κύπριος αγωνιστής στην Ελληνική επανάσταση, με πολυσχιδή δραστηριότητα. Δε γνωρίζουμε από ποιο ακριβώς μέρος της Κύπρου καταγόταν. Πάντως, σε σχετικά με τη δράση του κατά τον αγώνα πιστοποιητικά, αναφέρεται σαφώς ως Κύπριος την καταγωγή. Σε αίτηση της κόρης του Ελισάβετ, ημερομηνίας 19 Μαΐου 1865, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί κάποιο επίδομα μετά το θάνατο του πατέρα της, αυτή αναφέρεται ως θυγατέρα του Χαραλάμπους Μάλη ονομαζομένου καί εκ Κύπρου τήν πατρίδα όντος.. . Με την αίτησή της εκείνην, η κόρη του Μάλη υπέβαλε συνημμένως προς την αρμόδια ελληνική αρχή και αρκετά πιστοποιητικά, που σώζονται σήμερα και φανερώνουν τη συμβολή του Κυπρίου αγωνιστή στην Ελληνική επανάσταση.

Ο Χαράλαμπος Μάλης βρισκόταν εκτός Κύπρου ήδη πριν από την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης και επαγγελλόταν το δάσκαλο. Κατά το 1820 γνωρίζουμε ότι βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τον είχε συναντήσει ο Γρηγόριος Δικαίος ο γνωστός Παπαφλέσσας και τον είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία. Το Δεκέμβριο 1820, παραμονές της επανάστασης, ο Χαράλαμπος Μάλης κατήλθε στην Πελοπόννησο μαζί με τον Παπαφλέσσα και βρισκόταν εκεί όταν κηρύχθηκε η επανάσταση. Αμέσως μετά την πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ανέλαβε σημαντικό αξίωμα στη σχηματισθείσα κυβέρνηση: διορίστηκε γενικός γραμματέας του μινιστερίου (=υπουργείου) της Θρησκείας (με μινίστρον τον Ιωσήφ, επίσκοπο Ανδρούσης)ενώ επεφορτίσθη και με το βάρος της γενικής γραμματείας του μινιστερίου του Δικαίου (=υπουργείου Δικαιοσύνης). Ο μισθός του δεν ήταν δυνατόν, υπό τις συνθήκες, να του καταβάλλεται και απεδέχθη να εργάζεται αμισθί(πήρε μόνο μια απόδειξη, ότι το εθνικόν ταμείον του χρωστούσε 3. 400 γρόσια, που θέλει τώ δοθώσιν άμα ευπορήση το Ταμείον από χρήματα (η απόδειξη εξεδόθη στην Τριπολιτσά της Πελοποννήσου στις 18 Ιουνίου 1823).

Τον Ιούνιο 1823 (που πήρε την απόδειξη για τα χρήματα) εγκατέλειψε τα καθήκοντά του στα δυο υπουργεία επειδή διορίστηκε γραμματέας του Ανδρέα Ζαΐμη που είχε αναλάβει να συγκροτήσει το μεγάλο στρατόπεδο στην παλαιά Πάτρα. Στη νέα αυτή θέση (όπου επολιορκείτο η Πάτρα) εργάστηκε μέχρι τον Αύγουστο 1824 και, σύμφωνα προς πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Ζαΐμης, ηγωνίσθη καί αγωνίζεται γενναίως και αφιλοκερδώς ως ανήρ τίμιος καί πατριώτης φιλογενέστατος. Σε άλλο πιστοποιητικό, που εξεδόθη στις 3 Ιανουαρίου 1825, αναφέρεται και η πληροφορία ότι ο Μάλης το μέν πρώτον έτος τού πολέμου ήτον υπό τήν οδηγίαν τής εξοχότητός του τού υπουργού τών εσωτερικών κυρίου Γ. Δικαίου [=Παπαφλέσσα] καί περιφερόμενος μετ' αυτού εις τάς πολιορκίας καί τούς πολέμους.

Από το 1824 και εξής ο Χαράλαμπος Μάλης παρέμεινε στην έδρα της διοικήσεως, στο Ναύπλιο, όπου είχε σχηματισθεί ένας πυρήνας από Κυπρίους που διέμεναν εκεί, στον οποίο μετείχε ενεργά και ο ίδιος. Επρόκειτο για την ομάδα που μνημονεύθηκε πιο πριν ότι κατέβαλε προσπάθειες απελευθέρωσης της Κύπρου. Η ομάδα αυτή, με έγγραφό της προς το Βουλευτικό σώμα, ημερομηνίας 6 Απριλίου 1825, υποστήριζε αναφορές που είχε υποβάλει ο Μάλης, περιλαμβανομένου και σχεδίου του για την υπόθεση απελευθέρωσης της Κύπρου. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αυτών ήταν που είχε επιστρατευθεί στο Λονδίνο ο Μαυροβούνιος στρατηγός ντε Βιντζ προκειμένου να ηγηθεί επανάστασης στην Κύπρο.

Με αναφορά του προς τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ημερομηνίας 13 Φεβρουαρίου 1825, ο Χαράλαμπος Μάλης αναπτύσσει προς αυτόν σχέδιό του για απελευθέρωση της Κύπρου και σε πρώτο στάδιο εισηγείται όπως εξευρεθεί κυπριακό δάνειο από 20. 000. 000 γρόσια που να χρησιμοποιηθεί για οργάνωση εκστρατείας στην Κύπρο. Εισηγείται επίσης να σταλεί ομάδα από 2-3 άτομα στο Λίβανο για να μελετήσει επί τόπου πληροφορίες περί αντιτουρκικού και επαναστατικού πνεύματος εκεί(υποκίνηση εξέγερσης κατά των Τούρκων στο Λίβανο και γενικότερα στη Συρία, μπορούσε ν’ αποτελέσει σημαντική ενέργεια αντιπερισπασμού των επαναστατημένων Ελλήνων και τυχόν επανάστασης και στην Κύπρο.

Για το ζήτημα της εξέγερσης στο Λίβανο, αλλά και σε άλλα μέρη (όπως η Σερβία), ο Χαράλαμπος Μάλης επιμένει και αναπτύσσει τις απόψεις του με δεύτερο υπόμνημά του προς τον Μαυροκορδάτο, ημερομηνίας 27 Φεβρουαρίου 1825 (τα δυο αυτά έγγραφα του Μάλη σώζονται επίσης. Βλέπε παράθεσή τους στο βιβλίο του Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, Η Κύπρος εις τον αγώνα τού 1821, Αθήνα, 1971, όπου και αρκετές άλλες αναφορές στον Μάλη.

Η υπόθεση της εκστρατείας στο Λίβανο είχε αρχίσει να συζητείται από τον Οκτώβριο 1824, όταν ο Χατζηστάθης Ρέζης μετέφερε στο Βουλευτικό Σώμα πρόταση του εμίρη του Λιβάνου Μπεσσίρ για σύναψη συμμαχίας με τους 'Ελληνες κατά των Τούρκων. Ο Μπεσσίρ ζητούσε ελληνικά καράβια και έδινε στους 'Ελληνες στρατεύματα και άλογα. Το Βουλευτικό δέχθηκε την πρόταση, υπό το πρίσμα μάλιστα δημιουργίας αντιπερισπασμού στις δυνάμεις του σουλτάνου και σ' εκείνες του τυράννου της Αιγύπτου Μωχάμετ 'Αλι του οποίου ο υιοθετημένος γιος Ιμπραΐμ βρισκόταν στο Μοριά τον οποίο κατέκαιε. Εκ μέρους των Ελλήνων είχαν οριστεί τότε αντιπρόσωποι για περαιτέρω διαπραγματεύσεις με τον εμίρη. Οι αντιπρόσωποι ήσαν ο Χατζηστάθης Ρέζης, ο επίσκοπος Ευδοκιάδος Γρηγόριος και ο Χαράλαμπος Μάλης. Η τριμελής αυτή ομάδα απεστάλη στο Λίβανο το 1825 και είχε μακρές διαπραγματεύσεις. Είναι επίσης σημαντικό ότι το πρόγραμμα της ομάδας περιελάμβανε επίσκεψη στην Κύπρο, για μυστικές διαπραγματεύσεις με τον τότε αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνόν και τους λοιπούς ηγέτες των Ελλήνων Κυπρίων. Και τούτο, επειδή σε συνάρτηση προς την επανάσταση στο Λίβανο συνεζητείτο και απελευθερωτικός κατά των Τούρκων αγώνας στην Κύπρο. Ενημερώθηκαν Μεθόδιος (1823-1850) και άλλοι ιεράρχες στη Συρία..

Τελικά το όλο σχέδιο εκρίθη ως παρακινδυνευμένο και δεν υιοθετήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, καθ' ην στιγμή συναντούσε πολλές δυσκολίες και έβαινε προς αποτυχία και η άλλη προσπάθεια οργάνωσης εκστρατείας στην Κύπρο υπό τον στρατηγό ντε Βιντζ. Ωστόσο μερικοί οπλαρχηγοί, που είχαν μάθει το σχέδιο περί το Λίβανο και την Κύπρο, αποφάσισαν να το προωθήσουν από μόνοι τους, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι να οργανώσουν και διεξαγάγουν την εκστρατεία. Οι οπλαρχηγοί αυτοί ήσαν ο Βάσσος Μαυροβουνιώτης, ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, και ο Νικόλας Κριεζώτης. Την πρωτοβουλία τους πληροφορήθηκε ο Χαράλαμπος Μάλης που διεφώνησε ριζικά και τους κατήγγειλε στο Βουλευτικό με έγγραφό του ημερομηνίας 29 Ιανουαρίου 1826. Ο Μάλης διαφωνούσε προς μια τέτοια επιχείρηση ατομικής πρωτοβουλίας μερικών οπλαρχηγών, επιμένοντας ότι τυχόν εκστρατεία στο Λίβανο και στην Κύπρο θα έπρεπε να αναληφθεί επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση.

Παρά την καταγγελία του Μάλη, οι τρεις οπλαρχηγοί, ενισχυμένοι και από τους Σταύρο Λιακόπουλο και Χατζηστεφανή Βούλγαρη, συγκεντρώθηκαν στο νησί Κέα απ’ όπου ξεκίνησαν κατά τα τέλη Φεβρουαρίου 1826, με 2. 000 άνδρες σε 14 καράβια. Λίγες μέρες αργότερα, αρχές Μαρτίου, το σώμα έφθασε στο Λίβανο όπου αποβιβάστηκε κοντά στη Βηρυτό, κατέλαβε ένα παραθαλάσσιο πύργο κι άρχισε να επιδίδεται σε λεηλασίες. Ο εμίρης του Λιβάνου Μπεσσίρ, με τον οποίο οι αρχηγοί του σώματος ήλθαν σε επαφή, ζήτησε τα επίσημα συστατικά ή πληρεξούσια γράμματά τους, που βέβαια δεν είχαν. Τότε τους διέταξε να φύγουν το συντομώτερο, για να μην τους επιτεθεί. Η αναχώρησή τους έγινε στις 25 Μαρτίου. Από το Λίβανο ήλθαν στην Κύπρο όπου επεδόθησαν σε ληστρικές ενέργειες και κατατρομοκράτησαν 'Ελληνες και Τούρκους. Στις ακτές της Κιλικίας συνέλαβαν ένα αυστριακό εμπορικό καράβι φορτωμένο χειροτεχνήματα και χρυσοΰφαντα υφάσματα του Χαλεπίου, και άδοξα γύρισαν στην Ελλάδα.

Στην ίδια την Κύπρο δε φαίνεται να είχε σημειωθεί οποιαδήποτε επαναστατική ενέργεια καθ' όλο το διάστημα από τον Ιούλιο 1821 μέχρι και το τέλος της Ελληνικής επανάστασης, εκτός από την θρυλούμενη εξέγερση του Πέτρου στην Πάφο, τη "λαϊκή εξέγερση" στη Λεμεσό και μερικά άλλα μεμονωμένα επεισόδια, και τη διανομή επαναστατικών προκηρύξεων από τον Θεοφύλακτο Θησέα στη Λευκωσία και αλλού, που μαρτυρείται και από την 9η Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη και άλλες πηγές. Αυτή φαίνεται ότι συνδυάστηκε με απόκρυψη πυρομαχικών (κυρίως πυρίτιδας) στη Φανερωμένη από τον Λεόντιον ιερέα Φανερωμένης, και συνέβαλε στην αιματηρή επέμβαση του Κουτσιούκ Μεχμέτ. Πρέπει όμως να θεωρηθεί ότι τα δυο τουλάχιστον από τα τρία επαναστατικά κινήματα που σημειώθηκαν στο νησί αργότερα, το 1833, ήσαν ως ένα μεγάλο βαθμό επακόλουθα της Ελληνικής επανάστασης. Τα γεγονότα όμως του 1833 θα τα εξετάσουμε αργότερα. Ας δούμε τώρα πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στην Κύπρο μετά τις σφαγές του Ιουλίου 1821.

'Οταν ο Κουτσιούκ Μεχμέτ εξετέλεσε, τον Ιούλιο 1821, τους ιεράρχες, μέσα σε εκείνο το κλίμα τρόμου διέταξε την άμεση πλήρωση των αρχιερατικών τους θρόνων με άλλους ιερωμένους που αυτός επέλεξε και που εκρατούντο ήδη από τον ίδιο στη φυλακή. Αυτοί ήσαν ο οικονόμος του μοναστηριού του Αποστόλου Βαρνάβα, Ιωακείμ, που έγινε αρχιεπίσκοπος, και ο αρχιδιάκονος της Πάφου Πανάρετος, ο αρχιμανδρίτης Κιτίου Λεόντιος και ο έξαρχος Κερύνειας Δαμασκηνός, που πλήρωσαν τους αντίστοιχους επισκοπικούς θρόνους. Οι τέσσερις αυτοί ιερωμένοι ήσαν εκείνοι τους οποίους ο Κουτσιούκ Μεχμέτ είχε λάβει από τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανόν, ως ομήρους και ως εγγύηση ότι οι ραγιάδες του νησιού δε θα εξεγείρονταν κατά του σουλτάνου μετά την έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης. 'Ομως μετά την εκτέλεση του αρχιεπισκόπου και των άλλων ιεραρχών, ο Κουτσιούκ Μεχμέτ αποφυλάκισε τους ομήρους του αυτούς και με τα ίδια μουλάρια με τα οποία είχε μεταφέρει στο σεράγιο τους εκτελεσθέντες, τους οδήγησε στην Αρχιεπισκοπή μεταφέροντάς τους με τιμές, όπου και τους ανακήρυξε ως νέους ιεράρχες! Ο ένας απ’ αυτούς, ο Δαμασκηνός που έγινε επίσκοπος Κερύνειας, ήταν εκείνος που διαδέχθηκε το 1824 τον Ιωακείμ, στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ο δε Πανάρετος, που έγινε επίσκοπος Πάφου, διαδέχθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο τον Δαμασκηνό το 1827.

Ο Ιωακείμ και οι τρεις άλλοι που διορίστηκαν απευθύνθηκαν αμέσως στο οικουμενικό πατριαρχείο και ζήτησαν από τον τότε πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευγένιο Β' (1821-1822) να παρακαλέσει τον πατριάρχη Αντιοχείας Σεραφείμ (1813-1823) να στείλει στην Κύπρο τρεις επισκόπους του για να τους χειροτονήσουν και τους καθιερώσουν. Ο Ευγένιος, ύστερα από δισταγμό, μεσολάβησε προς τον Σεραφείμ και ο τελευταίος απέστειλε στην Κύπρο, το Δεκέμβριο 1821, τρεις επισκόπους που προέβησαν στις χειροτονίες. Οι επίσκοποι Αντιοχείας που ήλθαν γι’ αυτό το σκοπό στην Κύπρο ήσαν ο Επιφανείας Ιωαννίκιος (που ήταν Κύπριος), ο Σελευκείας Γεννάδιος, και ο Εμέσης Μεθόδιος.

Από την αρχή της αρχιεπισκοπείας του, ακόμη και πριν χειροτονηθεί από τους επισκόπους του πατριαρχείου Αντιοχείας, ο Ιωακείμ βρέθηκε μπροστά σε μεγάλα προβλήματα, κυρίως οικονομικά που είχαν μάλιστα επιδεινωθεί μετά τα τραγικά γεγονότα και τις εκτεταμένες σφαγές. Το χρέος της αρχιεπισκοπής ήταν ήδη από την εποχή του Κυπριανού τεράστιο, αλλά ο Ιωακείμ κατηγορήθηκε τόσο από τον κλήρο όσο και από λαϊκούς, ότι πουλούσε ιερά σκεύη για να πληρώσει υποχρεώσεις αλλά και για προσφορές δώρων στους Τούρκους. Προς τούτο, ήλθε σε οξεία σύγκρουση και με τον κλήρο και με το λαό. Μεταξύ των οικονομικών υποχρεώσεων που διευθέτησε ήταν ένα χρέος τού κοινού τής πατρίδος προς τον Μεχμέτ Χουρσίτ αγά, που ανερχόταν στο ποσόν των 122. 239 γροσίων (σύμφωνα προς ανέκδοτο έγγραφο των αρχείων της αρχιεπισκοπής ημερομηνίας 1ης Νοεμβρίου 1821), που διευθετήθηκε με έκδοση γραμματίων προς τους προξένους της Αγγλίας Α. Βοντιτζιάνο (41. 660 γρόσια) και της Πρωσίας Γιακουμέτο Μαρίτου (48. 789 γρόσια), καθώς και γραμματίου προς το Γάλλο έμπορο Βικέντιο (31. 850 γρόσια). Στα αρχεία της Αρχιεπισκοπής σώζεται επίσης ανέκδοτη επιστολή του Ιωακείμ προς τον πρόξενο της Σικελίας Ιερώνυμο Καλημέρα, ημερομηνίας 16 Ιανουαρίου 1822 με την οποία τον παρακαλεί να δεχθεί παράταση για την αποπληρωμή χρέους προς αυτόν, καταλήγει δε γράφοντας:. . . ει δέ καί δέν ευχαριστηθήτε, όπως αγαπάτε κάμετε, διότι ημείς τόν τρόπον δέν τόν έχομεν...

'Ομως παρά την ύπαρξη μεγάλων χρεών, φαίνεται ότι ο Ιωακείμ κατόρθωσε να εξαγοράσει μερικά εκκλησιαστικά κτήματα από εκείνα που είχαν δημευθεί από τους Τούρκους μετά τις σφαγές. 'Ενα τέτοιο κτήμα ήταν το τσιφλίκι της Κοντέας, το οποίο ο Ιωακείμ μεταπούλησε (στις 16 Νοεμβρίου 1823) στη Λουΐζα Λαπιέρ.

Η αντιδικία και αντιπαράθεση όμως μεταξύ του αρχιεπισκόπου Ιωακείμ αφ’ ενός και του λοιπού κλήρου καθώς και του λαού αφετέρου, συνεχίστηκε κι εντάθηκε μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε να επέμβει ο νέος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 'Ανθιμος Γ' (1822-1824). Ο πατριάρχης, με συνοδική του επιστολή (Σεπτέμβριος 1823) προς τον κλήρο και τον λαό της Κύπρου, ζητούσε να μή υβρίζεται ο αρχιεπίσκοπος και τόνιζε ότι οι έριδες ήσαν ενοχλητικές και δυσαρεστούσαν τον σουλτάνο. Με άλλη σύγχρονη επιστολή του, ο πατριάρχης απευθυνόταν προς τον Ιωακείμ και εξέφραζε την απορία πώς ο αρχιεπίσκοπος είχε κατορθώσει να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του κλήρου και του ποιμνίου του. 'Εκανε επίσης νύξεις για παραμέληση, εκ μέρους του Ιωακείμ, των πνευματικών αναγκών του λαού, του υπεδείκνυε τα αρχιεπισκοπικά του καθήκοντα και τον καλούσε να αποκαταστήσει την ειρήνη και την αρμονία μεταξύ του και των Χριστιανών ταυτόχρονα δε, συνέστηνε την πειθαρχία όλων προς το σουλτάνο. Ο πατριάρχης απευθύνθηκε επίσης προς τους τρεις Κυπρίους επισκόπους, τους οποίους εμέμφετο και κατηγορούσε ότι δε συνέβαλαν στη συμφιλίωση αλλά συντηρούσαν τις έριδες που ήσαν ολέθριες για το γένος.

Παρά το ότι ο αρχιεπίσκοπος Ιωακείμ βεβαίωνε τον πατριάρχη (με επιστολή του ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1823) ότι είχε επιφέρει μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση της Κυπριακής εκκλησίας και ότι η ειρήνη είχε αποκατασταθεί, εντούτοις οι καυγάδες όχι μόνο δεν έπαυσαν, αλλά ούτε και οι προσωπικές προσπάθειες του πατριάρχη Αντιοχείας Μεθοδίου συνέβαλαν στον περιορισμό τους. (Ο Μεθόδιος, περαστικός από την Κύπρο το Νοέμβριο 1823, είχε καταβάλει μάταιες προσπάθειες για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής τάξης και ηρεμίας στην Κύπρο).

Οι βασικές κατηγορίες των Κυπρίων κατά του Ιωακείμ (εκτός από το ότι πουλούσε εκκλησιαστικές περιουσίες για να πληρώνει τους Τούρκους), ήταν ότι ο αρχιεπίσκοπος ήταν αμαθής και ανίκανος, ότι εστερείτο πολιτικής οξυδέρκειας και ότι δεν ήταν σε θέση να διοικεί. Και είναι γεγονός ότι την εποχή αυτήν, ύστερα από τη δεινή θέση στην οποία είχε βρεθεί η Κύπρος εξαιτίας των εκτεταμένων εγκλημάτων των Τούρκων και των σφαγών του 1821, και εξαιτίας του γεγονότος ότι η Ελληνική επανάσταση συνεχιζόταν, το νησί χρειαζόταν πράγματι έναν ηγέτη με εξαιρετικές πολιτικές και άλλες ικανότητες, και τέτοιος ασφαλώς δεν ήταν ο Ιωακείμ.

'Ομως πέρα από τις έριδες μεταξύ των Ελλήνων της Κύπρου και του αρχιεπισκόπου, ο Ιωακείμ ήλθε και σε σοβαρή ρήξη με τους Γάλλους υπηκόους (εμπόρους, κληρικούς και άλλους) που βρίσκονταν στην Κύπρο, για λόγους που δε μας είναι γνωστοί. Γεγονός όμως είναι ότι ο Γάλλος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη διατύπωσε σοβαρά παράπονα προς τον πατριάρχη 'Ανθιμον Γ', κι ο τελευταίος απευθύνθηκε πάλι με επιστολή του προς τον Ιωακείμ (28 Δεκεμβρίου 1823).
Τελικά ο αρχιεπίσκοπος Ιωακείμ αναγκάστηκε να αποσυρθεί, η δε επιστολή παραίτησής του, ημερομηνίας 21 Μαΐου 1824, σώζεται στα αρχεία της Αρχιεπισκοπής. Σ’ αυτήν αναφέρει ότι παραιτείται κατόπιν ανακτορικής προσταγής και γράφει ότι προβαίνει στο διάβημα παραίτησής του επειδή δέν εύρισκεν εαυτόν ικανόν εις τούς ενεστώτας καιρούς.. .

Στην κατά του Ιωακείμ πολεμική πρωτοστατούσαν οι Κύπριοι επίσκοποι, με επί κεφαλής τον Κυρηνείας Δαμασκηνόν. Ο Δαμασκηνός ήταν κι εκείνος που τον διεδέχθη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Ιάκωβος Αλαξάνδρου

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: «Ευαγγελίζου, Γη, Χαράν Μεγάλην...»

Ένα άρρητο φως έλαμψε στον κόσμο την αγία και ευλογημένη εκείνη ήμερα, την ημέρα της φανερώσεως του μεγάλου μυστηρίου και της εκπληρώσεως του λόγου, που ο ίδιος ο Θεός είχε προαναγγείλει στους πρωτόπλαστους, λέγοντας ότι το σπέρμα της γυναίκας θα συντρίψει την κεφαλή του όφεως.Στη μακαρία αυτή γυναίκα στάλθηκε από τον ουρανό ο αρχάγγελος Γαβριήλ, για να της αναγγείλει ότι έφτασε η ώρα και πρέπει να πραγματοποιηθεί η προφητεία του προφήτη Ησαΐα: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται Υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ».
Μεγάλη μυστηριακή στιγμή, που έγινε αρχή της Καινής Διαθήκης. Κόσμος ολοζώντανος τα συναισθήματα που μέσα μας γεννιούνται, σαν γείρουμε ν' ακούσουμε με σιωπή τη μυστική, την απαλή φωνή αυτής της μέρας, σαν αδειάσουμε όσο μπορούμε τον εαυτό μας από έννοιες ξένες, για ν΄ακούσουμε μονάχα αυτή τη μέρα, τη λυτρωτική μέρα, σαν με της ψυχής τα μάτια προσπαθούμε να δούμε αυτή τη μέρα απ' τη δική της όψη. Το περιεχόμενο και το νόημά της γνωστό σε όλους μας, προβάλλει κάθε χρόνο σ' ένα διαρκές «σήμερα» και μας καλεί να ζήσουμε άλλη μία φορά τα σπουδαία και σημαντικά γεγονότα που αναγγέλλει.
Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος για μία σπουδαία γυναίκα της ιστορίας, που θα έφερνε στον κόσμο τον Σωτήρα και Λυτρωτή. Οι αιώνες περνούσαν. Η ανθρωπότητα αισθανόταν βαθύτερα τα απαίσια της αμαρτίας αποτελέσματα. Και νά! Στο πρόσωπο της Παρθένου η πανάρχαια αυτή ελπιδοφόρα προφητεία γίνεται πραγματικότητα. Μετά φόβου Θεού στάθηκε ο Αρχάγγελος ενώπιον αυτής, που διάλεξε ο Θεός από όλο το ανθρώπινο γένος, και άκουσε από το στόμα του η Παρθένος ένα χαιρετισμό ασυνήθιστο και παράδοξο: «χαίρε.κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου», και «ευλογημένη συ εν γυναιξί». Γυναίκα κεχαριτωμένη και ευλογημένη, δύο χαρακτηρισμοί που ποτέ δεν ξανακούστηκαν και τώρα ο Αρχάγγελος καλεί την Παρθένο Μαρία ότι είναι γεμάτη χάρη και ευλογημένη μεταξύ όλων των γυναικών, που υπήρξαν στην ιστορία και που δε θα υπάρχουν ως τη συντέλεια του κόσμου.

Την έβλεπε ο Αρχάγγελος πάνω απ' όλους τους ανθρώπους και της είπε ότι μαζί της θα είναι ο Θεός. Η Παρθένος σιωπούσε, όπως σιωπούσε πάντα στη ζωή της, με σφραγισμένα τα χείλη της με τη σφραγίδα της αγιασμένης και ευλογημένης σιωπής. Θα μπορούσε κάτι πιο καταπληκτικό να ακούσει η Παρθένος από τον Αρχάγγελο από την είδηση ότι θα γεννήσει Εκείνον, ο οποίος θα ονομαστεί Υιός του Ύψιστου και θα βασιλε'υσει στον οίκο Ισραήλ; Δεν είναι φοβερός αυτός ο λόγος; Γι' αυτό είπε ο Αρχάγγελος: «μη φοβού Μαριάμ». Αν και πραγματικά μεγάλο και φοβερό αυτό που θα σου συμβεί, μην ανησυχείς και μην τρομάζεις», και η καρδιά της Θεοτόκου ηρέμησε και ησύχασε. «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι», η απάντηση του Αρχάγγελου στο λογικό ερώτημα της Θεοτόκου: «Πώς εγώ, Παρθένος αγνή και αμόλυντη, θα γίνω μητέρα; Εξήγησέ μου». Και πάλι η κυρία Θεοτόκος με άγια σιωπή, ταπείνωση και χαμηλωμένο το κεφάλι άκουσε την απάντηση του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.
Τόσα χρόνια πριν εκεί στη Ναζαρέτ ένα ουράνιο «χαίρε», ένα «γένοιτο» αγγελικό και ανθρώπινο μαζί και μία μοναδική μέσα στην αιωνιότητα, που το μυστήριο της και το μεγαλείο της μονάχα σιωπή και απόλυτη σιγή μπορεί να ψάλλει. Από την καταθλιπτική, γκρίζα, φθινοπωριάτικη συννεφιά, ξεπροβάλλει σαν εαρινό φωτεινό εκατόφυλλον ρόδο η σεβάσμια μορφή της Παναγίας, παραμερίζοντας τη μελαγχολία που σκεπάζει την ψυχή, ρίχνει άπλετο φως αισιοδοξίας και χαράς στις καρδιές, που πορεύονται μέρα με τη μέρα στον χειμώνα και δείχνει στον άνθρωπο την απέραντη στοργή του Θεού και τη συγκατάβαση του, να ομοιωθεί με αυτόν και να τον λυτρώσει από τα ασήκωτα βάρη της αμαρτίας.
Ευαγγελισμός! Κάθε χρόνο και μία καινούρια ευκαιρία στον άνθρωπο να εκτιμήσει βαθειά τη μεγάλη του Θεού απόφαση να στείλει στην ανθρωπότητα το μήνυμα της σωτηρίας και διαλέγει αυτή τη μικρή άδολη κόρη της Ναζαρέτ να μεταφέρει αυτό το μήνυμα σπό τον ουρανό στη γη και να γίνει η γέφυρα η «μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν».
«Σήμερον χαράς ευαγγέλα, παρθενική πανήγυρις
· τα κάτω τοις άνω συνάπτεται, ο Αδάμ καινουργείται· η Εύα της πρώτης λύπης ελευθερούται και η σνηνή της καθ' ημάς ουσίας θέωσει του προσληφθέντος φυράματος ναός Θεού κεχρημάτικεν». Ο υμνογράφος δεν κάνει ιστορία, δεν αναφέρει παλαιά και περασμένα γεγονότα, αλλά μας καλεί σε μια απτή και συγκεκριμένη πραγματικότητα, που ξεπερνά τον χρόνο.

Σήμερα είναι μεγάλο πανηγύρι, αναφωνεί. Είναι η μέρα που η γη δένεται με τα ουράνια. Είναι η αρχή του λυτρωμού και της θεώσεως του ανθρώπου. Είναι η είσοδος μας στην καινούργια εποχή. Ο Αδάμ «καινουργείται» στο πρόσωπο του Ιησού, του δεύτερου Αδάμ, που έρχεται στη γη μας. 'Οπως η Εύα εξαπατήθηκε από τον λόγο, για να φύγει από τον Θεό παραβαίνοντας το λόγο Του, έτσι και η Παρθένος Μαρία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό μέσω του λόγου ενός αγγέλου, έτσι ώστε να φέρει τον Θεό μέσα της, υπακούοντας στον λόγο του και μέσα σε μία ελευθερία υπακοής, αγάπης, λατρείας, ταπείνωσης και συνεργασίας εκφράζει την παραδοχή της Παρθένου.
Και σαρκώθηκε ο Θεός. Και είναι το γεγονός της σαρκώσεως του Θεού μας ακριβώς το σημείο στροφής της ιστορίας. Ανακεφαλαιώνει όλη τη δημιουργία και οδηγεί στη θέωση το ανθρώπινο γένος. Αν μέχρι τώρα μείναμε ασυγκίνητοι και αδιάφοροι, μακριά από το αληθινό φως, ας στρέψουμε την άγονη ύπαρξή μας στα ουράνια μηνύματα και ας επικοινωνήσουμε με τον Θεό μας έτσι ώστε να διατηρούμε τη ζωή μας πάντοτε σε μία υψηλή πνευματική ατμόσφαιρα μακριά από μίση και πάθη έχοντας πάντοτε τη θεία παρηγοριά, την αυγή της σωτηρίας. Μέσα από το μυστήριο που εκφράζεται στον Ευαγγελισμό, προχωρεί ο καθένας μας στα μυστήρια της πίστεώς μας και αυτά τα μυστήρια είναι οι εσώτεροι δρόμοι, που κατευθύνουν την ύπαρξή μας και τον πνευματικό μας προορισμό και μας συμπαρασύρουν μαζί με τον υμνωδό να ψάλλουμε: «ευαγγελίζου, γη, χαράν μεγάλην, αινείται ουρανοί Θεού τον δόξαν».
Αυτή η ψαλμωδία ας ηχήσει σαν μία κραυγή, σαν ένα εγερτήριο σάλπισμα και σαν μία ελπίδα πως θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας, την ψυχή μας, τους στόχους και τα όνειρα που μπερδέψαμε και χάσαμε. Να δοξάζουμε την Υπεραγία Παρθένο Μαρία την Άχραντο Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και να μιμούμαστε την ευλογημένη σιωπή και ταπείνωσή της. «Ευαγγελίζου, γη, χαράν μεγάλην...». Ένα κάλεσμα ζωής μέσα στην άνοιξη για μία ανθοφορία στην αιωνιότητα.

Του Πρωτοσύγκελλου Αρχιμανδρίτη Ισαάκ
Από το περιοδικό «Παράκληση» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Οι χαμένοι απόγονοι του Ελληνισμού: Οι Έλληνες της Αντιοχείας - The lost descendants of Hellenism: The Antiochian Greeks

Για πολλούς στη Δύση η Μέση Ανατολή είναι απλά γνωστή ως «αραβικός κόσμος». Ότι από τη Μεσόγειο Θάλασσα μέχρι τα σύνορα του Ιράν υπάρχει μόνο μία γλώσσα, μία θρησκεία, μία εθνότητα η οποία διαιρείται σε σύγχρονα κράτη. Ότι αυτά τα κράτη δημιουργήθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ωστόσο, είναι αυτή η πραγματικότητα; Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που ξέρουμε ως «Άραβες»; Τί ακριβώς είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο Άραβα; Η αλήθεια είναι ότι ο αραβικός κόσμος αποτελείται από ανθρώπους διαφόρων προελεύσεων καταγωγής, θρησκευτικού υπόβαθρου και ιστορικής ταυτότητας που συσσωρεύονται μαζί ως απλά Άραβες. Όταν κάποιος το συνειδητοποιήσει αυτό, μετά τίθεται το ερώτημα αν η αραβική ταυτότητα είναι στην πραγματικότητα περισσότερο μια γλωσσική, πολιτιστική ή πολιτική ταυτότητα, παρά εθνική ή φυλετική.

Η αραβική, η ενωτική γλώσσα σε όλη τη Μέση Ανατολή, είναι μια σημιτική γλώσσα, που αναπτύχθηκε στην Αραβική Χερσόνησο. Η κυρίαρχη θρησκεία είναι το Ισλάμ, αν και τεχνικά η αραβική ταυτότητα είναι ανεξάρτητη από κάθε θρησκεία, με αραβο-χριστιανικά βασίλεια να υπάρχουν πριν από την άνοδο του Ισλάμ. Οι περισσότεροι σήμερα προσπαθούν να ταυτίσουν κάποιους ανθρώπους ως Άραβες βασισμένοι περίπου σε τρία διαφορετικά κριτήρια, γενεαλογικά, γλωσσολογικά, και / ή πολιτικά. Αν και όταν κάποιος εξερευνήσει βαθύτερα το ζήτημα του ποιος είναι Άραβας, θα αρχίσει να φαίνεται ότι η ίδια η ταυτότητα αυτή είναι σαφώς περισσότερο μια πολιτιστική-γλωσσική ταυτότητα παρά οτιδήποτε άλλο.

Το 1946, ο Αραβικός Σύνδεσμος όρισε τον Άραβα ως «ένα πρόσωπο του οποίου η γλώσσα είναι η αραβική, που ζει σε μια αραβόφωνη χώρα, ο οποίος συμμερίζεται τις προσδοκίες των λαών που μιλούν Αραβικά». Ωστόσο, μέσα σε κύκλους της Μαρωνιτικής Χριστιανικής Κοινότητας στο Λίβανο, η έννοια του φοινικισμού έχει ορθωθεί ως αντίπαλος με την αραβική ταυτότητα και τον αραβισμό. Στο Ιστορικό Λεξικό του Λιβάνου, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1998 ο As'ad AbuKhalil ασχολείται με το θέμα δηλώνοντας:

«Όσον αφορά την εθνικότητά τους, οι Λιβάνιοι είναι δυσδιάκριτοι από τους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι αναμφισβήτητα ένας μικτός πληθυσμός, γεγονός που αντικατοπτρίζει μια για αιώνες μετακίνηση πληθυσμών και ξένης κατοχής ... Ενώ ο αραβισμός δεν είναι εθνότητα, αλλά μια πολιτιστική ταυτότητα, κάποιοι ένθερμοι εθνικιστές Άραβες, στο Λίβανο και αλλού, μιλούν για τον αραβισμό από φυλετικής και εθνικής άποψης για να ανυψώνουν τους απογόνους του Μωάμεθ. Παραδόξως, και οι εθνικιστές του Λιβάνου μιλούν για το λαό του Λιβάνου από φυλετική άποψη, υποστηρίζοντας ότι οι Λιβάνιοι είναι «καθαρόαιμοι» απόγονοι των Φοινικικών λαών, τους οποίους θεωρούν ως ξεχωριστή φυλή από τους αρχαίους κατοίκους της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων κατά - ειρωνεία - και των Χαναναίων». (As'ad AbuKhalil, 1998)

Μια χώρα που δημιουργήθηκε από τις στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ένα αυτόνομο Μαρωνιτικό Χριστιανικό κομμάτι της γαλλικής Συρίας. Στο Λίβανο, όπως και όλα τα σύγχρονα κράτη που χαράχτηκαν από τα απομεινάρια αυτής της ισλαμικής αυτοκρατορίας, το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας τείνει να περιστρέφεται γύρω από τη θρησκεία. Στην πραγματικότητα, ο Λίβανος δεν συλλέγει ποτέ στις επίσημες απογραφές πληθυσμού την εθνική καταγωγή των πολιτών του, ένα αποτέλεσμα από το σύστημα των μιλλέτ όπου η οθωμανική κοινωνία χωριζόταν σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών της.

Παρά το γεγονός ότι είναι μια πολυεθνική χώρα, στον Εθνικό Χάρτη της ανεξαρτησίας του Λιβάνου (1943) αναφέρεται μόνο μία εθνικότητα για τους πολίτες του: «Ο Λίβανος έχει αραβικό πρόσωπο, αραβική γλώσσα, και αποτελεί μέρος του αραβικού κόσμου». Αυτή η στάση άνοιξε το δρόμο σε ένα αιματηρό ανταγωνισμό για τη δημιουργία μιας εθνικής ταυτότητας από διάφορες κοινωνικές, θρησκευτικές και εθνικές ομάδες του.

Στο τέλος, του λιβανικού εμφυλίου πολέμου (1975-1990), υπεγράφη η συμφωνία του Ταΐφ στη Σαουδική Αραβία, και επέβαλε οριστικά την ίδια αραβική ταυτότητα σε όλους τους Λιβάνιους: «Ο Λίβανος είναι αραβικός στο ανήκειν και σε ταυτότητα. Είναι ένα ενεργό και ιδρυτικό μέλος του Αραβικού Συνδέσμου και είναι δεσμευμένος με το καταστατικό της ένωσης. [...] Το κράτος του Λιβάνου θα πρέπει να ενσωματώσει τις αρχές αυτές σε όλους τους τομείς και σφαίρες, χωρίς εξαίρεση».

Συνολικά, η πλειοψηφία στον Λίβανο θα πρέπει να θεωρούν τους εαυτούς τους ως Άραβες, υπό την έννοια ότι η Αραβική γλώσσα είναι η εθνική γλώσσα, ενώ τα πολιτισμικά υπόβαθρα και οι πρόγονοι πολλών στη χώρα κυμαίνονται μεταξύ Αράβων, Αρμενίων, Αραμαίων, Φοινίκων και Ελλήνων. Είναι, ως αποτέλεσμα το αίσθημα αυτών των διαφορετικών πολιτιστικών υποβάθρων που υπάρχουν εντός των χριστιανικών μειονοτήτων του Λιβάνου για την εθνική τους ταυτότητα που τους έχει στρέψει εναντίον του αραβισμού.

Αυτοί για τους οποίους η αρχική, αυτόνομη περιοχή του Όρους Λιβάνου ιδρύθηκε, οι Μαρωνίτες, θεωρούν τους εαυτούς τους ως απογόνους των Φοινίκων, ενώ οι Μελχίτες (Ουνίτες) Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί τείνουν να επικεντρώνονται περισσότερο στην ελληνική ή την αραμαϊκή κληρονομιά τους. Με την έννοια του αραβισμού να μην είναι αποδεκτή στο εσωτερικό της Μαρωνιτικής Κοινότητας αρχίζει κανείς να αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν, αυτοί που συντάσσονται στην ελληνική ή την Ανατολική Ρωμαϊκή κληρονομιά του Λιβάνου να μην τους ακολουθήσουν και ν' αρχίσουν ν' αυτοπροσδιορίζονται ως εθνικά Έλληνες. Υπήρχαν αρχαίες ελληνικές αποικίες και βασίλεια στην περιοχή, και με τον εκχριστιανισμό της περιοχής ο ελληνικός πολιτισμός απέκτησε περισσότερη επιρροή μέχρι την πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ακριβώς ποιες είναι αυτές οι δύο χριστιανικές ομάδες, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να δημιουργήσουν τη ραχοκοκαλιά μας ελληνικής ταυτότητας στο Λίβανο; Κατ' αρχήν, υπάρχουν οι Λιβάνιοι Έλληνορθόδοξοι, που είναι μέλη της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας της Αντιοχείας. Γνωστοί ως Έλληνες της Αντιοχείας, στην πλειοψηφία τους είναι ένας συνδυασμός Μακεδονικής, Ρωμαϊκής και Ανατολικής Ρωμαϊκής Ελληνικής, καθώς και Αραμαϊκής κληρονομιάς. Τα πρώην μέλη του μιλλέτ των Ρωμιών στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σήμερα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη χριστιανική κοινότητα στο Λίβανο και θεωρούν τους εαυτούς τους σε μεγάλο βαθμό ως Άραβες της Ορθόδοξης πίστης.

Η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα

Με την ελπίδα να μάθω περισσότερα για τους Έλληνες της Αντιοχείας, ήρθα σε επαφή με τρεις Ελληνορθόδοξους Λιβάνιους, που ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μου τις εμπειρίες τους και να μου πουν πώς κατανοούν τη κοινότητά τους. Γεννημένος στην Τρίπολη του Λιβάνου, ο Nadim Akkari, είναι ένας από αυτούς τους Λαβάνιους Ορθοδόξους. Έχοντας τη καλοσύνη να μοιραστεί τη γνώμη του μαζί μου, ο Nadim μου εξήγησε ότι υπάρχουν δύο είδη Ελλήνων στον Λίβανο. Εκείνοι που μπορούν να εντοπίσουν την καταγωγή τους πίσω στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εκείνοι που ήταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη μετά την Ελληνική Γενοκτονία. Ο Ελληνολιβάνιος πολιτικός, καλλιτέχνης και επιχειρηματίας, Michel Ελευθεριάδης, είναι ένα τέλειο παράδειγμα όσων μπορούν να αναζητήσουν τις ρίζες τους πίσω σε πρόσφυγες της Ελληνικής Γενοκτονίας. Ο πατέρας του Ελευθεριάδη, είναι ανιψιός του γνωστού Μητροπολίτη Σμύρνης, Αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη. Ο Nadim, 29, εντοπίζει τη καταγωγή του πίσω στις ημέρες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. «Οι Έλληνες στο Λίβανο είναι ακριβώς όπως τους υπόλοιπους Χριστιανούς εδώ», λέει ο Nadim, «αλλά αυτό που πρέπει να ξέρετε είναι ότι οι Έλληνες στο Λίβανο δεν μιλούν πλέον Ελληνικά».

Επισήμως η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία στο Λίβανο παραμένει έξω από την πολιτική και δεν μιλά για εθνική ταυτότητα.
Η θέση των ιεραρχών της Εκκλησίας φαίνεται να είναι εκείνη της προώθησης μιας αραβικής ταυτότητας μέσα στη κοινότητά της, μια απόφαση, η οποία είναι αποτέλεσμα της επιθυμίας της Εκκλησίας να είναι περισσότερο προσφιλείς ανάμεσα στον αραβικό πληθυσμό. Όταν ρωτήθηκε για το πώς αισθάνεται για τους Μελχίτες (Ουνίτες) Χριστιανούς ο, Nadim απάντησε, «Είναι σαν εμάς, μόνο που προσηλυτίστηκαν στον καθολικισμό».

Η αντίληψη του Nadim προκάλεσε περισσότερο την περιέργειά μου για την Ελληνορθόδοξη Κοινότητα, στο Λίβανο και τη θέση της Εκκλησίας για την εθνική τους ταυτότητα. Η περιέργεια αυτή με οδήγησε στον Rodrigue Khoury, βαφτισμένος με τ' όνομα Δημήτριος, και που είναι ένα άλλο μέλος της Ορθόδοξης Κοινότητας. Γεννημένος στην Κούρα, ο Rodrigue θεωρεί την Ορθόδοξη Κοινότητα στο Λίβανο ως Έλληνες. «Οι Άραβες μας αποκαλούν Ρουμ (Ρωμιούς) , και Ρουμ στα αραβικά σημαίνει Έλληνας», εξηγεί ο Rodrigue , «πριν από την Αραβική, Ισλαμική εισβολή το 634, οι δύο γλώσσες του Λιβάνου ήταν τα Ελληνικά και Ασσυριακά ... μετά την αραβική κατάκτηση γίναμε αραβόφωνοι, αλλά δεν είμαστε Άραβες». Ο Rodrigue, μόλις 25, αντιπροσωπεύει μια αυξανόμενη τάση της νεολαίας στην Ορθόδοξη Κοινότητα. Εξηγεί ότι, «είμαστε διαιρεμένοι μεταξύ πολιτικών κομμάτων που είναι κάτω από την ηγεσία άλλων κοινοτήτων, τα οποία χρησιμοποιούν τη νεολαία μας για τις δικές τους επιδιώξεις. Λόγω αυτού, πολλοί νέοι μας γίνονται θύματα και δέχονται την επιρροή τους για την ταυτότητά τους, τόσο πολύ που οι περισσότεροι Ελληνορθόδοξοι που εμπίπτουν κάτω από την ισλαμική επιρροή λένε ότι είμαστε Άραβες και εκείνοι που εμπίπτουν κάτω από την επιρροή των Μαρωνιτών λένε ότι είμαστε Ασσύριοι ... η αλήθεια είναι ότι είμαστε Έλληνες ή Ρωμιοί ... Γι 'αυτό χρειαζόμαστε βοήθεια από του Έλληνες αδελφούς μας για να διατηρήσουμε την πραγματική μας ταυτότητα στην Ανατολή».

Ο Rodrigue προέρχεται από τη γενιά των νέων Λιβανίων Ορθοδόξων του Facebook που ψάχνουν για την ταυτότητά τους. Ως ένα μέλος αρκετών ομάδων που εκφράζουν μια ελληνική ταυτότητα για τους Ορθοδόξους του Λιβάνου, οι απόψεις του αποτελούν μια αναπτυσσόμενη αλλαγή στο εσωτερικό της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας στο Λίβανο. Σε μια εποχή, όπου το Facebook αλλάζει όχι μόνο την κοινωνία, αλλά και τα πολιτικά κατεστημένα της χώρας, όπως στις πρόσφατες διαδηλώσεις που έχουν συνεπάρει τον αραβικό κόσμο, η γνώμη του μετράει. «Δεν έχουμε καμιά Ορθόδοξη πολιτική οργάνωση», λέει ο Rodrigue , «και χρειαζόμαστε απεγνωσμένα μία». «Η κάθε θρησκευτική κοινότητα στο Λίβανο έχει τις δικές της πολιτικές οργανώσεις, εκτός από την Ελληνορθόδοξη», εξήγησε ο Rodrigue . «Ακόμη και η Αρμενική Κοινότητα, που είναι το 1% του πληθυσμού έχει μεγαλύτερη επιρροή από ό, τι μας, κι ο λόγος είναι ότι έχουν πολιτική εκπροσώπηση».

Ο Rodrigue εξήγησε πιο αναλυτικά, «Η Εκκλησία της Αντιοχείας ήταν κάποτε στη θέση που είναι τώρα η Εκκλησία των Ιεροσολύμων και η Εκκλησία της Αλεξανδρείας. Οι αραβόφωνοι άρχισαν να νιώθουν ότι η Εκκλησία ήταν «υπό κατοχή από τον ελληνικό κλήρο» και σύντομα δημιούργησαν το επιχείρημά τους ότι είναι μια φυλετική σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Ελλήνων, το οποίο κέρδισε την υποστήριξη τους από το αραβικό, μουσουλμανικό κατεστημένο. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, ο Πατριάρχης μας πρέπει να προέρχεται από τη πατρίδα μας, κάτι που βοήθησε στην επιτάχυνση της Αραβικής προπαγάνδας. Σήμερα η Εκκλησία δεν έχει καμία επίσημη γνώμη σχετικά με αυτούς τους τύπους ερωτήσεων, αν και οι επίσκοποι μας, όλοι φαίνονται να χωρίζονται σε τρεις σφαίρες επιρροής , την Ελληνική, Ασσυριακή, ή την Αραβική.

Για μερικούς οι απόψεις του Rodrigue μπορεί να ακούγονται ριζοσπαστικές. Πολλοί πιστεύουν ότι η αποδοχή μιας ελληνικής ταυτότητας παρά μιας αραβικής για τους Ελληνορθόδοξους, θα ήταν μια απερίσκεπτη απόφαση. Μια αποδοχή που μπορεί να προκαλέσει δυσαρέσκεια προς τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Ωστόσο, ο Rodrigue δηλώνει αυτό, «Ακριβώς επειδή δεν είμαστε Άραβες δεν σημαίνει ότι είμαστε σε σύγκρουση μαζί τους ... Πρέπει όλοι να μάθουμε να ζούμε σε μια πλουραλιστική κοινωνία και είμαι βέβαιος ότι θα μας δεχτούν, όπως δέχονται τους Αρμένιους. Οφείλουν να το κάνουν γιατί είμαστε ντόπιοι αυτής της γης».

Όταν ρωτήθηκε για την Μελχίτικη (Ουνιτική) Ελληνική Κοινότητα, δήλωσε «Οι Μελχίτες Έλληνες Καθολικοί είναι Έλληνες σαν εμάς βέβαια, κάποτε ήταν όλοι Ορθόδοξοι, αλλά λόγω πολιτικών εσωτερικών προστριβών στην Εκκλησία μερικοί βρήκαν στήριξη από τη Ρώμη. Είτε έτσι είτε αλλιώς είναι στερεωμένοι στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και την κληρονομιά της, και, συνεπώς, μοιράζονται μαζί μας μια ελληνική ταυτότητα».

Το τελευταίο μέλος της Λιβανο-Ελληνορθόδοξης Κοινότητας που είχα την ευχαρίστηση να συνομιλήσω ήταν ο Ghassan El Karaan. O Ghassan είναι 24, και γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του Λιβάνου, οι γονείς του δεν προτίμησαν να του δώσουν ελληνικό όνομα, «για να γλιτώσω τη ζωή μου από εθνοτικές διώξεις», όπως λέει ο Ghassan. Ως εκ τούτου, του δόθηκε νόμιμα ένα αραβικό όνομα και βαφτίστηκε «Ηλίας», όμως, επιμένει να ονομάζεται «Ηλίας» και όχι «Ghassan». Η οικογένειά του είχε αλλάξει το ελληνικό επώνυμο της αναγκαστικά κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. «Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, ό, τι ήταν ελληνικό ήταν απαγορευμένο, και οι Έλληνες υπέστησαν διακρίσεις και εθεωρούντο ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ως μέρος αυτής της διάκρισης, οι Τούρκοι αναφέρονταν στους Έλληνες, όχι με τα ελληνικά ονόματα των οικογενειών τους αλλά με τους τίτλους των θέσεων εργασίας τους, ή μερικές φορές για σκληρότερο εκφοβισμό με άλλες φυσικές ή ηθικές ιδιότητες. «El Karaan» σημαίνει, «ο φαλακρός», και πραγματικά η φαλάκρα είναι ένα κληρονομικό γονίδιο στην οικογένειά μου», μου είπε.

Ο Ηλίας, όπως και ο Rodrigue, πιστεύει ότι η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα είναι εθνικά Έλληνες, «... είμαστε άμεσοι απόγονοι της Ρωμαίο-Ελληνικής Αυτοκρατορίας, του αρχαιότερου πολιτισμού στο Λίβανο», δήλωσε. Πώς είναι δυνατόν ένας νεαρός Ορθόδοξος Χριστιανός του Λιβάνου να προσδιορίζει με περηφάνια τον εαυτό του ότι είναι ελληνικής καταγωγής και όχι αραβικής; Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ο Ηλίας αναπτύσσει περαιτέρω τη θέση του για την τρέχουσα κατάσταση της Ελληνορθόδοξη Κοινότητας στο Λίβανο. Η θέση του είναι πολύ ενδιαφέρον, η οποία θα πρέπει να εγείρει πολλά ερωτήματα στις καρδιές και το μυαλό των Ελλήνων. Ο Ηλίας είναι της γνώμης ότι η σημερινή κατάσταση των Ορθοδόξων στο Λίβανο βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, μέσα στην οποία οι αιώνες διωγμών και αναγκαστικής αραβοποίησης οδήγησε την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία να αποδεχθεί την αρχή της κυβέρνησης να επιλέξει ένα «φιλο-άραβα Πατριάρχη και προ- αραβιστές επισκόπους αντί ενός Έλληνα Πατριάρχη και Ελλήνων επισκόπων», όπως λέει.

Συνεχίζοντας περαιτέρω, ο Ηλίας σημείωσε ότι,
«Όλα τα γεγονότα μεταξύ 333 π.Χ. μέχρι 700 μ.Χ. έχουν παραλειφθεί από τα βιβλία ιστορίας ... τα περισσότερα ελληνικά ιστορικά μνημεία δεν έχουν αποκατασταθεί σωστά για να αποκρύψουν την αλήθεια ... Η ιστορία έχει σφυρηλατηθεί για να παραπλανήσουν τους ανθρώπους. Σήμερα, οι κοινωνικές και πολιτιστικές παραδόσεις μας, τα τρόφιμά μας, τα ποτά μας, η αγάπη μας για την ελευθερία και τη δημοκρατία είναι όλα ακόμα ανάλογα με εκείνα της Ελλάδας, και πολύ ξένα προς αυτά των αραβικών χωρών. Το μόνο κοινό που έχουμε με τους Άραβες είναι η γλώσσα που επιβλήθηκε στους προγόνους μας με τη βία. Ωστόσο, μόνο και μόνο επειδή η γλώσσα μας έχει αλλάξει, αυτό δεν σημαίνει ότι άλλαξε και το αίμα μας, το αίμα μας εξακολουθεί να είναι ελληνικό! Οι καρδιά μας είναι ακόμη Ελληνική! Είμαι Έλληνας, και είμαι πολύ περήφανος γι' αυτό! "

Συμπέρασμα

Ως Έλληνας της Αμερικής, με Λιβανο-αμερικανούς φίλους της Ελληνικής Ορθόδοξης πίστης, είχα πάντα την εντύπωση ότι η Ορθόδοξη Κοινότητα στο Λίβανο ήταν μόνο Λιβάνιοι Χριστιανοί, και όμως προς έκπληξή μου έμαθα διαφορετικά πράγματα από εκείνους που ζουν στο Λίβανο . Στο τέλος, ο Ηλίας με πληροφόρησε ότι, «η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα στο Λίβανο έχει μόνο 5 σχολεία δικά της σε σχέση με τις εκατοντάδες των Καθολικών και των ισλαμικών σχολείων που είναι διασπαρμένα σε όλη τη χώρα. Η ελληνική γλώσσα είναι σχεδόν μια ξεχασμένη γλώσσα, και η έλλειψη εθνικού πνεύματος ταυτότητας μεταξύ των Ελληνορθοδόξων είναι κάτι πολύ επικίνδυνο ... μόνο οι Ελληνορθόδοξοι αγνοούν ότι είναι Ρουμ (Ρωμιοί) απόγονοι Ελλήνων, γιατί αγνοούν την ιστορία των πατέρων τους, και πολύ λίγοι μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, την ελληνική
».

Αυτά όλα με οδηγούν πίσω στην αρχική μου ερώτηση, αν οι Μαρωνίτες είναι σε θέση να αρχίσουν να απαλλάσσονται από την αραβική τους ταυτότητα, για μια φοινικική, πού είναι το λάθος για τις άλλες χριστιανικές κοινότητες να υιοθετούσουν μια ελληνική ταυτότητα; Δεδομένου ότι η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αντιοχείας δεν θα αγγίξουν το θέμα, εναπόκειται σε εκείνους από εμάς της διασποράς να εξετάσουμε το ζήτημα. Θα πρέπει να ανοίξουμε την αγκαλιά μας στους ξεχασμένους ομοεθνής μας αδελφούς, να τους βοηθήσουμε στην πορεία τους προς μια ελληνική εθνική ταυτότητα; Ή μήπως θα πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του ελληνικού κράτους και της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ν' αφήσουμε τα λόγια τους να πέφτουν πάνω σε ώτα μη ακουόντων;

Πηγή εδώ

Μετάφραση NOCTOC


To many in the West the Middle East is simply known as the ‘Arab World’. From the Mediterranean Sea to the border of Iran, one language, one religion, one ethnicity divided into modern Nation-States. These states created by the Great Powers at the close of the First World War, however is this reality. Who are these people we know as ‘Arabs’? Just what makes a person an Arab? The truth is that the Arab world is made up of people from various different ancestral origins, religious backgrounds and historic identities lumped together as just simply Arabs. Once one realizes this the question arises to whether Arab Identity is actually more a linguistic, cultural or political identity, rather than an ethnic or racial one.

Arabic, the unifying language throughout the Middle East, is a Semitic language, which developed in the Arabian Peninsula. The dominating religion is Islam, although technically the Arab Identity is independent of any one religion, with Arab-Christian kingdoms existing before the rise of Islam. Most today attempt to identify people as Arabs based roughly on three different criteria, Genealogically, Linguistically, and/or Politically. Although as one searches deeper into the question of just who is an Arab, it begins to appear that the identity itself clearly is more of a Culturo-Linguistic identity than anything else.

In 1946, the Arab League defined an Arab as ‘a person whose language is Arabic, who lives in an Arabic speaking country, who is in sympathy with the aspirations of the Arabic speaking peoples’. However, inside Maronite Christian circles in Lebanon, the concept of Phoenicianism has risen as a rival to the Arab identity and Arabism. In the Historical Dictionary of Lebanon, published in1998 As’ad AbuKhalil touches on the subject stating:

‘Ethnically speaking, the Lebanese are indistinguishable from the peoples of the eastern Mediterranean. They are undoubtedly a mixed population, reflecting centuries of population movement and foreign occupation... While Arabness is not an ethnicity but a cultural identity, some ardent Arab nationalists, in Lebanon and elsewhere, talk about Arabness in racial and ethnic terms to elevate the descendants of Muhammad. Paradoxically, Lebanese nationalists also speak about the Lebanese people in racial terms, claiming that the Lebanese are "pure" descendants of the Phoenician peoples, whom they view as separate from the ancient residents of the region, including — ironically — the Canaanites’. (As’ad AbuKhalil, 1998)

A country created from the ashes of the Ottoman Empire as an autonomous Maronite Christian piece of French Syria. In Lebanon, like all modern states craved out of the remnants of this Islamic Empire, the question of ethnic identity tends to revolve around religious affiliation. In fact, Lebanon does not even collect official census date on the ethnic background of its citizens, a result of the Millet System that divided Ottoman society by religious affiliation.

Although a multiethnic country, the National Charter of the Independence of Lebanon (1943) stated only one ethnicity for its citizens: “Lebanon has an Arabic face, Arabic language, and is part of the Arab world.” This paved the way for a bloody struggle to establish a national identity out of its various social, religious, and ethnic groups.

At the end, of the Lebanese civil war (1975-1990), the Taif Agreement was signed in Saudi Arabia, and definitively enforced the same Arab identity on all Lebanese: “Lebanon is Arab in belonging and identity. It is an active and founding member of the Arab League and is committed to the league's charter. [...] The state of Lebanon shall embody these principles in all areas and spheres, without exception.”

Overall the majority in Lebanon are to view themselves as Arabs, in the sense that Arabic is the national language, while the cultural backgrounds and ancestors of many in the country vary between Arab, Armenian, Aramaean, Phoenician and Greek. It is as a result of these different cultural backgrounds that within the Christian minorities of Lebanon feelings of ethnic identity have turned against Arabness.

Those who the original, autonomous region of Mount Lebanon was established for, the Maronites, view themselves as the descendants of the Phoenicians, while Melkite Catholics and Orthodox Christians tend to focus more on their Greek or Aramaic heritage. With the concept, of Arabness being denied by those within the Maronite community one begins to wonder how come those who align themselves to the Greek or Eastern Roman heritage of Lebanon do not follow suit and begin identifying themselves as ethnic Greeks. Ancient Greek colonies and kingdoms did existed in the region, and with the Christianization of the region the Greek culture only gained in influence until the fall of the Eastern Roman Empire.

Just who are these two Christian sects, could they possibly make the backbone of a Greek identity in Lebanon? For starters, there are the Greek Orthodox Lebanese, members of the Greek Orthodox Church of Antioch. Known as Antiochian Greeks, the majority are a combination of Macedonian, Roman and Eastern Roman Greek, as well as Aramaean heritage. Former members of the Roum millet inside the Ottoman Empire, today they are the second largest Christian denomination in Lebanon and consider themselves largely as Arabs of Orthodox faith.

The Greek Orthodox Community

In hopes of learning more about Antiochian Greeks, I came across three Greek Orthodox Lebanese who were willing to share their experiences and understanding of their community. Born in Tripoli Lebanon, Nadim Akkari, is one of these Orthodox Lebanese. Kind enough to lend his opinion, Nadim explains that there are two kinds of Greeks in Lebanon. Those who can trace their ancestry back to the Eastern Roman Empire and those who were refugees from Smyrna after the Greek Genocide. Greek-Lebanese Politician, artist and entrepreneur, Michel Elefteriades, is a perfect example of those who can trace their roots back to refugees from the Greek Genocide. Elefteriades’ father is the grandnephew of the famous Metropolitan of Smyrna, Saint Chrysostomos Kalafatis. Nadim, 29, traces his ancestry back to the days of the Eastern Roman Empire. “Greeks in Lebanon are just like the rest of the Christians here”, says Nadim, “but what you should know is that Greeks in Lebanon no longer Speak Greek”.

Officially the Greek Orthodox Church in Lebanon stays out of politics or talk of ethnic identity. The view of Church officials seems to be one of promoting an Arab identity within its community, a decision, which is a result of the Church’s desire to appeal to more of the Arab population. When asked how he felt about Melkite Christians, Nadim responded, ‘They are like us, only they converted to Catholicism’.

Nadim’s perception furthered my curiosity in the Greek Orthodox community, in Lebanon and the Church’s position on ethnic identity. This curiosity led me to Rodrigue Khoury, baptized Dimitrios, he is another member of the Orthodox Community. Born in Koura, Rodrigue views the Orthodox community in Lebanon as ethnic Greeks. “Arabs call us Roum, and Roum in Arabic means Greek’, explains Rodrigue, ‘before the Arab, Islamic invasion in 634, the two languages of Lebanon was Greek and Syriac…after the Arab occupation we became Arabophone, but not Arabs’. Rodrigue, just 25, represented a growing trend in community’s Orthodox youth. He explains that, ‘we are divided between the political parties led by other communities, who use our youth for their own causes. Because of this many fall victim to their influence on identity, so much that most Greek Orthodox that fall under islamic influence say that we are arabs and those that fall under maronite influence say that we are syriac…the truth is that we are Hellenes or romioi…this is why we need help from our Greek brothers to keep our real identity alive in the east’.

Rodrigue comes from the Facebook generation of young Orthodox Lebanese that are searching for their identity. A Member of several groups that express a Greek identity for Orthodox Lebanese, his opinions represent a growing change inside the Greek Orthodox Community in Lebanon. At a time, when Facebook is changing not only society, but country’s political establishments, like the recent demonstrations that have engulfed the Arab World, his opinion matters. ‘We don’t have any political organizations’, says Rodrigue, ‘and we desperately need one’. 'Each religious community inside Lebanon has their own political organizations, except the Greek Orthodox', explained Rodrigue. ‘Even the Armenian community, 1% of the population is more influential than us, the reason being they have political representation’.

In more detail, Rodrigue explained, ‘The Antiochian Church was once in place as the Church of Jerusalem and Alexandria are now. The Arabophone people began to feel that the Church was ‘under occupation from the Greek clergy’ and soon crafted their argument as a racial conflict between Arabs and Greeks, which gained support from the Arab, Muslim establishment. Since the beginning of the 20th century, our Patriarch must come from our land, which has helped accelerate Arab propaganda. Currently the Church has no official opinion on these types of questions, although our bishops all seem to be divided into three spheres of influence; Greek, Syriac, or Arab’.

Too some Rodrigue’s views might sound radical. Many believe that accepting a Greek identity rather than an Arab one for Greek Orthodox Christians would be an unwise decision. One that might cause resentment towards Orthodox Christians. However, to this Rodrigue says, ‘Just because we are not Arabs it doesn’t mean we are in conflict with them…We must all learn to live in a pluralistic society and I’m confident that they will accept us, as they accept the Armenians. They are obliged to because we are an indigenous people of this land’.

When asked about the Greek Melkite community, he stated ‘The Greek Melkite Catholics are Greeks like us of course, they were all Orthodox once, but because of internal Church politics some found support from Rome. Either way they are attached to the Byzantine Empire and its legacy, and, therefore, share a Greek identity with us’.

The last member of Lebanese-Greek Orthodox community I had the pleasure of speaking with was Ghassan El Karaan. Ghassan is 24, born during the Lebanese Civil War, his parents preferred not to give him a Greek name, ‘to spare my life from ethnic persecution’, as Ghassan says. Therefore, he was legally given an Arabic name and baptized ‘Hlias’, however, he insists on being called ‘Hlias’ instead of ‘Ghassan’. His family had their Greek surname forcibly changed during the Ottoman Empire. “In fact, during the Ottoman occupation, everything that is Greek was prohibited, and Greeks were discriminated and considered as second class citizens. As part of this discrimination, Turks used to refer to Greek individuals, not by their Greek family names but by their job titles, or sometimes for harsher intimidation by other physical or moral qualities. ‘El Karaan’ means, ‘the bald’, and truly baldness is a hereditary gene in my family’, he told me.

Hlias, like Rodrigue, believes that the Greek Orthodox community is ethnically Greek, ‘…we are direct descendants of the Romano-Hellenic Empire, the oldest still existing civilization in Lebanon’, he stated. How is it possible that a young Orthodox Christian Lebanese soul is proudly identifying as an ethnic Greek rather than an Arab? To understand this better, Hlias elaborated further on the current situation of the Greek Orthodox community in Lebanon. His position is an intriguing one, which should raise many questions in the hearts and minds of ethnic Greeks. Hlias is of the opinion that the current state of the Orthodox in Lebanon is at a critical juncture, in which centuries of persecutions and forced Arabization has led the Greek Orthodox Church to accept the government’s authority to elect ‘a pro-Arab Patriarch and pro-Arab Bishops instead of a Greek Patriarch and Greek Bishops’, as he says.

Going on further, Hlias noted that, “All events between 333BC till 700 AD have been omitted from history books…most Greek historical monuments haven’t been restored properly to conceal the truth…history has been forged to deceive the people. Today our social and cultural traditions, our food, our drink, our love for freedom and democracy are all still analog to those of Greece, and very alien to those of the Arab countries. The only common thing we have with Arabs is the language that was imposed on our ancestors by force. However, just because our language was changed, this doesn’t mean that our blood changed, our blood is still Greek! Our hearts are still Greek! I am Greek, and very proud of it!”

Conclusion

As a Greek-American, with Lebanese-American friends of Greek Orthodox faith, I’ve always been under the impression that the Orthodox community in Lebanon was just Christian Lebanese, and yet to my surprise I was being told differently from those living in Lebanon. In the end, Hlias informed me that, “the Greek Orthodox community in Lebanon has only 5 schools of their own compared to hundreds of Catholic and Islamic schools spread all over the country. The Greek language is almost a forgotten language, and the lack of ethnic spirit of identity amongst the Greek Orthodox is very dangerous…only the Greek Orthodox ignores that he is a Roum of Roman Greek descendant because he ignores the history of his fathers, and very few speak their native tongue, Greek”.

Which leads me back to my original question, if Maronites are able to start shedding their Arab identity for a Phoenician one, what was wrong about other Christian communities adopting a Greek identity? Since the Greek Government and the Greek Orthodox Church of Antioch will not touch the subject, it falls to those of us in the Diaspora to consider the issue. Should we open our arms to our forgotten ethnic brethren, aid them in the journey towards an ethnic Greek identity? Or should we follow the examples of the Greek State and the Orthodox Church and let their words fall of deaf ears?

Source Here