ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Ο Μάης στην Κυπριακή Παράδοση


Ο Μάιος μήνας λέγεται στην Κύπρο και Μας (γεν. του Μα). Τα κυριότερα λαογραφικά έθιμα της μηνός αυτού είναι τα ακόλουθα:
Από την παραμονή της Πρωτομαγιάς πλέκουν ένα στεφάνι από διάφορα λουλούδια και το κρεμάζουν στις εξώθυρες των σπιτιών. Σε μερικές περιπτώσεις (επαρχία Λεμεσού) το κύριο μέρος του στεφανιού αποτελείται από ροδιά. Παλαιότερα στο χωριό Κοιλάνι (Λεμεσού) η αρραβωνιαστικιά έπλεκε στεφάνι με λουλούδια και το χάριζε στον αρραβωνιαστικό της.  Στην Πάφο κάποτε αντί για στεφάνι μπήγουν στο γρικέλι της πόρτας ένα κλαδί ανθισμένης αροδάφνης ή άλλου λουλουδιού.
Ο λαός λέει ότι κρεμάζει το στεφάνι ή το ανθισμένο κλαδί στην εξώθυρα, για να μεν εμπεί έσσω ο Μας (δηλαδή οι αρρώστιες). Γι' αυτό παλαιότερα έκαιγαν το στεφάνι, το οποίο πίστευαν ότι  «συγκέντρωνε» όλες τις αρρώστιες, στη φωτιά του Αγίου Ιωάννου (24 Ιουνίου). Η φωτιά αυτή, που αναβόταν περίπου κατά το θερινό ηλιοστάσιο, ήταν διαβατήρια, δηλαδή καθαρτική. Στην πραγματικότητα, όμως τα πιο πάνω τοποθετούνται στην πόρτα για λόγους μαγικούς. Δηλαδή ο αγρότης κυρίως επιδιώκει με την τοποθέτησή τους τη θαλερή βλάστηση και τη πλούσια καρποφορία.
Κατά την πρώτη Μαΐου (αλλού πρώτη Μαρτίου) συνηθίζεται να περνούν δρόσον από τα σπαρτά «για να μη μαυρίσουν». επίσης κατά την Πρωτομαγιά παλαιότερα συνήθιζαν να μαζεύουν τη φασκομηλιάν ή σπατζ'ιάν από την οπαία παρασκευάζεται τσάι.
Την Πρωτομαγιά συνήθιζαν επίσης να εορτάζουν το έθιμο του κλήδονα, που λέγεται έβκαρμαν του Μα. Ο κλήδονας  αποτελεί έθιμο μαντικής (κληρομαντίας) με το οποίο τα κορίτσια μαντεύονται τη μέλλουσα τύχη τους. Για λεπτομέρειες βλέπε εδώ .
Ένα άλλο έθιμο μαντικής που γινόταν στις 5 Μαΐου, εορτή της Αγίας Ειρήνης, είναι το εξής: κατά την ημέρα αυτή οι γεωργοί επισκέπτονταν τα ελαιόδεντρα τους και αν έβλεπαν ότι ένας μίσχος  είχε τρεις καρπούς, τότε προοιωνίζονταν άφθονη ελαιοπαραγωγή.


Την πρώτη Μαΐου ή κατά τη γιορτή της Αναλήψεως υπήρχε το έθιμο να τρώγεται μια μεγάλη κουλούρα που παρασκευαζόταν την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο, η μια φλαούνα, που φυλάσσονταν ειδικά για το σκοπό αυτό, για να μεν τους δακκάσει ο γάδαρος. Είναι γνωστό ότι ο γάιδαρος ήταν από την αρχαιότητα το ιερό ζώο του θεού Διονύσου και του θεού Πριάπου, θεών της βλαστήσεως αλλά και της αναπαραγωγικής δυνάμεως. Ο Μάιος είναι κυρίως μήνας της βλαστήσεως και η Πρωτομαγιά είναι αφιερωμένη σ΄αυτήν. Το πασχαλινό κουλούρι και κυρίως η φλαούνα είναι σύμβολα νέας ζωής, σύμβολα βλαστήσεως. Τρώγονται λοιπόν ως αντίδοτα για το δάγκωμα του γαϊδάρου που θεωρείται ζώο αφιερωμένο στη βλάστηση και τη γονιμότητα. Στο τουρκοκρατούμενο σήμερα Ριζοκάρπασον. την πρώτη του Μάη έπιναν γάλα ή έτρωγαν παξιμάδια της Λαμπρής για να μεν ψωρκάσουν. Η ψώρα κάνει το δέρμα του ανθρώπου πολύ ξηρό, που είναι το αντίθετο του χλωρού (χλωρή είναι η βλάστηση). Περισσότερες πληροφορίες για το κουλούρι του γαϊδάρου υπάρχουν εδώ .


Σε  παλαιότερες εποχές δεν τελούσαν κατά τον Μάο γάμους ή άλλα χαρμόσυνα γεγονότα (κατά τον μήνα αυτό οι Ρωμαίοι γιόρταζαν, για να εξευμενίσουν τους νεκρούς και τους υποχθόνιους δαίμονες, τα λεγόμενα Λεμούρια). Επίσης οι μητέρες που είχαν νεκρά παιδιά δεν έτρωγαν αγγούρια κατά το Μάιο, που είναι αφιερωμένος στους νεκρούς, επειδή τα αγγούρια είναι δροσιστικά και κατ' αναλογική μαγεία έπρεπε η ψυχή τους να είναι μαύρη και όχι δροσισμένη.
Οι κυριότερες θρησκευτικές γιορτές είναι:


α) Της Αγίας Ειρήνης (5 Μαΐου) που πιστεύεται ότι θεραπεύσει τον οφθαλμόπονο.


 β) Του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (8 Μαΐου) που πιστεύεται ότι θεραπεύει τα παιδιά που αργούν να μιλήσουν.


γ) Του αγίου Θεράποντος (14 Μαΐου και 30 Οκτωβρίου) που παλαιότερα εθεωρείτο ο προστάτης των παιδιών εναντίον ελώδους πυρετού, καθώς και ιατρός των πόνων των νεφρών.


δ) Του αγίου Μιχαήλ Συνάδων (23 Μαΐου) που θεωρείται προστάτης των αμπελιών και άλλων φυτειών εναντίον των ακρίδων που σε παλαιότερες εποχές αποτελούσαν μάστιγα στην Κύπρο.


Για τον Μάιο ο κυπριακός λαός διαθέτει πολλές παροιμίες. Παραθέτουμε μερικές χαρακτηριστικές:
1. Νά σ΄εις την ευτζ'ήν μου, τζ'αι τον Μαν να ριάς. Αν και επικρατεί πολλή ζέστη το Μάιο, καταριόμαστε κάποιον να κρυώνει, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να ναι άρρωστος.
2. Ο Μας ο πεντοφάς, με τα πέντε του φαγιά, με τα πέντε του πνασίδκια (αναπαύσεις), τζ'αι τα τρία του τζι'οιμίσια (ύπνους). Δηλαδή πιστευόταν ότι είναι τόσο μεγάλες οι μέρες του Μαΐου, που οι άνθρωποι τρώνε πέντε φωρές την ημέρα και αναπαύονται άλλες τόσες.
3. Αν καμ' ο Μάρτης δκυό νερά τζί ο Απρίλης άλλον έναν, αν δόξει τζ'αι του Μα τζ'αι μιλλοψιχαδίσει, τζι' εσέναν το αμάξιν σου αφέντη τόσα αξίζει. Η παροιμία αυτή λέγεται διότι ο Μάιος θεωρείται το συμπλήρωμα της γεωργικής παραγωγής.
4. 'Ομως οι πολλές και δυνατές βροχές μέσα στον Μάιο προκαλούν και ζημιές στα θερισμένα σπαρτά και τις καλοκαιρινές φυτείες, γι αυτό και η παροιμία: Στον καταραμένον τόπον τζ'αι τον Μαν βρέσ'ει.
5. Από 'σ'ει κόρην όμορφην, του Μάρτη εν την δείγνει, μέτε τ' Απρίλλη, με του Μα, μήτε του Πρωτογιούνη. Ο Μάιος συγκαταλέγεται από τους Κυπρίους στους μήνες του έρωτα.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Το έθιμο του Κλήδονα στην Κύπρο και το τραγούδι του Μα


Στα παλιά τα χρόνια παρατηρείται στη Κύπρο ένα έθιμο που είχε σχέση με τη μαντεία, και εκτελείτο αποκλειστικά από νεαρές κοπέλες. Λεγόταν «το τραγούδι του Μα». Τη πρώτη μέρα του Μαΐου, όλες οι ανύπανδρες κοπέλες, γεμάτες ενθουσιασμό, έβαιναν έξω από τις πόλεις και τα χωριά και πήγαιναν στους κάμπους. Ξάπλωναν στο πράσινο, κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, επειδή ο ήλιος ήδη έκαιγε. Ορισμένες φορές όταν υπήρχε έλλειψη χώρου, επιλέγαν την ήσυχη γωνιά ενός έφορου χωραφιού για τη διοργάνωση της μαγιάτικης γιορτής τους, που συμπίπτε με τον καιρό που τα στάχυα ήταν ψηλά. Γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι την ημέρα αυτή, έκλεινε και τα δυο του μάτια και ο αυστηρότερος αγροφύλακας. Κάθονταν σε κύκλο, έτρωγαν, και έπιναν αυτά που έφερναν μαζί τους, αστειεύονταν μεταξύ τους, τραγουδούσαν, και χόρευαν στους ρυθμούς της ταμπουτσιάς και του τυμπάνου που δεν απουσίαζε ποτέ. Μετά, οι νεαρές κοπέλες τοποθετούσαν το μαγικό δοχείο του κλήδονα ή αλλιώς του Μα. Το συγκεκριμένο αυτό δοχείο ήταν μια μεγάλη λεκάνη, ή ένα μεγάλο αγγείο, που έφερναν μαζί τους οι κοπέλες που συμμετείχαν στη γιορτή. Η κάθε κοπέλα έριχνε μέσα στο δοχείο ένα δακτυλίδι με ένα λουλούδι, ένα τριαντάφυλλο, ένα γαρύφαλλο, ή ένα άνθος της ροδιάς. Μετά, το σκέπαζαν με ένα κόκκινο μαντήλι και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Το δοχείο έμενε τρεις μέρες στα χωράφια και κανένας που το είχε δει στο μεταξύ, δεν το πείραζε. Μετά από τρεις μέρες, επέστρεφαν οι κοπέλες στο Μα, δηλαδή το δοχείο του Κλήδονα. Και έτσι ξανάρχιζε η γιορτή με το τραγούδι του Κλήδονα. Έκαναν έναν κύκλο γύρω-γύρω από το δοχείο και χόρευαν. Μετά το τέλος του τραγουδιού, η ομάδα καθόταν γύρο από το δοχείο όπου μια από τις κοπέλες έλυνε το κόκκινο μαντήλι μετά το ατομικό τραγούδι. Τότε άρχιζε το ατομικό τραγούδι. Κάθε κοπέλα τραγουδούσε ένα γνωστό δίστιχο, που κάπου έμαθε ή άκουσε ή που έφτιαξε η ίδια. Άκουγε κανείς συχνά άσεμνα και χοντροκομμένα τραγούδια αλλά και πανέμορφα μαργαριτάρια της λαϊκής ποίησης. Το περιεχόμενο των στίχων μπορούσε να ήταν σοβαρό ή αστείο, σαφές ή αμφίσημο, σεμνό ή όχι. Τα πιο πολλά μιλούσαν για έρωτα και αρραβωνιάσματα, θέμα καθόλου παράξενο μεταξύ των νεαρών αυτών κοριτσιών. Κάποτε οι στίχοι ήταν αυτοσχέδιοι και περιείχαν πειράγματα ή υπονοούμενα για τα τελευταία γεγονότα της οικογένειας.
Όταν τελείωνε το ατομικό τραγούδι, η κοπέλα έλυνε το κόκκινο μαντήλι του δοχείου και έπαιρνε ένα δακτυλίδι. Ανάλογα με τη σημασία του τελευταίου στίχου και ανάλογα με το πως ταίριαζε το περιεχόμενο στην ιδιοκτήτρια του δακτυλιδιού, δινόταν μια εξήγηση που βέβαια ερμηνευόταν με διαφορετικούς τρόπους. Παρ' όλες τις διάφορες άκακες δολοπλοκίες που συνέβαιναν μεταξύ των κοριτσιών, αυτές πίστευαν ότι θα πραγματοποιηθεί ο χρησμός του δακτυλιδιού. Γ' αυτό το λόγο οι φίλες που δεν παρευρίσκονταν στην γιορτή, ρωτούσαν να μάθουν τι τους είχε ταμένο ο κλήδονας.

Σήμερα αυτό το έθιμο έχει ξεχασθεί στη Κύπρο, όμως οι ρίζες του ήταν μια συνέχεια των μαντείων της αρχαιότητας.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΑ (ΚΛΗΔΟΝΑ)

Τζιαι μπαίνν' ο Μας, τζιαι βκαίνν' ο Μας,
τζιαι μπαίνν' ο Πρωτογιούνης,
τζι' ο Μας με τα τραντάφυλλα, τζι' ο Γούνης με τα μήλα,
Άουστος με τα χλιά νερά, με τα κρυά σταφύλλια.
Αννοίξετε τον κλήδοναν να μπούσιν τα κοράσσια,
να τραουδήσουν για τον Μαν, να δούν το ριζικόν τους.
Το ριζικόν μου ίντα' νι; Σταυρός τζιαι δακτυλίδιν.
Στην πούγγαν μου το έβαλα, της μάνας μου το πήρα:
Μάνα τζι' αν είσαι μάνα μου τζι' εγιώ παιδίν δικόν σου,
κάμε θερμόν τζιαι λούσε με μεσ' τ' αρκυρήν την λεένην,
τζιαι μέσ' τ' αρκυρολέενον ρίξ' αρκυρόν μασσαίριν
τζιαι φόρησ' μου την σκούφκιαν μου την τρανταμασουρένην,
οπού σσει τράντα μάσουρους τζιαι τράντα μασουρούδκια,
τζιαι γύρου, γύρου τα πουλλιά τζιαι μέσα τα πεζούνια*.
Πεζούνια μου, πεζούνια μου, πετάξετε με πέρα,
να δω τον θκειόν μου ροδινόν, τον τζύριν μου φεγγάριν,
να δω τον πρώτον μ' αερφόν στην μούλαν καβαλλάρην,
να σούζη την μανίκλαν του, να ππέση το λουβάριν*,
Ελάτε, σσήρες τζι'  αρφανές, να πάρετε λουβάριν,
πάρετ' εσείς τα πίτερα, τζι' εγιώ το σιμιδάλλιν,
να κάμω τ' αερφούλλη μου σαΐταν με δοξάριν,
που σαϊττεύκει τον ατόν πάνω στο παμπουλάριν.
Σαν έμπαιννα, κατέβαινα τ' άη Γιωρκού την σκάλαν,
εσσιάστικα φραγκόπουλον που κάτω στην καμάραν.
Είπα του «Σύρε μου κλωνίν», σύρνει μ' αραβώναν,
η αραβώνα ίντα 'νι; Σταυρός τζιαι δακτυλίδιν.
Στην πούγγαν μου το έβαλα, της μάνας μου το πήρα.
Μάνα τζι' αν είσαι μάνα μου τζι' εγιώ παιδίν δικόν σου,
κάμε θερμόν τζιαί λούσε με μεσ' τ 'αρκυρήν την λεένην,
τζιαι μέσ' τ' αρκυρολέενον ρίξ' αρκυρόν μασσαίριν
τζιαι φόρησ' μου την σκούφκιαν μου την τρανταμασουρένην,
οπού σσει τράντα μάσουρους τζιαι τράντα μασουρούδκια,
πού' σσει μιαν κούππαν μ' αθθούς τζιαι μιαν κούππαν λιλλέτζια*.
Λιλλέτζια μου, λιλλέτζια μου, πετάξετε με πέρα,
να δω τον θκειόν μου ροδινόν, τον τζύριν μου φεγγάριν,
να δω τον πρώτον μ' αερφόν στην μούλαν καβαλλάρην,
να σούζη την μανίκλαν του, να ππέση το λουβάριν.
Λουβάριν, λουβαρόσπορον τζιαι που να τον φυτέψω;
Να τον φυτέψω στον κρεμμόν, κρεμμά τζιαι πάει κάτω,
να τον φυτέψω στο στρατίν, πατούν τον οι δκιαβάτες.
Να σσίσω την καρτούλλαν μου, να τον φυτέψω μέσα,
τζι' αν έρτουν που του βασιλιά, κλωνίν να μεν τους δώκω
τζι' αν έρτουν που τ'αφέντη μου*, να τους τα ξηριζώσω.

Γλωσσάρι

*Τα πεζούνια ειναι το περιστέρια
*Το λουβάριν είναι το χρυσάφι
*τα λιλλέτζια είναι τα λουλούδια
*Ο αφέντης είναι ο πατέρας

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Λινοβάμβακοι: οι κρυπτοχριστιανοί της Κύπρου


Λινοβάμβακοι ή Λινοπάμπατζοι στην κυπριακή διάλεκτο, είναι μια από τις ονομασίες, ή πιο διαδεδομένη, με την οποία είναι γνωστοί στην Κύπρο οι κρυπτοχριστιανοί από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα. Η ονομασία αναφέρεται στη διπλή ιδιότητα των κρυπτοχριστιανών, οι οποίοι ήσαν Χριστιανοί στα κρυφά και Μουσουλμάνοι στα φανερά, κατ΄αναλογία προς ένα ύφασμα που είχε δυο όψεις, μια από λινό και μια από βαμβάκι. Άλλες ονομασίες των Λινοβαμβάκων στην Κύπρο είναι οι εξής: (α) Αποστολικοί ή Αποστολιτζοί, πιθανόν κατ' αναλογία προς μια ποικιλία ελιάς που είναι γνωστή στη Κύπρο ως «αποστολιτζής» και που συνδυάζει τις τόσο της ήμερης όσο και της άγριας ελιάς. (β) Μεσοκκέρτη(δ)ες ή Μισοκκέρτη(δ)ες ή Μισοκκέττη(δ)ες, που σημαίνει τους ανθρώπους με ασταθή χαρακτήρα, (γ) Πάτσαλοι, δηλαδή παρδαλοί, ασπρόμαυροι ή δίχρωμοι, και (δ) Λουρουτζιάτες, Τήλλυροι, κ. ά., επειδή στη Λουρουτζίνα και στη περιοχή της Τηλλυρίας υπήρχαν Λινοβάμβακοι.
Η ύπαρξη Λινοβαμβάκων στην Κύπρο σχετίζεται με πολλές και σημαντικές πτυχές της κυπριακής ιστορίας από την Τουρκοκρατία μέχρι την εποχή μας. Έχει άμεση σχέση με τις κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν στην Κύπρο κατά την περίοδο αυτή, με τις περιπέτειες του νησιού μας, με την καταγωγή των Τουρκοκυπρίων, με τη δημογραφική και εθνολογική κατανομή του πληθυσμού, με τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ακόμη και με ορισμένες πτυχές του Κυπριακού προβλήματος.
Συστηματική μελέτη των Λινοβαμβάκων, ενώ ακόμη υπήρχαν οι δυνατότητες να γίνει, δεν έγινε στο βαθμό που η σημασία του θέματος, όπως δείχτηκε αργότερα, απαιτούσε. Αναφορές και πληροφορίες υπάρχουν σε αρκετές πηγές, τόσο στα έργα Ευρωπαίων ταξιδιωτών στους Αγίους Τόπους, που περνούσαν από την Κύπρο, όσο και σε άλλους συγγραφείς του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Μια πρώτη ενδιαφέρουσα περιγραφή των χαρακτηριστικών των Λινοβαμβάκων και της ιδιοτυπίας τους μέσα στην κυπριακή κοινωνία έκαμε ο Άγγλος διοικητής Λεμεσού Ronald L.N. Michell το 1908 με τη μελέτη του «A Muslim Christian Sect in Cyprus», που τη δημοσίευσε στο αγγλικό περιοδικό The Nineteenth Century and After LXI-II, (1908), σσ. 751 -762. Το θέμα όμως, όπως και η σημασία της ύπαρξης των Λινοβαμβάκων, έμειναν για πολλά χρόνια υποτονισμένα ή παραμελημένα από την ελληνική επιστημονική έρευνα, Στις τελευταίες δεκαετίες η έξαρση του Κυπριακού ζητήματος από τη μια και η ανάπτυξη των κυπριακών σπουδών από την άλλη έστρεψαν την προσοχή προς μια συστηματικότερη αντίκρυση του θέματος. Έτσι έχουμε μερικές αξιόλογες και ενδιαφέρουσες εργασίες Κυπρίων ερευνητών και μελετητών, οι οποίοι, προσπαθώντας να φωτίσουν τη σκοτεινή σε πολλά σημεία περίοδο της Τουρκοκρατίας, τη δημογραφική εξέλιξη του κυπριακού λαού, την καταγωγή των Τουρκοκυπρίων και άλλες πτυχές της ιστορίας μας, αξιολόγησαν και ερμήνευσαν σωστά τις σκόρπιες και λιγοστές πληροφορίες που υπάρχουν. Πολλά όμως μπορούν ακόμη να έλθουν στο φως από περαιτέρω έρευνα και μελέτη των αρχειακών και άλλων πηγών της νεότερης κυπριακής ιστορίας.


Προέλευση των Λινοβαμβάκων

Είναι γνωστό ότι η παρουσία κρυπτοχριστιανών στην Κύπρο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν αποτελεί μοναδικό φαινόμενο. Σ' όλες τις χριστιανικές χώρες, που κατακτήθηκαν από τους Μωαμεθανούς, παρατηρήθηκε, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα, ο βίαιος εξισλαμισμός κατοίκων με διάφορες μεθόδους: με το παιδομάζωμα, χιλιάδες Χριστιανών αγοριών αρπάζονταν από τις οικογένειές τους, για να μετατραπούν σε γενίτσαρους· με την αρπαγή γυναικών για τα χαρέμια των πασάδων και των αγάδων, πολλές Χριστιανές εξισλαμίζονταν με την απειλή της καταστροφής, της οικονομικής αφαίμαξης ή του εκτοπισμού, ολόκληρες οικογένειες ή χωριά αναγκάζονταν να εξισλαμιστούν, για να αποφύγουν μια βαριά τιμωρία ή μια βαριά φορολογία, που δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν.
Κοντά σ' αυτούς του βίαιους εξισλαμισμούς υπήρχαν και οι «εκούσιοι», που στην ουσία και αυτοί δεν μπορεί να ήσαν πραγματικά εκούσιοι - εκτός ίσως μερικών εξαιρέσεων- αλλά αποτέλεσμα ηθικής κάμψης μπροστά στις εξουθενωτικές συνθήκες που προκαλούσε η οθωμανική κατάκτηση με τη μετατροπή ελεύθερων ανθρώπων ή γενικά ανθρώπων, που άλλοτε είχαν ευτυχήσει ή πλουτίσει ή ζήσει σε ανεκτές συνθήκες, σε δούλους και κατατρεγμένους. Έτσι άτομα ή οικογένειες εγκατέλειπαν τη θρησκεία τους και ασπάζονταν τη θρησκεία των κατακτητών τους, για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους ή τα προνόμιά τους, ή για να εξασφαλίσουν πλεονεκτήματα που απολάμβανε η άρχουσα μουσουλμανική τάξη μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
Η αποστασία από τον Χριστιανισμό, εφόσον δεν γινόταν για λόγους συνειδήσεως, αλλά για λόγους ανάγκης, οδηγούσε ως επί το πλείστον σ' έναν εξωτερικό συμβιβασμό των ανθρώπων, όχι όμως και στην πλήρη ένταξη και αφομοίωσή τους στη νέα τους θρησκευτική και αργότερα - με την ανάπτυξη του εθνικισμού- και εθνική κοινότητα. Έτσι, ενώ εμφανίζονταν κατά τύπους ως Μουσουλμάνοι και τηρούσαν τις θρησκευτικές υποχρεώσεις των Μουσουλμάνων, παρέμεναν κατά βάθος Χριστιανοί και στα κρυφά τηρούσαν τις θρησκευτικές υποχρεώσεις των Χριστιανών. Ταυτόχρονα διατηρούσαν, όσο μπορούσαν, τις συνήθειες και τις παραδόσεις του λαού, από τον οποίο προέρχονταν καθώς επίσης και τη μητρική τους γλώσσα.
Για την Κύπρου υπάρχουν πολλές μαρτυρίες, ότι γίνονταν εξισλαμισμοί καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής ένας άγνωστος αριθμός κατοίκων του νησιού - Έλληνες, Φράγκοι, Βενετσιάνοι, και άλλοι -αναφέρεται ότι εξισλαμίσθηκαν είτε για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους ή τις θέσεις τους στη διοίκηση, είτε για άλλους λόγους. Με αυτούς τους εξισλαμισμούς άρχισε να ενισχύεται αριθμητικά η πρώτη μουσουλμανική κοινότητα που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο μετά την κατάληψή της από τους Μωαμεθανούς το 1570 -71. Τον αρχικό πυρήνα αυτής της κοινότητας είχαν αποτελέσει 2-3 χιλιάδες Μουσουλμάνων στρατιωτών, που έμειναν στην Κύπρο μετά την κατάκτησή της. Ότι οι εξισλαμισθέντες Χριστιανοί της Κύπρου είχαν ασπασθεί τη νέα τους θρησκεία εξωτερικά μόνο και ότι κατά βάθος παρέμεναν Χριστιανοί, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι συνωμοτούσαν μαζί με τους Έλληνες και άλλους Χριστιανούς κατοίκους του νησιού και συνεργάζονταν με Ευρωπαίους ηγεμόνες για να εξεγερθούν - και να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό, οπότε και θα επανέρχονταν στην πατρογονική τους θρησκεία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Girolamo Dandini, ο οποίος επισκέφθηκε την Κύπρο το 1596 - 7, υπήρχαν 12 - 13 χιλιάδες Τούρκων στο νησί. «Οι περισσότεροι απ' αυτούς», έγραψε ο Dandini, «είναι αποστάτες, οι οποίοι ασπάσθηκαν το Ισλάμ, για να απολαμβάνουν μεγαλύτερη ησυχία... Μόλις αυτοί οι αποστάτες δουν ένα χριστιανικό στρατό θα πετάξουν το τουρμπάνι και θα ξαναφορέσουν το καπέλο και θα στρέψουν τα όπλα τους εναντίον του Τούρκου» (Excerpta Cypria, σ, 182).
Για διάφορους λόγους η μέρα της αποτίναξης του τουρκικού ζυγού ολοένα και απομακρυνόταν από τον ορίζοντα της Κύπρου, ενώ η τουρκική διοίκηση γινόταν περισσότερο καταπιεστική και οι κοινωνικές συνθήκες δυσμενέστερες για τους ραγιάδες Κυπρίους. Μέσα σ' αυτό το κλίμα παρατηρήθηκε και μια συνεχής κάμψη της αριθμητικής δύναμης των Ελληνοκυπρίων και μια ανάλογη αύξηση της μουσουλμανικής κοινότητας. Το 1670 ο Hurtrel δίνει την πληροφορία (Excerpta Cypria, σ. 223, ότι πάρα πολλοί Έλληνες και άλλοι Χριστιανοί κάτοικοι της Κύπρου, επειδή δεν μπορούσαν να υποφέρουν περισσότερο την τουρκική τυραννία, επιθυμούσαν να αλλαξοπιστήσουν, αλλά πολλοί δεν γίνονταν αποδεκτοί, γιατί η φορολογία - προφανώς ο κεφαλικός φόρος που επιβαλλόταν ειδικά στους ραγιάδες - θα μειωνόταν αναλόγως.
Εξισλαμισμοί μαρτυρούνται σε διάφορες χρονολογίες, ιδιαίτερα σε εποχές οικονομικών κρίσεων, εσωτερικών αναστατώσεων και κακών διοικητών. Το 1815 ο Άγγλος περιηγητής William Turner πρόσεξε πως πολλοί Τούρκοι της Κύπρου στην πραγματικότητα ήσαν κρυπτοχριστιανοί. «Οι Τούρκοι της Κύπρου», έγραψε, «είναι στην πραγματικότητα οι πιο ήμεροι στην Ανατολή. Πολλοί, που παρουσιάζονται ως Μουσουλμάνοι, είναι στα κρυφά Έλληνες και τηρούν στα κρυφά όλες τις πολυάριθμες νηστείες εκείνης της Εκκλησίας. Όλοι πίνουν κρασί ελεύθερα και πολλοί απ' αυτούς τρώνε στα κρυφά χοιρινό κρέας χωρίς τύψη, πράγμα ανήκουστο στην Τουρκία. Συχνά νυμφεύονται Ελληνίδες του νησιού» (Excerpta Cypria, σ, 449). Το 1821 με τις σφαγές της 9ης Ιουλίου, συνέβησαν εξισλαμισμοί σε μεγαλύτερη κλίμακα («πολλούς ετούρκισαν», αναφέρει χρονογραφικό σημείωμα της εποχής: Κυπριακά Χρονικά, Η' [1931], σ. 85). σποραδικά δε αναφέρονται ως τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Από το 1839 και ιδιαίτερα από το 1856 και μετά, κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του Tanzmat στην Οθωμανική αυτοκρατορία, η τύχη των Χριστιανών υπηκόων άρχισε κάπως να βελτιώνεται. Στην Κύπρο η παρουσία Ευρωπαίων προξένων στην Λάρνακα και υποπροξένων στη Λευκωσία και τη Λεμεσό ασκούσε κάποιαν αποτρεπτικήν επίδραση στους βίαιους εξισλαμισμούς Χριστιανών και επίσης ενεθάρρυνε μερικούς Λινοβάμβακους να επανέλθουν στην πατρώα θρησκεία, παρά τους κινδύνους που συνόδευαν μια τέτοια απόφασή τους. Γενικά όμως ένας πολύ μεγάλος αριθμός Λινοβαμβάκων διατηρείτο ως το τέλος της Τουρκοκρατίας - και επί Αγγλοκρατίας - στην ιδιότυπη εκείνη θρησκευτική, εθνική και κοινωνική κατάσταση.
Η αγγλική κατοχή της Κύπρου το 1878 δημιούργησε εντελώς νέες καταστάσεις για όλους τους κατοίκους του νησιού και φυσικά και για τους κατοίκους του νησιού και φυσικά και για τους Λιναβαμβάκους. Για ένα διάστημα, από το 1878 ως το 1914 που έγινε η προσάρτηση της Κύπρου από την Αγγλία, η αγγλική κατοχή, σύμφωνα με την Αγγλοτουρκική Σύμβαση της 4.6. 1878, είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η Κύπρος θα επιστρεφόταν στον σουλτάνο, αν η Ρωσία επέστρεφε στην Οθωμανική αυτοκρατορία τις περιοχές που είχε καταλάβει στον Καύκασο κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877 -78. Ο όρος αυτός συνετέλεσε, ώστε να υπάρχει πολλή αβεβαιότητα σχετικά με την παραμονή της Αγγλίας στην Κύπρο και να ανακοπούν σε μεγάλο βαθμό τα μεγαλόπνοα σχέδια, που είχαν εξαγγελθεί το 1878 από την κυβέρνηση Disraeli για τη γρήγορη ανάπτυξη της Κύπρου. Επί πλέον η συνέχιση σε πολλά θέματα της οθωμανικής διοικητικής παράδοσης στη νομοθεσία, στη φορολογία, στην τοπική διοίκηση και σ' άλλους θεσμούς, ενίσχυε την εντύπωση ότι η αγγλική κατοχή δεν θα είχε μόνιμο χαρακτήρα. Κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες ήταν επόμενο ότι πολλοί Λινοβάμβακοι θα δίσταζαν να επανέλθουν μαζικά στον Χριστιανισμό και θα προτιμούσαν να ζουν ανάμεσα στις δυο θρησκείες παρακολουθώντας την εξέλιξη των πραγμάτων.
Έτσι κατά τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας παρατηρήθηκε η επιστροφή Λινοβαμβάκων στην πατρώα θρησκεία, σε περιορισμένη πάντως κλίμακα, είτε μεμονωμένων ατόμων, είτε ολόκληρων οικογενειών και σε 2 -3 περιπτώσεις και ολόκληρων χωριών: βλέπε παραδείγματα στην εφημερίδα Νέον Κίτιον, αρ 19, 45, 79, 81, 91, 92, 94 (1879 - 81), στην Αλήθεια, αρ. 211, 5/17 Ιαν. 1885, και αρ. 229, 11/23 Μαΐου 1885. Επίσης Accounts and Papers, LHI, (1884 -85) (C. 4264), σ. 13. 1. K. Περιστιάνη, Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων εν Κύπρω από της Τουρκικής κατακτήσεως μέχρι της Αγγλικής κατοχής (1571 -1878), εν Λευκοσία, 1931, σσ. 276-7. Π.Μ Σαμαρά. Η ελληνική καταγωγή των Τουρκοκυπρίων, Αθήνα, 1987, σσ. 24 - 6. Ιδιαίτερη δράση για επιστροφή των Λινοβαμβάκων στους κόλπους της χριστιανικής Εκκλησίας ανέπτυξε κατά τη περίοδο αυτή ο επίσκοπος Κυρηνείας Χρύσανθος σ΄ολόκληρη την επαρχία του και κυρίως στην Τυλλυρία, ιδρύοντας σχολεία και (επανα)βαπτίζοντας Λινοβάμβακους. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή του Νέου Κιτίου (Β' αρ. 81. 9/21 Ιανουαρίου 1881, σσ. 7-8), ο Χρύσανθος κατά την περιοδεία του ίδρυσε 4 νέα σχολεία, ένα από τα οποία στην Τηλλυρία. «Το μέρος τούτο», συνεχίζει ο ανταποκριτής, «ως γνωστόν, κατοικούμενον υπό των καλούμενων Λινοβαμβάκων, διατελεί, ούτος ειπείν, απομεμονωμένον της λοιπής Νήσου και οι κάτοικοι αυτού ενώ φέρουσι Μωαμεθανικά ονόματα, ούχ ήττον βαπτίζουσιν ορθοδόξως τα τέκνα των καιι σέβονται τας εικόνας. Είναι εξ εικείνων, οίτινες κατά την φοβεράν του είκοσι ένα εποχήν υπεχρεώθησαν ν' ασπασθώσι τον Μωαμεθανισμόν και μετά ταύτα φοβούμενοι πάντα την κρατούσαν φυλήν δεν ετόλμων παρρησία να επανέλθωσιν εις την πίστην των πατέρων των. Σήμερον όμως, ότε ο φανατισμός των Τούρκων ουδέν πλέον σημαίνει ενταύθα και έκαστος είναι ελεύθερος να πιστεύη ο,τι θέλει, αναγκαιότατον αποβαίνει να ποτισθώσιν οι δυστυχείς εκείνοι εκ των Ελληνικών ναμάτων και να ενθαρρυνθώσιν ειις την ομολογίαν της πίστης των».
Την ανάγκη επανόδου των Λινοβαμβάκων στην πατρώα θρησκεία δεν αντιλαμβάνονταν όλοι όπως ο επίσκοπος Χρύσανθος. Υπήρχαν και άλλοι που τους θεωρούσαν περιφρονητικά σαν αποστάτες ή σαν δειλούς και ασταθείς ανθρώπους, που δεν θα γίνονταν πραγματικά πιστοί Χριστιανοί. Επίσης δεν μπορούσαν πολλοί τότε να αντιληφθούν τον ρόλο, που θα διαδραμάτιζε στις κυπριακές εξελίξεις μια μουσουλμανική κοινότητα ενισχυμένη αριθμητικά από ένα σημαντικό ποσοστό Λινοβαμβάκων. Γι' αυτό παραμελήθηκε η προσπάθεια επανευαγγελισμού των Λινοβαμβάκων, τη στιγμή που άλλοι παράγοντες είχαν αρχίσει να επενεργούν αρνητικά εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ένας παράγοντας ήταν το ενδιαφέρον της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία, πιστεύοντας ότι ένα ποσοστό των Λινοβαμβάκων είλκε την καταγωγή του από Καθολικούς Χριστιανούς που είχαν εξισλαμισθεί, ανέπτυξε κατά τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας συστηματική προσπάθεια με κάποιον ιερέα ονόματι Calestino για προσηλυτισμό Λινοβαμβάκων ορισμένων χωριών της επαρχίας Λεμεσού. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας εκείνης ήσαν περιορισμένα (Κ.Α. Πιλαβάκη, Η Λεμεσός σ΄άλλους Καιρούς, Λεμεσός, 1977, σ. 205).
Ένας δεύτερος και πολύ σημαντικότερος παράγοντας ήταν η ανάπτυξη του εθνικισμού ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους μέσω της θρησκείας και κυρίως μέσω της παιδείας. η ίδρυση τουρκικών σχολείων σε χωριά, όπου οι κάτοικοι ήσαν «Μουσουλμάνοι», αλλά ελληνόφωνοι κρυπτοχριστιανοί, όπως για παράδειγμα στη Λουρουτζίνα, τη Γαληνόπωρνη και αλλού, και σ' άλλα μουσουλμανικά ή μεικτά χωριά που είχαν Λινοβάμβακους, και η απαγόρευση σ΄αυτούς από τους δασκάλους και τους χότζες να μιλούν ελληνικά, οδήγησε σιγά -σιγά στην απορρόφηση πολλών Λινοβαμβάκων από τη μουσουλμανική θρησκεία και κοινότητα. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι στενές και αρμονικές σχέσεις ανάμεσα στις δυο εθνικές κοινότητες του νησιού διαταράχθηκαν σημαντικά και εξαιτίας των διαφορετικών εθνικών προσανατολισμών τους και της διαιρετικής πολιτικής των Άγγλων κατακτητών και των αποσχιστικών ενεργειών της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Κύπρο κατά τα τελευταία 40-50 χρόνια, και που σχετίζονται με την τελευταία φάση του Κυπριακού ζητήματος, προκάλεσαν, ανάμεσα σ' άλλα, και τη διασάλευση των παραδοσιακών συνθηκών και σχέσεων μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Οι Λινοβάμβακοι είχαν ήδη ενταχθεί στη μουσουλμανική κοινότητα και από γενεά σε γενεά προχωρούσε ο αφομοίωσή τους. Η τουρκική εισβολή του 1974, που είχε σαν αποτέλεσμα την εκδίωξη των Ελληνοκυπρίων από τα καταληφθέντα εδάφη και τη μεταφορά των Τουρκοκυπρίων από τις ελεύθερες στα κατεχόμενα εδάφη, επέβαλε με τη βία των όπλων ένα παράνομο εδαφικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό διαχωρισμό των δυο εθνικών κοινοτήτων του κυπριακού λαού. Επιπλέον επιχειρείται εθνολογική αλλοίωση με τη μεταφορά κι εγκατάσταση στην Κύπρο δεκάδων χιλιάδων Τούρκων εποίκων από την Ανατολία. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η παλαιότερη γενεά Λινοβαμβάκων, που φέρονται ως Μουσουλμάνοι Τουρκοκύπριοι, επιβιώνει όπως και επί Τουρκοκρατίας με τον ίδιο όπως και τότε τρόπο, ίσως μάλιστα κάτω από δυσμενέστερες συνθήκες. Και σήμερα ακόμη πρέπει να υπάρχει ένας αριθμός κρυπτοχριστιανών Λινοβαμβάκων, που δεν ξεχνούν την πατρική τους θρησκεία και γλώσσα και μερικοί απ΄αυτούς ανάβουν μια λαμπάδα ή ένα κερί στο κατεχόμενο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα ή βλέπουν με θλίψη τις βεβηλωμένες εκκλησίες στις τουρκοκρατούμενες περιοχές.


Αριθμητική δύναμη των Λινοβαμβάκων

Ακριβή στοιχεία για την αριθμητική δύναμη των Λινοβαμβάκων κατά τον 19ο και 20ό αιώνα, όπως και κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μόνο ορισμένοι υπολογισμοί, που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Ο Έλληνας πρόξενος στη Λάρνακα Γ.Σ. Μενάρδος το 1860 υπολόγισε τους Λινοβάμβακους σε 10 με 15 χιλιάδες σε σύνολο 45.000 Μουσουλμάνων (Π. Μ. Σαμαρά, ενθ. αν., σ. 21). Αντίθετα ο πρόξενος της Αμερικής στη Λάρνακα L. Palma di Cesnola μιλώντας προφανώς για την τελευταία δεκαετία της οθωμανικής περιόδου, δίνει την πληροφορία, ότι οι Λινοβάμβακοι δεν αριθμούσαν πάνω από 1.200 και ότι κατοικούσαν κυρίως κοντά στις πόλεις της Λευκωσίας, της Αμμοχώστου και της Λεμεσού (Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples, London. 1877, σ. 185). Τον ίδιο αριθμό δίνει και η Esme Scott-Stevenson (Our Home in Cyprus, 2nd ed., London, 1880, a. 308), ενώ ο Sir Samuel Baker, που επισκέφθηκε την Κύπρο το 1879 τους ανεβάζει στους 1.500 (Cyprus as I saw it in 1879, London, 1879, σ. 323). Επειδή είναι σήμερα γνωστό ότι οι Λινοβάμβακοι ζούσαν σε πολλές περιοχές της Κύπρου, από την Πάφο ως την Καρπασία, και ότι δεν ήταν εύκολο να προσδιοριστεί ο αριθμός τους, γιατί σε καμιά απογραφή πληθυσμού δεν δηλώνονταν ως Λινοβάμβακοι, αλλά ως Μουσουλμάνοι, είναι βέβαιο ότι οι αριθμοί 1.200 και 1.500 είναι απλή εικασία και πολύ κατώτεροι του πιθανού. Το 1879 εξ άλλου, μας δίνεται ακόμη μια πληροφορία από τον Έλληνα πρόξενο Η. Βασιλειάδη ότι οι Λινοβάμβακοι ανέρχονταν σε 20.000 από σύνολο 45.000 Μουσουλμάνων (Π. Μ. Σαμαρά, ενθ. αν., σ.σ. 21,25). Το 1902, ύστερα από 24 χρόνια αγγλικής κατοχής, οπότε ένας απροσδιόριστος αριθμός Λινοβαμβάκων επέστρεψαν στην πατρική τους θρησκεία, υπολογίστηκαν από τη Καθολική Propaganda Fide σε 10.000. Όπως έχει παρατηρηθεί (Th. Papadopoullos, Social and Historical Data on Population, 1570-1881, Nicosia, 1965, σ. 83 σημ.) και μόνο 10. 000 Λινοβάμβακοι αν υπήρχαν κατά τη μεταβίβαση της Κύπρου από την Τουρκία στην Αγγλία, θα αποτελούσαν το 22% του μουσουλμανικού πληθυσμού της Κύπρου. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, αλλά και από άλλες ενδείξεις και στοιχεία, οι υπολογισμοί του Μενάνδρου και του Βασιλειάδη είναι πιθανόν οι πλησιέστεροι προς την πραγματική αριθμητική δύναμη των Λινοβαμβάκων επί Τουρκοκρατίας και τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας.
Ορισμένα άλλα στοιχεία είναι πολύ ενδεικτικά για την διάδοση του λινοβαμβακισμού μεταξύ των Μουσουλμάνων κατοίκων της Κύπρου. Τα στοιχεία αυτά είναι: (α) η ευρύτατη διάδοση της ελληνικής γλώσσας μεταξύ των Τουρκοκυπρίων και (β) οι χριστιανικές, ελληνικές ή τοπικές, μη μουσουλμανικές, ονομασίες μεγάλου αριθμού μουσουλμανικών ή μεικτών μεν, αλλά με μουσουλμανική πλειονότητα κυπριακών χωριών.
Η χρησιμοποίηση της ελληνικής γλώσσας από ένα πολύ μεγάλο ποσοστό Μουσουλμάνων Κυπρίων μέχρι την εποχή μας, είναι φαινόμενο ανάλογο με εκείνο της Κρήτης επί Τουρκοκρατίας. Ίσως η μόνη γενεά Τουρκοκυπρίων που δεν γνωρίζει ελληνικά είναι όσοι γεννήθηκαν μετά το 1963, που άρχισαν οι διακοινοτικές ταραχές και εκδηλώθηκαν οι χωριστικές τάσεις της τουρκοκυπριακής ηγεσίας. Η διάδοση της ελληνικής μεταξύ των Τουρκοκυπρίων μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους: Πρώτον, στο ότι μια μειονότητα, η μουσουλμανική, ζώντας ανάμεσα σε μια ελληνική πλειοψηφία, ήταν επόμενο να υφίσταται την γλωσσική και άλλες επιδράσεις της πλειοψηφίας με την καθημερινή επικοινωνία και συνεργασία. Παρόλα αυτά δεν θα ανάμενε κανείς τόση μεγάλη επίδραση του κατακτημένου λαού πάνω στην άρχουσα τάξη και τον κατακτητή γενικά, αν δεν υπήρχαν ταυτόχρονα και άλλα εσωτερικά και ισχυρά ρεύματα επιδράσεων, που μας οδηγούν στον δεύτερο λόγο: Ότι η ελληνική γλώσσα δεν αποβαλλόταν από τους εξισλαμιζόμενους Χριστιανούς κατοίκους, αλλά διατηρείτο και απ' αυτούς και από τους Λινοβάμβακους ιδιαίτερα, και η θρησκεία καιι τα άλλα ήθη και έθιμα. Αυτή η εξήγηση ενισχύεται από το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι ολόκληρων χωριών αμιγώς μουσουλμανικών, η μεικτών χωριών, ήταν ελληνόφωνοι. Από τα αμιγή μουσουλμανικά χωριά, τα πιο χαρακτηριστικά ελληνόφωνα χωριά ήταν η Λουρουτζίνα, η Γαληνόπωρνη, η Λαπηθιού, η Πλατανασσός, ο Άγιος Συμεών και ο Άγιος Ανδρόνικος (C. F. Beckingham, "The Turks of Cyprus", Journal of the Royal Central Asian Society, 43 [1956], σ. 170). Από τα μεικτά χωριά με ελληνόφωνους Μουσουλμάνους κατοίκους αναφέρονται ενδεικτικά μόνο μερικά: Αγία Βαρβάρα (Πάφου), Πάνω Αρόδες, Λυθράγκωμη, Δένεια, Ακάκι, Αργάκι, Περιστερώνα (Μόρφου), Κάτω Κιβίδες, Πάχνα, Πραστειόν Αυδήμου, Γεροσκήπου, Αναρίτα (Π. Μ. Σαμαράς, ενθ. αν., σσ. 35, 40).
Τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας μεταξύ των Μουσουλμάνων αποδεικνύουν και οι απογραφές πληθυσμού, που έγιναν επί Αγγλοκρατίας από το 1881 και μετά κάθε 10 χρόνια. Στην απογραφή του 1881 δεν αναφέρεται πόσοι Μουσουλμάνοι γνώριζαν την ελληνική, αλλά πόσοι Μουσουλμάνοι είχαν σαν μητρική τους γλώσσα την ελληνική. Έτσι, 2. 454 Μουσουλμάνοι από τους 45.358 δήλωσαν ότι μητρική τους γλώσσα ήταν η ελληνική. Την ευρύτατη όμως διάδοση της ελληνικής μεταξύ όλων των κατοίκων της Κύπρου διαπίστωσε την ίδια χρονιά ο Άγγλος ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Αποικιών E.D. Fairfield, που επισκέφθηκε την Κύπρο. το 1881 και υπέβαλε έκθεση για τη διοίκηση και άλλα συναφή θέματα. «Η ελληνική», παρατήρησε ο Fairfield, «δίνει τα μέσα επικοινωνίας με 9 ανθρώπους στους 10, αν όχι 19 στους 20. ενώ η τουρκική δεν θα έδινε τα μέσα επικοινωνίας με περισσότερους από 2 στους 10, αν όχι τόσους» (883/3 Mediterranean no.5 -June 1882, σ. 83).
Ένα δεύτερο και εξίσου σημαντικό στοιχείο, που δίνει μια ένδειξη για την έκταση του εξισλαμισμού Ελλήνων κυρίως και σε μικρότερη κλίμακα Μαρωνιτών, Λατίνων και Αρμενίων κατοίκων του νησιού, είναι τα ονόματα των αμιγών μουσουλμανικών ή, κατά μεγάλη πλειοψηφία Μουσουλμάνων κατοίκων μεικτών χωριών. Από αυτά εντελώς ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ονόματα μουσουλμανικών χωριών που έχουν καθαρά χριστιανικά ονόματα. Συμφωνά με την απογραφή του 1891, οπότε τα πληθυσμιακά δεδομένα πολύ λίγο είχαν αλλάξει από την εποχή της Τουρκοκρατίας, έχουμε την ακόλουθη εικόνα (οι αριθμοί που αναφέρονται από εδώ και κάτω σε παρένθεση δηλώνουν, ο μεν πρώτος αριθμός τον μουσουλμανικό πληθυσμό του κάθε χωριού, ο δε δεύτερος τον χριστιανικό. Όπου αναφέρεται ένας μόνο αριθμός πρόκειται για τον μουσουλμανικό πληθυσμό):

Επαρχία Λευκωσίας: Άγιον Γεωρκούδι (34), Άγιος Θεόδωρος Τηλλυρίας (162+2), Κουρού Μοναστήρι (71), Σελέμανοι (Άγιος Ιωάννης) (49+4), Άγιος Σωζόμενος (70+31), Άγιοι Ηλιόφωτοι (56).
Επαρχία Λεμεσού: Άγιος Θωμάς (99+1), Επισκοπή (475+291).
Επαρχία Πάφου: Αγία Βαρβάρα (123+50), Άγιος Ισίδωρος (54+10), Άγιος Μερκούριος (28+20), Άγιος Ιωάννης, (279+6), Άγιος Νικόλαος (337+22), Άγιος Γεώργιος (140), Σταυροκόννου (236+7).
Επαρχία Αμμοχώστου: Άγιος Χαρίτων (36), Άγιος Ανδρόνικος (119 + 11), Άγιος Ευστάθιος (88), Άγιος Ιάκωβος (122+4), Άγιος Συμεών (288+3).

Εκτός απ' αυτά σ΄όλες τις επαρχίες της Κύπρου, σύμφωνα με την απογραφή του 1891, παρουσιάζονται πολλά μουσουλμανικά χωριά ή με μεγάλη πλειοψηφία Μουσουλμάνων κατοίκων με ελληνικά ή οπωσδήποτε μη μουσουλμανικά ονόματα (σε παρένθεση οι αριθμοί όπως και πιο πάνω):

Επαρχία Λευκωσίας: Ορνίθι (Ορούντα) (144), Πετροφάνι (47), Βροΐσια (38+10), Αγκολέμι (119+7), Λεύκα (741+166), Αλεύκα (Κόκκινα) (60), Αμμαδκιές (114+4), Αμπελικού (248+60), Ελαιά (291+64), Καλό Χωριό (135+39), Καππαρκά (10), Κόκκινα (154+1), Περιστερωνάρι (44+1), Σελλάιν τ' Άππη (42+2), Καζιβερά (121), Επιχό (Αποχώρι) (319).
Επαρχία Λάρνακας: Κελλιά (Τζελλιά) (116+36), Κλαυδιά (193+8), Σοφάδες (68), Πάνω Κοφίνου (310+1), Μαρί (270).
Επαρχία Λεμεσού: Αρμενοχώρι (75+14), Αλέκτορα (210+6), Κάτω Κιβίδες (101+5), Λάκκος του Φράγκου (37+12), Μάνταλα (50), Παραμάλι (135+1), Πλατανίσκια (189+2), Μαλιά (441+51), Γεροβάσα (57+1), Πεντάκωμο (183+133), Αυδήμου (374+24).
Επαρχία Πάφου: Ακουρσός (111+44), Κολώνη (43+5), Λέμπα (99), Μανδριά (134+45), Μορό Νερό (43+12), Φοίνικας (57), Ανδρολίκου (325), Κάτω Αρώδες (243+6), Ευρέτου (123), Χρυσοχού (282+5), Μακούντα (88), Μελάδια (176), Μελάνδρα (124), Πελαθούσα (185), Τέρρα (323+1), Τρεμιθούσα Χρυσοχούς (97), Γιαλιά (341+15), Ζαχαριά ή Ζαχαρκά (72), Αξύλου (102+3), Κιδάσι (110+6),Λαπηθιού (123+3), Μαλούντα (79), Μάρωνας (96+4), Φάλια (140), Φασούλα Χρυσοχούς (37), Πραστειόν (66+10), Βρέτσια (291+14), Σαραμά (106+7), Σουσκιού (210+66), Καραμουλίδες (34).
Επαρχία Αμμοχώστου: Αλόα (957+70), Μάραθα (39), Πέργαμος (91+5), Μαλούντα (83), Σανταλάρης (47), Κούκλια (193+15), Σύγκραση (142+71), Άρσος (138+80), Γούφες (206+43), Ψιλλάτος (360+3), Άρτεμη (98), Κνώδαρα (479+9), Κορνόπηκος (167+2), Πλατάνι (176+2), Γαλάτεια (575+2), Γαληνόπωρνη (342+10), Κορόβια (136), Κρίδκια (136), Λειβάδια (89+26), Μοναρκά (61), Όβκορος (261+3), Περιβόλια του Τρικώμου (65+8), Πλατανισσός (322+7), Μελούσια (93).
Επαρχία Κερύνειας: Αγρίδι (Αγίρτα) (129+1), Πιλέρι (57+5), Τέμπλος (137), Τράπεζα (20+2), Καμπυλή (104+9), Κρινί (137+20).

Σαν ενισχυτικό της υπόθεσης ότι μουσουλμανικά χωριά με μη μουσουλμανικές ονομασίες πιθανότατα υποδηλώνουν εξισλαμισμένα χριστιανικά χωριά, είναι και η αναφορά που υπάρχει στην Relatione del Regno di Cipro, που γράφτηκε μεταξύ 1510 και 1521, ότι ορισμένα από τα πιο πάνω χωριά επί Ενετοκρατίας ανήκαν ως φέουδα στο στέμμα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής:

Επαρχία Λευκωσίας: Καζιβερά, Λεύκα, Λουρουτζίνα, Βροΐσια, Επιχό (Αποχώρι).
Επαρχία Λάρνακας: Καλό Χωρίο, Κοφίνου.
Επαρχία Λεμεσού: Αλέκτορα, Παραμάλι, Πέργαμος.
Επαρχία Πάφου: Άγιος Νικόλαος, Χρυσοχού, Κούκλια, Λαπηθιού, Πραστειό, Λέμπα, Μορό Νερό, Σαραμά, Σουσκιού, Τέρρα, Τρεμιθούσα Χρυσοχούς, Γιαλιά.
Επαρχία Αμμοχώστου: Γαλάτεια, Γαληνόπωρνη, Κορόβια, Πλατανισσός, Ψιλλάτος, Μελούσια.
Επαρχία Κερύνειας: Καζάφανι, Καμπυλή, Τράπεζα, Αγίρτα.
(C. F. Beckkingham, ενθ. αν., σ. 172)

Περαιτέρω διερεύνηση του θέματος της ιστορικής εξέλιξης των τουρκοκυπριακών χωριών θα μπορούσε νε έφερνε στο φως πολύ περισσότερα στοιχεία για την έκταση του εξισλαμισμού των Χριστιανών κατοίκων της Κύπρου και τη διάδοση του λινοβαμβακισμού μεταξύ των εξισλαμισμένων κατοίκων του νησιού.


Ιδιοτυπία και γενικά χαρακτηριστικά των Λινοβαμβάκων

Οι Λινοβάμβακοι ζούσαν ανάμεσα στις δυο θρησκείες, τον Χριστιανισμό και τον Μωαμεθανισμό, όχι σαν μια αυτοτελής θρησκευτική και εθνική ομάδα ή κοινότητα, αλλά σαν μια ιδιότυπη ομάδα, η οποία στα φανερά παρουσιάζονταν ενσωματωμένη στη μουσουλμανική κοινότητα του νησιού, ενώ στα κρυφά συμμετείχε στον βαθμό που οι περιστάσεις της επέτρεπαν στην χριστιανική πίστη. Είναι πολύ πιθανό ότι τόσο οι πραγματικοί Μουσουλμάνοι όσο και οι Χριστιανοί θα τους γνώριζαν, αλλά οι μεν πρώτοι τους ανέχονταν εφόσον δεν έδειχναν με οποιαδήποτε ενέργειά τους ότι αποκήρυτταν τη μουσουλμανική πίστη και λατρεία, οι δε δεύτεροι τους έβλεπαν είτε αδιάφορα, είτε με συμπάθεια, είτε με κάποια περιφρονητική διάθεση - αυτό εξάλλου υποδηλώνουν και ορισμένες από τις ονομασίες με τις οποίες είναι γνωστοί - επειδή μετέρχονταν τη μέθοδο της διπλής θρησκευτικής υπόστασης, για να εξασφαλίσουν κάποια πλεονεκτήματα, που δεν θα μπορούσαν να τα έχουν, αν έμεναν φανερά προσηλωμένοι στην πατρική τους θρησκεία και εθνότητα.
Έτσι, εφόσον οι Λινοβάμβακοι είχαν δυο ιδιότητες, όλη η ζωή τους, από τη γέννησή τους μέχρι τον θάνατό τους, ήταν μια συνεχής προσπάθεια να ανταποκριθούν στις αντιφατικές απαιτήσεις της διπλής τους υπόστασης. Σαν Μουσουλμάνοι, έπαιρναν μουσουλμανικά ονόματα.Το αγόρια σε κάποια ηλικία υποβάλλονταν σε περιτομή, αν και πολλά απ' αυτά απέφευγαν αυτή την επέμβαση με δωροδοκία του χότζα από τους γονείς τους. Πήγαιναν στο τζαμί και ακολουθούσαν τις θρησκευτικές υποχρεώσεις και λατρευτικούς τύπους της μουσουλμανικής θρησκείας, που σχετιζόταν με τις γιορτές, τον γάμο, την κηδεία και την ταφή. Όταν οι νεαροί Λινοβάμβακοι ήσαν σε ηλικία στράτευσης, σαν Μουσουλμάνοι υπέκειντο στη στρατολογία ως κληρωτοί για πέντε χρόνια, πολλές φορές μάλιστα για υπηρεσία εκτός Κύπρου, σ' άλλα μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις μάταια προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι ήταν Χριστιανοί και όχι Μουσουλμάνοι, για να αποφύγουν τη στράτευση, επειδή οι Χριστιανοί ήταν απαλλαγμένοι και πλήρωναν γι' αυτή την απαλλαγή έναν ειδικό φόρο, που λεγόταν bedel askerie.
Από την άλλη, οι Λινοβάμβακοι, σαν κρυφοί Χριστιανοί, βαπτίζονταν στα κρυφά από Χριστιανό ιερέα και έπαιρναν χριστιανικό όνομα, με το οποίο τους καλούσαν οι δικοί τουςκαι οι όμοιοί τους, όταν υπήρχε ασφάλεια. Το χριστιανικό αυτό όνομα έμοιαζε συνήθως με το μουσουλμανικό, π.χ. Γιωσήφης - Γιουσούφ, Σολομός - Σουλεϊμαν, Αβραάμ - Ιμπραχίμ, Αντριιανού - Τουτού, Ελένη - Σιελούκκα, κλπ. (Μ.Ν. Χριστοδούλου, «Περί των Λινοβαμβάκων», Συμπόσιον Λαογραφίας, Λευκωσία, 1972, σ. 108). Παράλληλα με τη συμμετοχή τους στην μουσουλμανική λατρεία τηρούσαν με αρκετή ή λιγοστή συνέπεια τις υποχρεώσεις τους προς τη χριστιανική θρησκεία γιορτάζοντας κρυφά, σε προχωρημένες ώρες της νύχτας ή σε απομακρυσμένα από την τουρκική διοίκηση χριστιανικά χωριά ή σε ξωκλήσια, τις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα ή τις γιορτές των τοπικών αγίων. Οι γάμοι γίνονταν ως επί το πλείστον με μέλη άλλων λινοβαμβακικών οικογενειώνκαι σύμφωνα με τον χριστιανικό τρόπο σε εκκλησία ή σε σπίτι από κάποιο ιερέα. Αλλά και γάμοι με Χριστιανούς και Μουσουλμάνους μπορούσαν να γίνουν, Ως προς την φοίτηση, σε εποχή που σε πολλά χωριά δεν υπήρχαν σχολεία, όσοι είχαν την ευχέρεια φοιτούσαν στο ελληνικό σχολείο του χωριού τους ή κάποιου κοντινού χωριού. Όταν άρχισαν να ιδρύονται και τουρκικά σχολεία, τα παιδιά των Λινοβαμβάκων ήσαν υποχρεωμένα να φοιτούν σ΄αυτά. Με την ανάπτυξη του εθνικισμού στα σχολεία αυτά οι φανατικοί Τούρκοι δάσκαλοι τους μάθαιναν την τουρκική γλώσσα και τους απαγόρευαν να μιλούν ελληνικά. Ως προς τις συνήθεις, τα ήθη και τα έθιμα, την ενδυμασία και τις λαϊκές παραδώσεις, οι Λινοβάμβακοι διέφεραν πολύ λίγο από τους άλλους κατοίκους του νησιού. Υφίσταντο και αυτοί, όπως και οι Μουσουλμάνοι, την επίδραση των Ελληνοκυπρίων, αλλά υφίσταντο ταυτόχρονα και μουσουλμανικές επιδράσεις. Όταν τέλος ερχόταν η ώρα της εγκατάλειψης της επίγειας ζωής, ζητούσαν συνήθως να τύχουν των τελευταίων φροντίδων σύμφωνα με τη χριστιανική τους θρησκεία, προτού κηδευθούν σε μουσουλμανικό κοιμητήριο σύμφωνα με τη μουσουλμανική θρησκεία.
Είναι πολύ πιθανόν ότι, όπως κατάφεραν να επιβιώσουν για τόσα χρόνια, παρά την αυξανόμενη πίεση πάνω τους για να αφομοιωθούν πλήρως με το μουσουλμανικό στοιχείο, να κατορθώσουν και στην εποχή μας, κάποιο ποσοστό τουλάχιστον Λινοβαμβάκων, να διατηρήσουν και να κληροδοτήσουν και την επόμενη γενεά τη διφυή υπόστασή τους.

Του Β. Χριστοδούλου
Πηγή: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Τα 18 υπό εξαφάνιση ιδιώματα της κυπριακής διαλέκτου


Η σημερινή κυπριακή διάλεκτος είναι ενιαία, δηλαδή έχει βασικά κοινά χαρακτηριστικά από τη μια άκρη της Κύπρου ως την άλλη. Όμως αποτελείται από επί μέρους ιδιώματα, που διακρίνονται αμέσως και από το λαό. Εμπειρικά ο λαός ξέρει ότι διαφορετικά μιλάνε στην Πάφο, στη Τηλλυρία, τη Μαραθάσα, την Πιτσιλιά, τη Μεσαορία, την Καρπασία. Οι διαφορές αυτές οφείλονται κυρίως στα διαμερίσματα της Κύπρου, που είχαν μεταξύ τους γεωγραφική και κοινωνική κοινότητα.
Η Κύπρος μπορεί να διαιρεθεί σε 18 γλωσσικά διαμερίσματα με φανερές μορφολογικές και φωνητικές διαφορές μεταξύ τους. Τα διαμερίσματα αυτά είναι τα εξής: Της Καρπασίας, της Μεσαορίας, της Δυτικής Μεσαορίας, της Κερύνειας, των Κοκκινοχωριών, του Παραλιμνίου, της Λάρνακας, της Πιτσιλιάς, της Ορεινής, της Λεμεσού, της Επισκοπής, των Κρασοχωριών, της Μαραθάσας, της Σολέας, της Τηλλυρίας, της Βορειοδυτικής Πάφου, της Νοτίου Πάφου και της Κεντρικής Πάφου.
Τα 18 αυτά ιδιώματα της κυπριακής διαλέκτου συνεχώς υποχωρούν και εξαφανίζονται ένεκα των ραγδαίων κοινωνικών μεταβολών και σήμερα έχει δημιουργηθεί και μια κοινή κυπριακή που ομιλείται από τους κατοίκους των πόλεων και από τη νεώτερη γενιά σχεδόν σ' όλη την Κύπρο.
Μερικά από τα χαρακτηριστικά των 18 αυτών ιδιωμάτων, που υποπίπτουν αμέσως στην αντίληψη, είναι τα ακόλουθα:


1. Του ιδιώματος της Καρπασίας

α) Παθήσεις των προστριβόμενων συμφώνων, όπως θέλω - χέλω, γράφω - γράχω, δέρνω - γέρνω.
β) Ανάπτυξη κ σε συνιζήσεις, όπως Άγιος Ανδρέας - Άης Νρικάς, Ανδρεανού - Αντρικανού.
γ) Παράταση συμφώνων, όπως αλουπός -αλουππός, φακή -φατσ΄η.
δ) Διατήρηση των συμφωνικών συμπλεγμάτων με άηχο. όπως άθρωπος, φραμός, φλαούνα με τροπή άχρωπος, αχραμός, αχλαούνα.
ε) Υποκοριστικές καταλήξεις όπως κοπελλούρα, κοπελλούριν.

2. Του ιδιώματος της Μεσαορίας

α) Παθήσεις των προστριβόμενων συμφώνων, όπως θέλω - χέλω, δέρνω - γέρνω.
β) ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόδια - πόκια.
γ) Τροπή του παρατεταμένου θθ σε ττ, όπως αττυμούμαι, ετ τέλω.
δ) Ρηματικοί τύποι σε -ούνταν και -ούντασιν, όπως ερκούνταν, ερκούντασιν.
ε) Προθεματικό ν, όπως νεκκλησιά, νάρκα, νήλιος.

3) Του ιδιώματος της Δυτικής Μεσαορίας

α) Τροπές των προστριβομένων φθόγγων κατά προτίμηση σε χειλικούς και οδοντικούς, όπως γονιός - βονιός, γωνιά - βωνιά, γοράζω - βοράζω, μολύβιν - μολύδιν.
β) Τροπή του συμλέγματος πκι σε φκι, όπως φκάννων, φκιάτον.
γ) Τροπή σε μερικά του ττ σε θθ όπως, καλλύθθερα.
δ) Αποβολή συμφώνων, όπως λαλώ -λαώ, να ππέωμεν, να πνάωμεν.

4) Του ιδιώματος της Κερύνειας

α) Τραχύ ρ, όπως νερρόν, γέρρημος.
β) Ανάπτυξη γ' στην αρχή μερικών λέξεων, που αρχίζουν από φωνήεν, όπως ωμός - γωμός.
γ) Ανάπτυξη ε κατόπιν τελικού ν εγκλινομένης τριτοπροσώπου προσωπικής αντωνυμίας, όπως φερ' τονε, καλώς τηνε.
δ) Εμφάνιση συμπλέγματος ργι, όπως φερ' την σαργιάν να σαρίσω, να πάρω την βούργιαν μου τζιαι να πάω στον Άην Λαργιόν να συνάξω μανιτάργια..

5) Του ιδιώματος των Κοκκινοχωριών

α) Παθήσεις των προστριβόμενων συμφώνων, όπως θέλω - χέλω, γράφω - γράχω, να χάμεν χασόλια, ο Χίλιππος έχυεν τζι' έχηκέν μας.
β) Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόκια, πκκιάννω - κιάννω, χωράφκια -χωράκια.
γ) Αποβολή σ από ρηματικούς τύπους, όπως επότια, να ποτίουμεν.
δ). Προσθήκη ε στο τέλος λέξεων, όπως έχουμεν τζίκλεσε, ο Μάρκος επήεν να φέρει την καρρέττανε.
ε) Αποβολή τελικού ς, όπως οι γεναίτζε, ο τόπο.


6. Του ιδιώματος Παραλιμνίου

α) Τροπή του συμφωνικού συμπλέγματος θκι εις κκι, όπως καλάθκια - καλάκκια, ο θκειός μου - ο κκειός μου.
β) Απλοποίηση συμπλεγμάτων στα οποία το πρώτο στοιχείο είναι άηχο, όπως ήρτεν -ήττεν, ασκοπώ - ακκοπώ, ιστορία -ιττορία.
γ) Τροπή των συμπλεγμάτων ξ και ψ σε τσ, όπως ξέρω - τσέρω, ύψος - ύτσος.
δ) Αντωνυμικοί τύποι εγιώνις, εσούνις

7. Του ιδιώματος της Λάρνακας

α) Παθήσεις προστριβόμενων συμφώνων, όπως θερκόν -φερκόν, θερίζω -φερίζω, θερνάτζιν - φερνάτζιν.
β) Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόκια, κομμάκια.
γ) Διατήρηση του φθόγγου χι. εφ΄όσον υποστηρίζεται από τον αντίστοιχο υπερωικό κατά την κλίση, όπως τρίχα -τρίχες, τρέχω -τρέχεις -τρέχει, έχω - έχεις -έχει.
δ) Τροπή του συμπλέγματος μνι σε βνι, όπως καλάμνια -καλάβνια.

8. Του ιδιώματος της Πιτσιλιάς

α) Διατήρηση προστριβόμενων συμφώνων, όπως πόδιν, κοπελλούδιν, εβδομάδα.
β) Διατήρηση προστριβόμενων συμπλεγμάτων, όπως αβδέλλα, γδίν, πέρδικα, πόδγια.
γ) Τροπή του τι σε δγι όπως κομμάδγια, κουδγιά.
δ) Ιδιαίτεροι ρηματιικοί τύποι, όπως εθώρον, ελάλον, είπον, ερκούμαθθιν, είμαθθιν, είμεθθαν, ερκούμεθθαν, επόπημαν..
ε) Παράταση της φωνής, ιδιαιτέρως στην παραλήγουσα, όπως πάμεν να ποτίωωμεν.

9).Του ιδιώματος Ορεινής

α) Αηχοποίηση ηχηρού στοιχείου σε συμφωνικό σύμπλεγμα, όπως πόδκια - πόθκια, χωριόν -χωρκόν, κώβκω -κόφκω, εβδομάδα - εφταμάδα.
β) Ανάπτυξη προθεματικού ι και σε συνεκφορές ονομάτων, όπως εφόρησες ιστενά, έσ' εις ισποράν, εσ΄ει τζι' ι εμάς ιστρούθους.
γ) Ιδιαίτεροι ρηματικοί τύποι, όπως, εβράσ'ημεν, εβράσ'ημαν, ελάλεια, ελάλειες, ελέλειεν, ελαλείαμεν, ελαλείετε, ελαλείαν, λάλειε.


10. Του ιδιώματος Λεμεσού

α ) Αποβολή του προστριβούς β και σποραδική εμφάνιση γ στη θέση του, όπως κουβαλώ - κουαλώ, βολίτζιν -γολίτζιν, βουνάριν - γουνάριν.
β) Σποραδικοί ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόκια, κομμάκια.
γ) ρηματικοί τύποι τρώομεν, έρκομαι.

11. Του ιδιώματος Επισκοπής

α) Παθήσεις των προστριβόμενων συμφώνων, όπως δαμάλιν - γαμάλιν, δέρνω - γέρνω, θέλω - χέλω.
β) Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόδκια -πότκια, καλάθτια - καλάτια.

12. Του ιδιώματος Κρασοχωριών

α) Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, πκκιάνω
β) Ανάπτυξη ε σε συνεκφορές ρημάτων, όπως εν εφτάννω να τον εστρέψω,
γ) ιδιαίτεροι ρηματικοί τύποι, όπως εκόπημαν, εμπέηκα, εβκέηκα, εκόπητζες, ερκούμαστεν.

13. Του ιδιώματος Μαραθάσας

α) Διατήρηση των προστριβόμενων συμφώνων, όπως πόδιν, κοπελλούδιν.
β) Απολαβή του προστριβούς β και σποραδική εμφάνιση γ στη θέση του, όπως κουαλώ, βολίτζιν - γολίτζιν, βουνάριν - γουνάριν.
γ) ιδιιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πκκιάννω.
δ) Ανομοίωση λαλώ - ναλώ.
ε) ιδιαίτεροι ρηματικοί τύποι, όπως εμπέηκα, εβκέηκα, τρώομεν, έρκομαι, εκόπημαν, γραφούμαστον.

14. Του ιδιώματος της Σολιάς

α) Διατήρηση των προστριβόμενων συμφώνων, όπως πόδιν, κοπελλούδιν.
β) Ιδιαίτεροι τύποι συνιιζήσεως όπως βκιάννω, φκιάννω, χωράφτκια.
γ) Τροπή σε μερικές περιπτώσεις του ττ σε θθ, όπως καλλύθθερα.


15. Του ιδιώματος Τηλλυρίας

α) Παθήσεις των προστριβόμενων συμφώνων, όπως θέλω - χέλω, δέρνω - γέρνω
β) ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως όπως πότκια - πότκζά, καλάτια - καλάτσ'α, πτσ'άννω.
γ) Αποβολή του σ ρηματικών τύπων, όπως επότια, να ποτίωμεν.
δ) Παθήσεις στα συμφωνικά συμπλέγματα σφ και ζβ, όπως σφυρώ - φσυρώ, σβήννω - βζήννω - ζήννω.

16. Του ιδιώματος Βορειοδυτικής Πάφου

α) Παθήσεις των προστριβόμενων φθόγγων, όπως θέλω - χέλω, γράφω -γράχω, δέρνω - γέρνω.
β) Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πότκια, καλάθια, λουβγιά -λουβζ'α, χωράφχια - χωράφσ'ια.
γ) Εμφάνιση ασθενούς χ σε ρηματικούς κυρίως τύπους στη θέση παλαιότερου σ, όπως επότιχα, να ππέχωμεν να πνάχωμεν.
δ) Ανάπτυξη ι σε συνιζήσεις, όπως κριάς - κρικάς, Χολέτρια - Χολέτρικα.

17. Του ιδιώματος Νοτίου Πάφου

α) Παθήσεις των προστριβόμενων φθόγγων, όπως θέλω - χέλω, γράφω - γράχω, δέρνω - γέρνω.
β) Συνηθέστερη τροπή φθόγγων θ και χ σε φ, όπως ρουφούνια, φωράφκια.
γ) Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πκκιάννω - κκιάννω, πκοιός - κκοιός - πιάτο - κκιάτο.
δ) Αποβολή του σ ρηματικών τύπων, όπως επότια, να ππέωμεν να πνάωμεν.
ε) Κτητική αντωνυμία των αντί τους, όπως τα σπίδκια των, τα παιδκιά των.
ζ) Ρηματικοί τύποι σε αίνω, όπως ριμαίνω, πισσαίνω. Περισπωμένες γενικές δισύλλαβων θηλυκών ονομάτων της πρώτης κλίσεως, όπως τῶν βερκῶν, τῶν βουκκῶν, τῶν δομῶν, τῶν κουμνῶν, τῶν βλεῶν, τῶν τριχῶν, τῶν κορῶν.

18. Του ιδιώματος Κεντρικής Πάφου

α) Παθήσεις προστριβόμενων φθόγγων, όπως θέλω - χέλω, γρλαφω - γράχω, δέρνω - γέρνω.
β) Πολύ ασταθής προφορά των προστριβόμενων φθόγγων, ώστε πολλές φορές μόνο από τα παρακείμενα φωνήεντα και τη διάθεση του ομιλητή να προφέρει ένα από αυτά δηλώνεται αν, ό,τι ακούγεται είναι χειλικό, οδοντικό ή υπερωικό, όπως χεγγάριν, που μπορεί να εκληφθεί ως φεγγάριν, θεγγάριν ή χεγγάριν.
γ) Ιδιαίτεροι τύποι συνιζήσεως, όπως πόδτια, καλάθτια, λουβτιά, χουράφτια.
δ) Εμφάνιση ασθενούς χ σε ρηματικούς κυρίως τύπους στη θέση παλαιότερου σ, όπως επότιχα, να ππέχωμεν να πνάχωμεν, μέσα - μέχα, κάμποσα -κάμποχα, γεια σας - γεια χας.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η εκκλησία του Αγίου Προκοπίου στο κατεχόμενο χωριό Σύγκραση της επαρχίας Αμμοχώστου


Παρά το μεγάλο ενδιαφέρον που αναμφισβήτητα παρουσιάζει ο ναός του Αγίου Προκοπίου στο κατεχόμενο σήμερα χωριό Σύγκραση της επαρχίας Αμμοχώστου είναι ένα από τα λιγότερα γνωστά βυζαντινά μνημεία της Κύπρου.
Ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Προκοπίου στη Σύγκραση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία στην Κύπρο, τόσο λόγω του αρχιτεκτονικού του τύπου, όσο και λόγω της διακόσμησης στο εσωτερικό του. Αρχιτεκτονικά εντάσσεται στον τύπο του μεταβατικού σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο ναού, ο οποίος διακρίνεται για τις μεγάλες διαστάσεις του και την επιμελημένη τοιχοδομία του. Χρονολογικά φαίνεται νὰ ἀνάγεται στο 10ο αἰώνα, στην περίοδο δηλαδή της επανένταξης της Κύπρου υπό τον πλήρη βυζαντινό έλεγχο. Κατά την περίοδο εκείνη διαδόθηκε ο τύπος αυτός σε ολόκληρη τη νησιωτική χώρα (π.χ. Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ικαρία, Ρόδος, Νάξος). Για την κατασκευή του κρηπιδώματος χρησιμοποιήθηκαν ογκώδη, ακανόνιστοι δόμοι σε δεύτερη χρήση, όπως ομοίως συναντούμε και σε σύγχρονα μνημεία της περιόδου (μεσοβυζαντινή φάση Αγίου Λαζάρου Λάρνακος). Αρχαία συλλήματα, ενδεχομένως από την κοντινή Σαλαμίνα, βρέθηκαν στον περίβολο του ναού (αράβδωτοι κίονες και μαρμάρινο κιονόκρανο, το οποίο υπήρχε το 2003 και σήμερα έχει εξαφανισθεί). Επίσης, στον ναό είχε εντοπισθεί πριν την Τουρκική εισβολή και κολυμβήθρα λαξευμένη σε υστερορωμαϊκό επιτύμβιο κιονίσκο.


Το μνημείο αποπνέει την αίσθηση του όγκου και του μεγέθους και θα πρέπει να σχετίζεται άμεσα με την κωνσταντινουπολίτικη παρουσία στη Μεγαλόνησο. Η απουσία νάρθηκος, η τριμερής διάρθρωση του Ιερού και οι σταυροειδείς νευρώσεις του τρούλλου συνδέουν τον Άγιο Προκόπιο μα μια σειρά αντίστοιχων ναών, όπως π.χ. τον Άγιον Ιλαρίωνα και Βαρνάβα στην Περιστερώνα Λευκωσίας, τον Άγιο Λάζαρο στη Λάρνακα και τον Απόστολο Βαρνάβα. Σε όλα τα μνημεία αυτά παρατηρείται επίσης μέσῳ της διακόσμησης του εσωτερικού του μνημείου η προσπάθεια ανάδειξης μεγαλοπρέπειας και πλούτου.

Έτσι και στον Άγιο Προκόπιο το εσωτερικό του ναού ήταν διακοσμημένο με τοιχογραφίες, μαρμαροθετήματα γλυπτό διάκοσμο, καθὼς επίσης και σύνθρονο. Δίπλα στη δυτική θύρα του ναού, στην αριστερή πλευρά είχε εντοιχισθεί λίθινο προσκυνητάριο για την τοποθέτηση της εφέστειας εικόνας του ναού στις περιόδους λιτανείας και εορτών. Σημαντικότατο επίσης ιστορικό στοιχείο αποτελεί ο εντοπισμός μιας γραπτής επιγραφής στον ναό, η οποία ένεκα των ιστορικών γεγονότων που αναφέρει ανάγει τη χρονολόγηση του μνημείου τουλάχιστον στο 10ο αιώνα. Μπροστά από την επιγραφή αυτή βρισκόταν υπόγειο αγίασμα.


Ο ναός επισκευάσθηκε τόσο κατά την περίοδο της Λατινοκρατίας, όσο και στη σύγχρονη περίοδο. Στις περιόδους επισκευών θα ανάγεται και η τοποθέτηση των πινακίων στὸ εσωτερικό του τρούλλου. Λίθινη εγχάρακτη επιγραφή στο υπέρθυρο μνημονεύει τη 2α Ιουλίου 1918, ως χρονολογία περάτωσης εργασιών ανακαίνισης. Στο δυτικό τοίχο του ναού εντοιχισμένη πλάκα μνημονεύει την κατασκευή του δαπέδου δαπάναις Ανδρέα Χ. Λούτσιου το έτος 1956. Ενδεχομένως τότε να ανακατασκευάσθηκε και το σημερινό μαρμαροθέτημα στο Ιερό. Σε δυο τυφλές κόγχες εν είδει προσκυνηταρίων απεικονίσθηκαν δυο έφιπποι άγιοι, ο Προκόπιος και ο Γεώργιος. Οι τοιχογραφίες αυτές έχουν υποστεί βανδαλισμούς μετά την τουρκική εισβολή. Αυτή του αγίου Προκοπίου ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνος και φαίνεται πως αντέγραψε αντίστοιχη παράσταση υποκείμενου τοιχογραφικού στρώματος. Τοιχογραφικά σπαράγματα και άλλες τοιχογραφίες (π.χ. άγιος Ανδρόνικος και Αθανασία) σώζονται διάσπαρτες σε ποικίλα σημεία του ναού παραπέμποντας σε πλήρη εικονογράφηση της εκκλησίας και χρονολογούνται στη μεσαιωνική περίοδο. Τίποτε δεν σώζεται σήμερα από το ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο του ναού. Το 1975 εντοπίσθηκε σπασμένος και ριγμένος στο έδαφος ο Εσταυρωμένος του εικονοστασίου. Σύγχρονο ήταν και το κωδωνοστάσιο που κτίσθηκε στη βορειοανατολική γωνία του ναού σε νεο-γοτθίζοντα ρυθμό. Ο περίβολος του ναού χρησιμοποιήθηκε ως κοιμητήριο. Σήμερα σπασμένοι σταυροί και ανεσκαμμένα μνήματα στη νότια πλευρά του ναού δηλώνουν το πέρασμα του Τούρκου εισβολέα.

Από το περιοδικό «Πνευματική Διακονία» της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας, Κύπρος

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Η εκκλησία της Παναγίας της Τραπέζης στο κατεχόμενο χωριό Αχερίτου της επαρχίας Αμμοχώστου


Παναγία η Τραπεζίτισσα (β΄ μισὸ 19ου αἰ.), Ιερός Ναὸς Παναγίας Τραπέζης, Αχερίτου. Έργο Σχολής Αγίου Ηρακλειδίου. Φυλάσσεται στον ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Προσφυγικού Συνοικισμού Βρυσούλλων. 
 O ναός της Παναγίας της Τραπέζας βρίσκεται τρια χιλιόμετρα βορείως του χωριού Αχερίτου. Πρόκειται για κτίσμα της περιόδου της Λατινοκρατίας, το οποίο σήμερα είναι διαμορφωμένο στον αρχιτεκτονικό τύπο του τρίκλιτου τρουλλαίου ναού. Το κεντρικό κλίτος απολήγει σε εξωτερικά διαμορφωμένη αψίδα σε αντίθεση με τα άλλα κλίτη. Φαίνεται πως ο ναός αρχικά ήταν δίκλιτος τρουλλαίος και σε μεταγενέστερη περίοδο επεκτάθηκε προς τα δυτικά και νότια. Δεν αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή να έχουμε συγκατοίκηση Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικων στον ίδιο ναό, αλλά σε διαφορετικό κλίτος.

Ναός Παναγίας Τραπέζης από νοτιοδυτικά

Η Τράπεζα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δίνει ο Νέαρχος Κληρίδης στο βιβλίο του «Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου», σελ. 235, ήταν κοντά στο σημερινό χωριό Αχερίτου και καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Μαμελούκων στα 1425 μ.Χ. μαζί με άλλα γειτονικά χωριά. Όσοι κάτοικοι είχαν απομείνει, ξανακατοίκησαν στο χωριό τους, γιατί στα 1563, εποχή των Ενετών, δοκίμασαν να ξανακτίσουν την εκκλησία της Παναγίας της Τραπέζας, μα φαίνεται πως ο συνοικισμός σιγά-σιγά έφθινε, και, στα 1707, διαλύθηκε οριστικά.

Η εκκλησία της Παναγίας της Τραπέζας στον κάμπο της Μεσαορίας, όπου υφίστατο μεσαιωνικός οικισμός

Πιστεύεται πως ο ναός της Παναγίας της Τραπέζας αποτελούσε τον κεντρικό ναό του μεσαιωνικού οικισμού, ο οποίος σταδιακά ερημώθηκε, αφήνοντας την εκκλησία ως μοναδικό σήμα μνήμης της ιστορίας του τόπου.

Το εσωτερικό του ναού της Παναγίας Τραπέζης ανεσκαμμένο, Αχερίτου (2007)

Ο ναός μετά την τουρκική εισβολή χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα ως μάνδρα προβάτων, αφού προηγουμένως κτίσθηκαν πρόχειρα οι είσοδοί του. Ολόκληρο το δάπεδο του ναού έχει ανασκαφεί εσωτερικά από αρχαιοκάπηλους. Φαίνεται πως στο δάπεδο του μεσαιωνικού ναού υπήρχαν ταφές, τις οποίες εντόπισαν αρχαιοκάπηλοι και αφαίρεσαν το περιεχόμενο αφήνοντας μέσα μερικά σπασμένα αγγεία.

Τοιχογραφικά σπαράγματα από τον τρούλλο του ναού της Παναγίας Τραπέζης, Αχερίτου

Το εσωτερικό του ναού ήταν διακοσμημένο με τοιχογραφίες.
Από τα σπαράγματα που σώζονται σήμερα είναι εμφανής η δράση αρχαιοκαπήλων, οι οποίοι αποτοίχισαν αρκετὲς από τις τοιχογραφίες, ενώ πολλές άλλες διακρίνονται σήμερα μισοκατεστραμένες στον τρούλλο, στα σφαιρικά τρίγωνα και στις κατώτερες επιφάνειες. Οι τοιχογραφίες εντάσσονται στο κυπρο-αναγεννησιακό ρεύμα της ζωγραφικής που αναπτύχθηκε στη Μεγαλήνησο επί Ενετοκρατίας και κοσμούν το δυτικό μόνο τρούλλο και τις επιφάνειες κάτω από αυτόν. Στο ναό διασώζονται επίσης αξιόλογα δείγματα γλυπτικού αρχιτεκτονικού διακόσμου της Λατινοκρατίας, ενώ οι δόμοι της οροφής σχηματίζουν σταυρό. Λίθινη εγχάρακτη ανορθόγραφη επιγραφή στο νότιο, εξωτερικό τοίχο του ναού διασώζει την πληροφορία της ανακαίνισης στο 16ο αιώνα.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Η εκκλησία της Παναγίας στο Μνασίν της κατεχόμενης Μόρφου


Το Μνασίν (γνωστό και ως Πνασίν) είναι είναι μια περιοχή η οποία βρίσκεται μεταξύ της Μόρφου και του Συριανοχωρίου στην κατεχόμενη Κύπρο. Το Μνασίν της Μόρφου απαντάται ως οικισμός να ευρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες, όπως εκείνος του Abrahqm Ortelius του 1573. Στους χάρτες είναι σημειωμένο ως Mnasi, ενώ στον ντε Λατρί απαντάται ως Pnasi, περιλαμβανόμενο στα χωριά που υπήγοντο διοικητικά στη διοίκηση της Πεντάγυιας.

Το Μνασίν
αναφέρει και ο ιστορικός του 16ου αιώνα Φλώριος Βουστρώνιος, σε σχέση προς τον ποταμό Ούριον (Σερράχη). Ο Φλώριος γράφει ότι ο ποταμός αυτός τερμάτιζε τη ροή του στο μεγάλο φέουδο της Μόρφου «και στον οικισμό Μνασίν»


Συνεπώς υπήρχε κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας μικρός οικισμός στον χώρο, που πιθανό η πραγματική του ονομασία να ήταν Άγιος Μνάσωνας. Η εκκλησία είναι το μόνο που απομένει από τον μικρό εκείνο οικισμό, που πιθανότατα ήταν οικισμός αγροτών και καλλιεργητών του μεγάλου φέουδου της Μόρφου.
Η εκκλησία, ερειπωμένη σήμερα, είναι μονόκλιτη και καμαροσκέπαστη. Έχει εσωτερικές διαστάσεις περίπου 9Χ3.30 μέτρα, χωρίς την αψίδα στα ανατολικά. Η αψίδα έχει χορδή 2.30 μέτρων και βέλος 1.50. Είναι λιθόκτιστη, περιλαμβανομένης της σκέπης, και πιθανό αρχικά να ήταν κοσμημένη με τοιχογραφίες. Οι τρεις θύρες της εκκλησίας, στο βόρειο, τον νότιο και τον δυτικό τοίχο, είναι τοξωτές και ωραίας κατασκευής.
Τμήμα της αψίδας έχει καταρρεύσει. Στη δεξιά πλευρά του ναού φαίνεται να υπήρχε υπόγεια κρύπτη. Δεν σώζονται οποιαδήποτε άλλα οικοδομήματα που να μαρτυρούν ότι στον χώρο είχε κάποτε λειτουργήσει και μικρό μοναστήρι.


Θα πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι ο σωζόμενος σήμερα μικρός ναός είναι αφιερωμένος όχι στον άγιο Μνάσωνα αλλά στην Παναγία. Τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει να υπήρχε στην αυτή περιοχή και άλλος ναός αφιερωμένος στον άγιο Μνάσωνα, διαφορετικά δεν δικαιολογείται το τοπωνύμιο. Ο Ν. Γ. Κυριαζής (1950) γράφει ότι ο σωζόμενος ναός ήταν της Παναγίας και ότι κοντά του υπήρχαν και άλλα ερειπωμένα κτίρια που ήσαν παλαιά δωμάτια μοναστηριού. Και νωρίτερα, κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, ο George Jeffery σημειώνει ότι επρόκειτο για μοναστήρι με σύγχρονα και μικρά αλλά ημιτελή μοναστηριακά οικοδομήματα «και με μία μικρή και φτωχή εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία».

H Μονή Αγίου Γεωργίου στο χωριό Λυσός της επαρχίας Πάφου - The monastery of Saint George in the village of Lysos, Paphos


Η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου βρίσκεται περί το 1 χμ. βορειοανατολικά του χωριού Λυσός μέσα στο δάσος. Η Μονή ήταν ανεξάρτητη και άκμαζε επί Τουρκοκρατίας. Είχε πολλά κτήματα στην περιοχή που τα εκμεταλλευόταν η μοναστική αδελφότητα μέχρι το 1850.


Σήμερα διασώζεται μόνο η εκκλησία της Μονής η οποία κτίστηκε τον 13ο αιώνα. Πρόκειται για μονόκλιτο ναό χωρίς Τρούλλο. Η εκκλησία ανακαινίστηκε το 1941 και σήμερα υπάγεται υπό την προστασία του τμήματος αρχαιοτήτων.
Διασώζονται τοιχογραφίες του Αγίου Μάμαντος.



The Monastery of Saint
George is located about 1 km. northeast of the village of Lysos in the forest.The monastery was independent and flourished during the Ottoman Period. It owned much property in the area which was under the care of the monastic community until 1850.
Today only the church of the monastery survives which was built in the 13th century. It's a single nave church without the dome. The church was renovated in 1941 and today it's under the protection of the Department of Antiquities.
Murals of Saint Mamas can be traced on its walls.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Άγνωστα δίστιχα (τσιαττιστά) από το χωριό Έμπα της Πάφου


Ε... τζ' η Τζοίλη που να τζύλησε
τζ' η Τάλα που να χάθει
Μ' η Έμπα εν καλό χωρκό
να ζήσει να γεράσει.


Ε... κατατροσσίηζω το νερό
τζιαι πα στες πουρνελλούες
ίντα γλυτζιά φιλίματα
έχουν οι Εμπατούες.


Ε... στην Χώρα Χωραΐτισσες
στην Πέγεια Πεγειωτούες
τζιαι μεσ' την 'Εμπα που λαλούν
άσπρες τζιαι γιαλλουρούες.


Ε... την βρύση των Εμπάτισσων
έκαμά την μποστάνι
τζι' απόσιει πόνο στην καρκιάν
ας πα να πκει να γιάνει.


Ε.. μέσα στην Έμπα που λαλούν
ούλλον τρεμιθολόϊ
τζι' έσσιει κοπέλλες όμορφες
κότζιηνες σαν το ρόϊ.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Έμπα της Πάφου


Στην τοποθεσία Πετρίδια, μεταξύ της πόλεως Πάφου και της Έμπας βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η εκκλησία στη σημερινή της μορφή αποτελείται από τρία ξεχωριστά μέρη. Το αρχαιότερο τμήμα είναι το ανατολικό. Το τμήμα τούτο είναι υπέργειος κτιστός τάφος με τρία αρκοσόλια, που αρχικά εκαλύπτετο με ημισφαιρικό θόλο. Ενδείξεις γι' αυτό υπήρχαν στις γωνίες όπου ενώνονται τα αρκοσόλια. Το κεντρικό τμήμα του τάφου αποτελείται από ένα ορθογώνιο χώρο διαστάσεων 2 Χ 2,40 μ. Στις τρεις πλευρές υπάρχουν αρκοσόλια διαστάσεων 2 Χ 1 μ. το βόρειο και νότιο, και 2 Χ 0,80 μ. το ανατολικό. Το νότιο αρκοσόλιο εντοιχίστηκε. Δυτικότερα κτίστηκε αργότερα ορθογώνιος προθάλαμος διαστάσεων 4,50 Χ 3 μ. περίπου, του οποίου ο νότιος και βόρειος τοίχος εκτείνονται 3 μ. δυτικότερα.


Ο προθάλαμος εκαλύπτετο με τρούλλο με ψηλό τύμπανο. Ο τρούλλος έχει καταστραφεί. Σώζεται όμως μέρος του δυτικού τμήματος του τυμπάνου με ένα στενόμακρο παράθυρο. Δυτικότερα οι τοίχοι του προθάλαμου επεκτάθηκαν με αποτέλεσμα να σχηματισθεί ένας ορθογώνιος χώρος εσωτερικών διαστάσεων 6,75 Χ 3,50 μ. που καλύφθηκε με ημικυλινδρική καμάρα.


Η ανέγερση του δυτικού αυτού τμήματος έγινε μετά την καταστροφή της κάλυψης του θαλάμου και του προθαλάμου, γιατί η ημιικυλινδρική καμάρα επεκτάθηκε ώστε να καλύψει και τον προθάλαμο και το νεκρικό θάλαμο. Δυο τυφλά τόξα που ανοίγονται στο πάχος του βόρειου και νότιου τοίχου της δυτικής προσθήκης έχουν οξυκόρυφα τόξα. Μια θύρα στον δυτικό τοίχο και άλλη στο νότιο τοίχο της δυτικής προσθήκης οδηγούν στο εσωτερικό της εκκλησίας.


Αρχικά η εκκλησία ήταν τοιχογραφημένη. Σήμερα σώζονται στο νότιο τοίχο ο άγιος Μερκούριος και άλλος αδιάγνωστος στρατιωτικός άγιος. Στο σημείο αυτό διακρίνονται τρία επάλληλα στρώματα τοιχογραφιών. Στο βόρειο τοίχο εικονίζεται έφιππος άγιος αρκετά φθαρμένος, ίσως ο άγιος Γεώργιος. Πρόσφατα ασβεστοχρίσματα έχουν σχεδόν εξαφανίσει τις τοιχογραφίες αυτές. Η παράδοση λέει ότι τα μάτια των αγίων καταστράφηκαν από τους Τούρκους.


Από τη φύση της η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στα Πετρίδια δεν έχει αψίδα. Σαν βήμα χρησιμοποιείται ο νεκρικός θάλαμος. Στη σημερινή της μορφή η εκκλησία είναι δύσκολο να χρονολογηθεί. Ο νεκρικός θάλαμος ανήκει στη Ρωμαϊκή Παλαιοχριστιανική περίοδο. Ο προθάλαμος κτίστηκε ίσως στις αρχές της Μέσης Βυζαντινής περιόδου, ενώ η δυτική επέκταση ανήκει, ίσως, στην εποχή της Φραγκοκρατίας, αν όχι νωρίτερα, με μεταγενέστερες επεμβάσεις.
Στα πιο παλιά χρόνια κατά την ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, μετά την ακολουθία, γινόταν στο προαύλιο της εκκλησίας πανηγύρι με φαγοπότι και χορούς.