ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Κυπριακό Παραμύθι: Ο πλούσιος που ήθελεν νάβρει τον Θεόν

Είσσεν έναν αντρόϋνον πολλά πλούσιον τζι' εν εκάμναν παιδκιά τζιαι κάθη νύχτα ως έναν μήναν εθωρούσαν εις τ' όρομάν τους, τζ' ο άντρας τζι' η γεναίκα, να δώσουν τα έχη τους εις την γην τζι' εν να τάβρουν τετραπλούν εις τους ουρανούς. «Ολάν», λαλεί ο άντρας της, «έσσει έναν μήναν που θωρώ κάθη νύχτα στ' όρομάν μου να δώσουμεν τα έχη μας εις την γην τζι' εν να τάβρουμεν τετραπλάσια εις τους ουρανούς». -«Είντα τζι' εγιώ το ίδιον όρομαν θωρώ», λαλεί του η γεναίκα του. Εκάμαν έναν τταμίνιν να ζήσουν -να ζήσουν... αλλό είκοσι γρόνια -ήταν ογδόντα γρονών - «αί» , λαλούν, «να τα πουλήσουμεν ούλα να τα δώσουμεν εις τους φτωχούς τζιαι ν' αφήσουμεν έχη ως είκοσι γρόνια να περνούμεν· ζαττίν πάνω που εκατόν γρονών εν τζιαι γινισκούμαστιν».
Έτσι ήτουν. Επουλήσαν τα έχη τους τζι' αφήκαν ως είκοσι γρόνια τροφήν. Γιάλι-άλι επεράσαν το γρόνια, εμείναν τους πεντέξη μήνες να τους λείψουν τζείνα που φήκαν τζιαι να σώσουν τζιαι τα εκατόν γρόνια. «Ολάν», λαλεί ο άθθρωπος της γεναίκας, «είες δουλιάν που πάθαμεν; Έτο εν χα-χα να σώσει ο τζαιρός, να λείψουν όσα φήκαμεν τζι' εμείς-ι-ζιούμεν. Είντα 'μ που εν να ινούμεν πο τζει τζιαι τζει; Να μου κάμεις κάμποσον ποξαμάτιν τζι' εν να καβαλλιτζέψω τον άππαρον μου να πάω νάβρω τον Θεόν να δω είντα εν τούτ' η δουλειά που μας έβαλεν να κάμουμεν».
- Εκαβαλλίτζεψεν το χτηνόν του, έβαλεν το ποξαμάτιν μεσ' το γισάτσσιν τζι' ελάμνησεν κατά την δύσην, γιατί μ' έναν τταμίνιν είπεν ότι εν που ποδά ο Θεός. Επήαιννεν-επήαινεν, ενυχτώθην μεσ' την στράταν. Εν έξερεν είντα ΄μ που εν να κάμει. Αν μεν είσσεν χωρκόν κοντά εν να τον φαν τα θηρία μέσ' στ' όρος. Έτσι σγιον εσυλλοάτουν, θωρεί μακρά έναν φως τζι' ελουλλούπαν. Εγίσωσεν πάνω του.
Επήεν, ήυρεν έναν ασκητήν μέσα σε μιαν καλύφην τζι' ασκήτευκεν. Λαλεί του, «έσσει λλίον τόπον να μείνω τζι' εγιώ, γυιέ μου, δαχαμαί τζι' ενυχτώθηκα;» -«αί». λαλεί του ο ασκητής, «έτην καλύφην, δήσε το χτηνόν σου έξω τζιαι φωρεί μας για ππεσσίν. Εν να ππέσεις τζι' εσού χαμαί όπως-ι-ππέφτω εγιώ». -«Καλάν, γυιέ μου», λαλεί του. Άμαν τζι' έσασεν το χτηνόν του τζι εκάτσαν, λαλεί του ο ασκητής, «θέλεις παππού να κουνουσστίσουμεν τζιαι λλίον σαν ήρτες δα πάνω δα;» -«Να κουνουσστίσουμεν, γυιέ μου», λαλεί του. -«Τζιαι πώς ως ώδε παππού», λαλεί του ο ασκητής, «εγιώ έσσει τόσα γρόνια π' ασκητεύκω να σώσω τη ψυσσή μου δα πάνω τζιαι πλάσμαν του Θεού εν εία τζι' εσού, γέρος άθθρωπος νάρτεις...». -«Είντα να σου πω, γυιέ μου», λαλεί του. Έτσι τζι' έτσι. «Κάθη νύχτα τζι' εγιώ τζι' η γεναίκα μου εθωρούσαμεν έναν όρομαν ως έναν μήναν να πουλήσουμεν τα έχη μας να τα δώσουμεν εις τους φτωχούς τζι' εν να τάβουμεν τετραπλάσια εις τους ουρανούς». Τζι' είπεν του ούλλην την ιστορίαν όπως ιγίνηκεν. -«Τζιαι τωρά πάω νάβρω τον Θεόν να τον αρωτήσω». -«Αί παππού», λαλεί του, «αφούς εν να πα νάβρεις τον Θεόν εν τον αρωτάς πότε εν να τελειώσει τζι' εμέναν η άσκησή μου;» -«Να τον αρωτήσω γυιέ μου», λαλεί. Του ασκητή κάθη νύχτα ο Θεός έριβκέν του ένα ψουμίν τζιαι τζείνην την νύχταν έριξέν του δκυό, το έναν για τον γέρον. Ο ασκητής που την λυσκιάραν του έχωσεν το ψουμίν τζι' ο γέρος έφαν που το ποξαμάτιν του.
Γύρισ' η μέρα, που το πωρνόν εσηκώστην, εκαβαλλίτζεψεν το χτηνόν του τζι' ελάμνησεν. Πάλε άμαν τζ' ενυχτώθην, είεν φως τζι' επήεν. Ήυρεν μιαν γεναίκαν μέσα σ΄έναν σπήλιον τζι' ασκήτευκεν. «Έσσει, κόρη μου», λαλεί της, «νάκκον τόπον να μείνω τζι' εγιώ;» -«Ποττέ», λαλεί του, «παππού να μεν μείνεις; Κατέβα, δήσε το χτηνόν σου να κουνουσστίσουμεν τζιόλης».
Εκατέβην ο γέρος, έδησεν το χτηνόν του τζ' έμπην μέσ' τον σπήλιον. «Τζιαι πώς ώδε παππού», λαλεί του η ασκητίνα. -«Είντα εν να σου πω κόρη μου», λαλεί της, έτσι τζι' έτσι -τζι' είπεν της ούλλην την ιστορίαν -«τζιαι τωρά που θωρείς, πάω νάβρω τον Θεόν να τον αρωτήσω». -«Τζι' αφούς εν να πας παππού, εν τον αρωτάς τζιαι για μέναν τουν τ' αμμάδκια μου που εν έτσι πονιζάμενα πότε εν να γειάνουν;» -«Καλόν, κόρη μου, να τον αρωτήσω», λαλεί της. Την νύχταν πάλε ο Θεός έριξεν της τζιαι τούτης δκυό ψουμιά. Έπκιασεν το έναν έδωσέν το του γέρου. «Όϊ κόρη μου», λαλεί της, «εγιώ έχω το ποξαμάτιν μου, έφησ' το εσού που είσαι μέσ' τα όρη». -«Ποττέ», λαλεί του, «τούτον έπεψέν σου το ο Θεός. Κάθε νύκτα ρίβκει μου έναν τζιαι πόψε έριξέν μου δκυό τζιαι το έναν εν για λλόου σου. Αν δεν το πκιάσεις εν είσαι καλός άθθρωπος». Έπκιασεν το τζι' ο γέρος.

Που το πωρνόν εσηκώθην πάλε τζι' έπκιασεν στράταν. Έτσι σον επήαινεν είεν έναν βοσκόν τζι' έσερνεν νερόν που τον λάκκον τζι' επότιζεν αίγες τζιαι κουέλλες τζιαι έρκουνταν τζι' επίνναν τζι' εφεύκαν τζι' έρκουνταν άλλες τζι' εν είχαν λείψην. Όσσον τζι' είεν τον: -«Ά παππού», φωνάζει του, «κάτσε που κα στην μοσφιλιάν να πνάσεις τζιαι νάρτω τζι' εγιώ να κουνουσστίσωμεν».
Έκατσεν ο γέρος, επήεν τζι' ο βοσκός: -«Τζιαι πώς ως ώδε, παππού;» λαλεί του. -«Είντα εν να σου πω, γυιέ μου», έτσι τζι΄έτσι, «τζιαι τωρά πάνω νάβρω τον Θεόν να τον αρωτήσω». -«Τζι' αφούς εν να πας, παππού», λαλεί του, «εν τον αρωτάς πότε εν να λείψουν τζι' εμέναν τούτες οι αίγες τζι' οι κουέλλες τζιαι σύρνω-σύρνω νερόν να τες ποτίσω τζι' εν έχουν λείψην;» -«Κάλο, εν τον αρωτώ, γυιέ μου», τζι' εκαβαλλίτζεψεν τζι' ελάμνησεν.
Έτσι σον επήαννεν ηύρεν έναν γέρον ασπρομάλλην τζ' εκάθετουν κοντά σε μια βρύσην τζι' εκράτεν έναν καλάθιν τζι' είσσεν μέσα τρία αυκά τζιαι τρία ψουμιά. «Κόπκιασε τζι' εσού», λαλεί του, «να κάτσεις να πνάσεις». -«Μα εν-ι-ξέρω τους τόπους». -«'Ελα», λαλεί του,«να πνάσεις τζι' εν να πάω τζι' εγιώ στο χωρκόν τζιαι να σε πάρω». Επέζεψεν τζι' έκατσεν. Έπκιασεν ο άλλος γέρος έναν αυκόν τζι' έναν ψουμίν τζι' έδωσέν του. «Όϊ», λαλεί του, «εν θέλω, άηστα εσού· γέρος άθθρωπος εδκιακόνησες έναν αυκόν τζι' εν να μου το δώκεις;» Λαλεί του, «αν δεν τα πκιάσεις εν είσαι καλός άθθρωπος». Επκιασέν τα τζι' ο γέρος. «Τζιαι πόθθεν είσαι γέρο;» λαλεί του. -«Ού, είμαι που πολλά μακρά» -«Τζιαι πού πάεις;» -«Είντα να σου πω», έτσι τζι έτσι, «τζιαι πα νάβρω τον Θεόν (εν τζι' εκατάλαβέν το πως ήτουν ο ίδιος ο Θεός).» -«Εδυστύχησες;» λαλεί του. Λαλεί του «όϊ». «Αί, τζι' αφούς εν εδυστύχησες γιατί εσυγκλεθκιάστης τόσον; Να στραφείς πίσω στον τόπο σου τζι' ύστερα που τρεις ημέρες, εν να πεθάνει η γεναίκα σου τζι' ύστερα που μιαν εβτομάαν εν να πεθάνεις τζι' εσού τζιαι να κάμεις γλήορα να φτάσεις την γεναίκα σου να την σάσεις τζι όπως σας είπεν ο Θεός εν να τάβρετε». -«Να σ' αρωτήσω τζιαι έναν πράμαν. Σαν έρεσσα ηύρα έναν ασκητήν τζι' είπεν μου ν' αρωτήσω τον Θεόν πότε εν να τελειώσει η άσκησή του». «Να του πεις να φύει να πα, να πκιάσει τσάππαν να ζήσει γιατί εν να πεθάνει της πείνας. Έσσει τρεις ημέρες που εν τούππεσε ψουμίν. Την νύχταν που ήσουν τζι' εσού, ο Θεός έριξεν δκυό ψουμιά, το έναν ήταν για σέναν τζι' εν σου τόδωκεν τζιαι να του πεις να μεν καρτερά σωτηρίαν». -«Ηύρα τζιαι μιαν γεναίκαν που ασκήτευκεν τζι' είπεν μου ν' αρωτήσω τον Θεόν, τ' αμμάδκια της που εν έτσι πονιζάμενα πότε εν να γειάνουν;» -«Εν καλής ψυσσής τζιαι να της πεις εν να γειάνουν γλήορα». -«'Ηυρα τζι' έναν βοσκόν, που πότιζεν αίγες τζιαι κουέλλες τζι' εν είχαν λείψην τζι΄είπεν μου ν' αρωτήσω τον Θεόν πότε εν να λείψουν». «Να του πεις ότι εν να λείψουν αφούς το θέλει, αλλά εν να λείψει τζιαι η ζήση του τζι' εν να μετανώσει τζιαι να κλαίει πικρά για τούτον που ζήτησεν». -«Να σ΄αρωτήσω ακόμα έναν άλλον πράμαν», λαλεί του. «Πε μου». -«Εσού πού τα ξέρεις ούλλα τούτα;» -«Άκου μου τούτα που σου λαλώ τζιαι μεν αρωτάς παραπάνω πράματα. Μόνον έναν πράμαν να ξέρεις, ο Θεός θωρεί μας ούλους. Χάτε, σήκου τζιαι πήεννε έσσω στην γεναίκα σου». Έτσι ήτουν.
Εκαβαλλίτζεψεν ο γέρος, επέρασεν που τον βοσκόν, επέρασεν που την γεναίκαν την ασκητήναν, επέρασεν που τον ασκητήν, είπεν τους τα όπως του τα είπεν. Λάμνε-λάμνε, έφτασεν εις το χωρκόν του. Είπεν την ιστορίαν ούλην της γεναίκας του. Εππέσαν την νύχταν, που το πωρνόν η γεναίκα του άρωστη. Ασκοπά που κα στο μαουλούτζιν του, θωρεί μιαν λίραν γρουσήν! Έπκιασέν την επήεν, έσασεν τζι' έθαψεν την γεναίκα του τζι' έδωκεν τζιαι του παπά για να τον θάψει τζιαι τζείνον, τζι΄ύστερα που μιαν εβτομάαν επέθανεν τζι' ο ίδιος. Εσώσαν τζι' οι δκυό τους ίσσια εκατόν γρονών.

Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Αροδαφνούσα (απόσπασμα): Κύπρος Χρυσάνθης


Κι' η ρήγισσα η κακούργισσα το μυστικό μαθαίνει.
Σπέρνει τον χάρο στα κλωνιά, κλωνί - κλωνί τα καίει,
μες τις αυλές θανατικό σκορπά και τις ρημάζει.
Την κορασιά αποτέλειωσε μες το πρωτάνθισμά της.
Δεν έκλαψαν για τα κλωνιά. Του χρόνου θα βλαστήσουν
διπλά - τριπλά να σκεπαστούν κι' οι γειτονιές κι' ο κόσμος.
Δεν έκλαψαν για τις αυλές. Καινούργιες θα προβάλουν
με λεμονόδεντρα πολλά κι' ανθοβραγιές και φράχτες.
Εκλάψανε την κορασιά που δεν θα ξαναδούνε:-

Η νερατζούλα η ακριβή στο περιβόλι στέκει
χωρίς πρασινολόγημα τα δάχτυλα αναπλέκει.
Τη βρήκε στ' ανθοβόλημα μια πυρκαγιά δρεπάνι
κι' απόκοψε τον ανθισμό κι' άφηκε το κοτσάνι.

Τρεις αδελφές στη γειτονιά, τρεις αδελφές στον κόσμο
τριανταφυλλιά και λεμονιά και το φτωχούλι δυόσμο.
Τα ρόδα εκορφολόγησαν, τη λεμονιά εκλαδέψαν,
τον δυόσμο εκαταπάτησαν τη γειτονιά στερέψαν.

Η γλάστρα επυκνοφούντωσε μες τον βασιλικό της
κι' επαίζαν με τα φύλλα της, τον μοσκοβολισμό της.
Μα αφότου εκορφολόγησαν το ευωδιαστό χορτάρι
η γλάστρα μας ρημάχτηκε και φάνταξε λιθάρι.

Δικέφαλος χρυσαετός τα σύγνεφα χαράζει
με τ' απλωτά φτερούγια του ίσκιο βαρύ σταλάζει.
Κομένα νυχοπόδαρα πουλλάκια δεν σπαράζουν,
ψαλιδισμένα τα φτερά κανένα δεν τρομάζουν.

Οι στράτες πυκνοφούντωσαν μες το παχύ χορτάρι
και τα νερά εμουρμούριζαν κι' ανθούσε το λιθάρι.
Μα το χορτάρι εμάδησε και τα νερά εσιωπήσαν
κι' οι στράτες οι κατάχλωρες αγκαθερά εγεμίσαν.

Κλαίνε τα μάτια την αυγή, κλαίνε το μεσημέρι,
κλαίνε το βράδυ όταν φανή στον ουρανό τ' αστέρι
και κλαίνε μέσα στ' όνειρο κλειστά -κλειστά ματάκια,
μα κλείνε εσένα πιο πολύ τα γιασεμιά παιδάκια.

Σε μούλα χρυσοκάπουλη τραγουδιστής περνούσε.
Στον δεκαπεντασύλλαβο μαστόρεψε τον μύθο:-

Ύμνε χρυσέ της ομορφιάς κι' ανθέ της τέχνης πρώτε,
μύθε παλιέ, που ξύπνησες μες την καινούργια Κύπρο,
όπως ξυπνάει τις άνοιξες η πλάση με τον σπόρο,
ώ Αροδαφνούσα, μάγισσα και πρώτη ερωτοκρίτρα
και χρυσομελιτάρισσα κι' απριλοφορεμένη,
χελιδονογλυκόχειλη κι' ερωτοτραγουδίστρια
και της Κυπραίισσας γης ψυχή, ψυχή μου Αροδαφνούσα,
σα μήλο να κατακοπώ σα ρόδι να σκορπίσω
και σαν καπνός ν' ανεμιστώ, κυρά, αν σε λησμονήσω.
- Απ' την Φραγκιά το σόϊ μου και κατοικιά μου η Κύπρος
μα ερωτοπλάνταχτη η καρδιά κι η σκέψη ωραιοπλάστρα.
Τον μύθο μου περίπλεξαν κι' η ρήγισσα΄ Αφροδίτη
ξανάζησε στους κόρφους μου μ' ένα καινούργιο θώρι.
Κι' είμαι καθρέφτης ξενικός, βενέτικος καθρέφτης,
που την Κυπράισσα ψυχή βαθιά του καθρεφτίζει.
Στον μύθο μου οι αξέφραστες σαλεύουνε γλυκάδες
κι' οι νίστιμιές κι' οι λυρισμοί κι' καϋμοί κι' οι πόθοι
κι' οι ξανθομάλλες ερωτιές κι' τρισγαλάζιες μνήμες
και το χρυσό ανατρίχιασμα κι' οι μουσικές των όρκων
και των φιλιών οι πλήμμυρες και των χαδιών ο Μάης
κι' η ζήλια η πρασινόθωρη κι' η φόνισσα υποψία.
Κι' όλα μαζ΄κι' ο νοστιμιές κι' οι ερωτιές κι' οι μνήμες
και τα φιλιά κι' καΰμοί κι' οι ζήλιες κι' οι υποψίες
αισθήματα Κυπράικα ριχτά σ' ένα καθρέφτη.
Κι' όλο το μαύρο δράμα μου το δράμα όλης της Κύπρου.

Σου μήνυσε η κακούργισσα να πορευθής στον πύργο,
στον πύργο, τον εφτάπυργο, το φιδοπλεματάρη,
τριανταφυλλιά της γειτονιάς και του καζά στολίδι.
Βάζεις τον Μάη για κάζακα και τον Απρίλη ζώνη
κι' όλα τα λούλουδα της γης στολίδια και κεντίδια,
κι' αχεροποίητη φάνταζες αγάλια όθε περνούσες
κι' ολούθε γλυκανθίζανε λάμψες του μαλαμάτου
μεθύσια κοιλανιώτικα, παφίτικες αγάπες,
παραλιμνίτικοι σκοποί, λάμψες της ντόπιας Τέχνης.
Και μια φωνή και μια λαλιά τριγύριζε τις στράτες:
«Κόρη, για δος μου θάνατο, κόρη για δος μου πόθο»
Κι' ήσουν θρησκεία ενός λαού και μιας φυλής πατρίδα,
του ρήγα του ερωτόκριτου το ερωτορηγάτο.
Στο πύργο, τον εφτάπυργο, τον φιλοπλεματάρη,
δίσεχτος χρόνος κλάδωνε της ρήγισσας η ζήλια
όπου ολούθε μάγια κάρφωνε σα μάγισσα τεχνίτρα
και ξόρκιζε τα ξωτικά και δαιμονοκαλούσε
και μπαίνοντας, ανθόκλασε, σε χτύπησε και πάεις.

Μα της καρδιάς σου ο στεναγμός στα πέρατα μισεύει
σαν χελιδονοσπαθίσματα σκίζοντας τον αγέρα
και στη καρδιά του βασιλιά το μήνυμα κομίζει.
Μήτε της στάλας το φευγιό σαν πέφτε από να νέφη,
μεδέ του νου τ' ανάβλεμμα στης προφητείας τις ώρες
κι' ούτε της μάγας έμπνευσης η αστραφτερή γοργάδα
ξεπέρασαν το γύρισμα του μηνυμένου ρήγα.
«Ω! που σε τάγιζα μοσκιές και μέλι απ' την Κυθραία
και σαψυχιές λιβανωτές σου ξάπλωσα στο στρώμα,
του νου μου ροδοχάραμα και της καρδιάς μου κρίνε,
φλουρί μου διπλομάλαμο κι' ανθοκωνσταντινάτο,
άνοιξε τα ματάκια σου τις ζωγραφιές του κόσμου
κι' άνοιξε τα χειλάκια σου τις γλυκοβρυσομάνες
και τη μιλιά σου ξέδεσε να σκλαβωθούν οι πλάσες»
Το κλάμα το μακρύσυρτο, γιομάτο είναι ποτάμι.
Κι' απ' το θηκάρι το χρυσό χρυσόλαβο μαχαίρι
τραβά, στηθοκαρφώνεται και πλάι σου μαρμαρώνει
κι' αντάμα εκοινηθήκετε ρήγες μαρμαρωμένοι.
Μα του καιρού το γύρισμα θα σας ξαναγεννήσει,
εσέ τον ερωτόκριτο, τον κάρδιοφλογισμένο,
κι' εσένα την αξέφραστη την μάισσα Αροδαφνούσα,
ώ εσέ καθρέφτη ξενικέ, βενέτικε καθρέφτη
που την Κυπραίισσα ψυχή βαθιά σου καθρεφτίζεις
ύμνε χρυσέ της ομορφιάςκι' ανθέ της τέχνης πρώτε,
μύθε παλιέ, που ξύπνησες μες την καινούργια Κύπρο.

Κύπρος Χρυσάνθης

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Κύπρος Χρυσάνθης: Ύμνος στην Παναγία της Κύπρου



Στην αγγελόκτιστη εκκλησιά σου, ώ Παναγία Αγγελόκτιστη,
με τα ψηφιδωτά σου,
ο Αράπης κι' αν σε τόξεψε κι' έσταξε το αίμα ποταμός
από τα γόνατά σου,

Την εύκαρπη τη μήτρα σου ανυμνούνε Αρχάγγελοι,
αχεροποίητη εικόνα εικόνα.
Κι' ώ Παναγία των Ασταθιών, Σαρακηνοί κι' αν τρύπησαν
στο συντιμμένο αγώνα

τα μάτια σου, του ελέους πηγή, των Σεραφείμ στεφάνωμα
στην κόμη σου ανατέλλει.
Κι' ώ Σαϊτιώτισσα κυρά, τον δράκο κατανίκησες
στα πύρινά σου βέλη.

Γαλόκτιστή μου Παναγία, κτισμένη με τα γάλατα,
και μες το δρυ κλεισμένη,
αθώρητη κι' απείρακτη απ' τα βλέμματα τ' αλλόθρησκου,
αγγελοφυλαγμένη,

Θεόνυμφη Θεοσκέπαστη - της Ομορφιάς κυρά,
διάδημα του κάλλους,
κι' αν Παναγιά Αφροδίτισσα κι' αν της Αγάπης Παναγιά,
φως σωστικό στους σάλους.

Κι' αν Θρηνωδούσα, σκήνωμα της συμπόνιας ευρύχωρο,
του οίκου χρυσή λυχνία.
Στο Κάστρο Λιμενιώτισσα, των ναυτικών διάσωσμα
στην τρικυμία.

Νεροφορούσα αρχόντισσα, που των εφτά ουρανών
ανοίγεις την κερήθρα
να τρέξη τ' άφθονο, κι' Απογυριστική
του πειρασμού τα ρείθρα.

Χρυσορογιάτισσα κυρά, Γαλακτική μου αφέντισσα
ή Χρυσογαλακτούσα,
τους ποταμούς του γάλακτος ανθίζεις μέσα στους μαστούς,
Χρυσελεούσα.

Φωτολαμπούσα, που ευτυχείς μάτια τυφλά στο φως,
φως πορφυρό κλημάτου,
αχτίδα του ήλιου που βοηθά στη γέννα, ώ Παναγιά
παρθένα του Γεννάτου.

Στο μαύρο πύρωμα χρυσό βοτάνι, Σφαλαγγιώτισσα,
τ΄Άρακα Παναγία,
που σταματάς την πύρεξη κι' εσύ της Αμασγού
των κοπαδιών γιατρεία.

Χρυσαιματούσα, που σφαλάς της φλέβας τους κρουνούς
κι' η χάντρα δε ροδίζει
απ' της γυναίκας την πηγή, κι' ώ Θεοτόκε του Καρμιού,
το δέρμα που γεμίζει

Σπειριά, γεμάτα το έμπυος και πονηρές σκισμές
γρυσογητεύεις,
και των ματιών την πόνηση, φωτίστρα μου Διορίτισσα,
μ' αγιάσματα γιατρεύεις.

Παντάνασσα, Αψιθιώτισσα και Χρυσοκουλουργιώτισσα
και Θελετροφυλάκτρα,
Κυπαρισσιώτισσα, Ιαματική κι' εσύ Χρυσοπαντάνασσα
Κυκκώτισσα φυλάκτρα.

Τί κι' αν αχεροποίητη, κι αν του Κορνάρου αμάραντος
βλαστός θεϊκού κλημάτου,
κι' αν πολυθρύλητη έμπνευση τ' Αποστόλου Λουκά,
κι' αν άγνωστου ονομάτου,

Είσαι καλοΐσκιωτη αδελφή, μάνα πνευματική,
κερήθρα θυγατέρα,
πρεσβεία για τον Παράδεισο στην σκλαβωμένη γη
κι' αυγή στη μέρα,

που λέει για εύπορους καιρούς και για λειβάδια μέλισσες
μύρο νοερό γιομάτα,
και στέφανα αχειρόπλοκα και προστασίες πανύμνητες,
ώ νύφη Αγγελομάτα.

Κύπρος Χρυσάνθης


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Η εικόνα της Παναγίας Σεντνάγια στο χωριό Φρέναρος της Κύπρου - The icon of the Virgin Mary of Saydanaya at the village of Frenaros in Cyprus

Παναγία η Σαδτανάηα, (14ος αι), Ιερός Ναός Αρχαγγέλου
Μιχαήλ Φρενάρους, Aμμόχωστος - Theotokos of Saydanaya, (14th cen.), church of Archangel Michael, Frenaros village, Famagusta
Η Μονή της Παναγίας της Σαϊντανάγια (Σεντνάγια) βρίσκεται στη Συρία και είναι ξακουστή σ' όλους τους χριστιανούς, αλλά και σε πολλούς μουσουλμάνους της περιοχής. Η μεγάλη δημοτικότητα της Μονής οφείλεται στα πλήθος θαύματα που γίνονται με τη μεσολάβηση της Θεοτόκου γι' αυτό και σε αριθμούς επισκεπτών είναι το σημαντικότερο χριστιανικό προσκύνημα στη Μέση Ανατολή, μετά την Ιερουσαλήμ.
Η Μονή της Σαϊντανάγια περιέχει μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας με το βρέφος της, τον Ιησού, ζωγραφισμένη από τον Απόστολο Λουκά τον Ευαγγελιστή. H λέξη «Σαϊντανάγια» είναι σύνθετη και στα Ασσυριακά « Σαΐντα» σημαίνει Κυρία και «Νάγια» σημαίνει εμάς. Δηλαδή, η Κυρά μας, και εννοούν την Παναγία.
Η Μονή χτίστηκε το 547 μ.Χ. Λέγεται ότι ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός, διασχίζοντας την έρημο της Συρίας κατά τον πόλεμό του με τους Πέρσες, δοκιμάστηκε σκληρά σε αυτά τα μέρη μαζί με το στρατό του λόγω ελλείψεως νερού. Στην περιοχή που είναι χτισμένο τώρα το Μοναστήρι, εμφανίστηκε στον Αυτοκράτορα ενα πανέμορφο ελάφι, το οποίο κυνήγησε επίμονα. Καθώς το ελάφι έφτασε σε μια πηγή με νερό, πήρε τη μορφή της Παναγίας, η οποία ζήτησε από τον Ιουστινιανό να της χτίσει σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο ένα μοναστήρι, εις ανάμνηση του θαύματος που τους έσωσε από την έλλειψη νερού. Γυρίζοντας από τον πόλεμο, ο Ιουστινιανός διέταξε τους αρχιτέκτονές του να σχεδιάσουν ένα μοναστήρι για να το χτίσει στο σημείο που του υπέδειξε η Παναγία. Επειδή κανένα σχέδιο δεν τον ικανοποιούσε, η Παναγία εμφανίστηκε και πάλι η ίδια στον Αυτοκράτορα και του υπέδειξε το πανέμορφο σχέδιο με το οποίο είναι χτισμένο σήμερα το μοναστήρι.
Στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του χωριού Φρέναρος στην Κύπρο, υπάρχει μια εικόνα αφιερωμένη στη Παναγία Σαϊντανάγια, βυζαντινής τέχνης, η οποία ανάγεται στον 14ο αιώνα. Η εικόνα αυτή είναι γνωστή στην Κύπρο ως «Παναγία του κυνηγιού» και προφανώς αυτή η ονομασία να οφείλεται στη παραπάνω ιστορία.
Η ύπαρξη της εικόνας αυτής στην Κύπρο δεικνύει ότι η Παναγία η Σαϊντανάγια στη Συρία ήταν κάποτε ξακουστή και στο νησί, πράγμα που σημαίνει ότι κατά το παρελθόν θα ταξίδευαν και πολλοί Κύπριοι προσκυνητές στην εν λόγω Μονή της Συρίας. Κάτω από την τεράστια αυτή εικόνα στο Φρέναρος απεικονίζονται τρία πρόσωπα τα οποία είναι οι δωρητές που μάλλον την παρήγγειλαν μετά από κάποιο θαύμα που έκανε η Παναγία η Σαϊντανάγια μετά από ένα προσκύνημα τους στη Μονή της Συρίας.

Ιερός Ναός Αρχαγγέλου
Μιχαήλ, Φρέναρος- Church of Archangel Michael, Frenaros

The Monastery of the Virgin Mary of Saydanaya in Syria is famous to all Christians, but also many Muslims, in the region. The great popularity of the monastery is due to the many miracles that are mediated by the Virgin Mary, so in the number of visitors, it's the most important Christian pilgrimage in the Middle East, after Jerusalem.
Τhe Monastery of Saydanaya contains a miraculous icon of the Theotokos with infant Jesus which was painted by the Evangelist Luke the Apostle. The word "Saydanaya" is a acombined word and in Assyrian "Sayda" means Lady while "Naya" means our. That is, Our Lady, as they call the Panagia there.
The monastery was built in 547 AD. It is said that the Emperor Justinian, while crossing the Syrian desert during the war with the Persians, went through severe hardships in these parts along wth his army for lack of water. At the area where now the monastery is built, a beautful deer appeared to the Emperor, which he persistently chased. As the deer came to a spring of water, it took the form of the Virgin Mary who asked Justinian to build on that very spot a monastery in her name in commemoration of the miracle that saved them from lack of water. Returning from the war, Justinian ordered his architects to design a monastery to be build at the spot indicated by the Virgin Mary. Because no design could satisfy him, the Virgin herself appeared again to the Emperor and presented him with the beautiful design which the monastery is built today.
In the church of Archangel Michael at the village of Frenaros in Cyprus, there is an icon dedicated to the Virgin Mary of Saydanaya, Byzantine in art, which dates from the 14th century. This icon is known in Cyprus as "Panagia (Virgin Mary) of Hunting" and apparently this name was given due to the above story. The existence of this icon in Cyprus indicates that the Virgin Mary of Saydanaya in Syria was once famous on the island, which means that in the past many Cypriot pilgrims would have had traveled to the said monastery in Syria.
At the bottom end of this huge icon in Frenaros, three persons are depicted who are the donors and they probably ordered the icon after some miracle was made to them by the Virgin Mary of Saydanay during a pilgrimage to the monastery in Syria.

Ιερά Μονή Παναγίας Σαϊντανάγια, Συρία - Monastery of the Theotokos of Saydanaya, Syria

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Ο Κύπριος Ιερομάρτυρας Μάρκελλος, επίσκοπος Απαμείας - The Cypriot Hieromartyr Marcellus, Bishop of Apamea.

Ο Άγιος Μάρκελλος γεννήθηκε στην Κύπρο και ήταν τέκνον πλούσιων και επιφανών γονέων, με μεγάλη μόρφωση, παντρεμένος και με παιδιά. Μαρτύρησε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Έζησε στα χρόνια του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου (τέλη 4ου αιώνα μ.Χ.). Σύμφωνα με τα Συναξάρια και τα Αγιολόγια ο Κύπριος ιερομάρτυρας, αφού απέκτησε σημαντικό πολιτικό αξίωμα στην Κύπρο, εντυπωσίασε όλους για την ευλάβεια και την εντιμότητά του στην ενάσκηση των καθηκόντων του.
Όταν πέθανε η γυναίκα του, αποσύρθηκε από το κόσμο για να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο στη Συρία, αφήνοντας τα παιδιά του στη θεία πρόνοια. Στη Συρία έγινε γνωστός για την καλοσύνη, την πραότητα και την πνευματική του μάθηση, εξαιτίας της οποίας οι πιστοί της Απάμειας τον επέλεξαν ως επίσκοπό τους.
Από το ιεραρχικό αξίωμα του επισκόπου της Απαμείας στη Συρία, εργάστηκε με δικαιοσύνη και ευσέβεια, ίδρυσε χριστιανικούς ναούς και κατεδάφισε ειδωλολατρικούς. Έναν από αυτούς αφιερωμένο στον Δία, δύσκολα μπόρεσε να καταργήσει, εξαιτίας της αντίστασης του πονηρού πνεύματος που κατοικούσε σ' αυτόν. Όταν, τέλος, πέτυχε τον σκοπό του, εξαγρίωσε τόσο τους ειδωλολάτρες, ώστε τον συνέλαβαν και τον έριξαν στη φωτιά, όπου τελείωσε μαρτυρικά τη ζωή του (389 μ.Χ.). Σύμφωνα με δεύτερη εκδοχή, ο ιερομάρτυρας Μάρκελλος τελείωσε τη ζωή του αφού εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό.

Η μνήμη του ιερομάρτυρα Μαρκέλλου επισκόπου Απαμείας εορτάζεται στις 14 Αυγούστου.

Saint Marcellus was born in Cyprus and was the son of prominent and wealthy parents, highly educated, married and with children. He found martyrdom in the early Christian centuries. He lived during the reign of Byzantine Emperor Theodosius (late 4th century AD). According to his synaxarium and agiologion, the Cypriot martyr, after been given a major political office in Cyprus, impressed everyone for his devotion and honesty in the performance of his duties.
When his wife died, he retired from the world to follow the monastic life in Syria, leaving his children to divine providence. In Syria he became known for his kindness, gentleness and spiritual learning, for which the faithful of Apamea chose him as their bishop.
From the hierarchical rank of bishop of Apamea in Syria, he worked in righteousness and piety, founded Christian churches and demolished pagan temples. He found that one of them dedicated to Zeus, was very difficult for him to eliminate, because of the resistance of an evil spirit that lived in it. When, finally, he achieved his purpose, the idoladers were so exasperated, that he was arrested and thrown into the fire, where he finished his life in martyrdom (389 AD). According to a second version, the Hieromartyr Marcellus ended his life after been executed by beheading.

The memory of the Hieromartyr Marcellus, bishop of Apamea is celebrated on August 14.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

H Κύπρος και το Πατριαρχείο Αντιοχείας - Cyprus and the Patriarchate of Antioch



Μεταξύ των Κυπρίων ιεραρχών που υπηρέτησαν στο πατριαρχείο Αντιοχείας, ήταν ο Ανθέμιος (17ος-18ος αιώνας, μητροπολίτης Ελενουπόλεως και πατριάρχης Αντιοχείας από το 1724 μέχρι τον θάνατό του το 1813), το Σίλβεστρο (18ος αιώνας, πατριάρχης Αντιοχείας από το 1724 μέχρι το θάνατό του το 1766) τον Άνθιμο (18ος αιώνας, μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως (Βαγδάτης) του πατριαρχείου Αντιοχείας) και τον Ιωαννίκιο (18ος αιώνας, μητροπολίτης Επιφανείας του πατριαρχείου Αντιοχείας). Αξίζει ακόμη ν' αναφερθεί η περίπτωση του Αθανάσιου, πατριάρχη Αντιοχείας, μη Κυπρίου, που αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αθανάσιος Β' Κύπρου και Αθανάσιος Γ' Αντιοχείας). Κύπριος στην καταγωγή ήταν και ο πατριάρχης Αντιοχείας Σπυρίδων Α' (τέλη του 19ου αιώνα). Αναφέρουμε ακόμη τον κυπριακής καταγωγής (από πλευράς του πατέρα του) Νεκταρίου μητροπολίτη Χαλεπίου.
Η Εκκλησία της Αντιοχείας ήταν εκείνη που ήγειρε επανειλημμένα αξιώσεις για έλεγχο επί της Εκκλησίας της Κύπρου, κατά του πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, με δικαιολογία ότι ο Χριστιανισμός επεκράτησε στην Κύπρο μέσω Αντιοχείας. Η απόδειξη δια της ευρέσεως του λειψάνου του αποστόλου Βαρνάβα, της αποστολικότητας της Κυπριακής Εκκλησίας (= ως ιδρυμένης από απόστολο) έδωσε τέρμα στις αξιώσεις αυτές και κατοχύρωσε το αυτοκέφαλον της Κυπριακής Εκκλησίας. Ωστόσο αντιοχειακές βλέψεις επί της Εκκλησίας της Κύπρου εκδηλώθηκαν και τότε και αργότερα, υπό διάφορες μορφές. Ένα παράδειγμα αποτελεί το προνόμιο των πατριαρχών της Αντιοχείας να χειροτονούν τους υπ' αυτούς επισκόπους. Το προνόμιο αυτό επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί και στην Κύπρο, ήδη από το 431 από τον Αντιοχείας Ιωάννη, όμως οι Κύπριοι δεν υπέκυψαν. Μια άλλη προσπάθεια επεμβάσεως της Εκκλησίας της Αντιοχείας, που απέβλεπε στην κατάλυση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου, έγινε το 1600 (περίοδος Τουρκοκρατίας) από τον πατριάρχη Ιωακείμ. Ο πατριάρχης εκμεταλλευόμενος την αναστάτωση που είχε προκληθεί στην Κύπρο εξ αιτίας των πράξεων του αρχιεπισκόπου Αθανασίου Α' (1592-1598), επενέβη στα πράγματα της Κύπρου με τη δικαιολογία ότι η Κυπριακή Εκκλησία υπαγόταν στη δική του πνευματική δικαιοδοσία κι όχι σ' εκείνη του Οικουμενικού πατριαρχείου που θεωρούσε ότι κακώς είχε αναμειχθεί. Κατά του πατριάρχη Ιωακείμ ετάχθη επιτυχώς ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς, που ήταν και τοποτηρητής του οικουμενικού θρόνου και που είχε κληθεί από τους Κυπρίους να διερευνήσει τις κατηγορίες τους κατά του αρχιεπισκόπου Αθανασίου.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η εξαθλίωση που μάστιζε την Κύπρο δεν έθεσε, όπως φαίνεται, το νησί σε περισσότερο δυσχερή θέση απ' ο,τι ετέθη το πατριαρχείο Αντιοχείας στις αρχές του 18ου αιώνα. Κατά το τέλος του 1735 ήλθε στην Κύπρο ο (Κύπριος στην καταγωγή) πατριάρχης Αντιοχείας Σίλβεστρος, που διενήργησε στο νησί εράνους υπέρ της οικονομικής ανακουφίσεως του πατριαρχείου του. Παρά το ότι η Κύπρος βρισκόταν σε δεινή θέση, ωστόσο ο Σίλβεστρος μάζεψε το ποσόν των 1.680 γροσιών.
Το πατριαρχείο Αντιοχείας, ως το πλησιέστερο προς την Κύπρο, επανειλημμένα εκλήθη από το Οικουμενικό πατριαρχείο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας να δράσει στο νησί, ιδίως σε περιπτώσεις χειροτονιών. Αναφέρουμε ενδεικτικά την εντολή του μεγάλου βεζύρη προς τον Οικουμενικό πατριάρχη Γαβριήλ Δ', το 1783, και στη συνέχεια του Δανιήλ Δ' προς τον πατριάρχη Αντιοχείας Δανιήλ, όπως αποστείλει ο τελευταίος στην Κύπρο επισκόπους του για χειροτονία (αντικανονική) νέων ιεραρχών της Κυπριακής Εκκλησίας σε αντικατάσταση του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και των επισκόπων, κατόπιν απαιτήσεως του τυράννου της Κύπρου Χατζημπακκή.
Στην περίπτωση αυτή, ορθά κρίνοντας ο πατριάρχης Αντιοχείας, θεώρησε ως αντικανονική την τυχόν εκλογή νέων ιεραρχών στην Κύπρο κι αρνήθηκε να επέμβει.
Μια άλλη περίπτωση ήταν το 1821, οπότε μετά την εκτέλεση του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των επισκόπων, ο Αντιοχείας Σεραφείμ έστειλε στην Κύπρο τρεις μητροπολίτες του (τον Κύπριο Ιωαννίκιο Επιφανείας, τον Γεννάδιο Σελευκείας και τον Μεθόδιο Εμέσης) για χειροτονία κι εγκαθίδρυση νέων ιεραρχών στο νησί.
Με το λεγόμενο αντιοχικόν ζήτημα (1897-1909) σχετίστηκε ως ένα βαθμό και η Εκκλησία της Κύπρου που στις αρχές του 20ού αιώνα αντιμετώπιζε κι αυτή το δικό της δεινό αρχιεπισκοπικό ζήτημα. Το αντιοχικόν ζήτημα δημιουργήθηκε όταν ο τελευταίος των Ελλήνων πατριαρχών της Αντιοχείας, ο Κύπριος στην καταγωγή Σπυρίδων (1891-1898) εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και, με την επέμβαση και των Ρώσων, εξελέγη αραβόφωνος πατριάρχης, ο Μελέτιος Ντουμάνι. Επήλθε σχίσμα που δεν επιλύθηκε παρά μόνο το 1908, έκτοτε όμως εκλέγεται αραβόφωνος πατριάρχης που ωστόσο διατηρεί όλες τις ελληνορθόδοξες παραδόσεις αλλά και κανονικές σχέσεις με τα άλλα πατριαρχεία, όπως και με την Εκκλησία της Κύπρου.
Σήμερα, το πατριαρχείο διατηρεί αγαθές σχέσεις με την Εκκλησία της Κύπρου. Κατά την πρόσφατη εποχή, αναφέρουμε τη συμμετοχή του πατριάρχη Αντιοχείας Ηλία στη μείζονα σύνοδο της Λευκωσίας που είχε συγκαλέσει ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ' τον Ιούνιο του 1973. Η σύνοδος αυτή είχε καθαιρέσει τους Κύπριους επισκόπους Πάφου Γεννάδιο, Κιτίου Άνθιμο και Κυρηνείας Κυπριανό.

Από τη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Among the Cypriot church hierarchs who served in the patriarchate of Antioch, was Anthemios (17th-18th century, bishop of Helenoupolis and patriarch of Antioch from 1724 until his death in 1813), Sylvester (18th century, patriarch of Antioch from 1724 until his death in 1766), Anthimos (18th century, bishop of Irinoupolis (Baghdad) of the Patriarchate of Antioch) and Ioannikios (18th century, bishop of Epiphaneia of the Patriarchate of Antioch). It is also worthy to mention the case of Athanasius, patriarch of Antioch, a non-Cypriot, who later became Archbishop of Cyprus (Athanasios II of Cyprus, Athanasios III of Antioch). Of Cypriot origin was also the patriarch of Antioch Spyridon I (late 19th century). We should also mention the Cypriot in origin (from his father's side) Nectarios Bishop of Aleppo.
The Church of Antioch was the Church which raised several claims for control over the Church of Cyprus, during the first centuries after Christ, with the excuse that Christianity prevailed in Cyprus through Antioch. The proof from the finding of the relics of Barnabas the Apostole, the apostolicity of the Church of Cyprus (= as founded by an Apostle) gave an end to these claims and patented the autocephalous Church of Cyprus. However Antiochian designs on the Church of Cyprus still occurred during that period and later, in various forms. One example is the prerogative of the patriarchs of Antioch to ordain their own bishops. This privilege was attempted to be implemented also in Cyprus, since 431 by John of Antioch, but the Cypriots did not succumbed. Another attempt of interference by the Church of Antioch, which was aimed at the destruction of the autocephalous Church of Cyprus, was in 1600 (Ottoman period) by Patriarch Joachim. Taking advantage of the disruption which was caused in Cyprus because of the acts of Archbishop Athanasius I (1592-1598), the patriarch intervened into the affairs of Cyprus on the grounds that the Church of Cyprus was subject to his spiritual jurisdiction, and not to that of the Ecumenical Patriarchate which in turn felt that Antioch had incorrectly interfered. The patriarch of Alexandria Meletius Pigas who was at the time acting as Vicar of the ecumenical throne of Constantinople, and who was asked by the Cypriots to investigate their accusations against archbishop Athanasius, successfully opposed his claims over Cyprus.
During the Ottoman period, the poverty that plagued Cyprus did not, apparently, put the island in a more difficult position than the patriarchate of Antioch was put in the early 18th century. At the end of 1735, the patriarch of Antioch Sylvester (who was Cypriot in origin) came to Cyprus and conducted fund-raising on the island for the economic relief of the patriarchate. Even though Cyprus was in a horrible socioeconomic position, Sylvester managed to collect the sum of 1,680 piasters from the Cypriot people.
The Patriarchate of Antioch, as the nearest to Cyprus, was asked repeatedly by the Ecumenical Patriarchate during the Ottoman period to act on the island, especially in cases of ordinations. Indicatively we mention here the command of the Grand Vizier to the Ecumenical Patriarch Gabriel IV in 1783, and then of Gabriel to the patriarch of Antioch Daniel, that the latter should sent to Cyprus bishops for the ordination of new hierachs (anticanonical) to the Church of Cyprus in replacement of Archbishop Chrysanthos and the bishops, upon the request of the tyrant of Cyprus Muhassil Haci Baki Agha.
In this case, judging correctly, the patriarch of Antioch considered as improper any election of new prelates in Cyprus and refused to intervene.
Another case was in 1821, where upon after the decapitation of archbishop Kyprianos and the bishops, Seraphim of Antioch sent three bishops to Cyprus (Cypriot Ioannikios of Epiphaneia, Gennadios of Seleucia and Methodius of Emesa) for the ordination and the establishment of new prelates to the island.
With the so-called Antiochian issue (1897-1909) was associated to some extent and the Church of Cyprus in the early 20th century even though it faced its own formidable archbishop issue. The Antiochian problem was created when the last of the Greek patriarchs of Antioch, the Cypriot in origin Spyridon (1891-1898) was forced to resign and, with Russian intervention, an Arabic-speaking patriarch was elected, Meletius Doumani. A schism occurred which was not resolved until 1908, but since that time an Arabic-speaking patriach is being elected, who however, retains all the Greek Orthodox traditions and has regular relations with the other patriarchates, as with the Church of Cyprus.
Today, the Patriarchate maintains good relations with the Church of Cyprus. In recent times, we will mention the involvement of the patriarch of Antioch Elias at the ecumenical synod in Nicosia which was convened by Archbishop Makarios III in June 1973. This synod had defrocked the Cypriot bishops Gennadios of Paphos, Anthimos of Kition, and Kyprianos of Kyrenia.


From the Great Cyprus Encyclopaedia
Translated and transferred to the internet by NOCTOC


Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Πόντος: Μοναχισμός και μοναστήρια


Η αρχή της σύστασης της Εκκλησίας στον ιστορικό και καππαδοκικό Πόντο ταυτίζεται με την εμφάνιση του ασκητισμού στην περιοχή, όπου πρώτος ο Απόστολος Ανδρέας με κίνδυνο της ζωής του δίδαξε τη χριστιανική θρησκεία. Η πρώτη μονή ιδρύθηκε από τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος οργάνωσε τη μοναστική ζωή του Πόντου, όταν μαζί με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο μόνασαν στην κοιλάδα του ποταμού Ίριδα και μελέτησαν και νομοθέτησαν τη μοναχική ζωή.
Στο πνεύμα αυτών των πατέρων, λοιπόν, ιδρύθηκαν στην προικισμένη με φυσικές καλλονές περιοχή της Τραπεζούντας και γύρω από αυτήν, τα μοναστήρια του Πόντου. Το χαρισματικό εξωκοσμικό περιβάλλον γρήγορα έγινε το κέντρο του κοινόβιου ασκητισμού. Η επίλυση του στεγαστικού και ασκητευτικού προβλήματος πολλών μοναχών στις απάτητες βουνοκορφές δημιούργησε τους «συνοικισμούς των μοναχών», που αργότερα με την οικοδόμηση θαυμάσιων κτισμάτων και ιερών ναών μετεξελίχθηκαν σε αυτοτελή ιδρύματα και μοναστήρια. Εμπνευσμένος από τη μοναστική ζωή της πατρίδας του Τραπεζούντας, ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ίδρυσε το πρώτο αγιορείτικο μοναστήρι.
Τα μοναστήρια αποτελούσαν πάντα τους προμαχώνες της Ορθοδοξίας και τους τόπους υλοποίησης του χριστιανικού ιδεώδους. Εκεί καλλιεργήθηκε συστηματικά στο πέρασμα των αιώνων η σύνδεση του χριστιανισμού και του Ελληνισμού, της γνώσης και της πίστης της θείας και ανθρώπινης σοφίας. Το ιεραποστολικό έργο των μονών πολλές φορές επεκτάθηκε και έξω από τα γεωγραφικά όρια του Πόντου, με τη μεταλαμπάδευση της χριστιανικής γνώσης στους λαούς της Ανατολής, Λαζούς, Απχαζίους, Γεωργιανούς, Σκύθες κ.ά. Οι μορφωμένου, τις περισσότερες φορές, πατέρες δεν εργάστηκαν μόνο για τη διατήρηση της θρησκευτικής και εθνικής συνείδησης των υπόδουλων Ελλήνων, αλλά στάθηκαν στο πλευρό τους κάθε φορά που μαρτύρησαν στις επάλξεις της Ορθοδοξίας, όταν μετέτρεπαν τα μοναστήρια σε άσυλα και αναρρωτήρια για τους διωκόμενους Έλληνες. Για αυτό το λόγο κατά τον Ε. Κυριακίδη «όπου τα μοναστήρια διεσώθησαν, εκεί ο χριστιανισμός έμεινε αμιγής, όπου δε αυτά κατεστράφησαν εκεί και ούτος τέλειον συνεξέλιπε».
Στις πιο δύσβατες και απόκρημνες περιοχές του Πόντου, ιδρύθηκαν και κραταιώθηκαν τα σπουδαιότερα ορθόδοξα μοναστήρια, ο συνολικός αριθμός των οποίων είναι άγνωστος. Μόνο στην περιοχή της Χαλδίας ο Γ.Θ. Κανδηλάπτης απαριθμεί πάνω από είκοσι. Αυτά είναι: Η μονή της Παναγίας Γουμερά, του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά, η Σταυροπηγιακή μονή του Αγίου Γεωργίου Χαλιναρά, του Αγίου Γεωργίου Χάρσερας, του Αγίου Γεωργίου Κελώρης στη Χερίαινα, της Ζωοδόχου Πηγής την Πράσαρη, της Γεννήσεως Θεοτόκου Καλούλ, της Ζωοδόχου Πηγής στο Δεβρεντσή, της Ζωοδόχου Πηγής, στον Αληθινό Κρώμνης  και τη μονή του Καστροτείχου του Αγίου Βασιλείου Αστέρος στη Χάρσερα, του Αγίου Γεωργίου Λερμούχου ή Ζαντού, τα γυναικεία μοναστήρια του Προδρόμου Ιωάννου της Ίμερας  και του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Αγρίδιο, της Κοιμήσεως Θεοτόκου στη Χατουρά, της Μικρέσσας στη Κρώμνη, του Αγίου Ιωάννου Αργυρουπόλεως, του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, του Αγίου Στεφάνου στο Λιβάδι, της Γεννήσεως της Θεοτόκου  στην ενορία Μαρτίν του Δεμερτζήκιου, της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο Αμπρικάντων, της Ζωοδόχου Πηγής  Αμπρικάντων, του Τιμίου Προδρόμου Φυτιάνων και της Ευαγγελίστριας στο Σιμικλί του Κιουρτουνίου. Γνωστά μοναστήρια στις άλλες περιοχές του Πόντου ήταν το μοναστήρι πάνω στα ερείπια του κάστρου του Ακρίτα (Λευκόπετρα), της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Γεράσαρης στο χωριό Καλιάτιπι. Στην επισκοπή Νικοπόλεως υπήρχαν άλλα τρία μοναστήρια στα χωριά Μπαλτζάνα, Αλούτζε,  και Παναγία στην περιφέρεια του Επές, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Όλασα κοντά στην τοποθεσία «Τρασιανότ». Υπήρχε ακόμα στον Πόντο κοντά στα Σούρμενα η μονή των Ασωμάτων στην εκκλησιαστική περιοχή  της οποίας αποκρούστηκε ο Χάνος των Τουρκομάνων Βαϊραμπέγ από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα του Μανουήλ Β', του Αγίου Ευγενίου, της Αγίας Σοφίας, του Αγίου Φιλίππου, της Παναγίας Θεοσκέπαστου, του Αγίου Σάββα και του Αγίου Γεωργίου Νύσσης στην Τραπεζούντα, του Αγίου Θεοδώρου Γαβρά, της ιεράς μονής του Στύλου, του Αγίου ιερομάρτυρος Φωκά, του Αγίου  Φωκά του Διάπλου, του Αγίου Ιωάννου στην Αμάσεια, της Αγίας Βαρβάρας , του Αγίου Ανδρέα και της Παναγίας, του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Επιφανείου και Αγίου Γεωργίου κοντά στην Κερασούντα και της Παναγίας Θεοτόκου στο χωριό Πράσαρη.
Πολλές μονές διέθεταν σπουδαίες βιβλιοθήκες με πολύτιμα χειρόγραφα, τα περισσότερα των οποίων έχουν συληθεί, και σχολές όπου φοιτούσαν διαπρεπείς επιστήμονες και δημογέροντες, παρά τις αντιδράσεις των μωαμεθανών γειτόνων τους.
Πάντως, η μοναστική ζωή του Πόντου έγινε παγκοσμίως γνωστή από τα τρία θαυματουργά σταυροπηγιακά μοναστήρια, της Παναγίας Σουμελά, του Ιωάννη του Βαζελώνα, και του Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα. 



Παναγία Σουμελά


Η ιερή μονή της Παναγίας Σουμελά βρισκόταν στο όρος Μελά, απ' όπου έλαβε το όνομά της (σου Μελά). Σύμφωνα με τη παράδοση, το 386 οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες κορφές του Πόντου, έπειτα από αποκάλυψη της Παναγίας, στο σημείο όπου μεταφέρθηκε από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Οι νεώτερες επιστημονικές έρευνες τοποθετούν την ίδρυση της μονής στον 10ο αιώνα, όταν η εικόνα μεταφέρθηκε στον Πόντο από το ναό της Παναγίας Αθηνιώτισσας στην Αθήνα, εξαιτίας της επιδρομής των Σαρακηνών. Άλλη μια άποψη τοποθετεί τη μεταφορά της εικόνας στον 9ο αιώνα. Βέβαιο πάντως είναι, κατά τον Χρύσανθο Τραπεζούντας, ότι η μονή Σουμελά είναι μια από τις αρχαίες μονές της Τραπεζούντας.
Κοντά στο σπήλαιο-εκκλησία όπου τοποθετήθηκε η εικόνα, στα 1860 κτίστηκε ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας με εβδομήντα δύο δωμάτια, βιβλιοθήκες και άλλους λειτουργικούς χώρους για τους προσκυνητές. το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, κατά την παράδοση, με θαυματουργό τρόπο, με το αγιασματικό νερό που αναβλύζει μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. οι θεραπευτικές ιδιότητες του έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να ζητούν τη χάρη της Παναγίας.
Η μονή υπέφερε κατά καιρούς από τις επιδρομές των αλλόπιστων και κλεφτών. Αρκετά περιστατικά συνδέονται με θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Τη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και της Τραπεζούντας. Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Τουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλια. Αυτή η εύνοια που έδειξαν οι αυτοκράτορες δεν είναι απόρροια μόνο θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης, όπως η διάσωση του Αλέξιου του Γ ' από φοβερό ναυάγιο. Αλλά και οι σουλτάνοι είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Αναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σαλίμ Α' που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.
Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού μέχρι το 1922, όταν οι Τούρκο αφού λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι, διαπράττοντας το μεγάλο έγκλημα της πολιτιστικής γενοκτονίας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα 52 ελληνικά χειρόγραφα του εθνογραφικού μουσείου της Άγκυρας που μελέτησαν οι Α. Ντάισμαν και Ν. Βέης, τα 34 προέρχονταν από τη μονή της Παναγίας Σουμελά.


Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος


Το παλαιότερο μοναστήρι του Πόντου είναι ο Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος, σαράντα χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα που κτίστηκε στην περιοχή Ζαβουλών ή Βαζελών στα 270 μ.Χ. κατά την παράδοση. Απέκτησε ξεχωριστή φήμη την περίοδο της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Στα αρχεία της μονής βρέθηκαν κώδικες με αντίγραφα των χρυσόβουλων που δώρισαν οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, δωρητήρια πιστών, πωλητήρια και δικαστικές αποφάσεις. Μεγάλο μέρος του αρχειακού υλικού βρίσκεται στην Πετρούπολη, κλεμμένο από τον Ρώσο αρχαιολόγο Ουσπένσκι. Πολλά στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο των κωδίκων της μονής μας διασώζουν τα τελευταία χρόνια εξειδικευμένοι ερευνητές μέσα από διάφορα αρχεία ευρωπαϊκών χωρών.


Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας


Σε απόσταση τριάντα χιλιομέτρων από την Τραπεζούντα στην περιοχή της Γαλλίαινας, ιδρύθηκε στα 752 το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, που κατά την παράδοση οφείλει το όνομά του στα τρία θεόσταλτα περιστέρια που οδήγησαν τους τρεις ασκητές από τα Σούρμενα για να κτίσουν το παρεκκλήσι του. Οι ασκητές έκτισαν τα πρώτα καταλύματά τους στον τεράστιο βράχο, με ύψος είκοσι πέντε μέτρων από τη δυτική πλευρά και οκτακοσίων από την ανατολική.
Στους δώδεκα αιώνες της ζωής του, το μοναστήρι προσέφερε υπηρεσίες στην Εκκλησία αλλά και στο γένος. Ήταν πάντα στη διάθεση των προσκυνητών. Το ταμείο του συντηρούσε φτωχές ελληνικές οικογένειες, χήρες, ορφανά, αλλά και σχολεία και μισθοδοτούσε τους εκπαιδευτικούς. Αγαπήθηκε πολύ από τους χριστιανούς αλλά και από τους μουσουλμάνους της γύρο περιοχής με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Βαγιαζήτ τον Β', ο οποίος χάρισε μεγάλα χρηματικά ποσά για την κατασκευή νέων ξενώνων.
Η μονή διέθετε πολύ αξιόλογη βιβλιοθήκη με ανεκτίμητης αξίας χειρόγραφα, βιβλία από μεμβράνη, πάπυρο και χαρτί, καθώς και επίσης και πολλά άλλα κειμήλια που μαρτυρούν τη δόξα που γνώρισε το μοναστήρι. 


Καταφύγια

Γενικότερα όλα τα μοναστήρια δέχτηκαν προνόμια από τους Οθωμανούς σουλτάνους, κυρίως για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, για να αποφύγουν την απογύμνωση της χώρας από τον πληθυσμό που θα αναζητούσε καταφύγιο μακριά από τους Οθωμανούς κατακτητές. Σημαντικό ρόλο για την παραχώρηση προνομίων έπαιξε η διαθήκη του Μωάμεθ που αποκαλύφθηκε στο όρος Σινά και που περιέχει την εντολή να τιμώνται τα χριστιανικά μοναστήρια. Αλλά τα μοναστήρια εξασφάλιζαν στους καταδιωκόμενους χριστιανούς τη ζωή τους υπό την προστασία της Υψηλής Πύλης, με τις εξαγορασμένες εκδουλεύσεις περισσότερο.
Σήμερα είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι στο μικρασιατικό χώρο ένας από τους αποφασιστικότερους παράγοντες που συνέβαλε στην επιβίωση του Ελληνισμού είναι ο μοναχισμός. Πέρα από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, οι μοναχοί βοηθούσαν και στήριζαν τους καταπιεσμένους αδελφούς τους, που είχαν καταφύγει στις βουνοκορφές και στον κρυπτοχριστιανισμό, ιδιαίτερα μετά την άλωση της Τραπεζούντας. Ήταν χρέος τους η δωροδοκία των Τούρκων υπαλλήλων, η ιεραποστολή στις χριστιανικές κοινότητες των ορεινών περιοχών, η τέλεση όλων των χριστιανικών μυστηρίων στα ελληνικά και κρυπτοχριστιανικά χωριά, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και η διατήρηση της πολιτιστικής και εθνικής κληρονομιάς, η εξασφάλιση οικονομικής βοήθειας από τους ομόδοξους αδελφούς της Ρωσίας και της Μολδαβίας. Η σημασία των μοναστηριών ως καταφύγιο των χριστιανών ήταν ιδιαίτερα μεγάλη σε περιόδους πολέμου.
Οι εκδιωχθέντες  Πόντιοι της Μικράς Ασίας του 1923, αφού εγκαταστάθηκαν στις νέες τους πατρίδες, μέσα σε τριάντα χρόνια, άρχισαν να επανιδρύουν τα μοναστήρια τους που είχαν αφήσει στον Πόντο. Έτσι σήμερα υπάρχουν στην Μακεδονία τα προσκυνήματα παναγία Σουμελά, Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος, Θεόδωρος Γαβράς, Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας και Παναγία Γουμερά, βάλσαμο στην αθεράπευτη νοσταλγία των ξεριζωμένων Ελλήνων, μια και λειτουργούν ως αερογέφυρα με τις αλησμόνητες πατρίδες.

Του Κώστα Φωτιάδη
Από το τεύχος «7 Ημέρες της Καθημερινής » 29/9/1996
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC 


Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Ποντιακός Πολιτισμός: 30 Αιώνες Ελληνισμού

Από το στόμιο του Βοσπόρου ως την θρυλική Κολχίδα ανάμεσα στις εκβολές του Σαγγάριου στα δυτικά και του Τσορούκ (Άκαμψι) ποταμού στα τουρκογεωργιανά σύνορα, εκτείνονται περίπου 1.200 χιλιόμετρα άγριων και αφιλόξενων ακτών. Μεγάλα και απόκρημνα ορεινά συγκροτήματα με κορυφές που ξεπερνούν το 3.000 και 3.500 μέτρα σαν τεράστια φυσικά τείχη, κρατούν απομονωμένες στενές λωρίδες γης από τα οροπέδια και υψίπεδα της Κεντρικής Ανατολίας. Αυτές οι λωρίδες γης, που ισορροπούν ανάμεσα στις τρικυμίες των βοριάδων της Μαύρης Θάλασσας και τις καταιγίδες των βουνών, είναι ο Πόντος. Οι Ποντιακές Άλπεις και τα όρη της Κασταμονής είναι οι ορεινοί φύλακες της ποντιακής γης. Μόνο η αιώνια ροή των ποταμών Άλυ (Κιζίλ Ιρμάκ), και Ίρι (Γιεσίλ Ιρμάκ) κατάφερε να σπάσει το φράγμα των βουνών, σχηματίζοντας μια στενή κοιλάδα στο μέσον περίπου της ακτογραμμής χωρίζοντας τα βιλαέτια της Τραπεζούντας και της Κασταμονής.
Σε αυτόν το ερημικό, «αφιλόξενο» τόπο, ρίζωσαν οι πρώτες γενιές των Ελλήνων ποντοπόρων, χτίζοντας τους οικισμούς τους στα πόδια των γιγαντιαίων βουνών, ανάμεσα στους γκρεμούς των ακτών και τα πυκνά δάση, παλεύοντας με τα άγρια στοιχεία της φύσης αξιοποιώντας κάθε ελεύθερο κομμάτι γης. Ναυτικού, έμποροι, μεταφορείς διεύρυναν τους θαλάσσιους δρόμους της Μαύρης Θάλασσας και άνοιξαν τους χερσαίους δρόμους των βουνών προς την κεντρική Μικρασία και τις αγορές της Ανατολής. Στο πλαίσιο του οθωμανικού κράτους, οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ποντίων και γειτονικών λαών, καθώς και με το κορυφαία εμπορική κέντρο της Ανατολής, την Κωνσταντινούπολη, ευνοήθηκαν σημαντικά. Έτσι οι ελληνικές κοινότητες ευημερούν αναπτύσσοντας μεγάλη εμπορική και πολιτιστική δραστηριότητα. Μεγάλες και μικρές πόλεις, σημαντικά εμπορικά και ναυτικά κέντρα, αλλά και πολλά χωριά είναι ο χώρος όπου είναι εγκατεστημένες και δρουν οι κοινότητες των Ελλήνων. Αθήναι, Ριζαίο, Τραπεζούντα, Πλάτανα, Τρίπολις, Κερασούντα, Κοτύορα (Ορντού), Φάτσα, Οινόη, Αμισός (Σαμψούντα), Μπάφρα, Ποντοηράκλεια (Ερεγλί) είναι μερικές από τις παραθαλάσσιες πόλεις και τα χωριά όπου άκμασε ο Ελληνισμός. Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Κούρδοι, Λαζοί, λίγοι Ευρωπαίοι, Εβραίοι, Πέρσες και άλλες εθνικότητες μοιράζονται τη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα και τις πολιτείες του Πόντου.
Ανάμεσα τους, το σπουδαιότερο λιμάνι του Εύξεινου Πόντου, η Τραπεζούντα. Πρωτεύουσα της μεσαιωνικής αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών (1204-1461) και έδρα του ομώνυμου βαλαετίου, του μικρότερου και πιο βροχερού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με 50. 000 κατοίκους στις αρχές του εικοστού αιώνα, εκ των οποίων γύρω στις 13.000 Έλληνες, ήταν επίνειο των Ερζιντζάν, Ερζερούμ, Βαν και Τυφλίδας και το μεγαλύτερο κέντρο για το διαμετακομιστικό εμπόριο της Περσίας. Η ακμή της ελληνικής κοινότητας οδηγεί στην ανέγερση ναών, την ίδρυση σχολείων και την κατασκευή επιβλητικών κτιρίων και πολυτελών αρχοντικών. Στην Τραπεζούντα λειτουργούσαν τράπεζες (οι περισσότερες ανήκαν σε Έλληνες Τραπεζούντιους), έξι ελληνικά δημοτικά σχολεία, κεντρικό Παρθεναγωγείο, μερικά ιδιωτικά σχολεία, και το περίφημο Φροντιστήριο (το πιο ονομαστό εκπαιδευτικό ίδρυμα του Πόντου), πολλά προξενεία, ασφαλιστικά καταστήματα, πρακτορεία ατμοπλοϊκών εταιριών, ναυπηγεία κατασκευής ιστιοφόρων, εν΄ψ η χρυσοχοΐα, η υφαντουργική, η βυρσοδεψία και η σιδηρουργία γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη.

Άλλη εμπορική πόλη μετά την Τραπεζούντα και από τις πιο προσοδοφόρες του Πόντου, ήταν η Κερασούντα. Ιδρύθηκε το 630 π.Χ. από Μιλήσιους εκ Σινώπης και πήρε το όνομα της από τις πολλές κερασιές της. Στην αρχή του 20ού αιώνα είχε γύρω τις 20.000 κατοίκους, από τους οποίους, οι μισοί περίπου ήταν Έλληνες. Ήταν ονομαστή για τη μεγάλη εξαγωγή των φουντουκιών της προς την Ευρώπη και την Αφρική (περίπου 10.000.000 οκάδες τον χρόνο), που μαζί με τη ναυτιλία ήταν οι κύριες πηγές πλουτισμού.
Μεταξύ των μεγάλων ποταμών Άλυ και Ίρι, βρίσκεται η Αμισός (Σαμψούντα), αρχαία αποικία των Μιλησίων και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με μεγάλη εμπορική κίνηση λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της εύκολης πρόσβασης, ώστε μέσω αυτής διεξάγεται το εμπόριο της ευφορότερης και πλουσιότερης ζώνης της Ανατολής. Ο καπνός και τα φύλλα ήταν κύριο εξαγώγιμο προϊόν της περιοχής (3.5 εκατομμύρια κιλά ετησίως), μαζί με το στάρι, τον αραβόσιτο, τα πίτουρα, τα λαχανικά, το μαλλί κ.ά. Στις αρχές του αιώνα είχε γύρω στις 20.000 κατοίκους από τους οποίους γύρω στις 7-8.000 Έλληνες και περίπου 10.000 Τούρκους και 1.000 Αρμένιους. Το 1902 η ελληνική κοινότητα διατηρούσε 4 κεντρικά σχολεία με 1.150 μαθητές, στα οποία προστέθηκε το 1912 το Τσινέκειο Γυμνάσιο.
Τα άφθονα νερά στο βιλαέτι της Κασταμονής ευνοούσαν την καλλιέργεια των οπωρικών. Βερίκοκα, ροδάκινα, κεράσια, αχλάδια, δαμάσκηνα και μήλα ήταν περιζήτητα στις αγορές της Ανατολής και ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη. Ο καπνός, τα δημητριακά, τα όσπρια και η ξυλεία από τα εκτεταμένα δάση της περιοχής ήταν μερικά ακόμη από τα προϊόντα του βιλαετίου αυτού, ενώ ιδιαίτερα αναπτυγμένη ήταν η κτηνοτροφία. Η Ινέπολη με τα φημισμένα ναυπηγεία, η Σινώπη, με τα βυρσοδεψεία, τα κεραμουργεία, τα συνάφια των οπλουργών και των χρυσοχόων, το πρώην άσημο Ζονγκουλντάκ με τα πλούσια ανθρακωρυχεία, και η Ποντοηράκλεια, με τις ονομαστές αγορές (Μπουγιούκ-Τσαρσί και Μπουζχανέ) με 500 και πλέον καταστήματα, είναι οι πιο σημαντικές από της παραθαλάσσιες πόλεις τα βιλαετίου της Κασταμονής.
Σχολεία, εκκλησίες, μοναστήρια, επαγγελματικοί, πολιτιστικοί και φιλολογικοί σύλλογοι, συντεχνίες, φιλαρμονικές, θεατρικές λέσχες, βιβλία και βιβλιοθήκες, ωδεία, τυπογραφεία, εφημερίδες ανήκουν στα επιτεύγματα των Ελλήνων του Πόντου, οι οποίοι οργάνωσαν τις κοινότητες τους, δίνοντας έμφαση στην πρόοδο, την παιδεία και την ανάπτυξή τους. Η ισχυρή εθνική και κοινωνική συνείδηση, το αίσθημα αλληλεγγύης, η εμπειρία από τη συμμετοχή στις παραγωγικές και εμπορικές διαδικασίες και η δημιουργία κοινών ταμείων στις συντεχνίες, τις ενορίες και τις κοινότητες ήταν οι αποφασιστικοί παράγοντες για την πολύπλευρη ανάπτυξη και ευημερία των Ελλήνων Ποντίων στο πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Της Φωτεινής Κωνσταντοπούλου
Από το περιοδικό «Χρονικόν»
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Πόντιοι: Η ελληνική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα


Τραπεζούντα Σούρμενα: Γλέντι Ελλήνων Ποντίων -1908
 Τραπεζούντα: Εκδρομή Ελλήνων Ποντίων - 1900
 Κερασούντα: Οικογένεια Ελλήνων Ποντίων - 1910
 Αργυρούπολη Πόντου: Μεταλλεία
 Μπάφρα Πόντου: Μεταφορά καπνών με καμήλες - 1913
 Κερασούντα: Ψαρεύοντας στην προκυμαία - 1915
 Κερασούντα: Συγκομιδή φουντουκιών από Ρωμιούς - 1910
 Πόντος: Ελληνοπόντοι Πραπεζικοί Υπάλληλοι - 1915
 Πόντος: Ρωμαιές αγρότισσες - 1920
 Έλληνες του Πόντου -1913
 Κερασούντα: Οικία Καπετάν Γιωρή Πασά (ισόβιος δήμαρχος της Κερασούντας)
 Κερασούντα: Ελληνορθόδοξη εκκλησία και το μαυσώλειο του Καπετάν Γιώργη

 Κερασούντα: Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος
 Τραπεζούντα: Ναός Αγίας Σοφίας (13ου αιώνα)
Τραπεζούντα: Διασκέσαση Ελλήνων

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού


Η γενοκτονία του Ποντιακού ελληνισμού αποτελεί μία από τις «λευκές σελίδες» της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο Πόντος η «βαθειά Ελλάδα» των μεσαιωνικών ιστοριογράφων, όπως και η υπόλοιπη Μικρά Ασία, τέθηκε στο περιθώριο της σύγχρονης ελληνικής μνήμης στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Γι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό γεγονός η σχετικά πρόσφατη κίνηση των κοινοβουλίων των δυο ελληνικών κρατών, για την αναγνώριση της μεγάλης γενοκτονίας, που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός κατά του ακριτικού εκείνου Ελληνισμού.
Η γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού είναι μέρος του ευρύτερου Μικρασιατικού Ολοκαυτώματος. Οι Έλληνες στην Μικρά Ασία (Πόντο, Ιωνία και Καππαδοκία) και στην Ανατολική Θράκη, ήταν 2. 601.312 πριν το 1914 με βάση τς οθωμανικές στατιστικές. Η επόμενη καταμέτρηση τους, ως πρόσφυγες αυτή τη φορά, έγινε στην Ελλάδα το 1928 και βρέθηκαν 1.221.849.
Αυτό που διαφοροποιεί την ποντιακή περίπτωση, στα πλαίσια πάντα της μικρασιατικής εμπειρίας, είναι το γεγονός ότι ο Πόντος εξαιρέθηκε από τις ρυθμίσεις της Συνθήκης των Σεβρών, ότι η βασική πολιτική τάση των Ποντίων ηγετών υπήρξε η δημιουργία ενός δεύτερου ελληνικού κράτους στη βορειοανατολική Μικρά Ασία, ότι ποτέ στα εδάφη του Πόντου δεν έλαβε χώρα ένας πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και ότι οι συνέπειες της γενοκτονίας και του ξεριζωμού από τη γενέθλια γη παραμένουν ακόμη αόριστες, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης - που υφίσταται τις δραματικές συνέπειες της κατάρρευσης - προέρχεται από το Μικρασιατικό Πόντο.  Το πλαίσιο όμως, μέσα στο οποίο μελετάται η ιστορική εμπειρία του Ποντιακού Ελληνισμού παραμένει οπωσδήποτε, σε κάθε περίπτωση, το μικρασιατικό.
Η μικρασιατική καταστροφή υπήρξε η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Για πρώτη φορά η ελληνικός κόσμος περιορίστηκε στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας, στο Νότο της Βαλκανικής χερσονήσου και στην Κύπρο. Στην προκυμαία της Σμύρνης πνίγηκε η μοναδική η μοναδική πιθανότητα εθνικής ολοκλήρωσης και εκσυγχρονισμού του ελλαδικού κράτους.
Το δυστύχημα για την ιστορική μας μνήμη, ήταν το γεγονός ότι την επαύριο της μεγάλης καταστροφής, επιχειρήθηκε η εξαφάνιση των εκκρεμοτήτων που παρελάμβανε η μετά το '22 Ελλάδα. Η οδυνηρή μικρασιατική εμπειρία, οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί, η απώλεια των πανάρχαιων ελληνικών κοιτίδων της Ιωνίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης και της Καππαδοκίας δεν αποτέλεσαν αφετηρία για την αναγέννηση του ελληνισμού στα Βαλκάνια και στην Κύπρο, στις μόνες περιοχές που κατάφερε  να επιζήσει. Αντίθετα, με κάθε τρόπο προωθήθηκε η εξαφάνιση της μικρασιατικής παραμέτρου, πράγμα που οδήγησε στη μη κατανόηση των αιτιών της Μεγάλης Ήττας και στην αδράνεια της ιστορικής μνήμης, που τόσο ακριβά πληρώθηκε στην περίπτωση της Κύπρου.
Σήμερα, η μελέτη της μικρασιατικής εμπειρίας μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις εσωτερικές αντιφάσεις του Ελληνισμού, τους μηχανισμούς δημιουργίας της σύγχρονης Τουρκίας, καθώς και τις προϋποθέσεις δημιουργίας των ισορροπιών στην περιοχή μας, όπως αυτές προέκυψαν από τη «Νέα Τάξη» του 1922.




Οι αντιφάσεις μας


Η υπαγωγή του ελληνικού χώρου στην οθωμανική κυριαρχία για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε οδηγήσει στη δημιουργία σημαντικών παροικιών στην Ευρώπη. Οι παροικίες αυτές, όπου κατοικούσε η ελληνική διανόηση αλλά και η νεαρή ελληνική επιχειρηματική τάξη, υπήρξαν οι χώροι όπου οι νέες ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού οδήγησαν στη διατύπωση του αιτήματος για την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας. Η τάση αυτή πήρε μορφή ενός μεγαλύτερου επαναστατικού κινήματος του συνόλου των Ελλήνων, το οποίο κατέληξε στη δημιουργία ενός μικρού κράτους στο νότο της βαλκανικής χερσονήσου, το οποίο περιλάμβανε τα πλέον απομακρυσμένα και υποβαθμισμένα εδάφη του ελληνικού κόσμου. Το νεαρό ελληνικό κράτος του 1830 δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα εξαρτημένο Πριγκιπάτο του Μορέως και της Ρούμελης, παρά ένα πραγματικό έθνος-κράτος των Ελλήνων. Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εδαφών, καθώς και τα γηγενή ελληνικά οικονομικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης παρέμεναν υπό οθωμανική κυριαρχία. Αυτή ήταν και η βασική γενετική αντινομία, η οποία έκανε μοναδικό το ελληνικό παράδειγμα. Δηλαδή , παρότι το μοντέλο του έθνους-κράτους αντιστοιχούσε στην ποιοτική πολιτική και οικονομική μετάβαση των κοινωνιών με φορέα τις νέες αστικές δυνάμεις, στην ελληνική περίπτωση αντικαταστάθηκε απλά η οθωμανική διοίκηση, από την ελληνική με τη προσθήκη της κλεφταρματολικής παράδοσης. Η μοναδική πιθανότητα αναίρεσης αυτής της βασικής αντινομίας, η ολοκλήρωση της επανάστασης του 1821 και ο ποιοτικός μετασχηματισμός του ελλαδικού κρατιδίου, θα μπορούσε να γίνει μόνο με την ενσωμάτωση των αναπτυγμένων ελληνικών περιοχών της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας.
Η Έλληνες των περιοχών αυτών αποτελούσαν έναν ολόκληρο ελληνικό κόσμο, που συνέλαβε καθοριστικά στη δημιουργία του κράτους της Ελλάδας. Η απελευθέρωση της Δυτικής Μικράς Ασίας και της Θράκης από τον ελληνικό στρατό υπήρξε το αίτημα των Ελλήνων κατοίκων τους, όχι μόνο γιατί εξέφραζε τις αλυτρωτικές τους  διαθέσεις, αλλά και γιατί προέβαλε ως η μόνη ασφαλής λύση.
Από το 1915, οι Τούρκοι εθνικιστές, με την κατάληψη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και την ενθάρρυνση  των Γερμανών συμμάχων τους, είχαν προβεί σε μεγάλες σφαγές και βίαιες μετακινήσεις του ελληνικού πληθυσμού. Ειδικά στην περιοχή του Πόντου στην Βόρεια Μικρά Ασία, οι διώξεις πήραν τη μορφή της μαζικής εξόντωσης των Ελλήνων και της καταστροφής των ελληνικών χωριών. Η πολιτική αυτή αποτελούσε υλοποίηση της απόφασης που είχαν υπερψηφίσει οι Νεότουρκοι εθνικιστές σε συνέδριό τους στη Θεσσαλονίκη το 1911 και προέβλεπε την επίλυση του εθνικού ζητήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξόντωση των χριστιανικών γηγενών εθνοτήτων. Στον Πόντο, το αλυτρωτικό συναίσθημα είχε πάρει τη μορφή επαναστατικού κινήματος ανεξαρτησίας από το 1916, εφόσον η μεγάλη απόσταση από την Ελλάδα έκανε αδύνατη την προοπτική της Ενώσεως.
Αυτό, όμως, που το 1919 φαινόταν ως υλοποίηση του ελληνικού ονείρου, απεδείχθη σύντομα για τραγική ουτοπία, εξαιτίας της παράλογης πολιτικής των τότε ελλαδικών πολιτικών σχηματισμών. Καθοριστικό σημείο καμπής και συνάμα τραγικό «λάθος», ήταν η προκήρυξη εκλογών εν μέσω πολέμου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στις 14 Νοεμβρίου 1920 στην κυβέρνηση ανέβηκε η αντιβενιζελική φιλοβασιλική παράταξη. Η συμπαγής ψήφος των Τούρκων, των Εβραίων, των Βουλγαροφρόνων και των κουρασμένων κατοίκων της Παλιάς Ελλάδας, έδωσαν τη νίκη στους αντιβενιζελικούς. Οι νικητές είχαν πολιτευτεί με αντιπολεμικά συνθήματα, συγκροτώντας μια ανίερη συμμαχία με τους Ελλαδίτες κομμουνιστές, οι οποίοι στα πλαίσια της εξυπηρέτησης της νεαρής τότε, Σοβιετικής Ένωσης - σε αντίθεση με τους Μικρασιάτες ομόφρονές τους - υποστήριξαν εμπράκτως το κεμαλικό κίνημα και επεδίωξαν την ελληνική ήττα.
Η πολιτική των βασιλικών οδήγησε στη Μεγάλη Ήττα. Το ολοκαύτωμα της Σμύρνης και οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες νεκροί της Μικράς Ασίας ακολούθησε το σύνολο των τότε ελλαδικών πολιτικών δυνάμεων στα κρίσιμα χρόνια της μικρασιατικής  εκστρατείας.




Οι Συνέπειες


Η Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε στην πρωτοφανή συρρίκνωση του ελληνικού κόσμου, ενώ παράλληλα έθεσε τις προϋποθέσεις μετατροπής των Ελλήνων - τουλάχιστον  ενός πολύ μεγάλου τμήματός τους - σε λαό της διασποράς. Μέχρι σήμερα οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, στο πρόσωπο των Ποντίων Προσφύγων από την πρώην Σοβιετική Ένωση, καταφθάνουν ικέτες στη βαλκανική Ελλάδα και στην Κύπρο. Σημειώνοντας επιπλέον, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, ότι το Μικρασιατικό δεν έχει ακόμα κλείσει, παρόλη την απεγνωσμένη προσπάθεια των ελλαδικών κυβερνήσεων από το 1922, οι οποίες πολύ εύκολα αποδέχθηκαν τη Νέα Τάξη πραγμάτων του 1922 και μετακύλησαν τις συνέπειες της στους Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία (Πόντο, Ιωνία και Καππαδοκία) και την Ανατολική Θράκη.
Το κόστος της καταστροφής του 1922 ήταν τεράστιο για τον ελληνισμό της καθ' ημάς Ανατολής. Ο Τζωρτζ Χόρτον, Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη την περίοδο των τραγικών γεγονότων, υπολόγισε σε περισσότερους από το ένα εκατομμύριο τους Έλληνες που εξοντώθηκαν στο μικρασιατικό χώρο (Ιωνία και Πόντο) κατά τη διάρκεια των εθνικών εκκαθαρίσεων (1915-1923) που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι εθνικιστές εις βάρος των μη τουρκικών και μουσουλμανικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενάμιση εκατομμύριο ήταν οι πρόσφυγες, ενώ καταστράφηκε η ελληνική αστική τάξη της Μικράς Ασίας - η μόνη κοινωνική δύναμη που θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει το κράτος των Ελλήνων. Από την άλλη, ο τεράστιος πλούτος που είχε παραγάγει επί αιώνες ο μικρασιατικός ελληνισμός στο γενέθλιο χώρο του, απετέλεσε πηγή πρωταρχικής κεφαλαιακής συσσώρευσης για την ανύπαρκτη μέχρι τότε τουρκική αστική τάξη.
Παρόλα αυτά, μετά το 1922, η Ελλάδα έγινε ένα πραγματικό έθνος-κράτος, έστω και μέσα από την τραγική αντιστροφή του ιστορικού νόμου. Δηλαδή, αντί να συμπεριληφθούν στο κράτος των Ελλήνων τα εδάφη των αλύτρωτων, έφτασαν οι αλύτρωτοι στο εναπομένον ελεύθερο εθνικό έδαφος, ως τραγικά τεκμήρια της γενετικής αντινομίας του νεότερου ελληνισμού. Μοναδική αίρεση στην παραπάνω διαπίστωση περί εθνικής ολοκλήρωσης, αποτελεί η κυπριακή μας εμπειρία. Το κυπριακό ζήτημα θέτει και πάλι επί τάπητος το αρχικό ερώτημα για το ελληνικό έθνος-κράτος και τις αντινομίες που διαπιστώθηκαν. Ο Ελληνισμός, διχασμένος σήμερα σε δυο μεγάλα τμήματα, το ελλαδικό και το κυπριακό, συγκροτεί στην πραγματικότητα δυο εθνικά κράτη του ιδίου έθνους. Η αναλυτική γνώση της ποντιακής αλλά και της ευρύτερης μικρασιατικής ιστορίας, ίσως μας εφοδιάσει με τα απαρραίτητα θεωρητικά εργαλεία για να προτείνουμε ένα συγκεκριμένο μοντέλο για το σύγχρονο Ελληνισμό, που θα βασίζεται στη μοναδική ελληνική εμπειρία.


Του Βλάση Αγτζίδη
Από το περιοδικό «Χρονικό»
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC