ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Φίλιππος Γουλ: Ο σημαντικότερος ζωγράφος του 15ου αιώνα στην Κύπρο

Ο Φίλιππος Γουλ είναι ο σημαντικότερος ζωγράφος του 15ου αιώνα στην Κύπρο. Είναι γνωστός από τις κτιτορικές επιγραφές που σώζονται στις εκκλησίες του Αγίου Μάμα στον Λουβαρά και του Σταυρού του Αγιασμάτι κοντά στην Πλατανιστάσα, τις οποίες διακόσμησε με τοιχογραφίες. Δυστυχώς αρχειακές πηγές που θα μας έδιναν περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του δεν διασώθηκαν. Είναι πιθανό ότι ήταν γόνος της οικογένειας Γουλ των λευκών Γενουατών που κατάγονταν από τη Συρία. Μέλη της εξελληνισμένης αυτής Γενουατικής οικογένειας αναφέρονται από τον Μαχαιρά και τον Φλώριο Βουστρώνιο (Πέτρος Γουλ). Ο Φίλιππος Γουλ αναφέρεται πολλές φορές ως «Συρορθόδοξος» επειδή ήταν Ορθόδοξος που καταγόταν από τη Συρία. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Γουλ άνηκε στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αντιοχείας και επομένως ήταν Ελληνορθόδοξος , αφού Συρορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει εκτός από αυτήν των μονοφυσιτών οι οποίοι δεν είναι σε κοινωνία με τους Ελληνορθόδοξους.

Το πρώτο γνωστό έργο του Φίλιππου Γουλ είναι οι τοιχογραφίες της εκκλησίας του Αγίου Μάμα στον Λουβαρά που έγιναν το 1495 σύμφωνα με την επιγραφή που βρίσκεται στον δυτικό τοίχο, πάνω από την είσοδο που ενώνει τον κυρίως ναό με τον νάρθηκα. Επειδή η εκκλησία του Αγίου Μάμα είναι ξυλόστεγη, όπως και η εκκλησία του Σταυρού του Αγιασμάτι, και μικρών διαστάσεων, οι επιφάνειες που προσφέρονταν για τοιχογράφηση ήταν περιορισμένες. Γιι' αυτό και οι τοιχογραφίες, ιδιαίτερα εκείνες που παρουσιάζουν πολυπρόσωπες σκηνές, έχουν τον χαρακτήρα μικρογραφιών. Ο μικρογραφικός χαρακτήρας των τοιχογραφιών του Γουλ είναι πιο έντονος στην εκκλησία του Αγίου Μάμα, γιατί οι τοίχοι του ναού είναι πιο χαμηλοί και διαιρεμένοι σε τρεις ζώνες, οι δυο από τις οποίες αποτελούνται από πολυπρόσωπες σκηνές των οποίων η έκταση είναι πολύ περιορισμένη. Ο περιορισμός της έκτασης της κάθε σκηνής έγινε αναγκαίος από την επιθυμία των δωριτών ν' απεικονίσουν στους τοίχους της εκκλησίας όχο μόνο τον συνήθη χριστιανανολογικό κύκλο αλλά και μια σειρά από θαύματα του Χριστού. Στην εκκλησία του Σταυρού του Αγιασμάτι ο Φίλιππος Γουλ παραλείπει τα θαύματα του Χριστού και ορισμένους Κυπρίους αγίους, ζωγραφίζει όμως άλλους Κυπρίους αγίους και την εικονογραφική σύνθεση «Άνωθεν οι Προφήται», που είναι μάλλον σπάνια στην Κύπρο.

Οι διαφορές στα δυο αυτά χρονολογημένα ζωγραφικά έργα του Φίλιππου Γουλ (οι τοιχογραφίες του Αγόυ Μάμα έγιναν το 1495, του Σταυρού του Αγιασμάτι το 1494 η το 1505) δεν περιορίζονται μόνο στο εικονογραφικό πρόγραμμα. Πολλές φορές είναι φανερή η χρήση του ιδίου πρότυπου και για τς δυο εκκλησίες. Διαφορές υπάρχουν και στους χρωματισμούς. Στην εκκλησία του Αγίου Μάμα τα χρώματα είναι λιγότερο θερμά. Λείπει η θερμή κοκκινωπή ώχρα που χρησιμοποιεί ο Γουλ για το πλάσιμο των γυμνών μερών του σώματος στην εκκλησία του Σταυρού του Αγιασμάτι. Η τεχνοτροπία όμως είναι βασικά η ίδια. Στις πολυπρόσωπες σκηνές οι αναλογίες είναι βαριές, τα κεφάλια σχετικά μεγάλα και η απόδοση των πτυχώσεων των ενδυμάτων όχι πάντα καλή. Η αφέλεια και η απουσία δεξιότητας είναι φανερή.

Οι αδυναμίες αυτές του ζωγράφου δεν οφείλονται στις μικρές διαστάσεις των τοιχογραφιών με πολυπρόσωπες συνθέσεις. Όπως φαίνεται και από τα αρχιτεκτονήματα που γεμίζουν το φόντο σε πολλές σκηνές, ιδιαίτερα στην εκκλησία του Σταυρού του Αγιασμάτι, ο Γουλ είχε για πρότυπα μικρογραφίες επηρεασμένες από τη δυτική τέχνη του Μεσαίωνα. Σ' αυτές τις δυτικές τοιχογραφίες οφείλονται οι βαριές αναλογίες και ο ρεαλιστικός χαρακτήρας ορισμένων σκηνών. Ο Γουλ δεν αντέγραψε δουλικά τις μικρογραφίες αυτές. Έπαιρνε τα στοιχεία που ήθελε και τα προσάρμοζε στα παλαιά βυζαντινά πρότυπα που είχε υπ' όψη. Πιο καλές είναι οι αναλογίες των όρθιων αγίων που είναι ζωγραφισμένοι χαμηλά στους τοίχους και των δυο εκκλησιών. Οι πλατιοί ώμοι, η αδρή κεφαλή και ο ισχυρός λαιμός χαρακτηρίζουν τη Μακεδονική σχολή της Βυζαντινής τέχνης. Το ίδιο και οι πλατιές φωτισμένες επιφάνειες και ο αδιόρατος σχεδόν φωτισμός που πλάθει τους αγίους. Όπως και οι άλλοι ζωγράφοι της εποχής, έτσι και ο Γουλ εκτός από τοιχογραφίες ζωγράφισε καιι φορητές εικόνες. Σε καμιά όμως εικόνα δεν έχει σωθεί η υπογραφή του. Τεχνοτροπικές ομοιότητες όμως ανάμεσα σε φορητές εικόνες και στις τοιχογραφίες φανερώνουν τον ίδιο ζωγράφο. Έτσι μια εικόνα του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου από την εκκλησία του Σταυρού του Αγιασμάτι, που σήμερα βρίσκεται στο βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ', είναι πιθανότατα έργο του Φίλιππου Γουλ. Έργο του Γουλ είναι ακόμη και τα μετάλλια με μορφή αγίων που διακοσμούν το επιστύλιο του εικονοστασίου της εκκλησίας του Σταυρού του Αγιασμάτι που φαίνεται σύγχρονο με τις τοιχογραφίες. Τέλος, η εικόνα του Χριστού και η εικόνα του Προδρόμου στην εκκλησία του Αγίου Μάμα στον Λουβαρά είναι πιθανότατα έργα του Γουλ. Ο Φίλιππους Γουλ όπως φαίνεται από τα δυο τοιχογραφημένα σύνολα των εκκλησιών του Αγίου Μάμα στον Λουβαρά και του Σταυρού του Αγιασμάτι, δέχθηκε διάφορες επιδράσεις τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να αφομοιώσει τελείως.

Οι περισσότερες πληροφορίες γι' αυτό το άρθρο πάρθηκαν από την Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια.


Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Άγιος Γοβδελαάς o Πέρσης - Saint Gobdelaas the Persian


Ο Άγιος Γοβδελαάς ήταν γιος του βασιλιά των Περσών Σαβωρίου. Ήλθε στη χριστιανική πίστη από τον Δάδα, που ήταν μεγιστάνας και είχε μεγάλα αξιώματα στην αυλή του παλατιού του Σαβωρίου. Όταν έμαθε το γεγονός ο Σαβώρ, συνέλαβε τον Δάδα και τον γιο του Γοβδελαά, και τους πρόσταξε να θυσιάσουν στο θεό ήλιο. Επειδή όμως οι Άγιοι αρνήθηκαν, τον μεν Δάδα τεμάχισε ζωντανό και έτσι παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό, τον δε γιο του Γοβδελαά υπέβαλε σε φρικτά και βάρβαρα βασανιστήρια. Στο τέλος έγδαρε το κεφάλι του, έκοψε τα μέλη του και κέντησε το σώμα του με μυτερά καλάμια. Έτσι παρέδωσε και αυτός τη μακάρια ψυχή του στο Θεό. Ο Κασδόος ήταν συγγενής του βασιλιά Σαβωρίου και επειδή έγινε χριστιανός ο Σαβώρ τον έγδαρε ζωντανό με ξύλινο σπαθί. Η Κασδόα ήταν κόρη του βασιλιά Σαβωρίου και αδελφή του Αγίου Γοβδελαά. Αυτή είχε επισκεφθεί στη φυλακή τον αδελφό της, ο όποιος κατάφερε και την έκανε χριστιανή. Όταν το έμαθε και αυτό ο Σαβώρ, τη συνέλαβε και επειδή δεν μπόρεσε να μεταστρέψει το φρόνημα της, τη βασάνισε σκληρά μέχρι θανάτου.

Η μνήμη τους εορτάζεται στις 29 Σεπτεμβρίου


Saint Gobdelaas was the son of Savorios (Savor), king of the Persians. He came to the Christian faith by Dada , a Persian noble who had a high office at the court of Savorio's palace. When King Savor learned about this, he arrested Dada and his his son Govdelaa, and commanded them to make a sacrifice to the god Sun. However the Saints refused, he chopped Dada alive and this is how he gave his spirit to God, while he submitted his son Gobdelaas to horrible and barbaric torture. At the end he scalped off his head, cut body parts, and had his body embroidered with sharp reeds. So he also gave his blessed soul to God. Kasdoos was a relative of King Savor and became he became a Christian, Savor the scalped him alive with a wooden sword. Kasdoa was the daughter of King Savor and sister of Saint Gobdelaas. She had visited her brother in prison, who convinced her and made her Christian. When Savor also learned about this, he arrested her and because he could not make her change her mind, he tortured her hard until she died.

Their Memory is celebrated on September 29


Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Το κατεχόμενο χωριό Λευκόνοικο στην επαρχία Αμμοχώστου

Το Λευκόνοικο όπως ήταν πριν την τουρκική εισβολή

Το χωριό Λευκόνοικο βρίσκεται στο κατεχόμενο τμήμα της Αμμοχώστου, στην κεντρική πεδιάδα της Μεσαορίας και συνορεύει στα βόρεια με το χωριό Πλατάνι, στα δυτικά με το χωριό Ψυλλάτος, στ' ανατολικά με τη Γύψου και στα νότια με τα Πυργά. Το χωριό ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Αμμοχώστου μετά τα Κάτω Βαρώσια και το Ριζοκάρπασόν, γι' αυτό και αναφέρεται και ως κωμόπολη. Το 1973 το Λευκόνοικο είχε 2.116 κατοίκους οι οποίοι ήταν όλοι τους Έλληνες.
Η ονομασία του χωριού είναι σύνθετη, από το λευκός και οίκος, και καθαρά ελληνική. Οι λέξεις λευκός και οίκος την περίοδο της Φραγκοκρατίας αντικαταστάθηκαν από τις αντίστοιχες φράγκικες άσπρος και σπίτι - συνεπώς η αρχαιοπρεπής ονομασία του δειλοί την ύπαρξη του πριν την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Σύμφωνα με μία άποψη το χωριό οφείλει την ονομασία του στην παλαιά συνήθεια των κατοίκων του ν΄ασπρίζουν τα σπίτια τους με ασβέστη, ενώ σύμφωνα με άλλη εκδοχή στο χωριό υπήρχε κάποιος λευκός οίκος, ένα άσπρο σπίτι το οποίο δεν γνωρίζουμε πότε κτίστηκε. Ο Άντρος Παυλίδης κάμνει μια τολμηρή υπόθεση ότι ο Λευκός Οίκος ήταν το τέμενος του θεού Απόλλωνος που βρέθηκε στο Λευκόνοικο, το οποίο ονομάστηκε έτσι (Λευκός Οίκος) από το γεγονός ότι ο Απόλλωνας ήταν ο θεός του φωτός, άρα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το Λευκόνοικο υπήρχε από την αρχαιότητα.


Η Εκκλησία Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Πάνω Γειτονιά

Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας ήταν μια από τις εστίες επανάστασης κατά των κατακτητών λόγω της μιζέριας, της εξαθλίωσης, της ταπείνωσης και της οικονομικής αφαίμαξης του πληθυσμού από τους Φράγκους. Συγκεκριμένα γύρω στα 1400 μ.Χ. οι πειρατές και οι κουρσάρου λεηλατούσαν συνεχώς με τα καράβια τους τα παράλια της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, χρησιμοποιώντας τα λιμάνια της Κύπρου για ανεφοδιασμό ενώ τα λάφυρα τ' αγόραζαν οι Φράγκοι φεουδάρχες, οι οποίοι με την σειρά τους τα πουλούσαν είτε στους ντόπιους είτε σε ξένους.

Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ έχει μετατραπεί από τους Τούρκους σε αποθήκη

Αυτό είχε ώς αποτέλεσμα να εξαγριωθεί ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, ο οποίος απείλησε τον Φράγκο βασιλιά Ιανό ότι αν δε λάβει μέτρα για την πάταξη της πειρατείας θα επιτεθεί εναντίον της Κύπρου. Ο τελευταίος δεν έλαβε υπόψη την προειδοποίηση του Σουλτάνου με αποτέλεσμα να επιτεθεί κατά της Κύπρου στα 1425 και να λεηλατήσει πόλεις και χωριά. Την επόμενη χρονιά (1426) πραγματοποίησε δεύτερη επίθεση κατά την οποία αιχμαλωτίσθηκε ο βασιλιάς Ιανός, θανατώθηκαν πολλοί φεουδάρχες, λεηλατήθηκαν πάλι οι πόλεις και τα χωριά. Οι Κύπριοι δεν άντεξαν, με αρχηγό ένα εξαίρετο παλικάρι από τη Μια Μηλιά, τον Ρε Αλέξη κήρυξαν την επανάσταση κατά των φεουδαρχών με κέντρο το Λευκόνοικο.

Η Εκκλησία του Σωτήρος στην Κάτω Γειτονιά

Οι Φράγκοι στέλνουν δικούς τους κληρικούς και δικούς μας, για να υπογράψουν συνθήκη με τους χωρικούς, αλλά τους ξεγελούν και με δόλο αποκεφαλίζουν τους αρχηγούς τους στην Λευκωσία, ενώ μέσα σε μια μέρα οι Φράγκοι έκοψαν πάνω από 9.000 μύτες συγγενών των επαναστατών για να τους εκδικηθούν, και άλλα τόσα κεφάλια. Ο Ρε Αλέξης συνεχίζει την σθεναρή αντίσταση με τα παλικάρια του, αλλά ηττάται στο χωριό Πέτρα του Διγενή. Ο ίδιος είναι από τους λίγους που σώζονται και καταφεύγει στα βουνά από όπου παρενοχλεί τους Φράγκους. Δυστυχώς όμως, κάποτε τραυματίζεται, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και απαγχονίζεται στις 12 Μαΐου του 1427.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το Λευκόνοικο ήταν ένας από τους είκοσι τέσσερις μουκαττάδες, δηλαδή περιοχές που επιβαρύνονταν με ιδικούς φόρους για τη συντήρηση των ταγμάτων των γενιτσάρων που στάθμευαν στην Κύπρο.

Η εκκλησία του Σωτήρος έχει μετατραπεί σε τζαμί από τους Τούρκους

Το Λευκόνοικο αποτελείτο από δύο ενορίες, την Πάνω και την Κάτω Γειτονία όπου είχαν ως κύριες εκκλησίες εκείνη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εκείνη της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είχε επιβλητική εμφάνιση, μ' ένα εξαίρετο ξυλόγλυπτο τέμπλο και με παλιές βυζαντινές εικόνες. Η μεγαλόπρεπη τοιχογραφία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ δέσποζε στο εσωτερικό της. Στην εκκλησία του Αρχαγγέλου γίνονταν όλες οι συναθροίσεις επ΄ευκαιρία διάφορων θρησκευτικών και εθνικών εορτών. Στην Κάτω Γειτονιά η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ήταν μικρή αλλά γοητευτικά στολισμένη. Κοντά σε αυτήν την εκκλησία βρισκόταν το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού με τα ξακουστά παλιά βημόθυρά του. Στο λόφο του Γυμνασίου δέσποζε μεγαλόπρεπα το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Το δε ξωκλήσι του Αγίου Θεοδώρου ήταν κτισμένο ανάμεσα σε τουρκικές περιουσίες. Σε μια γραφική τοποθεσία, σε λόφο βόρεια του χωριού, βρισκόταν το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, κοντά στο τούρκικο χωριό Μελούντα. Το ξωκλήσι του Αγίου Φωκά βρισκόταν, κι αυτό βόρεια του χωριού, κοντά στο τούρκικο χωριό Πλατάνι. Πολλές αρχαιότητες βρέθηκαν στην περιοχή αυτή. Τέλος, στα νότια του χωριού, ανάμεσα στο γυμνό κάμπο, βρισκόταν το μοναχικό ξωκλήσι της Αγίας Ζώνης (Αγία Κινούσα), κτισμένο σε τοποθεσία αρχαίου συνοικισμού.

Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στην Κάτω Γειτονιά

Το Λευκόνοικο είναι η γενέτειρα του Βασίλη Μιχαηλίδη ο οποίος θεωρείται ως ο εθνικός ποιητής της Κύπρου. Έξω από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ υπήρχε ο ανδριάντας του Βασίλη Μιχαηλίδη και πίσω από αυτή ήταν το πατρικό σπίτι του ποιητή. Γεννήθηκε το 1849 και πέθανε το 1912. Τα γράμματα του ήταν λίγα. Πολέμησε ως εθελοντής στον πόλεμο του 1875 για το γνωστό αγροτικό ζήτημα στην Ηπειροθεσσαλία. Με πηγαίο λαϊκό αίσθημα και με εκφραστικό όργανο τη κυπριακή διάλεκτο. διεισδύει στη ψυχή του Κύπριου και αποδίδει τα πατριωτικά αισθήματα, τον έρωτα, τη ζωή.

Εκκλησία Τιμίου Σταυρού

Μια αξιοσημείωτη συνήθεια των Λευκονοιτών ήταν ότι κάθε Πέμπτη απόγευμα οι κρεοπώλες έσφαζαν ένα βόδι που το κεφάλι του έβαζαν μέσα σε λαμαρίνες μαζί με κομμάτια που δεν είχαν πολύ ψαχνό. Το Σάββατο το απόγευμα αφού πύρωναν τους φούρνους έβαζαν μέσα τις λαμαρίνες και το οφτόν ήταν έτοιμο την Κυριακή πρωί -πρωί, για ν' απολαύσει η οικογένεια μετά την εκκλησία.

Υφαντά του Λευκονοίκου

Το Λευκόνοικο φημιζόταν για την υφαντική του τέχνη. Καθισμένες στον αργαλειό ή τη βούφα οι Λευκονοιτζιάτισσες έφτιαχναν τα περίφημα λευκονοιτζιάτικα υφαντά, που διακρίνονταν για τους έξοχους συνδυασμούς των χρωμάτων τους, τον πλούτο των σχεδίων τους και την απαράμιλλη τέχνη της κατασκευής τους. Κατασκευάζονταν κουρτίνες, κλινοσκεπάσματα, τραπεζομάντιλα, σιεμέδες και πετσετάκια που έδιναν στο λευκονοιτζιάτικο σπίτι χάρη και ομορφιά.

Γυμνάσιο Λευκονοίκου

Το Γυμνάσιο του Λευκονοίκου είναι κτισμένο στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Ιδρύθηκε το 1933 με την επωνυμία «Εμπορικό Κολλέγιο Λευκονοίκου» και για δυο χρόνια λειτούργησε σαν ιδιωτική σχολή. Μετά έγινε κοινοτική και ονομάστηκε «Καμίντζειος Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου», προς τιμήν του μεγάλου ευεργέτη της Γεωργίου Καμιντζή.


Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Αγρυπνία προς τιμή της Αγίας Κωνσταντίας προστάτιδας της Πάφου




Την Παρασκευή προς Σάββατο, 24 -25 Αυγούστου 2012 θα τελεσθεί αγρυπνία στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους στο χωριό Έμπα της Πάφου προς τιμή της Αγίας Κωνσταντίας.

Η αγρυπνία θα αρχίσει στις 9μμ. της Παρασκευής και θα τελειώσει περίπου στις 1πμ. του Σαββάτου.

Η εικόνα της Αγίας Κωνσταντίας, προστάτιδας της Πάφου, θα εκτεθεί προς προσκύνηση των πιστών.

Σας καλούμε όπως παρευρεθείτε.


Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Αμμόχωστος, Αμμόχωστος Μου: Κύπρος Χρυσάνθης

Α'

Στο πιο ψηλό κατάρτι του μεσημεριού
κοιτάζω, Αμμόχωστος, τον μυγδαλί σου χάρτη,
τις ημερομηνίες σου καταγράφω στων ανέμων τις μασχάλες
μήπως σε λησμονήσει ο χρόνος να τις πάνε
στα σκαλοπάτια των ανθρώπων, στα λιμάνια μακρινών επαρχιών,
στα γραμματοκιβώτια ξένων σαν ευχές πρωτοχρονιάτικες:
Να μην ξεχνάτε τους αρχάγγελους της Κύπρου
και τις ελληνικές περγαμηνές της.

Β'

Στις γεωγραφίες των ουρανών ανακαλύπτω τ' όνομά σου
σαν χαρταετό πανσέληνο της νιότης.
Σηκώνω πέτρα απ' τους αμαξιτούς του χρόνου κι' αντικρύζω
το αρχάγγελό σου βήμα.
Στα ημερολόγια των θαλασσών με ελληνικές τριήρεις
διαβάζω τ' όνομά σου.
Στη σκάλα τ' ουρανού σαν ανεβαίνει ο ήλιος
το περιδέραιο βλέμμα σου κοιτάζω.
Στα δρομολόγια των καθημερινών συμβάντων
μυρίζομαι την παρουσία σου.
Στου κουρασμένου κρεβατιού το μαξιλάρι
το εργόχειρό σου βλέπω.
Αμμόχωστος, Αμμόχωστος, Αμμόχωστός μου.

Γ'

Καράβι των θεών η Αμμόχωστος,
ημερονύχτιο θαλάσσιο φως,
ανακοπή στα δρομολόγια των αιώνων
μέσα στ' ανώνυμα τριαντάφυλλα
του μεσογειακού ήλιου
και μες τις πειρατείες των γαλανών ανέμων,
που μεταφέρουνε γραφές απ' τα χαρτιά των Αρχαγγέλων
μ' ελληνικά φωνήεντα,
θητεύει μόνο στ' όνομα:
«Ελευθερία»

Δ'

Κι' ο ήλιος πορτοκάλι μέσα στο μαντήλι τ' ουρανού
να πασπατεύει τους μηρούς των καλοκαιρινών ωρών,
θάλασσα θηλυκιά της Αμμοχώστου,
με τα εικοσιένα σου χρόνια τ' αθηναία σου,
μικρέ Σαρωνικέ κι' αγάπη μου,
μηνύματα σου στέλλω και ματιές απ΄τα παράθυρα
των κυκλαδίτικων νησιών,
σε νοσταλγώ στις ώρες της ορτάνσιας
όταν σπουδάζει ο άνεμος στις καλαμιές σου τέχνες μουσικές
στην ηλικία του Απρίλη, του τρελλόπαιδου,
Αμμόχωστος, αγάπη, αγάπη μου...

Κύπρος Χρυσάνθης

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Το κατεχόμενο χωριό Ακανθού και η εκκλησία του Χρυσοσώτηρα Ιησού Χριστού


Η Ακανθού είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της κατεχόμενης Αμμοχώστου. Βρίσκεται στους βόρειους πρόποδες της οροσειράς του Πενταδακτύλου κι απέχει 5 περίπου χιλιόμετρα από της βόρειες ακτές της Κύπρου. Η περιοχή της Ακανθούς καλύπτει μια έκταση γύρω στα 50 τετραγωνικά μίλια, το δε τοπίο της διαμελίζεται από βουνά, κοίτες και παραλιακές πεδιάδες.
Η Ακανθού είναι ένας τόπος αντιπροσωπευτικός της κυπριακής ομορφιάς. Η παραθαλάσσια απλωσιά της, καταπράσινη από τις ελιές και τις χαρουπιές, την κάνει να μοιάζει με επίγειο παράδεισο, κι όταν στραφεί το βλέμμα προς το απέραντο γαλάζιο ατενίζει κανείς τις απότομες κορυφογραμμές. Εκεί, πάνω από το χωριό βρίσκεται το περίφημο «Διατρυπητό» ή «Θκιατρυπητό», όπως το έλεγαν οι ντόποι. Πρόκειται για μια πελώρια τρύπα μέσα από θεόρατους γκρίζους βράχους στους οποίους αναρριχώνται κισσοί και άγρια άνθη. Το Διατρυπητό που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού προσφέρει ένα θέαμα μαγευτικό κι απαράμιλλο. Η πανσέληνος του Αυγούστου πριν υψωθεί πάνω από το βουνό ρίχνει τις ακτίνες της μέσα από την τρύπα πάνω στην εκκλησία του Σωτήρος, καθιστώντας Τον έτσι και μεταφορικά χρυσό.


Ανατολικά του Διατρυπητού βρίσκεται η εξαιρετικής ομορφιάς τοποθεσία «Στυλλάρκα», που ως γεωλογικό φαινόμενο, παραλληλίζεται με τα Μετέωρα στην Ελλάδα. Πρόκειται για θεόρατους βράχους που ανεβαίνουν προς τα άνω, δημιουργώντας διάφορα σχήματα, μορφές ανθρώπων και ζώων στις κορφές τους καθώς καθώς έχουν αλλοιωθεί από το πέρασμα του χρόνου, ενώ οι βάσεις τους χάνονται μέσα στο πράσινο.
Νότια της εκκλησίας του Χρυσοσώτηρα βρίσκεται η πηγή νερού γνωστή ως «Μάνα» που είναι η μεγαλύτερη μετά τα κεφαλόβρυσα της Λαπήθου και του Καραβά. Το νερό της πηγής ανάβλυζε στη ρίζα ενός βράχου που χρησιμεύει για να καλύπτει όχι μόνο τις ανάγκες της ύδρευσης αλλά και άρδευσης των μεγάλων περβολότοπων του χωριού.
Σε μια πτυχή της οροσειράς του Πενταδακτύλου, κάτω από το βουνό Όλυμπος απαντώνται εύφορες λαγκαδιές με πηγές νερού. Στην περιοχή αυτή γνωστή ως «Πλάκες», καλλιεργούνται μηλιές, αχλαδιές, συκιές, καρυδιές και κυρίως το αμπέλι. Εδώ οι βροχές του χειμώνα δημιουργούσαν χείμαρρους που έφταναν στην κορφή του βράχου της «Μάνας» και πέφτοντας από ύψος 200 μέτρων πρόσφεραν ένα εντυπωσιακό θέαμα, τον «Καταρράχτη της Μάνας», θέλγητρο ξεχωριστό.
Σ' αυτό το έδαφος, καθόλα εύφορο, ήταν επόμενο να είναι έντονη η ενασχόληση με την γεωργία. Οι κυριότερες καλλιέργειες της Ακανθούς πριν τη Τουρκική εισβολή ήταν το σιτάρι, το κριθάρι, σο σιφουνάρι, τα χαρούπια, λίγα εσπεριδοειδή, οπωροφόρα δέντρα όπως ροδακινιές, αχλαδιές, βερικοκιές, μηλιές, αμυγδαλιές, και λαχανικά. Στη γεωργία μέχρι το 1930 χρησιμοποιούνταν το αλέτρι και το βόδι.
Η εξοικονόμηση χρόνου, κόπου, οι ψηλότερες αποδόσεις, η καλύτερη καλλιέργεια της γης οδήγησαν στην σταδιακή αντικατάσταση των πιο πάνω με το τρακτέρ. Επίσης, τότε αντικαταστάθηκε και το δρεπάνι με θεριστικές μηχανές. ενώ εγκαταλείφθηκε και το πατροπαράδοτο αλώνισμα, αφού αυτό γινόταν πλέον από αλωνιστικές μηχανές. Αρκετά ανεπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία, αφού εκτρεφόταν μεγάλος αριθμός ζώων και πουλερικών.


Με το τοπίο και τον φυσικό κόσμο συνδέεται και η παράδοση σχετικά με την ονομασία του χωριού. Σύμφωνα με τον Σίμον Μενάρδο προήλθε από ποώδες φυτό «άκανθος» ή «αγκαθιά» που έδωσε κατάλυμα στην Ανθούσα. Συγκεκριμένα σε ένα συνοικισμό της Ακανθούς, τον «Κουφό» γινόταν ο γάμος της όμορφης Ανθούσας. Τα φώτα είδαν από μακριά Τούρκοι κουρσάροι που κατόπιν φιλοξενήθηκαν στο γαμήλιο τραπέζι. Όταν το γλέντι άναψε ένας Τούρκος άρχισε να τραγουδά στη γλώσσα του:

Ώσπου στέκει το φεγγάρι
Στέκει νύφη στο καμάρι
Κι όταν δύσει το φεγγάρι
Πάει νύφη στο καράβι.


Τα λόγια του παραπάνω τραγουδιού και τις κακές προθέσεις των Τούρκων μετέφερε ένας χωρικός στον γαμπρό, ο οποίος πήρε τη νύφη και πήγαν να κρυφτούν στους αγκαθότοπους. Έτσι από την αγκαθιά και την Ανθούσα προήλθε η λέξη Ακανθούσα και κατόπιν Ακανθού. Οι Τούρκοι όταν έμαθαν τί συνέβη λεηλάτησαν και έφυγαν. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή η Ανθούσα έφυγε μαζί με τον πατέρα της για τους αγκαθότοπους, ενώ ο γαμπρός παρέμεινε στο τραπέζι, για να μην κινήσει υποψίες. Κάποια στιγμή οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν τί συνέβη και φεύγοντας πήραν αιχμάλωτο τον γαμπρό. Πέρασαν χρόνια, όλοι τον θεωρούσαν νεκρό και μόνο η Ανθούσα περίμενε τον γυρισμό του. Κάποτε όμως πείθεται να ξαναπαντρευτεί και την ώρα που ο παπάς διάβαζε τις ευχές, έρχεται ο γαμπρός:

Ο μαύρος εσσισσήνισε
τζι' η κόρη γνώρισέν τον


Και τότε φωνάζει:

Χάμνα παπά τα ψαρτικά
τζιαι Δκιάκο το μηναίο
τζι΄ο άντρας μου άκου τον πόφτασε
τζιαι πάλαι τζείνον παίρνω.



Στα γεωγραφικά σύνορα του χωριού έχουν βρεθεί κατάλοιπα αρχαίων οικισμών, ενώ συναντάμε παράλληλα πολλούς ναούς. Πολύ γνωστό ήταν το μοναστήρι της Παναγίας της Περγαμινιώτισσας ή Περκαμινιώτισσας, κάτω από την οποία υπήρχε λάκκος με τα ιερά σκεύη και χρυσά αντικείμενα της εκκλησίας που τα έκρυβαν από τους Τούρκους. Η θρησκευτική εικόνα του χωριού ενισχύεται από την εκκλησία του Αγίου Μίκαλλου που γιόρταζε στις 7 του Αυγούστου. Σ' αυτήν πήγαιναν οι άρρωστοι, άναβαν τα καντήλια κι έβαζαν πάνω τους λάδι. Κατόπιν κατέβαιναν στο αγίασμα, πλένονταν κι άφηναν ένα από τα ρούχα τους πάνω στη μερσινιά του Αή - Μικάλλου, για να παραμείνει εκεί το κακό (αρρώστια). Γνωστή ήταν και η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, προστάτη των ανθρώπων από την πανώλη. Σύμφωνα με την παράδοση στο σημείο που κτίστηκε το ξωκλήσι του Αγίου ένας Ακαθκιώτης θέριζε τα σπαρτά του με τις κόρες του, ξαφνικά πέθαναν, διότι τότε είχε ενσκήψει λοιμός στην Ακανθού. Όταν το κακό πέρασε οι χωριανοί έκτισαν παρεκκλήσι προς τιμήν του Αγίου.
Η Ακανθού ωστόσο είναι ιδιαίτερα γνωστή για τον Χρυσοσώτηρα της που εορτάζει στις 6 του Αυγούστου. Η εκκλησία του Χρυσοσώτηρα Ιησού Χριστού άρχισε να χτίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Λέγεται ότι όσο ήταν το ύψος της πάνω από τη γη, άλλο τόσο κάτω από τη γη ήταν τα θεμέλιά της, τα οποία γέμισαν με γαστρί (είδος ψημένου κεραμιδιού) που το άλεθαν στους μύλους και το ανακάτευαν με άμμο και ασβέστη, διότι τότε δεν υπήρχε τσιμέντο. Σύμφωνα με την παράδοση το γαστρί τελείωσε πριν ολοκληρωθούν τα θεμέλια και μια γριά στηριζόμενη σε όνειρο που είδε υπέδειξε στον ιερέα συγκεκριμένο τόπο όπου βρήκαν φούρνους ολόκληρους γεμάτους κεραμίδια εξ ου και η τοποθεσία «Κεραμιώνας». Κατόπιν μετέφεραν με τις καμήλες πέτρα «ήμερη» όπως την έλεγαν από την τοποθεσία «Οφίνια», που την πελεκούσαν οι μάστορες, για να χρησιμοποιηθεί για την εκκλησία, τη δε εργολαβία ανέλαβε κάποιος Τζυπρής από τη Βατυλή. Με την ήμερη πέτρα κτίστηκε η εκκλησία μέχρι το στεφάνι (σημείο πριν τους θόλους). Κατόπιν για χρόνια ολόκληρα οι μαθητές τα Σαββατοκυρίακα μάζευαν πέτρες από τα χωράφια και οι χωριανοί τις μετέφεραν και τις άδειαζαν μέσα στην εκκλησία για να γίνει επιχωμάτωση.
Η ανοικοδόμηση διεκόπη λόγω οικονομικών δυσχεριών και ξανάρχισε πάλι. Έφτιαξαν πέτρινα προπύλαια, ημιθόλια και τέσσερις θόλους χτισμένα με τσιμέντο, δύο καμπαναριά, ενώ την εκκλησία περιέβαλαν συνεχόμενες καμάρες που καλύπτονταν από διαφανές γυαλί. Πάνω από τα ημιθόλια υπήρχε πέτρινο κτίσμα με παράθυρα γύρω-γύρω πάνω στο οποίο στηριζόταν ο κυρίως θόλος. Εντός του ναού υπήρχε μεγάλος γυναικωνίτης χωρητικότητας 500 ατόμων και άνω, άμβωνας, ιερό, τέμπλο παλαιό, αλλά και νεότερο που ήταν πολυποίκιλτο, εικονοστάσι που περιλάμβανε τη χρυσή εικόνα του Σωτήρος. Η εκκλησία του Σωτήρος έχει συληθεί άγρια από τους Τούρκους εισβολείς, οι οποίοι ύψωσαν την τουρκική σημαία στον κύριο θόλο, αφαίρεσαν το σταυρό, έκλεψαν φορητές εικόνες, δισκοπότηρα, ευαγγέλια και άλλους εκκλησιαστικούς θησαυρούς ανεκτίμητης αξίας.
Σήμερα βουβό το καμπαναριό περιμένει την ώρα που θα σημάνει ξανά χαρμόσυνα μια 6η Αυγούστου για να τρέξουν από όλη την Κύπρο και το εξωτερικό να προσκυνήσουν τον Χρυσοσώτηρο και να ζήσουν ξανά εκείνο το μεγάλο πανηγύρι που μεγαλύτερό του δε γινόταν πουθενά. Από τις αρχές του Αυγούστου πανηγυριώτες, ντόπιοι και ξένοι ήταν σε ετοιμότητα. Οι πανηγυριώτες έστηναν τις πραμάτειες τους, οι ντόπιοι πάστριζαν τα σπίτια τους που ήταν ανοικτά για όλο τον κόσμο, ενώ οι ξένοι έρχονταν από καθήκον και υποχρέωση στο Σωτήρα τους.
Σήμερα το μόνο που έμεινε είναι μια γλυκιά ανάμνηση και μια ελπίδα ότι θα ξαναζήσουμε πάλι το μεγάλο πανηγύρι.