ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα μη καταγεγραμμένο κυπριακό δημοτικό τραγούδι


Αυτό το κωμικό κυπριακό δημοτικό τραγούδι το μάθαμε από μια γιαγιά από χωριό της Πάφου η οποία γεννήθηκε το 1911. Το τραγούδι το έμαθε από τον πατέρα της που το τραγουδούσε μαζί με φίλους του όταν αυτός έστρωνε τραπέζι στο σπίτι για να διασκεδάσουν. Η διασκέδαση αυτή μπορούσε πολλές φορές να διαρκέσει έως και μια ολόκληρη εβδομάδα, με αρνιά να σφάζονται και τη μητέρα της να μαγειρεύει συνέχεια για να είναι το τραπέζι πάντα γεμάτο με φαγητά. Στο τραπέζι, όμως, ουδέποτε κάθονταν οι γυναίκες του σπιτιού, επειδή όπως μας είπε η γιαγιά κάτι τέτοιο ήταν απρέπεια. Έμεναν μέσα στη κουζίνα και κοιτούσαν πότε θα αδειάσουν πιάτα από το τραπέζι για να τα ξαναγεμίσουν με φαγητό.
Καθισμένη στη κουζίνα - το μαειρκόν - μαζί με τη μάνα της, η γιαγιά, μικρή κορούλα τότε, άκουγε τους άνδρες να τραγουδούν διασκεδάζοντας, κοιτάζοντας διακριτικά από τη μικρή θύρα που έβλεπε προς το μακρινάριν, δηλαδή τον κύριο χώρο του σπιτιού.
Τον πατέρα τότε τον αποκαλούσαν αφέντη και όταν ο πατέρας της της φώναζε να φέρει κάτι στο τραπέζι αυτή ανταποκρινόταν λέγοντας «όρσε ά 'φεντη». Οι διασκεδάσεις αυτές γίνονταν ως επί το πλείστον κατά τους βροχερούς χειμερινούς μήνες όπου δεν υπήρχαν και πολλές δουλειές για να κάνουν στα χωράφια.
Από ότι μας είπε η γιαγιά, το ποιο κάτω τραγούδι ήταν γνωστό και από τους γηραιότερους - τους πρωτινούς- οπότε θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 250 χρόνων. Φαίνεται ότι το τραγούδι αυτό έχει κι' άλλους στοίχους, αλλά η γιαγιά, λόγο του προχωρημένου της ηλικίας της δεν τους θυμόταν - η γιαγιά έχει αποβιώσει.
Εμείς διερευνήσαμε σε διάφορα βιβλία που σχετίζονται με τα δημοτικά τραγούδια της Κύπρου, αλλά δεν το βρήκαμε πουθενά καταγεγραμμένο. Έτσι, για να το διασώσουμε το παραθέτουμε πιο κάτω, με την ευχή ν' αξιοποιηθεί από αυτούς που ασχολούνται με τη δημοτική μας μουσική παράδοση.


Έκκιασα τον άππαρόν μου,
τζι' ίσιωσα για το χωρκόν μου
τράλα-λα-λα, ελαλούσα,
τζι' έπινα τζι εμεθκιούσα.
Με το τράλα-λα-λα-λό μου
εξυππάστην το χτηνόν μου
τζι έππεσα πάνω στην φούρκαν,
πάει τζι πότσα, πάει τζι βούρκα.
Νάσου τζιαι τον Στέλιον κάτω,
σαν τον ψοφισμένον κάττον,
εν με κανεί το χάλιν μου,
επήεν τζιαι τ' αππάριν μου.



Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Το κατεχόμενο χωριό Λεονάρισσον στην περιφέρεια της Καρπασίας

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Λεονάρισσον πριν τη τουρκική εισβολή

Το Λεονάρισσον είναι κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, στην περιφέρεια της Καρπασίας, μεταξύ της Κώμης του Γιαλού και της Γιαλούσας. Συνορεύει στα βόρεια με τον Κοιλάμενο, στα νότια με τη Κώμη του Γιαλού, στα δυτικά με τον Πλατανισσό και στ' ανατολικά με τον Βαθύλακα. Είναι χωριό αμιγές ελληνικό κτισμένο σε λοφώδη περιοχή που αποτελεί προέκταση του Πενταδακτύλου. Κατά το 1973, ένα χρόνο πριν τη τουρκική εισβολή, το Λεονάρισσον είχε 617 κατοίκους. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Το 1974 στο Λεονάρισσον περέμειναν πολλοί εγκλωβισμένοι (420) οι οποίοι κάτω από τις απειλές των Τούρκων σταδιακά το εγκατέλειψαν.

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου όπως είναι σήμερα

Το χωριό υφίστατο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως Lonarso ή και Ionarso, πράγμα που ενισχύει την άποψη του Νεάρχου Κληρίδη ότι είχε πάρει τη σημερινή του ονομασία από το όνομα του Φράγκου φεουδάρχη που το κατείχε. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το Λεονάρισσον ήταν φέουδο, όμως δεν γνωρίζουμε σε ποια οικογένεια ευγενών ανήκε γι' αυτό δεν μπορούμε να δεχθούμε με βεβαιότητα την άποψη ότι οφείλει την ονομασία του στους μεσαιωνικούς ιδιοκτήτες τους.  Ο Άντρος Παυλίδης υποστηρίζει μια άλλη άποψη που θέλει τ' όνομα του χωριού να είναι καθαρά ελληνικό.Σύμφωνα με αυτήν, η ονομασία του χωριού είναι σύνθετη από το λέων και άλσος (=δάσος). Το Λεονάρισσον είναι επομένως το άλσος του λιονταριού. Η λέξη άλσος είναι αρχαία και η χρήση της εύλογη αφού στην περιοχή βρέθηκαν πολλές αρχαιότητες άρα το χωριό έχει αρχαία ονομασία που παρεφθάρη τον καιρό της Φραγκοκρατίας.

Η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου μετατράπηκε σε αχυρώνα


Στην περιοχή του χωριού βρέθηκαν αντικείμενα που χρονολογούνται από τα Νεολιθικά χρόνια, ενώ το 1914 διερευνήθηκε  και χώρος που τα κατάλοιπά του είναι της Τελευταίας εποχής του χαλκού. Ο Αθανάσιος Σακελλάριος, που μελέτησε τα ερείπια της περιοχής κατά τον 19ο αιώνα, σημειώνει την άποψη ότι στην περιοχή πιθανός να βρισκόταν αρχαίος ναός. Στην τοποθεσία Περιστεφάνη βρέθηκαν μέλη αγαλμάτων, άρα ίσως ο ναός να υπήρχε εκεί, ενώ στην τοποθεσία Μαζάρες βρέθηκαν ερείπεια άγνωστης πολιτείας, λίθοι ακατέργαστοι, λίθοι ελαιοτριβείων καθώς και τάφοι. υπήρχαν δε και δυο αγάλματα του 3ου ίσως αιώνα π.Χ. που είχαν τοποθετηθεί στον αστυνομικό σταθμό.

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου

Το Λεονάρισσον είχε δυο εκκλησίες, εκ των οποίων η μία ήταν αφιερομένη στον Άγιο Αντώνιο και η άλλη στον Άγιο Δημήτριο. Στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου γινόταν μεγάλο πανηγύρι στις 26 Οκτωβρίου. Από το Λεονάρισσον μάλιστα ξεκίνησε η μεγάλη εθνική εξέγερση των Κυπρίων κατά των Άγγλων (τα ονομαζόμενα Οκτωβριανά) την 21 Οκτωβρίου του 1931, όπου ομιλητές, εκμεταλλευόμενοι την μεγάλη εμποροπανήγυρη που γινόταν στις 26 Οκτωβρίου και τη μεγάλη συγκέντρωση του λαού, μίλησαν κατά των κατακτητών εξεγείροντας τα πλήθη.


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Ο κυρ - Κωστής Ιωάννου, ο εύχαρις - Mr. Kostis Ioannou, the graceful


«Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών», (Ψαλμ. 83, 11).

Εξελέξατο παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού ο κυρ- Κωστής Ιωάννου Χριστοδούλου προ τριακονταετίας και πλέον. Έκτοτε παραμένει ερριμμένος εκεί, δηλαδή στο ναό του Αγίου Γεωργίου του χωριού Πενταλιά στη Πάφο. Για τόσα συναπτά έτη διακινείται εντός του ναού ώσαν να είναι το σπίτι του, εισέρχεται και εξέρχεται και νομήν ευρίσκει, και τρέφεται η ψυχή του και ο νους του και η καρδία του και η σάρκα του και τα κόκκαλά του.

Και στέκει στα πόδια του ευσταλώς, όντας σχεδόν εκατονταετής και κινείται ρυθμικώς, χαριέντως, με φυσική απλότητα και ευκολία, με ευλάβεια όπου και αν ευρίσκεται : εντός ή εκτός του ναού, στο καφενείο ή στη στράτα, στο σπίτι του, όταν τρώει και όταν ομιλεί. Στο ανάστημα είναι μέτριος, εύχαρις, λίγο σκυφτός, αλλ΄ ευκίνητος.

Το πρόσωπόν του ωραίον, όταν ησυχάζει, σκυθρωπόν. Όταν σε κοιτάζει, αγάλλεται. Τα μάτια του μικρά, γελαστά, ζωηρά. Μικρό μουστάκι και κάτασπρα κοντά μαλλιά. Ενδύεται, συνήθως, μπλε πουκάμισο, μακρυκάβαλη βράκα και σάκκο. Εις το όλο σχήμα είναι σεμνός και ευσυμπάθητος.

«Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλ. ρκα', 1), είπε ο προφητάναξ. Με τίποτε άλλο δεν ευφραίνεται τόσον ο Κωστής παρά με το να του ζητούμε να οδεύσωμεν στην εκκλησία του Μεγαλομάρτυρος. Τότε ευφραίνεται η καρδία του και το πρόσωπο του αγλαΐζεται έσωθεν, λαμβάνει την κλείδα του ναού και ευρύθμως οδεύει στον αγαπημένο του τόπο, στην ιερή υπηρεσία.

Ο Κωστής Ιωάννου έτυχε δεξιάς φύσεως, όθεν από μικρός έπαιρνε τα γράμματα και καλλιγράφος εχρημάτισε. «Στο γραψίμι μου ήμουν από τους σπάνιους», λέγει, «καλλιγραφικά, είχα τέτοια μανία πάνω στα γράμματα... Τα καλά πράγματα έχω τα μεγάλην ευχαρίστηση. Είτα εξ ανάγκης έγινα καλλιγράφος της γης, ήγουν ζευγολάτης».

Ενυμφεύθη, απέκτησε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα... Εφθασε στο ενενηκοστό ένατο έτος του και ακόμη μπαινοβγαίνει στο ναό του Αγίου και λέγει «μέσα σε τούτη την μάντρα που βρεθήκαμεν η εκκλησία εν΄το φως μας. Λαλεί μου ένας, μα ίντα πας στην εκκλησία; Λαλώ του : Μα ...άλλον να σε δω και να συντύχωμεν κι άλλον ν΄ακούσω πως υπάρχεις».

Εκ τούτου, φαίνεται, ότι ο γέρων Κωστής ξέρει να συντυχάνει μετά των αγίων και του Θεού. Μάλιστα μια νύχτα, τη μοναδική που δεν άναψε την καντήλα, του εσύντυχεν ο Άγιος Γεώργιος και του είπε αυστηρά : «Δεν άναψες απόψε την καντήλα μου. Για νάρχεσαι τακτικά, για να παραιτήσεις». « Κι έτσι πάω τακτικά, βρέχει, χιονίζει, πρέπει να πάω, κάθε μέρα, κάθε νύκτα, τακτικά! Ώσπου ζω, φαίνεταί μου, και διακινούμαι, θα πηαίνω». Έλπίζω στον Άγιο Θεό, δοξάζω τ΄όνομα Του και τη χάρη Του. Παρακαλώ Τον την νύκτα να μην αρρωστήσω, να μου χαρίζει την υγείαν να πράξω ότι μπορώ, να μην πάω έτσι αμαρτωλός. Και φαίνεται μου, ότι ώσπου υπηρετώ την εκκλησία δεν πεθανίσκω...».

Πώς θα μπορούσε αλήθεια, να υπάρξει θάνατος γι' αυτόν που πέθανε ήδη μέσα στην εκκλησία; Γι' αυτό ελέχθη ότι ο κυρ- Κωστής Ιωάννου «ουκ αποθνήσκει, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την Ζωήν».

Από το βιβλίο του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα «περί ΥΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά»


«I had rather be a doorkeeper in the house of my God, than to dwell in the tents of wickedness». The Book of Psalms 83,11.


Mr. Kostis Ioannou has chosen to be the doorkeeper in the house of God more than thirty years ago. Since then, he has remained dedicated there, that is to say, at the church of Saint George of the village of Pentalia in Paphos. For all these years he has been moving about in the church as if it is his home, he enters and exists and finds pasturage, and his soul is nourished, but also his mind, and his heart, and his flesh, and his bones.

And his stands on his feet gracefully, even though he is almost ninety-nine years old, and moves with rhythm, in a lively manner, and natural simplicity, and easiness, with piety where ever he is : in and out of church, at the coffee house, in the street, in his house, when he eats and when he speaks. In stature he is of medium height, graceful, bending a little, but able to move easily.

His face is handsome, when it is quite, gloomy. When he looks at you, he rejoices. His eyes are small, smiling, alert. He has a small mustache and snow white hair. He usually wears a blue shirt, the traditional Cypriot breeches which are called vraka, and a jacket. In all manner, his is humble and likable.

I rejoiced when they said to me, "Let us go to the house of the Lord",(Psalm 122 in the Psalter), says the Prophet David. Kostis does not rejoice so much with anything else as much as when we ask him to accompany us to the church of the Great Martyr. That's when his heart rejoices, and his face is full of joy. He takes the keys of the church from his home, and as fast as he can he walks us to his beloved place, to his holy duty.

Kostis Ioannou happened to be gifted with the ability to learn the letters fast and also he is calligraphic." I was one of the few in my way of writing" he says, " calligraphic, I had such a mania with letters... I receive much happiness from beautiful things. I became a calligrapher of the earth first, since my profession was to plow.

He got married, had children, grandchildren, great- grandchildren...He has reached his ninety- ninth year of age and he is still going and coming from the church of the Saint and says " in this animal pen that we find ourselves in, the only light is the church. Some-one asked me, why are you going to church? I told him : There is a difference between seeing you and talking to you and between hearing that you exist!"

From these words, it seems that old Kostis is able to talk with the saints and with God. Indeed, one night, which was also the only night which he did not go to church and light the oil glass of the icons, Saint George spoke to him and told him in a strict manner : "You did not light the oil glass of my icon tonight. Either you should come regularly, or don't come at all". "For this reason I go regularly, whether it rains or snows, I must go, day and night, regularly! It seems to me that as long as I live, and I am able to, I will go. I hope in God almighty, and I glorify His name and his Grace. At night I beg Him to keep me in good health so that I don't get sick, to give me health so that I can do what ever I can so that I do not go as a sinner. And it seems to me that as long as I do my duty to the church, I do not die".

How could there really be death for a person who has already died in church? For this reason it has been said that Mr. Kostis Ioannou " does not die, but he came from death to life".

From the book " Seven Words about SERINITY" by Charalambos Epaminondas

Translated from Greek by Noctoc

Το χωριό Πενταλιά - The village of Pendalia

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Ο γιορτάρης και η τελετή γιορτών αγίων κατά παραδοσιακό τρόπο στην Κύπρο


Στην Κύπρο τελούνται γιορτές διαφόρων αγίων κατά παραδοσιακό τρόπο. Παραδείγματος χάριν όταν τελούσε αρχικά ο παππούς για διάφορους λόγους (κατόπιν τάματος κλπ.) κάποια γιορτή αγίου, την γιορτή αυτή την συνεχίζει το παιδί του, μετά το εγγόνι του κ.ο.κ. Η γιορτή αυτή ονομάζεται «γιορτή του σπιδκιού».
Επίσης τελούνται ονομαστικές γιορτές χάριν των αγίων. Παραδείγματος χάριν, ένας που ονομάζεται Ανδρέας τελεί γιορτή κατά τη μέρα του αποστόλου Ανδρέα (30 Νοεμβρίου). Όταν ο γιορτάρης τελεί μια γιορτή πιστεύει ότι μπαίνει κάτω από τον προστασία του αγίου χάριν του οποίου τελεί την γιορτή.


Ο γιορταστής ή γιορτάρης πρέπει να πάρει στην εκκλησία κατά τον εσπερινό τέσσερα πρόσφορα δεμένα συνήθως σε μια υφαντή πετσέτα και πέντε άρτους (στην Κύπρο τα εορταστικά ψωμιά ονομάζονται άρτοι) τοποθετημένους σε πανέρι (τσέστο). Από τους πέντε άρτους ο ένας είναι μεγαλύτερος και πλούσια διακοσμημένος και ονομάζεται «παννυσσία». Επίσης παίρνει ένα πανέρι ή πιάτο με κόλλυβα (σε μερικά χωριά όπως την Παναγιά της Πάφου παίρνουν δυο). Πάνω στα κόλλυβα τοποθετούνται ένας άρτος με μια λαμπάδα αναμμένη. Στην Αθηένου παίρνουν επιπλέον κι ένα πιάτο κόλλυβα για να μνημονευθούν από τον ιερέα οι νεκροί συγγενείς του γιορταστή. Επίσης σε μερικά χωριά της Κύπρου παίρνουν και δυο κολότζια (νεροκολοκύθια με την εσωτερική επιφάνεια καλυμμένη με μαύρη πίσσα), γεμάτα κρασί.
Η παννυσσία έχει διαφορά από τον άρτο και ο άρτος και η παννυσσία έχουν διαφορά από το πρόσφορο. Ο άρτος είναι μικρότερος από την παννυσσία και σε αντίθεση με την παννυσσία, είναι διακοσμημένος μόνο με ένα πλουμιστό ζυμαρένιο σταυρό. Η παννυσσία, εκτός από τον σταυρό, είναι διακοσμημένη και με πολλά άλλα διάφορα πλουμιά. Όμως, και τα δυο αυτά ψωμιά είναι πασπαλισμένα με σησάμι και μαυρόκοκκο (μαύρο κύμινο). Το πρόσφορο είναι μικρότερο και από τα δυο άλλα ψωμιά και είναι χωρίς σησάμι. Στη μέση, μέσα σε κύκλο έχει ένα σταυρό και στις τέσσερις γωνιές του αποτυπώνονται τα γράμματα ΙΣ ΧΡ ΝΙΚΑ (Ιησούς Χριστός Νικά). Τα πιο πάνω σφραγίζονται με ξύλινη σφραγίδα που λέγεται «τυπάριν».


Η παννυσσία τοποθετείται πάνω από τους τέσσερις άλλους άρτους και είναι αυτήν που υψώνει ο ιερέας ψάλλοντας το «Πλούσιοι ευτώχευσαν και επείνασαν». Στη συνέχεια ο ιερέας προσφέρει την παννυσσία στον γιορτάρη αφού πρώτα την προσκυνήσει και φιλήσει το χέρι του παπά. Στη βορειοδυτική Πάφο υπάρχει το έθιμο να περιφέρουν τη παννυσσία για να την προσκυνήσουν οι εκκλησιαζόμενοι. Συνήθως ο γιορτάρης περιφέρει τη παννυσσία για να την προσκυνήσουν οι άνδρες, ενώ η σύζυγός του την περιφέρει για να την προσκυνήσουν οι γυναίκες. Αν είναι γυναίκα που γιορτάζει ακολουθείται πάλι η ίδια διαδικασία από το σύζυγό της με τους άνδρες να προσκυνούν πρώτοι. Μετά το πέρας της λειτουργίας θεωρείται καλόν η παννυσσία να μεταφερθεί στο σπίτι του γιορταστή, για ευλογία του σπιτιού. Ο γιορταστής όμως πρέπει να τοποθετήσει στη θέση της παννυσσίας έναν άλλον άρτο.
Κατά τους εσπερινούς όλων των εορτών γίνεται η λιτάνευση της εικόνας του αγίου που γιορτάζει. Μπροστά πηγαίνουν τα εξαπτέρυγα, τα φανάρια και ο σταυρός, ακολουθεί ο ιερέας (κρατώντας τον θυμιατό) μαζί με τους ψάλτες που ψάλλουν ειδικά τροπάρια, και μετά η εικόνα του αγίου ο οποίος γιορτάζει, που την κρατούν συνήθως δυο ή τέσσερα άτομα (αναλόγως του μεγέθους της) και πίσω ακολουθούν οι άνδρες και μετά οι γυναίκες ενώ οι καμπάνες ηχούν χαρμόσυνα. Όλοι οι εκκλησιαζόμενοι με αναμμένα κεριά που τους έδωσε ο γιορταριστής, θα περάσουν κάτω από την εικόνα του αγίου.



Προς το τέλος της λειτουργίας περνούν πρώτα οι άνδρες και προσκυνούν την ανυψωμένη από κάποιο παιδί εικόνα ( αν είναι μικρή) του αγίου. Ο γιορταριστής τους ραντίζει με ροδόσταγμα από μια μυροδόχη (μερρέχαν· στην Πάφο λέγεται και κατρίν και πουσέλλιν). Το ίδιο κάμνει η σύζυγος του γιορταστή για τις γυναίκες.
Στο τέλος της λειτουργίας ο γιορταριστής συνήθως κερνά κρασί από το ένα κολότζιν (διαθέτει μόνο ένα ποτήρι γι' αυτό το σκοπό) στους άνδρες που του εύχονται «χρόνους πολλούς» ή «καλήν γιορτήν» ή «τζι' από χρόνου». Το ίδιο κάμνει κρατώντας το δεύτερο κολότζιν με το κρασί η γυναίκα του γιορτάρη. Ύστερα μοιράζονται τα κόλλυβα και η λεγόμενη «κόρτα», δηλαδή τεμάχια από κομμένο άρτο. Όσοι άρτοι και πρόσφορα περισσεύουν χαρίζονται στο ιερέα, που κι αυτός με τη σειρά του δίνει ένα στον νεωκόρο κι ένα στον γιορταστή.


Την άλλη μέρα, κατά τη λειτουργία του Όθρου, ο γιορταστής θα πάρει πάλι ένα πανέρι κόλλυβα (στο χωριό Παναγιά της Πάφου παίρνουν δυο πανέρια κόλλυβα) κ ένα άρτο τοποθετημένο στη μέση των κολλύβων. Στερεωμένη στη μέση του άρτου ανάβει (όπως και κατά τον εσπερινό) μια λαμπάδα. Προς το τέλος της λειτουργίας, το εκκλησίασμα θα προσκυνήσει την εικόνα του αγίου που γιορτάζει και θα ραντιστεί με ροδόσταγμα (όπως έγινε κατά τον εσπερινό). Σε μερικά χωριά (Άγιος Δημήριος Μαραθάσας) μετά το τέλος της λειτουργίας και τη διαμονή των κολλύβων και της κόρτας ο γιορταστής κερνά επίσης κρασί ή κάποτε και κονιάκ. Στη βορειοδυτική Πάφο μόνο κατά τον εσπερινό κερνάται το κρασί.
Στον Άγιο Δημήτριο της Μαραθάσσας ο γιορταστής κατά τη γιορτή των Χριστουγέννων παίρνει αντί κόλλυβα, κομμάτια από βραστό χοιρινό κρέας και «παξιμάτια», τα οποία κερνά στο εκκλησίασμα μετά το τέλος της λειτουργίας (το παξιμάτιν είναι ένα κομμάτι φρέσκο σησαμένιο ψωμί από την «κουμουλιάν», η οποία γίνεται από μικρά στενόμακρα τεμάχια ψωμιού κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο και έχει πάνω σησάμι).



Από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά οι γιορτές «δεν σηκώνουν κόλλυβα», δηλαδή δεν επιτρέπονται τα κόλλυβα. Μετά το τέλος του εσπερινού της Αναστάσης, που τελείται κατά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ο γιορταστής κερνά ελιές κι ένα κομμάτι παξιμάτιν. Αυτό γίνεται γιατί ο κόσμος νηστεύει και οι ελιές είναι νηστίσιμες. Κατά την τελετή της Αναστάσεως (που παλαιότερα στην Κύπρο άρχιζε κατά τις τρεις μετά τα μεσάνυκτα) ο γιορταστής παίρνει στην εκκλησία παξιμάτια και κομμάτια από τυρί ή χαλλούμιν. Αυτά τα κερνά μετά το τέλος της λειτουργίας στους εκκλησιαζόμενους. Παίρνει τυρί γιατί καταργείται η νηστεία μετά την ψαλμωδία του Χριστός Ανέστη (Άγιος Δημήτριος Μαραθάσας).


Όταν τελειώσει η λειτουργία ο γιορταστής καλεί στο σπίτι του τον ιερέα, τους επιτρόπους της εκκλησίας, τους ψάλτες, τον καντηλανάφτην (νεωκόρο), καθώς επίσης και μερικούς στενούς συγγενείς και φίλους και τους στρώνει τραπέζι. Αν η γιορτή συμπέσει με τις μέρες της νηστείας, το τραπέζι έχει μόνο νηστίσιμα φαγητά, αλλιώς συμβαίνει το αντίθετο.



Στα χωριά της περιοχής Μόρφου ο ιερέας τελεί αγιασμό στο σπίτι του γιορταστή, προτού καθίσουν στο τραπέζι. Μέσα σε ένα πιάτο τοποθετεί ο γιορτάρης διάφορους καρπούς, ιδίως δημητριακούς (σιτάρι, κριθάρι, φακές κλπ.) για να τους ευλογήσει ο ιερέας. Αυτοί οι σπόροι θα αναμειχθούν με τους άλλους που θα σπείρει ο γεωργός. Ο ιερέας ψάλλει συνήθως κατά τη διάρκεια του φαγητού, το τροπάριο του αγίου που γιορτάζει. Μετά το τέλος του τροπαρίου (όπως και μετά του κάθε άσματος) οι συνδαιτυμόνες κτυπούν τα πιρούνια τους, τα πιάτα που είναι μπροστά τους και γίνεται θόρυβος. Ύστερα εκφράζονται διάφορες ευχές χάριν του γιορταστή κατά τις προπόσεις που γίνονται από τα δεξιά του ιερέα, για να πάνε όλα δεξιά στο σπίτι του γιορταστή, δηλαδή ευλογημένα.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Το χωριό Λυσός στην επαρχία Πάφου και ο άγνωστος πολιτισμός του


Τοιχογραφία της Παναγίας στην κόγχη της Ιεράς Προθέσεως. Εκκλησία Λυσού

Η Λυσός είναι ένα όμορφο ορεινό χωριό της επαρχίας Πάφου το οποίο διατηρεί ακόμη σε μεγάλο βαθμό τη κυπριακή λαϊκή αρχιτεκτονική αφού ευτυχώς διασώθηκαν πολλά από τα πετρόκτιστά του σπίτια. Η Λυσός είναι το μεγαλύτερο σε διοικητική έκταση χωριό της επαρχίας Πάφου, ωστόσο λόγο της αμέλειας του κυπριακού κράτους για όλες τις ορεινές κοινότητες του νησιού, το χωριό έμεινε χωρίς έργα υποδομής και επλήγη από την αστυφιλία. Οι περισσότεροι κάτοικοί της Λυσού έχουν μεταναστεύσει από το χωριό τους και σήμερα ζουν κυρίως στην Νότιο Αφρική, αλλά και στην Αυστραλία και ΗΠΑ. Κατά την απογραφή πληθυσμού του 2001 στη Λυσό είχαν μείνει μόλις 160 κάτοικοι ενώ δέκα χρόνια μετά, το 2012, υπήρχε μια μικρή αύξηση του πληθυσμού και σήμερα διαμένουν στο χωριό πέραν των 200 κατοίκων. Δυστυχώς η αύξηση αυτή του πληθυσμού της κοινότητας δεν οφείλεται στον επαναπατρισμό των αποδήμων, αλλά επειδή τα τελευταία χρόνια έχουν αγοράσει ξένοι Ευρωπαίοι (κυρίως Άγγλοι συνταξιούχοι) σπίτια στη Λυσό και διαμένουν εκεί. Η αστυφιλία του ντόπιου πληθυσμού συνεχίζεται.

Η εκκλησία της Λυσού είναι αφιερωμένη στην Παναγία Χρυσελεούσα


Η Λυσός βρίσκεται κτισμένη 560 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και από κλιματολογικής απόψεως έχει ένα πολύ ήπιο κλήμα κατά τους μακρούς θερμούς καλοκαιρινούς μήνες, χωρίς την υγρασία που μαστίζει τις περισσότερες περιοχές της ελεύθερης Κύπρου. Ο χειμώνας, όμως μπορεί να γίνει πολύ τσουχτερός και η χιονόπτωση είναι σύνηθες φαινόμενο. Όμως, ο χειμώνας της Κύπρου δεν διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και τους περισσότερους μήνες η Λυσός είναι χωμένη μέσα στο δροσερό πράσινο αφού η μεγαλύτερη έκταση του χωριού καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος της Πάφου.

Η κόγχη του Ιερού είναι φραγκικού ρυθμού

Η κύρια εκκλησία της Λυσού είναι αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσελεούσα. Κτίστηκε στα τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα και ανήκει στο λεγόμενο φραγκοβυζαντινό ρυθμό που συνδυάζει βυζαντινά και γοτθικά στοιχεία, τρούλο και τόξα. Οι δυο θύρες του ναού είναι διακοσμημένες με φράγκικα οικόσημα, ενώ η κόγχη του Ιερού είναι φραγκικού ρυθμού.

Το τέμπλο της εκκλησίας

Η εκκλησία του χωριού διαθέτει μια παμπάλαια Βυζαντινή τοιχογραφία στην κόγχη της Ιεράς Προθέσεως η οποία αναπαριστά την Παναγία τη Κυκκώτισσα. Αυτή η πανέμορφη τοιχογραφία, όπως και πολλά άλλα αριστουργήματα του ελληνικότατου πολιτισμού της Κύπρου, έχει μείνει στην αφάνεια χωρίς ποτέ να τύχει κάποιας προβολής. Έτσι, το NOCTOC έχει τη τιμή να την αναδείξει για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό μέσω διαδικτύου και τη βλέπετε στη πρώτη φωτογραφία αυτής της ανάρτησης.

Το εσωτερικό της εκκλησίας

Εκτός από τη τοιχογραφία της Θεοτόκου μέσα στο Ιερό, υπάρχουν στο τέμπλο και δυο αξιόλογες εικόνες, της Παναγίας και του Ιωάννη του Προδρόμου, οι οποίες ανάγονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Όμως, αυτό που θα συνεπάρει τον επισκέπτη στην εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης στη Λυσό, δεν είναι μόνο τα προαναφερόμενα πολιτιστικά μας αριστουργήματα, αλλά και η όλη διακόσμηση μέσα στην ίδια την εκκλησία. Μέσα στην εκκλησία επικρατεί το μπλε χρώμα και πολλά στοιχεία της λαϊκής κυπριακής ζωγραφικής που δένουν μαζί μέσα στη ταπεινότητά τους για να μας αγγίξουν τη ψυχή.

Μπλε σκάμνοι της εκκλησίας

Η ονομασία του χωριού είναι παραπλήσια προς αυτήν του χωριού Λύση της Μεσαορίας. Στην περίπτωση του χωριού Λυσός, η κατάληξη σε-σος, φανερώνει αρχαία προέλευση που πιθανότατα σχετίζεται με αρχαίους ελληνικούς οικισμούς στη Μικρά Ασία που έποικοι μετέφεραν στην Κύπρο. Λισός ή Λίσσος ονομαζόταν και αρχαία πόλη στην Κρήτη, γνωστή για το Ασκληπιείον της.

Η εκκλησία της Χρυσελεούσης από άλλη οπτική γωνιά


Το ότι κατοικήθηκε το χωριό από τους αρχαίους Έλληνες δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση. Τα γεωμετρικά αγγεία, οι λαξευμένοι τάφοι στον βράχο και άλλα ευρήματα που βρέθηκαν σε αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής το μαρτυρούν περίτρανα. Η Λυσός στο διάβα των αιώνων διατήρησε αναλλοίωτη την εθνική και ελληνική της ταυτότητα χωρίς να επιτρέψει την αλλοίωση του εθνικού της χαρακτήρα.

Η τοποθεσία όπου βρίσκονταν ερείπια από το εκκλησάκι του Αγίου Κουτσολλοτζέφαλου

Εκτός από την εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης, στη Λυσό υπάρχουν και πολλές άλλες εκκλησίες όπως αυτή του Αγίου Κωνσταντίνου, του Αγίου Γεωργίου, των Αγίων Σαράντα (ερειπωμένη σήμερα), του Αγίου Στεφάνου, του Αγίου Μερκουρίου, της Αγίας Μαρίνας, του Προφήτη Ηλία, ακόμη και του Αγίου Μαύρου. Όμως, εκτός από όλους αυτούς υπάρχει και ένας άλλος τοπικός άγιος του χωριού που σήμερα έχει ξεχαστεί. Επειδή όμως με κάθε απώλεια της συλλογικής μας μνήμης χάνεται μαζί και ένα μέρος του πολιτισμού μας, θα τον αναφέρουμε εδώ έστω κι αν δεν τιμάται πλέον από τους κατοίκους του χωριού. Ο Άγιος αυτός ετιμάτο μόνο στη Λυσό και έφερε το περίεργο όνομα Άγιος Κουτσουλλοτζέφαλος. Τίποτα δεν γνωρίζουμε γι' αυτό τον άγιο, επειδή όμως στη κυπριακή διάλεκτο η λέξη «κουτσουλλοτζέφαλος» σημαίνει κάποιος που έχει το κεφάλι του σκυφτό, υποθέτουμε ότι θα πρόκειται για κάποιον ασκητή ο οποίος θα ήταν σε συνεχή προσευχή με το κεφάλι του σκυφτό, γι' αυτό και πήρε αυτό το όνομα από τους κατοίκους του χωριού. Ο Άγιος Κουτσολλοτζέφαλος είχε εκκλησάκι κτισμένο προς τιμήν του το οποίο ερειπώθηκε κατά τους περασμένους αιώνες και το μόνο που παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα ήταν μερικές πέτρες κάτω από ένα δρυ, όπου οι κάτοικοι του χωριού πήγαιναν και του άναβαν κερί. Σήμερα ο δρυς αυτός κόπηκε, οι λιγοστές πέτρες εξαφανίστηκαν και η μνήμη του αγίου ξεχάστηκε.

Υφαντό της Λυσού

Λόγο της μεγάλης της έκτασης, η Λυσός ήταν κάποτε ένα έφορο και πλούσιο χωριό. Για το λόγο αυτό, οι κάτοικοι της Λυσού είχαν την ευχέρεια ν' ασχολούνται και με άλλες δουλειές εκτός από τα χωράφια. Έτσι οι γυναίκες του χωριού στον ελεύθερο τους χρόνο ασχολήθηκαν με την υφαντική η οποία αν και έχει αρκετά κοινά με την υφαντική του χωριού Φύτη, εξελίχθηκε να έχει ένα δικό της χαρακτήρα και ιδιαιτερότητα στα σχέδια. Η αστυφιλία όμως, όπως και στη περίπτωση της Φύτης, έχει φέρει την υφαντική παράδοση της Λυσού στο χείλος της εξαφάνισης. Η διαφορά είναι ότι αντίθετα με τα περίφημα «φυτιώτικα» υφαντά της Φύτης, τα εξίσου όμορφα υφαντά της Λυσού αγνοήθηκαν και δεν έχουν τύχει καμιάς μελέτης. Έτσι, όταν αποβιώσουν και οι λιγοστές υπερήλικες γυναίκες του χωριού που τη γνωρίζουν, θα χαθεί ακόμη ένα άλλο μέρος του πολιτισμού μας χωρίς ν΄απομείνουν αναφορές για τις επόμενες γενιές να την μελετήσουν.

Παραδοσιακοί φούρνοι στο χωριό

Η Λυσός υφίστατο από τα Μεσαιωνικά χρόνια και στη περιοχή επιζούν ακόμη θρύλοι για τον Διγενή, τον ήρωα των μεσαιωνικών επών. Εκτός από τους θρύλους, η παρουσία του μεσαιωνικού Διγενή επιβεβαιώνεται και από τα διάφορα τοπωνύμια στο χωριό όπως η «Πατιά του Διγενή», η «Πέτρα της Χαρτζιής» κ.λ.π.

Παραδοσιακοί μύλοι της Λυσού

Στους εθνικούς αγώνες η παρουσία της Λυσού ήταν ιδιαίτερα ενεργός. Πρώτη από όλες τις κοινότητες της επαρχίας Πάφου άρχισε να οργανώνει ομάδες ανταρτών από την γύρω περιοχή. Κατά την διάρκεια του αγώνα αρκετοί κάτοικοι του χωριού ήταν πολιτικοί κρατούμενοι στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς και Πύλας. Στον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. υπήρξαν καταφύγια και ορμητήρια των ανταρτών της οργάνωσης. Στη Λυσό έδρασε και συνελήφθη ο ήρωας μαθητής – ποιητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Οι περιοχές που έδρασαν οι αντάρτες είναι γνωστές σαν τα λημέρια της Ε.Ο.Κ.Α. και βρίσκονται σε απόσταση 3 χιλιομέτρων από το χωριό προς τον Σταυρό της Ψώκας.
Οι τοπικές αρχές σε συνεργασία με το Συμβούλιο Ιστορικής Μνήμης Αγώνα Ε.Ο.Κ.Α. (ΣΙΜΑΕ) αναστήλωσαν το κρησφύγετο στην περιοχή «Προσευχή» μέσα στο οποίο διέμενε με άλλους αγωνιστές ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Στην περιοχή του χωριού υπάρχουν και άλλα κρησφύγετα τα οποία περιμένουν την σειρά τους για αναστήλωση και διατήρηση της ιστορίας τους.

«Κουττούτζια» σε αυλή σπιτιού της Λυσού