ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ο Γλαύκος Αλιθέρσης και η συμβολή του στα νεοελληνικά γράμματα

 Ο Γλαύκος Αλιθέρσης είναι ένας από τους γενάρχες της νεότερης κυπριακής ποίησης. Το πραγματικό του όνομα είναι Μιχάλης Χατζηδημητρίου, και εκτός από το Γλαύκος Αλιθέρσης, χρησιμοποίησε και το φιλολογικό ψευδώνυμο Αγρότης Πολλύς. Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1897 και πέθανε στη γενέτειρά του το 1965. Η καταγωγή του ήταν από το κατεχόμενο Πραστειό Αμμοχώστου.
Έφηβος, σε ηλικία 16 χρόνων, εγκατέλειψε τα μαθηματικά θρανία και κατετάγη εθελοντής στον ελληνικό στρατό, παίρνοντας μέρος στον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο. Επέστρεψε στην Κύπρο και συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές, τελειώνοντας το Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1915. Η αθλητική και λεβέντικη εμφάνισή του έκαναν πάντα εντύποση. Σε ηλικία 19 χρόνων ήταν παγκυπριονίκης. Μετά την αποφοίτησή του, προσπάθησε να μπει στη Σχολή Ευελπίδων στην Αθήνα για να ακολουθήσει τη στρατιωτική σταδιοδρομία, όμως απέτυχε κι ενεγράφη στη Νομική Σχολή, ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε και στη Γυμναστική Ακαδημία. Το 1917 διέκοψε τις σπουδές του  και γυρίζοντας στην Κύπρο πηγαίνει να τελειοποιήσει τα αγγλικά του στην Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακας, ώστε να μπορεί να διδάξει αγγλική λογοτεχνία και ιδιαίτερα ποίηση, στο προτότυπο. Μεταφράζει στη συνέχεια άγγλους ποιητές που εκδίδονται στους τόμους: «Άπαντα του Ρ. Μπρουκ», Κύπρος, 1925, «Αγγλική Ανθολογία», Κύπρος, 1925. Από τη Λάρνακα στέλνει ποίηση του στην εφημερίδα της Λεμεσού «Αλήθεια», το 1918. Η ποίηση του της περιόδου αυτής θα κυκλοφορήσει στη συλλογή Γαλανά Δακτυλιδάκια (1919). Από τα πρώτα του κιόλας βήματα ο Αλιθέρσης γράφει σε παλαμικά μοτίβα κι η παρουσία του Κωστή Παλαμά στο έργο του θα κρατήσει για πολύ, ενώ ο αντικαβαφισμός του θα παραμείνει έντονος, παρά τα 44 χρόνια που έζησε στην Αλεξάνδρεια.
Φυσικά ο Αλιθέρσης δεν παρέμεινε μονολιθικά παλαμικός. Το έργο του έχει δική του αυθεντικότητα και μια πληθώρα ποιητικών φωνών. Τα Κρινάκια του Γιαλού (Κύπρος, 1921), είναι η δεύτερη συλλογή του.
Στα 1919 φεύγει για την Αλεξάνδρεια και εργάζεται για πολλά χρόνια σαν καθηγητής της γυμναστικής στο εκεί Αβερώφειο Γυμνάσιο. Η Αίγυπτος γίνεται η δεύτερή του πατρίδα και ζει εκεί μέχρι το 1963. Όμως όλα τα χρόνια της απουσίας του στην Αίγυπτο, παραμένει αξεδίψαστος νοσταλγός της πατρικής γης. Δεν παύει να συνεργάζεται με λογοτέχνες στην Κύπρο, να αλληλογραφεί και να δημοσιεύει σε κυπριακά λογοτεχνικά έντυπα.
Στο δεύτερο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, που ήταν τότε η Αλεξάνδρεια, ο Αλιθέρσης θα αφήσει έντονη την πνευματική του παρουσία. Απετέλεσε ξεχωριστό μέλος της πνευματικής και λογοτεχνικής οικογένειας των Αλεξανδρεινών λογοτεχνών και καλλιτεχνών. Στην Αλεξανδρεια είχε, ωστόσο, παράλληλα προς της χαρά της ποιητικής δημιουργίας, και σκληρές ώρες. Με το θάνατο της κόρης του Γλαύκης το 1936, ο Αλιθέρσης πληγώνεται και πενθεί μέσα σε μεγάλη οδύνη. Η απόλυσή του από το σχολείο για λόγους κομματικούς από τους κοινοτικούς άρχοντες, στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου πολέμου αν και ο ίδιος ήταν ακομμάτιστος, τον πληγώνει επίσης. Σύντομα αποκαταστάθηκε στα πατριαρχικά σχολεία, γιατί η αγάπη των μαθητών του προς τον «δάσκαλο» (έτσι τον αποκαλούσαν), ήταν θερμή και δυνατή.
Ο κυπριακός αγώνας του 1955-57 συγκίνησε τραγικά τον ποιητή. Ήθελε, όπως έγραψε, να σκοτωθεί στην Κύπρο και λυπόταν που δεν είχε ποια τη νεότητα για να πολεμήσει. Η συλλογή του Προσμαρτυρία (Αλεξάνδρεια, 1958) δείχνει τη λατρεία και την αγωνία του για την αγαπημένη Κύπρο. Εξάλλου η Ελλάδα, η Κύπρος, η γενέθλια γη, η μόνη νοσταλγία του ξενιτεμένου, διαποτίζουν το ποιητικό έργο του Γλαύκου Αλιθέρση. Το έργο του είναι όμως και πολυδιάστατο και πολύπλευρο. Κρύβει μια μεγάλη κλίμακα αναζήτησης και προβληματισμού. Εκτός από ποίηση έφραφε πεζογραφήματα, θέατρο, δοκίμια και μελέτες. Η ποιητική του συλλογή Οι οραματισμοί του Εωσφόρου (Κύπρος, 1923), επαναστατική και νιτσεϊκή στο περιεχόμενο, δείχνει ένα ανήσυχο και ασυμβίβαστο πνεύμα. Αγωνίζεται για ένα νέο, πιο αληθινό κόσμο. Στην Απλή Προσφορά (Κύπρος, 1929), γίνεται λυρικός, αγαπά και εξομολογείται. Η γυναίκα του Εύα είναι παρούσα στη συλλογή αυτή. Στο έργο του Θερισμοί και Οργώματα (Αλεξάνδρεια, 1939), μελαγχολεί και σκέφτεται φιλολογικά και μεταφυσικά. Ο θάνατος της Γλαύκης είναι επώδυνα έντονος στη ψυχή του. Στις τελευταίες του ποιητικές συλλογές αγωνίζεται να φύγει από τα παλαιά ποιητικά σχήματα και μορφές. Αν και άσκησε αρχικά δριμεία κριτική στη μοντέρνα γραφή ποίησης, στο τέλος υπέκυψε στη γοητεία της. Είναι ωστόσο κουρασμένος πια. Το ποτό, αντίδοτο της φλίψης, τον κατέβαλε.
Η προσφορά του Αλιθέρση στον νεότερο κυπριακό λόγο πρέπει να θεωρηθεί τεράστια. Από την αναλυτική παράθεση των έργων του διαφαίνεται το μέγεθος της αξίας και συμβολής του στα νεοελληνικά γράμματα.

ΕΡΓΑ

Α΄. ΠΟΙΗΣΗ
1. Γαλανά Δακτυλιδάκια, Κύπρος, 1919.
2. Κρινάκια του Γιαλού, Κύπρος, 1921, Β' έκδ. 1924.
3. Οι Οραματισμοί του Εωσφόρου και άλλα ποιήματα, Κύπρος, 1923.
4. Απλή Προσφορά, Κύπρος, 1929.
5. Θερισμοί και Οργώματα, Αλεξάνδρεια, 1939.
6. Μυστικός Δείπνος, Αλεξάνδρεια, 1944, Β' έκδ. Κύπρος, 1956.
7. Μαθηματικά Τετράδεια, Αλεξάνδρεια, 1957.
8. Αρμογή Αιώνων και Στιγμών, Λεμεσός, 1965.

Β ΄. ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
1. Ο Γυμνός Άνθρωπος, Κύπρος, 1924.
2. Αράχνες, Αλεξάνδεια, 1936.

Γ΄. ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ
1. Ο Πύργος της Βαβέλ, Κύπρος, 1924.
2.  Αροδαφνούσα, Αλεξάνδεια, 1936.

Δ΄. ΜΕΛΕΤΕΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ
1. Δ. Θ. Λιπέρτης, Αλεξάνδρεια, 1934.
2. Το πρόβλημα του Καβάφη, Αλεξάνδρεια, 1934.
3. Ιστορία της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Αλεξάνδρεια, 1938.
4. Βασίλης Μιχαηλίδης, Αλεξάνδρεια, 1957.
5. Νίκος Νικολαΐδης, Αλεξάνδρεια, 1958.
6. Σωτήρης Σκίπης, Αλεξάνδρεια, 1960.
7. Μιλτιάδης Μαλακάσης, Αλεξάνδρεια, 1961.
8. Νίκος Σαντορινιός, 1965.

Ε΄. ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
1. Ρ. Μπρουκ, Άπαντα. Κύπρος, 1925.
2. Αγγική Ανθολογία, Κύπρος, 1925.
3. Μεταφράσεις, Λευκωσία, 1946.

Πηγή: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Δημοτικά τραγούδια της Κύπρου από τη συλλογή του Διονυσίου Σολωμού


Άγαλμα Διονυσίου Σολωμού στην Πάφο
Ανάμεσα στα χαρτιά του Διονυσίου Σολωμού βρέθηκε και χειρόγραφο τετράδιο με μια συλλογή δημοτικών τραγουδιών της Κύπρου που, καθώς φαίνεται τα έδωσε στον ποιητή ο Κύπριος φίλος του Επαμεινώνδας Ι. Φραγκούδης, όταν σπούδαζε ελληνική φιλολογία, και που του τα αντέγραψε, χωρίς όμως με πολλή ακρίβεια. Η χειρόγραφη αυτή συλλογή έχει τον τίτλο «Τραγούδια Κυπριώτικα Δημοτικά».
Περιέχει δεκαπέντε ποιήματα με τους ακόλουθους, κατά σειρά, τίτλους: «Το γιοφύρι»,  «Η σκλαβωμένη Αδελφή», «Του Δράκου»,  «Κόρη σκοτωμένη από τον πατέρα της, όταν αγαπά έναν Τούρκο»,  «Ο ερωτευμένος προς την αγαπητικιά του», «Νιός πηγαίνοντας στον πόλεμο αποχαιρετάει τους γονείς του»,  «Τα δύο κυπαρίσσια»,  «Του Γιαννή»,  «Το ελάφι»,  «Ο Γιώργης λευτερώνει την αδελφή του», «Το όνειρο», «Το σκοτωμένο αντρόγυνο», «Τα δύο περιστέρια», «Της Γιώργιανας», «Του Γιακουμή», ένα ερωτικό δίστιχο και δυο τετράστιχα.
Ο αθάνατος βάρθος και τραγουδιστής της Ελληνικής Λευτεριάς ασφαλώς θα ένιωθε τη μεγάλη του ψυχή να φλέγεται και από τη λαχτάρα της σκλαβωμένης τότε στους Τούρκους ηρωικής μας Κύπρου, έχοντας σκοπό ν' αναχωνεύση όλη τη δημοτική παραγωγή της Ελλάδας και να πλέξει τον ασύγκριτο ύμνο της σ' έναν αρμονικό δεσμό ηρωικής και λυρικής απόδοσης. Και, ακριβώς, τα κυπριακά αυτά δημοτικά τραγούδια περιστρέφονται γύρω απ΄αυτά τα δύο στοιχεία.
Από τα ποιήματα της Σολωμικής συλλογής ξεχωρίζουμε εδώ λίγα από τα πιο χαρακτηριστικά για τη λυρική τους πνοή και τον συμβολισμό τους.

Τα δύο κυπαρίσσια

Βλέπεις σ΄εκείνο το βουνό δυο μαύρα κυπαρίσσια
και κάτωθέν τους κάτασπρην μιάλην στενήν πλάκα;
Σύντας φυσύση άνεμος τες άκρες τους κολλούσι
και τα κλαδιά τους σμίγουσι κι' αρχίζουν και λαλούσι:
«Μαργιώ μου χρυσοπλουμιστή, σαν ο κακός πατέρας
δεν ήθελεν στ' αγκάλια μου να σε ιδή νυφούλα
πήρα τα όρη, πήρα τα, καλόερος να γένω,
μα πάντα οι ομορφάδες σου τον νουν μου εζαλίζαν.»
«Κι΄εώ, σα σ΄είδα κι' έφυες και τα βουνά τα πήρες,
τους βρούλους* μου τους ξούρισα κ΄εις το λαμπρό τους ρίχνω.
Ρούχα μαύρα εφόρησα κ΄εις τα στενά, μονάχη,
ψωμοζητούσα κ' έφευκα τον δόλιο μου πατέρα.
Μα σύνταν ήρτα στο βουνό τούτο που τώρα στέκεις
νεκρός κοντά μου, κ΄ έτυχε την πλάκα σου να εύρω,
πέφτω χαμαί, στα χώματα κυλιούμαι σαν το κτήνος.
Σωστά τρία μερόνυχτα, χωρίς νερό, προσφάϊ΄,
'πο πάνωθιό της πλάκας σου εφώναζα τον Χάρο.
Μ΄ άκουσε κ' ήρτε τρέχοντας και τη ψυχή μου πήρε.»
«Για 'δε τα τάρημα κορμιά τα κακοσκοτομένα·
σύντας εζούσαν χωριστά ήταν το έναν τ΄άλλου,
και τώρα εσμιχτήκασι νεκρά, ξεψυχισμένα.
Κακοί γονείς μας, μάθετε να μη μας τυραγνάτε
τους γιούς σας και τες κόρες σας, γιατί σαν σκοτωθούνε
ο κόσμος όλος λέει σας κακούς σαν τ΄άγρια κτήνη.»


Τ' όνειρο

«Εψές μάνα, τ' αποβραδύ οπού γλυκά κοιμόμουν
είδα στον ύπνο μου πικρόν όνειρο φοϊσμένον.
Μου φάνηκε πως ήμουνα στου ποταμού τες άδρες*
κ΄εκάθουμουν στα όμορφα κάτασπρα γόνατά σου.
Κ΄εκεί όπου μ΄εψείριζες απ΄το βουνόν εβγήκεν
ένα θεριόν ανήμερον με μαύρο-μαύρο στόμα
κ΄εμούγκριζε κ΄εξέρναγεν αίμα πολύ και μαύρο.΄
'Πο τες πολλές του τες φωνές έπεσε το γιοφύρι,
κ΄εμείς αφύαμεν ευτύς πάνου εις έναν βράχο
κ΄ετρέμαμεν, κ΄ετρέμαμεν να μη μας φα το τέρας.
Ύστερις βγήκεν άγριο στα χώματα κι αππήδα.*
Έτρεμε η γης μανούλα μου, κ΄οι βρύσες εστερέψαν,
και τα πουλιά ψοφήσασιν 'πο τον πολύν τον φόον.
Στην αγκαλιά σου μ΄εσφιγγες κ΄έκλαιες και μ΄εφίλας.
Ύστερις είδαμ' το θεριόν ν΄ανοίξη τα φτερά του
και σαν ατός να πεταχτή ψηλά και να βογκάη.
Χτυπά την μαύρην του νουράν και σούρνεται κοντά μας.
Φωνάζω «μάνα μου γλυκειά», μά 'σουνε  λιγωμένη.* 
Τρίβω τ΄αστήθια σου, κ΄εκεί π΄αρκίνας ν' ανασαίνης
πάνω σουν ήρτεν το θεριό και σ΄έφα' έναν βούκκο.*
Είδες το μαύρον όνειρον και το συντρομαχμένον!...
Θυμούμαι, σύντας* σ΄άρπαξε, πήρα τα όρη βούρα,*
και οι φωνές μου κόφτασι την έρημιάν του κόσμου.»

Το αλάφι

«Λάφι μου, τί έχεις κ΄εις τον βράχο
μονάχο στέκεις και δικλάς το μάτι δακρυσμένο;
Ίντα κακόν που έπαθες και δεν θελείς στον λόγγο
με τ΄άλλα 'λάφια να πετάς σαν αετός ξεφτέρι;
Γιατί χτυπάς τα πόδια σου, τα χρυσοκέρατά σου
γιατί τα τρίβεις και κογκάς* σα νά 'σουν λαβωμένο;
Πες μου, 'λάγι, πες μου το, γιατ΄α μπορέσω τότες
δκιώ* σου βοήθεια όσην μπορώ, όσ΄έχω κι όση θέλεις.»
«Εν ημπορείς, ποτάμι μου, τίποτε να μου κάμης· 
βαθειά ο πόνος την φωληάν μέσ΄στην καρδιάν μου έχει.
Και τί καλό στην γην αυτήν έχω για να πετάξω
με τ΄άλλα 'λάφια γλήορης στους λόγγους σαν αγέρας;
Δυό ελαφάκια έκαμα, ψηλά, χρυσοντυμένα,
κ΄εκείνα μου τα πήρασιν, μ΄ορφάνεψαν 'πο κείνα.
Τό 'να το πήρε ο κυνηγός να πιν' εις το ποτάμιν.
Μια τουφεκιά του έδωκεν, τό 'ριξεν ευτύς χάμου· 
το άλλον, το μικρότερον, μια μέραν εις τον λόγγον
με τ΄άλλο 'λάφι έτρωεν κι αντίκρυζεν τον ήλιον.
Μ΄ανάθεμά την την στιγμή π΄άφησε τ΄άλλα 'λάφια·
εΰρισεν κ΄εις τα κλαδιά και μέσ΄στα χορταράκια
εμπήχτηκεν απάνω του, μου τό 'φαεν, μανά μου το!
Δώσ' μου νερό, ποτάμι μου, τη δίψα μου να σβήσω.»
«Πάρε και πιες όσον μπορείς, πατέρ΄ορφανεμένε.»

Τα δύο περιστέρια

Δυό πεζουνάκια*κάθουνται στ΄αυκά τους αποπάνω,
κλαίουσι και μοιρολογούν κι ούλο παραπονιούνται.
Τ' αρσενικόν την θυλικιάν φιλά την και της λέει:
«Ίντα κλωσσάς, γυναίκα μου, πεζούνα μου κατάσπρη;
Κρίμα χάνεις τους κόπους σου και λύπες θα μας φέρης!
Ένκε θυμάσαι 'ντά 'παθες στην άλλην την κλωσσιά σου;
Τρία πεζούνια έκαμες, κ' εκείνα μας τα πήραν·
τό 'να το πήρεν άγριον γεράκιν παινασμένον,
τ΄άλλα τα ηύραν κυνηοί στον ποταμόν να πίνουν
και με τα δίχτυα πιάσαν τα. Ξέρεις αν τα εφάαν;
Σήκω, μη κάτσης να κλωσσάς και μη μας φέρης πόνους,
γιατί ποιος ξέρει ύστερις ΄ντά θα γενούσιν τούτα;»

Δίστιχο

Εψές τη νύχτα χιόνισε και τα πουλιά μαρκώσαν,*
στ΄αγκάλια της αγάπης μου κρυότη δεν ενιώσα.

Τετράστιχα

Πεζούνια, πετεινοί, πουλιά μεσ' στες φωλιές εμπαίναν
κι' εγώ φωλιά δυό όμορφα αγκάλια εψές είχα.
Ο κόσμος ετουρτούριζε κι΄εώ σε δυό δροσάτα
βυζάκια το κεφάλι μου το είχα 'κουμπισμένο.

Δεν είσαι συ που μώμονες* ποπανωθιό της βρύσης
αν δεν στραγγίξη το νερό να μη μ' αλλησμονήσης;
Εν είσαι συ που μώμονες κ' έλεες αγαπάς με,
κι ακόμη χρόνος 'εν ένι κι αρκίζες και μισάς με;

Γλωσσάρι

βρούλλος = βοσρτύχους ή κοτσίδες, άρδες = άκρες, αππήδα = πηδούσε, λιγωμένη = λιγοθυμισμένη, έναν βούκκο = μια μπουκιά, σύντας = όταν, βούρα = τρεχάλα, κογκάς = βογκάς, δκιώ = δίνω, πεζουνάκια = περιστεράκια, αυκά = αυγά, μαρκώναν = παγώσαν,  μώμονες = ορκιζόσουν.

Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β', 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Άγαλμα Διονυσίου Σολωμού στην Λευκωσία

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος: η ζωή και το έργο του

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος»
 Ο Νίκος Νικολαΐδης γεννήθηκε στις 3 Αυγούστου του 1884 στη Λευκωσία από γονείς φτωχούς. Σε δυο χρόνια γεννιέται και η αδελφή του Μαίρη. Στα έξι ή επτά του χρόνια χάνει σχεδόν ταυτόχρονα και τους δυο γονείς του. Τα παιδιά αναλαμβάνει μια φτωχή θεία, αδελφή της μητέρας τους. Στην τετάρτη τάξη του δημοτικού εγκαταλείπει το σχολείο και εργάζεται σ' ένα βιβλιοδετείο. Όταν ο εργοδότης του τον διώχνει, αφού κατένειμε το χρόνο του περισσότερο στο διάβασμα παρά στο δέσιμο βιβλίων, καταφεύγει σ' έναν αγιογράφο. Αφού μάθει την τέχνη περιέρχεται την κυπριακή ύπαιθρο ως επί πληρωμή αγιογράφος. Σε χωριά της Πιτσιλιάς σώζονται ως σήμερα αγιογραφίες του, που χρονολογούνται στα 1904.

AΆλλη μια φωτογραφία του Νίκου Νικολαΐδη, σε νεαρή ηλικία
 Το  1907 αναχωρεί για τη Αθήνα. Στις αποσκευές του βρίσκονται και τα πρωτόλεια λογοτεχνήματά του (πεζά και ποιήματα στην καθαρεύουσα), μερικά από τα οποία διασώζονται σε τεύχη του αθηναϊκού εντύπου Α.Ο.Δ.Ο. (Από Όλα Δια Όλους) της επόμενης χρονιάς. Στην Αθήνα παρακολουθεί μαθήματα για έξι μήνες στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Παράλληλα αρχίζει να γράφει το θεατρικό Το Γαλάζιο Λουλούδι, κάτω από την επίδραση του Μ. Μαίτερλιγκ και του συμβολιστικού κινήματος που άρχισε ν' απλώνεται και στο θέατρο. Τη θεατρική του εμπειρία την εμπλουτίζει (η προπαίδεια υπήρχε ήδη από την παρακολούθηση αθηναϊκών θιάσων στην Κύπρο) μέσα από το συγχρωτισμό του με τον Χρηστομάνο και θεατρικούς κύκλους. Λίγα χρόνια αργότερα θα δώσει διάλεξη στην Αθήνα για τον Ίψεν. Θα ήταν σκόπιμο ίσως εδώ να παρατηρηθεί πως το θέατρο υπήρξε για τον Νικολαΐδη το τρίτο στη σειρά «μεράκι» (πρώτο ασφαλώς ήταν η λογοτεχνία και δεύτερο η ζωγραφική), που το υπηρέτησε σ' όλες τις περιόδους της ζωής του και απ' όλες του τις πλευρές: ως συγγραφέας και μελετητής, ως σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ηθοποιός, ακόμη και μουσικός, σε μια τουλάχιστον περίπτωση.

Άγνωστη φωτογραφία του. Ν. Νοκολαΐδη με ιδιόχειρη υπογραφή
Τον Ιούλιο του 1908 εγκαθίσταται για λίγο στην Αλεξάνδρεια και μετά στο Κάιρο. Μέχρι το 1915 εναλλάσσει τη διαμονή του μεταξύ Αθήνας, Αλεξάνδρειας και Καΐρου, ενώ κινείται συχνά και προς την ελληνική επαρχία (Βόλο και αλλού), αλλά και στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή. Στη Συρία το 1914 υφίσταται και την εμπειρία της αιχμαλωσίας από τους Τούρκους. Το ταξίδι, η κίνηση, η αέναη αναζήτηση και εναλλαγή εμπειριών, χαρακτηρίζει όχι μόνον αυτή, αλλά και όλες σχεδόν τις περιόδους της ζωής του. Περπάτησε τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και αρκετές της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Κοιμόταν συνήθως σε άσυλα αλητών και έτρωγε από τα φαγητά που πέταγαν ως άχρηστα ή αδιάθετα οι διάφοροι εστιάτορες. Απολάμβανε έτσι την μποέμικη ζωή του και παράλληλα υπονόμευε την υγεία του, που κατά καιρούς του δημιουργούσε σοβαρότατα προβλήματα. Μόνοι του πόροι τα ελάχιστα που έβγαζε από την πώληση ζωγραφιών που σκάρωνε πάνω σε ό,τι πρόχειρο υλικό έβρισκε μπροστά του. Στα ίδια αυτά χρόνια καλλιέργησε παράλληλα και το διήγημα και τη λυρική πρόζα. Και στα δυο είδη αναπτύσσει γρήγορα ένα ιδιότυπο προσωπικό στυλ που τον καθιερώνει στους λογοτεχνικούς κύκλους, τόσο στην Αίγυπτο όσο και στην Αθήνα.

Μια άγνωστη ως τώρα και μοναδική φωτογραφία του Ν. Νικολαΐδη με το μεγάλο ποιητή Άγγελο Σικελιανό
 Στα χρόνια 1915-1919 βρίσκεται μόνιμα στην Αθήνα. Συνδέεται με πολλούς λογοτέχνες, κυρίως τους νέους της ηλικίας του: Καζαντζάκη, Βάρναλη, Παπατσώνη, Καρυωτάκη, Άγρα, Κλ. Παράσχο κ.λ.π.), ιδιαίτερα όμως αναπτύσσει σταθερούς δεσμούς αδελφικής φιλίας με τον Άγγελο Σικελιανό και τη Ναυσικά, κόρη του Κωστή Παλαμά, στους οποίους αργότερα αφιερώνει βιβλία του, καθώς και στην Εύα Σικελιανού. Σταδιακά επιβάλλει τη λογοτεχνική παρουσία του και καθιερώνεται στην πρώτη γραμμή των νέων πεζογράφων. Πολλοί τον θεωρούν ως τον πρώτο της γενιάς του. Πολλά περιοδικά των χρόνων αυτών επιζητούν τη συνεργασία του. Μεγάλη απήχηση έχουν ιδιαίτερα τα διηγήματά του Ο Σκέλεθρας, Το Μυστικό, Η Κούκλα, Οι Υπηρέτες, Μεταθάνατο. Ο γνωστότατος δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης σε πρωτοσέλιδο σημείωμα στην εφημερίδα Ακρόπολις τον αποκαλεί «πρωτοβάθμιον διηγηματογράφον».

Ο Νίκος Νικολαΐδης με κάποιο φίλο του
 Στο αποκορύφωμα της δημιουργικής του προσπάθειας και της λογοτεχνικής του δόξας εγκαταλείπει ξαφνικά την Αθήνα το Μάιο του 1919. Εγκαθίσταται για τα επόμενα τέσσερα χρόνια στο νησί του. Απώτερος στόχος του να εκδώσει εκεί βιβλία που είχε έτοιμα και να κάνει «την Κύπρο μουσοχώρι». Αυτό τουλάχιστον διασώζει κάποια μαρτυρία του νεαρού φίλου του Γλαύκου Αλιθέρση, ο οποίος επιστέφει στην Κύπρο νωρίτερα και μ' ένα μακρό υπερθετικό κείμενό του στην εφημερίδα Αλήθεια της Λεμεσού καθίσταται πρόδρομος της έλευσης του δασκάλου του στην Κύπρο.Με το που πάτησε το πόδι του στην Κύπρο άρχισε να πραγματώνει το όραμά του: Εκδίδει αμέσως στην Λευκωσία Το Γαλάζιο Λουλούδι. Όμως το πνευματικά άγονο κλίμα της Λευκωσίας τον αποθαρρύνει. Πάει για λίγους μήνες στο Σταυροβούνι. Μετά από αμφιταλαντεύσεις εγκαθίσταται μόνιμα στη Λεμεσό, όπου τον αναμένει μια ομάδα ενθουσιωδών νεαρών φίλων, αρκετά δυναμική περί τα κοινωνικοπολιτικά και αρκετά φιλόδοξη και αξιόμαχη περί τα φιλολογικά και καλλιτεχνικά. Πρόκειται για τους Αιμίλιο Χουρμούζιο, Γιάννη Λεύκη, Γιάγκο Ηλιάδη, Χριστόδουλο Χριστοδουλίδη, Αντώνη Ιντιάνο, Δημήτρη Δημητριάδη, αδελφούς Πάνο και Γιώργο Φασουλιώτη κ.ά. (ο προπομπός του Γλαύκος Αλιθέρσης είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια). Η Παρουσία του Νικολαΐδη στη Λεμεσό, χωρίς να υποτιμάται των υπόλοιπων η παρουσία και η συμβολή, θα ωθήσει σε μια πρωτοφανέρωτη για τη Λεμεσό και την Κύπρο πνευματική και καλλιτεχνική άνθιση. Ο ίδιος ο Νικολαΐδης εκδίδει σε τρία χρόνια τρία βιβλία του (έναν τόμο με πρόζες, έναν άλλο με διηγήματα και το μυθιστόρημα Το Στραβόξυλο), ανεβάζει με μαθήτριες του σχολείου στο οποίο εργαζόταν ως καθηγητής ιχνογραφίας δυο τραγωδίες, σκηνοθετεί «ζωντανές εικόνες» (ταμπλό βιβάν) με εξαιρετική επιτυχία, ανοίγει έκθεση με δικά του έργα ζωγραφικής (ίσως είναι η πρώτη που γίνεται στην Κύπρο), διδάσκει και ιδιοτικά ζωγραφική, αναλαμβάνει το καλλιτεχνικό μέρος σε διάφορες εκδηλώσεις (ανθεστήρια κ.λ.π.). Και το πιο σημαντικό, εκδίδεται στη Λεμεσό το 1924 και αφού είχε ήδη φύγει ο Νικολαΐδης το πρώτο πραγματικά αξιόλογο λογοτεχνικό περιοδικό στην Κύπρο. Πρόκειται για την Αβγή, με πυρήνα αρκετούς από τους πιο πάνω νέους και με την εκ του μακρόθεν συμβολή του Νικολαΐδη και του Αλιθέρση.

Ο Νίκος Νικολαΐδης σε νεαρή ηλικία
 Στα 1923 ο Νικολαΐδης, εν πολλοίς απογοητευμένος από την πολύ περιορισμένη απήχηση των βιβλίων του στην Κύπρο, αναχωρεί για την Αλεξάνδρεια. Εκεί θα σκηνοθετήσει, θα σκηνογραφήσει και θα επενδύσει μουσικά την παράσταση του έργου του Το Γαλάζιο Λουλούδι, με πρωταγωνιστές τους Αιμίλιο Βεάκη, Χριστόφορο Νέζερ και Αθανασία Μουστάκα.

Το εξώφυλλο της έκδοσης του μυθιστορήματος  του Ν. Νικολαΐδη «Τα τρία καρφιά» 
 Στα 1924 περίπου εγκαθίσταται οριστικά πια και ως το τέλος της ζωής του στο Κάιρο. Οι εκείθεν διαφυγές του, συχνότερες όπου υπήρχαν οι αντικειμενικές δυνατότητες και όπου το επέτρεπε η επισφαλής υγεία του και αραιότερες με την ανάπτυξη του γήρατος, γίνονται επί προσωρινής βάσεως και με κίνητρο την ικανοποίηση των πάγιων και αδηφάγων οδυσσεϊκών του αναζητήσεων. Στο Κάιρο αποσύρεται σε φτωχικές αραβικές συνοικίες, όπου συγχρωτίζεται με τα χαμηλά στρώματα του ντόπιου στοιχείου. Τις πνευματικές και καλλιτεχνικές του ανάγκες  ικανοποιούν, αφενός η αφοσίωση στο ποικίλο δημιουργικό έργο του και αφετέρου η συναναστροφή του με έναν πολύ αξιόλογο κύκλο ανθρώπων της παροικίας, που είχε κέντρο συνάντησης το σφουγγαράδικο του γνωστού αριστερού παράγοντα Σακελλάρη Γιαννακάκη. Πλην αυτού, του Νικολαΐδη  και του δικηγόρου Γιάννη Λαχωβάρη την ομάδα αποτελούσαν μόνο νέοι, άρτι αποφοιτήσαντες την Αμπέτειο Σχολή του Καΐρου, με ισχυρή καλλιτεχνική φλέβα, έντονες κοινωνικές αναζητήσεις και έκδηλη διάθεση για πολιτική δράση. Πρόκειται για τους Στρατή Τσίρκα, Θοδόση Πιερίδη, Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη, Γιώργο Δήμου, Λάμπη Ράππα, Σταύρο Καρακάση κ. ά. Μερικοί απ' αυτούς θα αποκτήσουν «με καιρό και με κόπο» πανελλήνια φήμη. Το λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό εργαστήρι του Νίκου Νικολαΐδη είχε σημαντική συμβολή σ' αυτή την εξέλιξη.

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος του Νίκου Νικολαΐδη «Πέρ' απ΄το καλό και το κακό»
 Παράλληλα ωστόσο διατηρεί σχέσεις και επαφές με κύκλους διανοουμένων της Αλεξάνδρειας: Ελάχιστες με τον Καβάφη και τους συν αυτώ, πολύ στενές με τον Τίμο Μιλάνο, με την Μαρία Ρουσσιά, τον Αλιθέρση κ. ά. Επίσης η κάθε μορφής επαφή του με την Κύπρο συντηρείται αμείωτη. Επισκέπτεται κατά καιρούς το νησί, συνεργάζεται με τα Κυπριακά Γράμματα της Λευκωσίας, αλληλογραφεί με φίλους του στην Κύπρο, βοηθά οικονομικά από το υστέρημά του την αδελφή του και τις δυο ανεψιές του (τη μια τη σπουδάζει στη Χαροκόποιο στην Αθήνα).

Το εξώφυλλο της έκδοσης «Ο Χρυσός Μύθος»
 Η δράση του στο Κάιρο, παρόλη την απομόνωσή του, ήταν πλούσια και απλώθηκε σε πολλές κατευθύνσεις: Με σκληρότατη δουλειά και σκληρές οικονομίες καταφέρνει και εκδίδει διάφορα έργα του στην Αλεξάνδρεια (δύο νέους τόμους με διηγήματα) και στο Κάιρο (τρεις τόμους με πρόζες και δύο μυθιστορήματα). Ανεβάζει με ερασιτεχνικούς παροικιακούς θιάσους θεατρικά έργα στην όπερα του Καΐρου ή αλλού. Ζωγραφίζει, διδάσκει ζωγραφική και εκθέτει έργα του στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο. Σχεδιάζει και στήνει περίπτερα στην εμπορική έκθεση της Γκεζίρας στο Κάιρο. Σχεδιάζει τον γνωστό Πύργο Τσανακλή στην αιγυπτιακή έρημο. Συμμετέχει  ενεργά σε φιλειρηνικές και άλλες εκδηλώσεις της παροικίας (για τη δημοκρατία στην Ελλάδα, για τη λευτεριά της Κύπρου). Πρωτοστατεί σε ποικίλες άλλες παροικιακές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.

Το εξώφυλλο της έκδοσης με πρόζες «Οι ανθρώπινες και οι άνθισες ζωές»
 Με την Αθήνα κόβει σχεδόν κάθε επαφή και δε στέλλει ούτε τα βιβλία του. Επόμενο ήταν να ξεχαστεί. Τον θυμούνται σποραδικά κάποιοι φίλοι του, καθώς και μερικοί θαυμαστές του έργου του.

Ο Νίκος Νικολαΐδης πεθαίνει μετά από μακρά αρρώστια στο Κάιρο στις 24.2. 1956.

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος του Ν. Νικολαΐδη «Το βιβλίο του Μοναχού» 
 ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

 1. Το γαλάζιο λουλούδι. Λυρικό δράμα έμμετρο σε τρεις πράξεις και μια διάμεση σκηνή. Κύπρος (Λευκωσία) 1919, σσ.90.
2. Ανθρώπινες και άνθινες ζωές. Πεζά τραγούδια και μικρές πρόζες. Βιβλίο πρώτο. Κύπρος (Λεμεσός) 1920, σσ.164.
3.Διηγήματα. Σειρά Α΄. Κύπρος (Λεμεσός) 1921, σσ.216 [Περιέχει: Οι υπηρέτες, Η παρδαλή γάτα, η κούκλα, Μέσα στην ομίχλη, Στριμμένη ψυχή, Μεταθάνατο, Παραμονή του Σωτήρος, η καινούργια μπόλια,Το ξένο σκυλί].
4. Το Σταβόξυλο (Μικρές  αγωνίες). Ρομάντζο. Πώς πλάθεται ένας άνθρωπος. Κύπρος (Λεμεσός) 1922 (αλλά 1923), σσ.270. Εκδόσεις «Σίσυφος», Αθήνα 1980 (2), σσ.232.
5. Ο Σκέλεθρας. Διηγήματα. Σειρά Β΄. Κύπρος (αλλά: Αλεξάνδρεια) 1924, σσ.160 [Περιέχει: Ανάρρωση, Ο Σκέλεθρας, Η περηφάνια της υγείας, Ο αδέξιος, Οι δίδυμες, Το μυστικό]. Σημ. Επανέκδοση Α΄και Β΄σειράς διηγημάτων με τίτλο: Ο Σκελέθρας και άλλα διηγήματα, Κέρδος, Αθήνα 1991, σσ.229.
6. Η καλή συντρόφισσα. Διηγήματα. Σειρά Γ΄. Κύπρος (αλλά: Αλεξάνδρεια) 1929, σσ. 172. [Περιέχει: Η καλή συντρόφισσα, Το ξυλένιο πόδι, Σκρόφα, Εγώ και εκείνος, Τα κορόιδα, Σα σκυλί].
7. Οι ανθρώπινες και οι άνθισες ζωές. Έκδοση δεύτερη, ολοκληρωμένη. Κύπρος (αλλά: Κάιρο) 1938, σσ.166.
8. Ο χρυσός μύθος. Κύπρος (αλλά: Κάιρο) 1938, σσ. 104.
9. Περ΄απ' το καλό και το κακό. Κύπρος (αλλα: Κάιρο) 1940, σσ.172. Εκδώσεις «Οι φίλοι του βιβλίου», Αθήνα 1947 (2), σσ.166. Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα, 1994 (3), σσ.119.
10. Τα τρία καρφιά: Μυθιστόρημα. Κύπρος (αλλά Κάιρο) 1948, σσ.256. Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1982 (2), σσ.304.
11. Το βιβλίο του Μοναχού. Μικρή εκλογή, Λευκωσία 1946 (ανατύπωση από το περιοδικό Κυπριακά Γράμματα) Κάιρο 1951 (2) Κάιρο 1955 (3). Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1987 (4), σσ. 254.

Πηγή: Από το βιβλίο «Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος». Εκδόσεις Διασποράς, 1998.

Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος: έργα τέχνης

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ο Νυμφίος, έργο του 1921 περίπου, που βρίσκεται στην εκκλησία του Αγίου Ανδρονίκου και Αγίας Αθανασίας στη Λεμεσό (το εντόπισε ο Κ. Νικολαΐδης και το φωτογράφισε ο Λάκης Δημητριάδης για τη Νέα Εποχή όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε).

Ο Άγγελος του Σινά (από τον κατάλογο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας, 1929, αρχείο Γ. Μαστρή).

Ο Άγιος Γεώργιος του Σινά (από το βιβλίο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας, 1929. Ο πίνακας εντοπίστηκε από τον Κ. Νικολαΐδη στο σπίτι του ποιητή Γλαύκου Αλιθέρτη στη Λεμεσό.

Τρεις αγιογραφίες του Ν. Νικολαΐδη (ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και η Παναγία) που κοσμούν το τέμπλο του ξωκλησιού της Παναγίας Ιαματικής στον κήπο του Forest Park Hotel στις Πλάτρες, Κύπρος. (Φωτογραφία Κ. Νικολαΐδη).

Στο βάθος τοιχογραφία της Αγίας Μαρίνας στην εκκλησία Αγίου Γεωργίου στο Παλαιχώρι, νεανικό έργο του Ν. Νικολαΐδη (του 1905). Δεξιά  και αριστερά της Αγίας Μαρίνας παριστάνονται σκηνές από τα μαρτύρια που υπέστη. Η φωτογραφία (της Μαρίας Ρούσου) πάρθηκε την ημέρα του θρησκευτικού μνημοσύνου του συγγραφέα που τελέστηκε το 1997 στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τα 700 χρόνια του Παλαιχωρίου. Η αγιογραφία εντοπίστηκε από τον Παναγιώτη Λαμπίτση.

ΟΡΟΣ ΣΙΝΑ

Όρος Σινά. (Δωρεά Ελ. Βαΐσκου στην Κρατική Πινακοθήκη Κύπρου). Λάδι

Όρος Σινά (Αρχείο Γ. Μαστρή).

Τοπίο από την Πετραία Αραβία (Χερσόνησο Σινά). Λάδι

Τοπίο στη Χερσόνησο Σινά.

Μοτίβο της Πετραίας Αραβίας (από τον κατάλογο της έκθεσης ζωγραφικής του Νίκου Νικολαΐδη που έγινε στην Αλεξάνδρεια το 1929 αρχείο Γ. Μαστρή).

Τοπίο με βουνά (Όρος Σινά). Μελάνι

Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.(Συλλογή Παύλου Νεοφύτου).

Μοναχός στην Αγία Αικατερίνη του Σινά. (Αρχείο  Γ. Μαστρή).

Η Αγία Αικατερίνη στο Σινά. (Συλλογή Μαρίνας Πιερίδου-Χατζηκακού).

Άγνωστο Τοπιό. (Συλλογή Μαρίνας Πιερίδου-Χατζηκακού).

ΑΙΓΥΠΤΟΣ

Τοπίο από τη διώρυγα του Σουέζ. Λάδι. (Δωρεά Ελένης Βαΐσκου στην Κρατική Πινακοθήκη Κύπρου).

Η χαμένη καμήλα. (Δημοτική Πινακοθήκη Λεμεσού).

Αιγυπτιακό Τοπίο

Φοινικές του Ράιθο (από τον κατάλογο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας.

Αιγυπτιακό Τοπίο

Βουνά σε παστέλ. (ιδ. συλλογή Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη).

Αιγυπτιακό Τοπίο (ιδ. συλλογή Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη).

Σαχάρα (από τον κατάλογο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας).

Σαχάρα (από τον κατάλογο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας).

Αιγυπτιακό Τοπίο

Επιστροφή από τη δουλειά (από τον κατάλογο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας).

ΚΥΠΡΟΣ

Βουνά (Κύπρος) (από τον κατάλογο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας).

Γρανίτες, ελιές, κυπαρίσσια. (Συλλογή Δήμου Λεμεσού).

Κυπριακό Τοπίο. Λάδι.

Κυπριακό Τοπίο (ιδ. συλλογή Παύλου Νεοφύτου).

Δέντρα πίσω από τον αστυνομικό σταθμό Αμμοχώστου. Παστέλ (ιδ. συλλογή Θεόδωρου Μαρσέλλου.

Ο «Πύργος» του πεζογράφου Θεόδωρου Μαρσέλλου, φίλου του Ν. Νικολαΐδη, στα Πυργά Λάρνακας. Εκεί βρήκε τραγικό θάνατο ο ιδιοκτήτης από φωτιά.

 ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ

Πορτραίτο. Κάρβουνο. (Συλλογή Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού).

 Σκίτσο με κάρβουνο. (Αρχείο Γ. Μαστρή).

 Παιδί της Ανατολής (από τον κατάλογο της έκθεσης της Αλεξάνδρειας).


 Πορτραίτο γυναίκας. (Συλλογή Αρμενικής Μητρόπολης Λευκωσίας. Το εντόπισε και το φωτογράφισε ο Κ. Νικολαΐδης.

 Γυμνό (ιδ. συλλογή Βάσου Λυσσαρίδη).

Γυναικεία μορφή. (ιδ. συλλογή Σπύρου Κυπριανού. Φωτογραφία Κ. Νικολαΐδη. Πρώτη δημοσίευση στη Νέα Εποχή.

Αυτοπροσωπογραφία Νίκου Νικολαΐδη

Πηγή: Από το βιβλίο «Νίκος Νικολαΐδης ο Κύπριος». Εκδόσεις Διασποράς, 1998.
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο για εκπαιδευτικούς λόγους και μόνο.