ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Το άσμα της Χρηστινούς: κυπριακό ακριτικό τραγούδι

 Η όμορφη Χρηστινού ήταν αρραβωνιασμένη με τον Κωνσταντά τον λεβεντονιό και, παρόλο που καυχιέται πως δεν φοβάται τον θάνατο, αρρωσταίνει ξαφνικά και πεθαίνει, αφήνοντας τελευταία παραγγελιά στη μάνα της να του δώσει πίσω τον αρραβώνα και με τρόπο να του αναγγείλει τον θανατό της, χωρίς να του ταράξει την καρδιά με το ξαφνικό μαντάτο. Απάνω στην ώρα νά σου και φτάνει ο Κωνσταντάς. Ανήσυχος, ρωτάει την πεθερά του πού είναι η αγαπημένη του. Τότε μαθαίνει την κακή είδηση. Τρέχει στην εκκλησία, όπου βλέπει πεθαμένη τη Χρηστινού. Αφού γονατίζει και τη φιλεί, παίρνει τη σκληρή απόφαση να την ακολουθήσει στον τάφο και αυτοκτονεί με το χρυσό του μαχαίρι, αφού πρώτα τις τελευταίες του παραγγελίες αφήνει στους συγγενείς των. Έτσι οι δύο νέοι θάβονται μαζί, αχώριστοι στο θάνατο καθώς ήταν αχώριστοι και στη ζωή. Όπως το βλέπουμε και σε άλλα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, σε παρόμοιες περιγραφές, έτσι και στο «Άσμα της Χρηστινούς», στο τέλος της τραγικής σκηνής και μετά το θάψιμο των δύο αγαπημένων, βλασταίνει πάνω από τον τάφο τους μια λεμονιά κ' ένα κυπαρίσσι που, με το φύσημα του αέρα, φιλιούνται όπως όταν οι δύο ερωτευμένοι ζούσαν ευτυχισμένοι πάνω στη γη.

Άσμα της Χρηστινούς

Μια Χρηστινού φουμίστηκε* τον Χάρον εν φοάται
γιατ' εν τα σπίτια της ψηλά κι άντρας της παλληκάρι,
και κειά εις τα μεσάνυχτα ο Χάρος της εγγίζει,
σηκόννεται που το πωρνόν, κάτι ψηλά κογγίζει:*
«Μάνα, την κεφαλλούλαν μου· μάνα, την κεφαλήν μου.»
«Και με καλόν σου, Χρηστινού, να καιφαλοπονήσεις,
την κεφαλήν σου την χρουσήν μαντήλιν να την δήσης.»
«Μάνα, κι αν έρτη ο Κωνσταντάς δος του την αρραώνα·
μεν του την δώσης γλήορα κι αρπάξης την καργιάν του.»
Και νά σου και τον Κωνσταντάν κ' ερκεται κααλλάρης,
κρατεί τον όφιν που το φτιν,* τον δράκον που τα νύχια.
«Και γειά σου, γειά σου, πεθθερά, και πού 'ν' η Χρηστινού μου,
η Χρηστινού τα μμάδκια μου, το φως των αμμαδκιών μου,
να την φιλήσω μιαν και δυο να σβήση το λαμπρόν μου;»
«Και πέζα πέζα,* Κωνσταντά, κι άλλον τσιμπίν* ιφτάννει.
Τώρα ΄πλυνα, τώρα ΄λούσα, τώρα ΄σκαμμάτισά* την,
στην εκκλησιάν την έπεψα με τες γειτόνισσές της.»
Χτυπά σκαλιάν του μαύρου του, στην εκκλησιάν και πάει,
κι από μακριά τες χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
«Τίνος εν τούν΄το θαφειόν*, τίνος εν τούτ΄η λύπη,
τίνος εν τουν* το λείψανον που ξέβην που το σπίτι;»
Όσοι τον ααπούσασιν είπαν του ένι ξένον,
όσοι τον εμισούσασιν είπαν του «εν δικόν σου».
Γονάτισε κ' εφίλησε δυο μμάδια καμμυμένα,*
γονάτισε κ' εφίλησε δυο χείλη κουρελλένα,*
γονάτισε κ' εφίλησε δυο χέρκα κουλλουρένα.*
Επολοήθην κ' είπεν τους και λέει και λαλεί τους:
«Κάμετε τόπον, άρκοντες, και τόπον οι παπάες,
και χωρισιάν, διακόπουλα, να σκύψω που εν η κόρη.»
Τανά* εις την κοξούλλαν του βρίσκ΄ αρκυρόν θηκάριν
και μέσ' τ' αρκυροθήκαρον βρίσκει γρουσόν μαχαίριν.
Στον ουρανόν το έσυρεν, στο χέριν του το δέχτη,
και πάλε ξανασύρνει το, εις το φλαγκίν* του μπήχτη.
Και τουν τον λόον είπεν τους και λέει και λαλεί τους:
«Σγιόν* κείνης κλάει μάνα της ας κλαίη κ΄η δική μου,
σγιόν κείνης κλαίν τ' αέρφια της ας κλαίν και τα δικά μου,
ας κάμνουν τα μνημόσυνα κ' οι δυο συμπεθθεράδες,
ας τρων κι ας μακαρίζουσι για μένα και για κείνην.»
Επιάσασι κ' εθάψαν τους τους δυο σ' ένα κιούριν,*
βλαστά της κόρης λεμονιά, του παίδιου κυπαρίσσιν,
και κάθ΄Αγίαν Κερκακήν κι Ανάστασιν ημέραν
εσκύβαν κι εφιλούσασιν σαν ήτουν μαθημένα.
Δυο λυερές ερέσσασι* και πάσιν να γεμώσουν,
από τον τάφον ρέσσουσιν που θάφτηκεν η κόρη,
είδασι κ' επιστέψασι μιαν τοιαύτην χάριν.
Εδίκλησαν* εις τον Θεόν και τουν τον λόον είπαν:
«Δόξαν να ΄χης, γλυκέ Θεέ, πού 'σαι στα ψηλωμένα,
όπου γιγνώσκεις τα κρυφά και τα φανερωμένα·
όπως τα κάμναν ζωντανά, κάμνουν τα ποθαμμένα.»
Ο Άδης πολοήθηκε, τούτον τον λόον λέει:
«Περάστε, κόρες λυερές, άμετε στην δουλειάν σας,
κι εμείς ψυχήν εν που ΄χαμεν σαν και την αφεντιάν σας.»
Κείνους πρέπει μακάριση κ' εμέναν τ' ως πολλά τε,
κι αν έχετε γλυκύν κρασίν πρέπει να μας κερνάτε.

Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

φουμίστηκε = καυχήθηκε, κογγίζει = βογκάει, φτιν = αυτί, πέζα= πέζεψε, κι άλλον τσιμπίν = λίγη ώρα ακόμη, σκαμμάτισα = ξέβγαλα, θαφειόν = κηδεία, τουν*= τούτον, καμμυμένα = κλεισμένα, κουρελλένα = κοραλλένια, κουλλουρένα = αφράτα σαν κουλούρια, τανά*= απλώνει το χέρι, φλαγκίν = συκώτι, σγιόν = όπως, κιούριν = κιβούρι ή μνήμα, ερέσσασι = περνούσαν, εδίκλησαν = έστρεψαν το βλέμμα.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Η γιορτή των Χριστουγέννων στην Κύπρο

παφίτικα χριστουγεννιάτικα λουκάνικα
 Η πρώτη από τις μεγαλύτερες γιορτές του χειμώνα- ο πιο σημαντικός θρησκευτικός σταθμός, που οι χριστιανικοί γενικά λαοί εορτάζουν με ξέχωρα χαρμόσυνη ευφροσύνη, με ψυχική και πνευματική ανάταση, με λυτρωτική γαλήνη- είναι τα Χριστούγεννα.
Το άστρο της Βηθλεέμ, άσβεστος φάρος παντοτινής ελπίδας και σωτηρίας, ξεχύνει τη φεγγοβολιά του σε πολιτείες και σε χωριά, καταυγάζοντας την οικουμένη. Οι άνθρωποι, τη θεοφώτιστη ετούτη μέρα, ξαλαφρωμένοι από τις έγνοιες της σκληρής βιοπάλης ξαναγίνονται πρόσχαροι και καλωσυνάτοι σαν παιδιά, ιδιαίτερα οι άνθρωποι της υπάιθρου με τα δικά τους ήθη κ΄έθιμα που την παράδοσή τους εξακολουθούν να τη διατηρούν πιστά σαν ιερή προγονική κληρονομιά από τα παλαιότερα ως τα σημερινά χρόνια.

παφίτικη γεννόπιττα
 Στην Κύπρο- όπως και σ΄όλη την Ελλάδα- τα σπίτια των χωρικών βρίσκονται από μέρες πριν σε εξαιρετική κίνηση. Οι γυναίκες μπαντανίζουν (ασπρίζουν) το σπίτι, πλένουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν τις «γεννόπιττες» (χριστόψωμα), τα «κουλούρκα», τις «γυρισταρκιές» (τραγανά κουλούρια με σησάμι) κ. ά. Οι άντρες, ύστερα από τον αδιάκοπο μόχθο της δουλειάς- όργωμα της γης, σκάψιμο, σπορά και τ΄άλλα παρόμοια- κι αφού κουβαλήσουν στο σπίτι μπόλικα ξύλα, μαζιά και θρουμπιά (κυπριακό θυμάρι) για προσάναμμα για τον φούρνο και τη νιστιά (τζάκι), σφάζουνε στην αυλή του σπιτιού, ή φέρνουν τον μακελλάρην να σφάξει το γουρούνι.
Η χοιροφαγία στις επίσημες γιορτές είναι πανάρχαιο έθιμο που το συνήθιζαν οι ρωμαίοι γεωργοί όταν εγιόρταζαν τα λεγόμενα- προς τιμήν του Κρόνου- Σατουρνάλια, στις 17-20 του Δεκέμβρη, και θυσίαζαν τους χοίρους τους στον πατέρα του Δία και στη Δήμητρα για να ευλογούν τα σπαρτά και τις σοδείες των. Αν το σφαχτό είναι μεγάλο κ΄έχει μπόλικα «κριάτα» και πάχητα, ένα μέρος απ΄αυτά το διαιρούν σε μικρά κοψίδια και τα κάνουν «πασπαλά», δηλ. τα παστώνουν με το λίπος τους μέσα σε τενεκέδες του λαδιού ή σε κούμνες (πήλινα πλατύστομα δοχεία) τα υπόλοιπα κομμάτια βράζονται με ρύζι ή με τραχανά αποβραδίς στο χαρτζίν (καζάνι) για τη χριστουγεννιάτικη σούπα, ενώ άλλα τα τα ψήνουνε στον φούρνο. Μα και ο «γουμάς» (κοτέτσι) προσφέρει και αυτός τα θυματά του στη γιορτάσιμη αυτή πανδαισία. Ύστερα από την αυστηρή νηστεία του Σαρανταήμερου, που τη διατηρούν με περίσσια ευλάβεια, οι χωρικοί δεν βλέπουν την ώρα να ευφρανθεί η καρδιά τους από τα νοστιμομαγειρεμένα φαγητά και τη γλυκόπιοτη κουμανταρία, με τελευταία πιατέλα τα «κουπέπκια» (ντολμάδες). Απαραίτητο συμπλήρωμα του γεύματος είναι το «χαλλούμιν» (κυπριακό τυρί) και η αναρή (μυζήθρα), με τελευταίο γλύκισμα μικρές πίττες με σταφίδες, τυρί και μέλι, τα «πουρέκια». Ιδιαίτερα χριστουγεννιάτικα πιτάκια δίνουν οι χωρικοί στα κτηνά τους, για να γιορτάσουνε κι αυτά τη Γέννηση του Σωτήρα Χριστού: στην «κατσελλού» (αγελάδα), στο γάρο (γάϊδαρο), στον άππαρο (άλογο), στην αίγια (κατσίκα), στην κουβέλλα (προβατίνα), στις όρνιθες (κότες), αφού πρώτα λιβανίσουν το παχνί.

παφίτικη γυρισταρκά
 Από τα βαθιά χαράματα, με τον πρώτο ήχο του σήμαντρου, όλοι βρίσκονται στο πόδι ντυμένοι με τα γιορτινά τους. Ο πατέρας συνοδεύει τα παιδιά στην εκκλησία, όπου τα παραλάβουν οι «τατάδες» (νονοί) και οι «νουνάδες» (νονές) για να τα μεταλάβουν, ενώ η μάνα με τις πρωτοθυγατέρες της ετοιμάζουν το σπίτι και τα χρειαζούμενα για το οικογενειακό τραπέζι. Γι' αυτή τη δουλειά κατεβάζουν από τις «σουβάντσες» (ράφια) τις «καντήλες» (ποτήρια), τα πιατικά, όπως και τις «γεννόπιττες», τις γυρισταρκές, τα «ψουμιά του νερού» (καρβέλια συνηθισμένα) που η ζεστή μυρωδιά τους γεμίζει τον αέρα της «τσάμπρας» (κάμαρης). Ταυτόχρονα  οι «μαείρισσες» (κατσαρόλες), γεμάτες από Χριστουγεννιάτικα φαγητά, χύνουν τη μοσχοβολιά τους σ΄όλο το σπίτι έτσι που βράζουν στις «νιστιές» και στο «μαειρκόν» (κουζίνα).
Ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά νιώθουν οι «χαρτωμένοι» (αρραβωνιασμένοι), που ξεκινούν καμαρωτοί-καμαρωτοί για την εκκλησία, η κοπέλα με το καλύτερό της φουστανάκι, ντροπαλή και χαμηλόθωρη, και ο «σκάπουλος» (παλληκάρι) με την καλοραμμένη φράγκική του φορεσιά που τελευταία αντικατάστησε την «προσιαστή» (πολύπτυχη) βράκα με τη μακριά «βάκλα» (φουφούλα), το κεντητό γιλέκι, το ζιμπούνι και τη ζώστρα, τα καινούργια «κοφτά» παπούτσια, που προτιμήθηκαν από τις μακριές «τσαγγαροποδίνες» (μπότες), και τις ριγωτές «κλάτσες» (κάλτσες). Όλα αυτά συμπληρώνουν την ευρωπαϊκή φορεσιά της λεβέντικης κορμοστασιάς του παλληκαριού. Ευτυχισμένοι οι δύο νέοι δέχονται- όταν τελειώσει η λειτουργία- τις ευχές των συγχωριανών τους και γυρίζουν χαρούμενοι στο σπίτι του ενός ή της άλλης. Όλο το συμπεθεριό θα παρακαθίσει στο τραπέζι με τον παπά επικεφαλής, που θα το ευλογήσει με το τροπάριο της ημέρας: «Η γέννησις σου, Χριστέ ο Θεός ημών κτλ.». Σαν επωδό θα χτυπήσουν όλοι μαζί τις «πρότσες» (πιρούνια) στα πιάτα τους και θ' αρχίσει πια το χαρούμενο φαγοπότι με το τσούγκρισμα των ποτηριών για τη δόξα του νεογέννητου Χριστού και για την ευτυχία των παιδιών τους.

Πηγή: Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β', 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

παφίτικος εορταστικός άρτος

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ο Άξιος Πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης Γιαζεζί


Και εκεί που δεν το περιμέναμε, και εκεί που νομίζαμε ότι και ο επόμενος Πατριάρχης Αντιοχείας θα ήταν ακόμη ένας άλλος ανθέλληνας αραβιστής, έβαλε η Θεία Πρόνοια το χέρι της και εκλέχτηκε ένας «δικός μας» πατριάρχης, ο Ιωάννης Γιαζεζί. Ο Ιωάννης Γιαζεζί  είναι ένας ιεράρχης ο οποίος διετέλεσε ως μοναχός στο Άγιον Όρος, ένας ιεράρχης με ελληνική μόρφωση, που γνωρίζει άριστα την ελληνική γλώσσα, την βυζαντινή μουσική και που ζει μέσα στην ορθόδοξη ησυχαστική και ασκητική παράδοση. 

Η εκλογή του ως Πατριάρχη θα φέρει ένα άλλο αέρα στο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Ο κοσμικός αέρας που χαρακτηρίζει το Πατριαρχείο θα αντικατασταθεί με τις πνευματικές αρετές της Αθωνικής  Πολιτείας. Μα το πιο σημαντικό από όλα είναι ότι με την εκλογή του Ιωάννη Γιαζεζί έρχεται η αρχή του τέλους του αραβισμού στο Πατριαρχείο Αντιοχείας και ανοίγουν οι πόρτες  για τη σύσφιξη των σχέσεών του με τα υπόλοιπα Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία και Εκκλησίες. Πόρτες που ήταν κλειστές για πολλές δεκαετίες τώρα και που αποξένωσαν τους Ρωμιούς της Συρίας και του Λιβάνου από τους υπόλοιπους Έλληνες.

 Η εκλογή του Ιωάννη Γιαζεζί ως 158ου Πατριάρχη Αντιοχείας ήταν μια έκπληξη για όλους, κληρικούς και λαϊκούς, δεδομένου μάλιστα ότι το όνομά του δεν αναφερόταν καν στο κατάλογο των υποψήφιων πατριαρχών αφού σύμφωνα με το καταστατικό του Πατριαρχείου Αντιοχείας  θα έπρεπε να είχαν περάσει 5 χρόνια ως επίσκοπος για να μπορεί να βάλει υποψηφιότητα. 

Ο Γιαζεζί είχε υπηρετήσει ως Μητροπολίτης Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης για μόνο 4 χρόνια και 8 μήνες και δεν μπορούσε να βάλει υποψηφιότητα όπως απαιτούσε ο Εκκλησιαστικός Κανόνας. Ωστόσο, την τελευταία στιγμή τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Αντιόχειας τροποποιήσαν τον κανόνα για να επιτραπεί η υποψηφιότητα όλων των μητροπολιτών. Έτσι, το φάσμα των επιλογών διευρύνθηκε και ως εκ θαύματος εξελέγη ο Ιωάννης Γιαζεζί.

 ΑΞΙΟΣ ΑΞΙΟΣ ΑΞΙΟΣ

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Η Γέννηση του Χριστού: Τοιχογραφία στην εκκλησία του Σταυρού του Αγιασμάτι στο χωριό Πλατανιστάσα. 15ος αιώνας

 Η εκκλησία του Σταυρού του Αγιασμάτι, ξυλόστεγη μονόχωρη με δίριχτη επικλινή στέγη βρίσκεται βορειοδυτικά του χωριού Πλατανιστάσα στην περιοχή της Πιτσιλιάς. Διασώζει τον πιο πλήρη κύκλο τοιχογραφιών του ζωγράφου Φίλιππου Γιου τον 15ο αιώνα στην Κύπρο. Επιγραφές πάνω σπό τη βόρεια και νότια είσοδο αναφέρουν την ανέγερση και τοιχογράφηση του ναού στα 1494.
Στην παράσταση της Γεννήσεως ο καλλιτέχνης συγκέτρωσε με δεξιοτεχνία όλες τις σχετικές παραπληρωματικές σκηνές εμπλουτίζοντάς τις με νέα στοιχεία. Οι μάγοι εικονίζονται δύο φορές, καθώς ανηφορίζουν στο βραχώδες τοποίο και καθώς προσφέρουν τα δώρα στον γεννηθέντα Χριστό.

 Οι Μάγοι με αναγεγραμμένα τα ονόματά τους: Βαλτάσαρ - Μελχιόρ - Γάσπαρ.

 Η παρουσία των βοσκούν εμπλουτίζεται με σκηνή αρμέγματος. Λεπτομέριες στην απικόνιση δείχνουν εξοικείωση του τεχνίτη με παρόμοιες σκηνές.

 Βοσκός σκαρφαλομένος στους βράχους ετοιμάζεται να «συλλάβει» ένα ατίθασο πρόβατο με το «ωκυπόδιον» (κυπριακή ποιμενική ράβδο).

 Βοσκός καθισμένος οκλαδόν με συστροφή της κεφαλής έχει σταματήσει το παίξιμο του αυλού, για να ακροασθεί το μήνυμα των αγγέλων.

 Στην απεικόνιση του Λουτρού αξίζει να σημειωθεί η κίνηση της βοηθού με το αμάνικο ρούχο, η οποία ρίχνει με χάρη το νερό στη λεκάνη.

 Τόξα ουρανού με δύο αγγέλους σε μονοχρωμία σε αντίθεση με τους αγγέλους που βρίσκονται στη γη.

Η τρυφερότητα της Θεοτόκου Μητέρας.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Η Γέννηση του Χριστού: Τοιχογραφία στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Στέγης στο χωριό Κακοπετριά. 14ος αιώνας

 Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Στέγης βρίσκεται κοντά στο χωριό κακοπετριά στις όχθες του ποταμού Καρκώτη. Ανήκε σε μοναστηριακό συγκρότημα που βρισκόταν σε λειτουργία έως τον 19ο αιώνα.
Ο ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδές με τρούλο και χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Μια δεύτερη επικλινής ξύλινη στέγη με επίπεδα κεραμίδια του έδωσε την προσωνυμία της Στέγης. Η εκκλησία είναι κατάγραφη με τοιχογραφίες διάφορων εποχών από τον 11ον έως τον 17ο αιάωνα. Ανάμεσα σε τοιχογραφίες που χρονολογούνται στα μέσα του 14ου αιώνα είναι και η παράσταση της Γέννησης του Χριστού. Η Παναγία εικονίζεται καθησμένη να θηλάζει τον Χριστό στην αγκαλιά της, στάση μοναδική στη βυζαντινή εικονογραφία της Κύπρου.

 Ο Χριστός κάθεται με γυμνά πόδια στην αγκαλιά της Μητέρας του, που τον θυλάζει.

 Στο γυμνό βραχώδες τοπίο η λιγοστή, αραιή βλάστηση τονίζει το άνυδρο. Ο Χριστός μεγαλόσωμος κάθεται στην αγκαλιά της Μαίας.

 Βοσκός καθισμένος στα βράχια, φορεί καπέλο με είδος γείσου και παίζει αυλό.

 Στις αναδιπλώσεις των βράχων και γύρω από το τριγωνικό άνοιγμα του σπηλαίου διαδραματίζονται επιμέρους σκηνές, όπως αυτή των υμνούντων αγγέλων.

 Ο Ιωσήφ κάθεται σκεπτικός και παρακολουθεί τα συμβαίνοντα. Μικρόσωμα κατσίκια με ανοικτόχρωμα ζωνάρια σκαρφαλώνουν στα βράχια.

 Οι Μάγοι εικονίζονται γονατιστοί να προσφέρουν τα δώρα, στοιχείο δανεισμένο από τη δυτική εικονογραφία.

«Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού», (Ησαΐας 1, 3)

Βοσκός παίζει άσκαυλο δίπλα σε πιγάδι και δεξαμενή από μαύρη πέτρα ή μάρμαρο αποδομένα με αντίθετη προοπτική.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Η Γέννηση του Χριστού: Τοιχογραφία στην εκκλησία της Παναγίας της Ασίνου, στο χωριό Νικητάρι. 14ος αιώνας

 Η εκκλησία της Παναγίας της Ασίνου βρίκεσται κτισμένη σε δασώδη περιοχή στους πρόποδες της οροσειράς του Τροόδους σε μικρή απόσταση νότια του χωριού Νικητάρι. Ανήκε στη Μονή των Φορβίων που πρέπει να βρισκόταν σε λειτουργία τουλάχιστο έως τον 17ο αιώνα.
Η εκκλησία είναι κατάγραφη σώζοντας τοιχογραφίες διάφορων εποχών. Κτήτορας της εκκλησίας είναι σύμφωνα με επιγραφή γύρω στο 1100 ο Νικηφόρος Μάγιστρος, αξιωματούχος της βυζαντινής διοίκησης, που εικονίζεται να προσφέρει το ομοίωμα της εκκλησίας στην Παναγία, ενώ μια άλλη επιγραφή αναφέρει πως στον Νικηφόρο οφείλεται επίσης η δαπάνη τοιχογράφησης της εκκλησίας στα 1105-1106. Η παράσταση της Γέννησης του Χριστού χρονολογείαται  στο τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα.

 Ο βοσκός παίζει αυλό ενώ έχει δίπλα του σκουμπισμένο στα βράχια το «ωκυπόδιον» (κυπριακός ποιμενικός ράβδος) που έχει μετάλλινο άγκιστρο και ξύλινο στέλεχος. Περασμένο σ' αυτό φαίνεται το υφαντό ταγάρι.

 Η Μαία με υφαντό περίτεχνο καφαλόδεσμο κάθεται σε ξυλόγλυπτο «σκαμνίον» και κόκκινο μαξιλάρι. Η κολυμβήθρα φαίνεται να είναι χάλκινη με ψηλό πόδι και σφυρήλατο διάκοσμο.

Άγγελοι δεόμενοι υμνούν τον γεννηθέντα Θεό.

 «Και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη» (Λουκάς 2,7).

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Η Γέννηση του Χριστού: Τοιχογραφία στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο χωριό Βυζακιά. 16ος αιώνας


 Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, μικρή εκκλησία με ξύλινη επικλινή στέγη, στο χωριό Βυζακιά, σώζει μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του 16ου αιώνα. Έχουν έντονο λαϊκό χαρακτήρα, χρησιμοποιούν ενετικά εικονογραφικά στοιχεία και μέσα από τον απλοϊκό τρόπο απόδοσής τους κινούνται στα πλαίσια μιας εξπρεσσιονιστικής τέχνης.
Στην Παράσταση της Γεννήσεως ο τεχνίτης κατορθώνει να συγκεντρώσει όλες τις επί μέρους σκηνές αποδίδοντας τις με αφοπλιστική αφέλεια και πειστικότητα. Η μορφή της Παναγίας προβάλλεται πάνω σε στρωμνή με ξομπλιαστές ταινίες, που θυμίζει υφαντά στρωσίδια της κυπριακής υπαίθρου. Απεικονίζονται ενδιαφέροντα στοιχεία της καθημερινής ζωής, όπως η αμφίεση των μη ιερών προσώπων, που προσφέρει πληροφορίες για τις ενδυματολογικές συνήθειες της εποχής.

 Ο αστέρας κατευθύνει φωτινή ακτίνα προς τον νεογέννητο Χριστό. Ο Χριστός στη φάτνη φαίνεται σαν ο τεχνήτης να τον έχει ζωγραφίσει κοιτάζοντάς τον από ψηλά.

 Σεβίζοντες άγγελοι χωρίς φτερά.

 Οι τρεις μάγοι.

 Βοσκός με φράγκικα ρούχα, αλλά τυλιγμένος με κυπριακό μάλλινο ύφασμα για να προφυλάγεται από το κρύο, γνωστό ως αλάς.

 Βοσκός με ρούχα της βενετικής περιόδου.

 Ο βους που παριστάνεται στη Γέννηση.

 Ο όνος και ο βους πιο πάνω είναι ζωγραφισμένα με έκφραση ανθρώπινη.

Σπάνια η Σαλώμη εικονίζεται να ρίχνει νερό στην κολυμβήθρα καθισμένη. Η Μαία με πελώριο άσπρο κεφαλόδεσμο κρατά τον γυμνό Χριστό στην αγκαλία.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Η Γέννηση του Χριστού: Φορητή εικόνα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο χωριό Κλωνάρι. 16ος αιώνας

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο χωριό Κλωνάρι της επαρχίας Λεμεσού είναι μονόκλιτη ξυλόστεγη. Διασώζει τοιχογραφίες και σημαντικές εικόνες, μεταξύ αυτών και της Γεννήσεως του Χριστού, που χρονολογούνται στον 16ο αιώνα. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται  και το αρχικό εικονοστάσιο του ναού που δέχτηκε νεότερες επεμβάσεις.

Σεβίζοντες άγγελοι προ της φάντης.

Βοσκός καθισμένος στο έδαφος δέχεται έκπληκτος το άγγελμα της του Χριστού Γεννήσεως.

Οι Μάγοι πορεύονται πεζοί προς το σπήλαιο. Στα κεφάλια φορούν κίδαρι τυλιγμένη με κυπριακό υφαντό μαντήλι.

Γέρον βοσκός τείνει τα καλυμμένα με προβιά χέρια του στον κατηφή Ιωσήφ.

Η Μαία με τον Χριστό στην αγκαλιά δοκιμάζει τη θερμοκρασία του νερού.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Μονή Αγίου Νεοφύτου: Τοιχογραφία της Φυγής στην Αίγυπτο

 Η Μονή του Αγίου Νεοφύτου, η οποία ιδρύθηκε από τον ομώνυμο άγιο και εκκλησιαστικό συγγραφέα στα ήμερα υψώματα του Μελισσόβουνου βορειοδυτικά της Πάφου, είναι περίφημη για τις τοιχογραφίες της Εγκλείστρας που ζωγράφισε ο Κωνσταντινουπολίτης ζωγράφος Θεόδωρος Αψευδής στα 1183.
Στο καθολικό της Μονής σώζονται τοιχογραφίες των αρχών του 16ου αιώνα. Ανήκουν τεχνοτροπικά στην Κυπριακή Σχολή ζωγραφικής, που συνδυάζει τη μακρά παράδοση της βυζαντινής τέχνης με τις αισθητικές αντιλήψεις της Αναγέννησης.
Ανάμεσα στους Οίκους του Ακάθιστου Ύμνου που αναπτύσσονται σε συνεχή αφηγηματική ζώνη, ο Οίκος «Λάμψας εν τη Αίγυπτω φωτισμόν αληθείας» εικονίζει τη Φυγή στην Αίγυπτο, σημαίνοντας το μετά τη Γέννηση νέο στάδιο της ζωής του Χριστού.

 Η επιστροφή των Μάγων στη Βαβιλώνα.

 Η Παναγία καθισμένη πάνω στο γαϊδούρι οδεύει προς Αίγυπτον. Από τις στέγες των σπιτιών της αιγυπτιακής πόλης τα είδωλα γρεμίζονται.

 Ο  Ιωσήφ ακολουθεί πεζός και κάνει αυτά που ο Θεός του είχε πει στο όνειρό του.