ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Μαγεία και βασκανία στην Κύπρο

 Μαγεία

 Γνωστή από τα πανάρχαια χρόνια στους Ινδούς, στους Αιγυπτίους και σε άλλους ανατολικούς λαούς, όπως και στους Αρχαίους Έλληνες, η μαγεία, παρ' όλες τις επιδράσεις της Χριστιανικής Θρησκείας, που επεκράτησε τελικά, δεν μπόρεσε να ξεριζωθεί από τις ψυχές των απλοϊκών ανθρώπων, που πολλές φορές τη συνδυάζουν με τη χριστιανική των πίστη νομίζοντας πως μ΄αυτό τον τρόπο θα πραγματοποιηθεί ο ενδόμυχος πόθος τους. Τούτο παρατηρείται κυρίως στις ερωτικές αποτυχίες όταν οι ερωτοχτυπημένοι, ιδιαίτερα οι κοπέλες, καταφεύγουνε στα «μάγια» ζητώντας τη σύμπραξη από τις μάγιστρες και τους μάγους για να κατορθώσουν να «γυρίσουν τα μυαλά» του πολυαγαπημένου, ενώ ταυτόχρονα ανάβουνε κεριά στις εκκλησίες και προσεύχονται μπρος στις άγιες εικόνες για την ευόδωση του σκοπού των. Το ίδιο γίνεται όταν πρόκειται για μεγάλη αρρώστια όπου ούτε οι καλύτεροι γιατροί ούτε τα λαϊκά γιατροσόφια έχουνε τη δύναμη να θεραπεύσουν.
Στα μακρινά χωριά της Κύπρου, παρ΄όλη την απαγόρευση των ιερέων, υπάρχουν άνθρωποι που παράλληλα με τις παρακλήσεις των στον Χριστό και στην Παναγία καταφεύγουν και στις μαγικές ενέργειες των σκοτεινών δυνάμεων του διαβόλου για να επιτύχουν τη θεραπεία του αρρώστου των. Αυτό το είδος της ιεροπραξίας λέγεται «μαύρη μαγεία», ενώ εκείνην που περιορίζεται στα «αγιωτικά» τη λένε «λευκή μαγεία». Υπάρχουν λοιπόν ακόμη άνθρωποι που εξασκούν τη μαγεία σαν βιοποριστικό επάγγελμα. Παλαιότερα - καθώς μας πληροφορεί ο Ξ. Π. Φαρμακίδης («Κυπριακή Λαογραφία», κεφ. Μαγεία και Μάγοι εν Κύπρω, σελ. 193-195) - υπήρχαν Χριστιανοί και Τούρκοι, άντρες και γυναίκες, που κέρδιζαν πολλά χρήματα από τους εύπιστους πελάτες τους. Μία από τις ονομαστότερες μάγισσες στη Λεμεσό ήταν η γριά Λουγκρού, ειδική για το «έβκαρμαν του φου», δηλ. ήξερε πώς να διώχνει τον φόβο από την ψυχή του ανθρώπου και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών. Άλλοι μάγοι παλαιότεροι, από τους πιο ονομαστούς, ήταν ο Κωνσταντής Παπαχριστοφόρου από το χωριό Τραχώνιν της Λευκωσίας, το Ττοφούριν από τη Φασούλλα της Λεμεσού, ο Αουστής από την Ερήμη, ο Τερτζελλούδκιας από την Έγκωμη της Αμμοχώστου, και άλλοι. Όλοι αυτοί πέθαναν, κι αν υπάρχουν ακόμη μερικοί, βλέπουν με τον καιρό τη δύναμή τους να ξεπέφτει, γιατί ο κοσμάκης άνοιξε τα μάτια του και έπαυσε πια να πιστεύει στην τυχοδιωκτική τους επίδραση.

Βασκανία

«Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά», λέει η σχετική ευχή της Εκκλησίας που διαβάζεται από τον παπά για να διώξει κάθε κακό προερχόμενο από φθονερό μάτι. Η γλωσσοφαγία και το «κακόν αμμάτιν» φέρνουν πάντα δυστυχία στους ευτυχισμένους. Για να ματαιωθεί το «πιάσιμον» της οι Κύπριοι της υπαίθρου πάιρνουν φύλλα της ελιάς, που μαζεύουν την παραμονή των Βαΐων τα πηγαίνουν στην εκκλησία όπου τα τοποθετούν κοντά στον δεσποτικό θρόνο. Όταν τελειώσει η λειτουργία φέρνουν τα δέματά τους μπρος στον παπά, που τα διαβάζει απαγγέλοντας διάφορες ευχές. Ύστερα τα κλαδιά φυλάγονται στην εκκλησία  για σαράντα ημέρες, ώσπου την Πέμπτη της Αναλήψεως ο καθένας παίρνει  το δέμα του, το πηγαίνει στο σπίτι και με το βασίλεμα του ήλιου, μαδώντας τα φύλλα της ελιάς από τα κλαδιά, τα ρίχνει στο «καπνιστήριν», (είδος λιβανιστηριού), όπου έχει αναμμένα καρβουνάκια, και ξορκίζει το κακό μάτι με τούτα τα λόγια:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αΐου Πνεύματος. Φύε ζήλα (ζήλια), φύε φτόνος, φύε κακόν αμμάτιν απού τον δούλον του Θεού (δεινά).»
Για να μην πιάνει έναν άνθρωπο ή μια οικογένεια το βάσκανο μάτι κρεμούν στην αυλή ή στο σπίτι μια μικρή πότσα (μπουκάλα) με νερό του αμματιού - το νερό αυτό προέρχεται από τα θειούχα των Αγίων Αναργύρων (Μηλιού, Πάφος). Ή κρεμάζουν αμματόπετραν - γυάλινη πέτρα με μάτι - στα μικρά παιδιά, ή τη φορούν πάνω τους οι μεγάλοι. Ακόμη, καπνίζουν το σπίτι με ελιά που εποσαράντοσε, δηλ. έμεινε 40 ημέρες από την εορτή των Βαΐων μέσα στην εκκλησία.
Όταν αντικρύσουν ένα πρόσωπο που έχει βάσκανο μάτι φτύνουν κατά γης για να μη βασκαθούν αυτοί ή τα ζώα τους. Άλλος τρόπος για ν΄αποφύγουνε τη βασκανία είναι να φυτεύουν έξω από το σπίτι το «καλοξημέρωτο», δηλ. ένα φυτό πολύφυλλο με κίτρινον ανθό που δεν ψηλώνει περισσότερο από δύο πιθαμές και που, «μαζί με το φθονερό μάτι, διώχνει και τους ποντικούς.»

 Πηγή: Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β', 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Κυπριακές Παροιμίες

 Η παροιμία είναι ένα πνευματικό δημιούργημα που χάνεται στα βάθη του χρόνου και κανένας δεν ξέρει από που κρατά η ρίζα της. Ακόμα και οι πρωτόγονοι λαοί έχουνε τις παροιμίες τους, και είναι να θαυμάζει κανείς την παρατηρητικότητα και την εκφραστική ευστοχία εκείνων που τις έπλασαν. Τον καλύτερον ορισμό γι΄αυτήν τον έδωσε ο Αριστοτέλης: η παροιμία είναι η «μεταφορά απ΄είδους επ' είδος». Χαρακτηριστικό των παροιμιών σε όλες τις εποχές είναι το πολύχρηστο και η συντομία.
Οι παροιμίες είναι παρομοιώσεις που με τον καιρό έγιναν πάγκοινες και λέγονται πάνω στις διάφορες πράξεις και στους λόγους των ανθρώπων για να γίνεται μεταφορικά ο χαρακτηρισμός τους. Άλλοτε είναι το πόρισμα ενός μύθου: πάνω σε πράξεις ή λόγους λέγεται ολόκληρος μύθος. Όταν όμως η παροιμία είναι ευκολονόητη, τότε λέγεται μόνον αυτή, χωρίς επεξήγηση. Τις παροιμίες χαρακτηρίζει, κατά το περισσότερο, ευτράπελος και ειρωνικός τρόπος, και οι πιο πολλές έχουνε για βάση τους τον φυτικό κόσμο, τον βίο των ζώων και των ανθρώπων ή προέρχονται από παροιμιώδης μύθους.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τις παροιμίες τους, όπως παροιμίες είχαν και οι Βυζαντινοί.
Παροιμίες ακούμε κ΄εμείς σήμερα σε κάθε κουβέντα γύρω μας, και μπορεί κανείς να τις χαρακτηρίσει σαν επιβίωση του παρελθόντος μέσα στο παρόν όταν βλέπει πλήθος απ' αυτές να έχουν τις αντίστοιχές των σε μακρινές εποχές. Οι αρχαίοι έλεγαν: «Πέτραν κοιλαίνει ρανίς υδάτων ενδελεχούσα». Σήμερα ακούγεται: «Σταλαγματιά-σταλαγματιά το μάρμαρο τρυπιέται».
Οι Κύπριοι έχουν τις δικές τους παροιμίες, όπως οι αδελφοί τους Ελλαδίτες, από τον αδιάσπαστο φυλετικό δεσμό που τους ενώνει με την ακατάλυτη κ΄αιώνια ρίζα του Ελληνισμού.
Από τις εκατοντάδες των παροιμιών του Κυπριακού Λαού δίνουμε εδώ ένα σύντομο δείγμα παρμένο από τις πλούσιες πηγές των κυριότερων λαογράφων του τόπου καθώς και από διάφορες σποραδικές αφηγήσεις κατοίκων της υπαίθρου όπως τις εσημειώσαμε στην Κύπρο.

 Παροιμίες

 Που άδρωπον στενοπερίσσευτον ππαράες μεν δανειστής.
Μην επιδιώκεις κάτι που είναι αδύνατο να γίνη.

'Οπκοιος ΄νεκατώννει τα χώματα εννά γεμώσουν τ΄αμμάδκια του.
Όποιος καταπιάνεται με έργα αλλότρια κινδυνεύει να πάθει και ζημιά.

Δώσ' τον τζυρά, τον άντραν σου και λάμνε (τρέχα) γύρευκ' άλλον!
Για όσους ασυλλόγιστα χαρίζουν κάτι, ενώ το έχουν απόλυτη ανάγκη.

Το καλομάλαον (ήμερο) αρνίν φαίνεται ΄που την μάντραν.
Ο καλός και άξιος άνθρωπος φαίνεται από τα μικράτα του.

Απού πειράζει τον γάδαρον πίννει τες πορκιές του.
Όποιος συνδέεται με πρόστυχους ας έχει υπόψη του και τα δυσάρεστα επακόλουθα.

Επολοήθηκεν (απάντησε) κι ο γάδαρος ΄που την αππέσσω πάγνην (πάχνι).
Ανακατεύονται στη σηζήτηση απρόσκλητοι χωρίς καλά-καλά να ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

Μιτσίν (μικρό) γαούριν νωπόν (νέο) φαίνεται.
Οι κοντοί άνθρωποι φαίνονται μικροί αλλά δεν σημαίνει ότι και είναι.

Όσον μισώ τα κάρταμα (το φυτό κάρδαμο), στα γένεια μου βλαστούσιν.
Για όσους έχουν την ατυχία να μη μπορούν ν' απαλλαγούν από ό,τι ιδιαίτερα αποστρέφονται.

Πριν εγυρεύκαν ΄που γενιάν, τωρά γυρεύκουν πόχει,
μα πόχει νουν και στόχασην πάλε γενιάν γυρεύκει.
Πρέπει και σήμερα κανείς στην παντρειά να προτιμά την αρετή από τα πλούτη.

Το γλήορον και το καλόν ΄εν παν μαζίν τα δκυό τους.
Η καλή δουλειά δεν γίνεται με βιασύνη.

Πού΄χει κατάραν του παππού πάει τον Μαν (Μάη) αρκάτης (εργάτης),
κι απού΄χει του πρωτοπαππού πάει τον Πρωτογιούννην (Ιούνιο).
Οι κατάρες των γωνιών, και ειδικά του παππού και του προπάππου, είναι πολύ βαριές.

Που Σάββατον ως Σάββατον ελύτζιασεν (έγινε φαλακρός) ο κκέλης (ο φαλακρός).
Κάθε δουλειά για να πετύχει θέλει και τον απαιτούμενο καιρό.

Παρακάλε το μάλιν (περιουσία) της γεναίκας σου να΄ν΄γυαλλικά.
Καλύτερα τα προικιά της γυναίκας σου νά ΄ναι από γυαλικά για να μπορείς να της τα σπάσεις πάνω στον δίκαιο θυμό σου.

Αντίς να σε φουμίζουσιν (παινεύουν) οι ξένοι κ' οι δικοί σου,
φουμίζεσαι παρτίκα μου, ατή σου κι απατή σου.
Για κείνους που εγκωμιάζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.

Αρρωστοφαγιά, κατεβασιά της πείνας.
Για όσους προσποιούνται τον άρρωστο για να φάνε καλύτερο φαΐ.

Ένας πελλός (τρελός) να γνωριστή έν και θέλει κουδούνιν.
Τα μεγάλα ελαττώματα δεν μπορούν να κρυφτούν.

Τάϊσ' τον πελλόν, να σου μα(γ)αρίση κιόλας.
Για κείνους που, αντί ν' αναγνωρίζουν το καλό, το πληρώνουν με αχαριστία.

Άλλοι τον πεύκον κι αν ραή!
Αλίμονο στον δυνατό που θα χτυπηθεί από τη μοίρα.

Εν΄δανεικά τα πίσκαλα (χειροκροτήματα) στον γάμον.
Όταν θέλει να πει κανείς πως παραμένει ανταπόδοση σε μια του εκδούλευση.

Η ρκά (γριά) έτσι καταχείμωνα τ' αγγούριν εθθυμήθην.
Για κείνους που γυρεύουν κάτι έξω απ΄τον καιρό του.

Επήες έναν τόπον πών' ούλλοι στρα(β)οί; δήσε κ' εσού τ' αμμάδκια σου.
Άμα βρεθής με ανθρώπους αμόρφωτους, κάνε κ΄εσύ τον αμόρφωτο αν θες να περάσεις καλά μαζί τους.

Άλλοι ζιούσιν με τον κόπον κι άλλοι ζιούσιν με τον τρόπον.
Για τους καταφερτζήδες που καλοπερνούν μεταχειριζόμενοι πλάγια μέσα.

Ο άρκοντας έφαν κ' έβρασεν, κι ο φτωχός έφαν κ' ερίασεν (κρύωσε).
Ο πλούσιος έχει φαγητό και ζεστασιά, ενώ ο φτωχός για να φάει πρέπει να πουλήσει ακόμη και τα ρούχα του.

Ώστι να γινή το κκέφιν του αρκόντου, του φτωχού εξέ(β)ην (βγήκε) η ψυχή του.
Για την αδιαφορία των πλουσίων μπρος στη δυστυχία των φτωχών.

Το χωρκόν εν' γεμέτον κλιθθάριν (κριθάρι) κι ο γάδαρος μου πεθυμά το.
Για όσους επιθυμούν κάτι που, ενώ μπορούν, δεν βρίσκουν τον τρόπο ή την ευκαιρία να το απολαύσουν.

Ψεματινόν λακκιρτίν  στο μεϊτάννιν ΄εν ιβκαίνει.
Ψεύτικη κουβέντα δεν βγάνει άδικα στη φόρα.

Καλός-καλός ο χοίρος μας κ' εξέβην χαλαζιάρης.
Για όσους δίνουν πολλές ελπίδες και στο τέλος απογοητεύουν.

Του κόσμου τ΄αναέλαστρον (περίγελως) του κόσμου ανα(γ)ελά του.
Για μωρούς και γελοίους που κοροϊδεύουν τους άλλους.

Εγιώ σ' έχτισα, φούρνε μου, κ' εγιώ ΄ννα σε χαλάσω.
Λέγεται σ' εκείνους που ανέβηκαν ψηλά με την βοήθεια άλλων μα που ξεχνούν τους ευεργέτες των.

Απών' εί(δ)εν (όποιος δεν είδε) βουνά και κάστρη εί(δ)εν τον φούρνον κ' εποθαμμάστην.
Όποιος δεν έχει δει μεγάλα και ωραία πράγματα, βλέπει έκθαμβος τα μικρά και ασήμαντα.

Ο αλουπός εχώννετουν κ' ο νούρος (ουρά) του εφαίνετουν.
Για όσους κάνουν κρυφά κάτι, νομίζοντας πως δεν τους έχουν αντιληφθεί, ενώ μόνοι τους προδίδονται.

Λόγια και νερόν πέρνει τα ο ποταμός.
Τα λόγια φεύγουν, τα έργα όμως μένουν.

Κατά μάναν, κατά τζύρην, κατά θκειόν καραβοτζύρην.
Τα προτερήματα και τα ελαττώματα των γωνιών και των συγγενών κληρονομούνται απ΄τα παιδιά.

Η ρκά έν τ΄όρπιζεν ν' αρμαστή (παντρευτεί) και θέλει και πουπανωπροίτζιν (πανωπροίκι).
Για όσους δεν αρκούνται σ' αυτά που τους έφερε η τύχη αλλά ζητούν και περισσότερα.

Εί(δ)εν ο ανεβράκωτος βρατζίν κ' εξιππάστην.
Λέγεται για τους νεόπλουτους και τα καμώματά τους.

Κατεβαίνει η ορκή του Θεού ΄που τα τζεραμίδκια.
Για τα ανεπάντεχα κακά που βρίσκουνε τον άνθρωπο.

Τ' αμμάτιν (το κακό μάτι) πύρκον (πύργο) καταλυεί κι ανώγεια βάλλει κάτω.
Για τον φθόνο που προξενεί μεγάλα κακά στους ανθρώπους.

Απού πεινά κ' εν τρώει θαρκέται (νομίζει) ένν' αρκοντύνη,
κ' έννα πεθάνη άξιππα (άξαφνα) κ' η πείνα εννά του μείνη.
Λέγεται για τους φιλάργυρους που στερούνται άδικα τα πάντα στη ζωή τους.

Ο αλουπός στον ύπνο του πετειναρούδκια εθώρεν.
Για όποιον φαντάζεται πως θα τον ευνοήσει η τύχη.

Τούτ' η πίττα κ' η κανάτα μας αφήκαν δίχως βράκαν.
Ο λαίμαργος, για χάρη της κοιλιάς του, πολλές φορές στερείται και τα πλέον απαραίτητα.

ο κάττος κι αν εγέρασεν τα νύχια που' χεν , έχει τα.
Για κείνους που διατηρούν και στα γεράματα ένα προτέρημα ή ελάττωμά τους.

Ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγεια και κατώγια.
Για όσους φλυαρούν χωρίς καμμιά σοβαρή σκέψη.

Βλέπε πρώτα την γούγιαν (ούγια του υφάσματος) και διάλεξε πανίν.
Κοίτα πρώτα τη μάνα και πάρε το παιδί.

Ο πάππος έφαν (έφαγε) τ' όξινον (λεμόνι)  και μούθκιασεν (εμούδιασε) τ' αγγόνιν.
Ότι κακό κάνουν οι γονείς, το πληρώνουν τα παιδιά.

Τον αλουπόν η τρύπα του ΄εν τον εχώρεν κ' ετράβαν και τριζοκολόκαν (ξεροκολοκύθα).
Γι' αυτούς που καταπιάνονται με πράγματα ανώτερα από τις δυνάμεις τους.

Όσην αμάνταν (ησυχία) έχει ο νούρος  του φόραδου (φοράδας) τόσην έχει κο ο φτωχός ανάπαψην.
Ο φτωχός δεν ξεκουράζεται ποτέ.

 Γεωργικές Παροιμίες 

Άλετρον ξυσμένον, σπαθίν ακονισμένον.
Όταν τα αλέτρι είναι καθαρό, η καλλιέργεια της γης γίνεται καλύτερα.

Αν ποτίσης και κοπρίσης, σί(γ)ουρα εννά γιωρκήσης.
Με την περιποίηση της γης σου θα εξασφαλίσεις καλή σοδειά.

Γελάς της γης κρυφά; τζείνη γελά σου φανερά.
Αναλογα με την καλή ή κακή καλλιέργεια η γη σου θα σε πληρώσει.

Τον νερόν του Οχτώβρη και το νερόν του Μάρτη
αν δεν έχεις τόπον να το βάλης, βάρτο μέσ' το πιθάριν.
Τόσο είναι ωφέλιμα τα βρόχινα νερά αυτών των δύο μηνών για τα δέντρα και τα γεννήματα ώστε ο γεωργός πρέπει να τα μαζεύει για μια ώρα ανάγκης.

Ο βους αν δεν αλώνεβκεν (αλώνιζε), ο νιός αν δεν εθέριζεν κ' η κόρη αν δεν εγένναν,
ποττέ τους εν εγέρναν (γερνούσαν).
Το κάθε πράγμα έχει το λόγο του για να γίνεται.

Άμα ο βασιλιάς εν΄πίσω, εν΄ούλλα πίσω.
Πάνω απ΄όλα τα προϊόντα της γης το σιτάρι είναι ο βασιλιάς. Γι' αυτό, αν το σιτάρι δεν αναπτυχθεί εξαιτίας της αναβροχιάς, όλες οι σπορές των δημητριακών δεν προκόβουν.

Βκάλε παλλούραν (θάμνος αγκαθερός), να φας κουλλούραν.
Δηλ., καθάρισε το χωράφι σου από τ΄αγριόχορτα για να είναι το χώμα του γόνιμο όταν το σπείρεις.

Αν θέλης να πλήξης (στενοχωρηθείς) ή να χαρής, έλα τον Μάη να με δης.
Σημαίνει ότι από τον μήνα Μάη, που ωριμάζουνε τα στάχυα, φαίνεται και η ποιότητα του σιταριού αν θα είναι καλή ή κακή.

Τσάππισ' τους όχτους (άκρες) των χωραφκιών σου, να γεμώσουν οι γύροι των αλωνιών σου.
Όσο πιο εντατικά περιποιηθείς τη γη σου τόσο πιο άφθονη η συγκομιδή σου.

Τον Φεβράρη (Φλεβάρη) έλα 'δε με, και τον Μάρτη ξαναδέ με,
κι αν με δης και κυματίζω, σάσε (φτιάξε) σέντε (αποθήκη) να με βάλης.
Αν αυτούς τους δύο μήνες το σιτάρι πάει καλά, τότε η σοδειά θα είναι μεγάλη.


Πηγή: Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β', 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC


Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Το κατεχόμενο χωριό Γιαλούσα στη χερσόνησο της Καρπασίας

Μερική άποψη του χωριού Γιαλούσα
 Η Γιαλούσα είναι ένα κατεχόμενο σήμερα μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, στο κεντρικό τμήμα της χερσονήσου της Καρπασίας. Βρίσκεται πάνω στον κύριο δρόμο Αμμοχώστου - Ριζοκαρπάσου, 10 περίπου χμ, βορειοανατολικά του Λεοναρίσσου. Μαζί με το Ριζοκάρπασο και την Ακανθού αποτελούν τα τρία μεγαλύτερα σε έκταση χωριά της Αμμωχώστου.
Το χωριό πήρε τον ονομασία του από την αρχαία ελληνική λέξη Αιγαλούσα (αιγιαλός = γιαλός) και σημαίνει την τοποθεσία που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Πράγματι η Γιαλούσα έχει θέα προς τις βόρειες ακτές της επαρχίας Αμμοχώστου και είναι κτισμένη στην πλαγιά ενός λόφου. Η Γιαλούσα κτίστηκε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους μετά το τέλος των αραβικών επιδρομών κατά τη διάρκεια των οποίων είχε υποστεί πολλές καταστροφές και λεηλασίες. Αυτό μαρτυρείτε από την ύπαρξη ωραιοτάτου ναού αφιερωμένου στον Αρχάγγελο Μιχαήλ ο οποίος χρονολογείται στο 10ο αιώνα μ.Χ.
Το γυμνάσιο του χωριού Γιαλούσα
Ο οικισμός της Γιαλούσας υπήρξε πάντα πολυπληθής. Το 1973 ο πληθυσμός του χωριού ήταν 2.460 κατοίκους και ήταν ο όγδοος μεγαλύτερος σ' ολόκληρη την επαρχία Αμμοχώστου μετά την Αμμόχωστο, το Παραλίμνι, τη Λύση, τη Δερύνεια, τη Βατυλή, την Άσσια και το Ριζοκάρπασο. Μόνο στη χερσόνησο της Καρπασίας η Γιαλούσα ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο χωριό με πολύ μικρή διαφορά από το Ριζοκάρπασο.
Λόγο του μεγάλου του πληθυσμού, στο χωριό Γιαλούσα λειτουργούσε, μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974, και ελληνικό γυμνάσιο που εξυπηρετούσε και τις εκπαιδευτικές ανάγκες γειτονικών χωριών. Στο χωριό λειτουργούσε αστυνομικός σταθμός από το 1905. Από τις αρχές του αιώνα στάθμευαν επίσης στο χωριό περιφερειακός ιατρικός λειτουργός, περιφεριακό δικαστήριο και άλλοι κυβερνητικοί λειτουργοί.
Μεγάλος αριθμός Γιαλουσιτών είχε παραμείνει στο χωριό κι εγκλωβιστεί εκεί με την τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή. Ο αριθμός των εγκλωβισμένων ανερχόταν στους 1.909 τον Οκτώβριο του 1975. Στη συνέχεια άρχισαν να εκδιώκονται κι αυτοί από τους Τούρκους και να προσφυγοποιούνται στις ελεύθερες περιοχές. Τον Δεκέμβριο του 1975 είχαν παραμείνει μόνο 537, ενώ μειώθηκαν στους 310 τον Ιανουάριο του 1977. Τον Απρίλιο του 1978 είχαν παραμείνει μονο δύο. Σήμερα δεν υπάρχει κανένας Έλληνας στο χωριό.
Στο μεταξύ από το 1976 εγκαταστάθηκαν στη Γιαλούσα Τουρκοκύπριοι που μεταφέρθηκαν από τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου, κυρίως από τα χωριά Κόκκινα και Βροΐσια. Αυτοί μετονόμασαν την Γιαλούσα σε Yeni Erenköy (την ονομασία Erenköy, που σημαίνει χωριό των σοφών ανθρώπων, χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για το χωριό Κόκκινα, η δε πρόταξη Yeni σημαίνει Νέο). Αργότερα εγκαταστάθηκαν στη Γιαλούσα και πολλοί έποικοι που μεταφέρθηκαν από την Τουρκία.
Πολλοί από τους πρόσφυγες Γιαλουσίτες εγκαταστάθηκαν στο Καλό Χωριό (επαρχία Λάρνακας) και στην Αυδήμου (επαρχία Λεμεσού), κι άλλοι σε άλλες περιοχές. Αρκετοί μετανάστευσαν σε διάφορες χώρες όπου είχαν συγγενείς, γιατί πολλοί Γιαλουσίτες βρίσκονται εγκατεστημένοι από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην Αγγλία, στην Αυστραλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου κι είχαν μεταναστεύσει.
Η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στη Γιαλούσα
Η Γιαλούσα χωρίζεται σε δύο ενορίες, του Αρχάγγελου Μιχαήλ και της Αγίας Μαρίνας (11ος -12ος αιώνας) ενώ υπάρχουν κι άλλες συνοικίες καθώς και ξωκλήσια όπως της Αγίας Σολομωνής, του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Θέκλας, της Ζωοδόχου Πηγής.
Ο οικισμός της Γιαλούσας είναι διεσπαρμένου τύπου, αν και σχετικά συμπαγής στο κέντρο. Ακριβώς από το κέντρο του οικισμού ξεκινά ένα ακτινωτό οδικό δίκτυο προς όλες τις κατευθύνσεις. Το δίκτυο αυτό επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την οικοδόμηση των σπιτιών.
Η Γιαλούσα εμφανίζεται στους ενετικούς χάρτες  με την ονομασία lalusa. Τόσο ο Τζέφρυ όσο και ο Γκάννις μνημονεύουν ιδιαίτερα τις εκκλησίες και τα ξωκλήσια της Γιαλούσας. Ο Λοΐζος Φιλίππου σημειώνει πως ο ναός της Γιαλούσας ανακαινίστηκε το 1793 χάρη στις ενέργειες του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου. Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα το πρώτο σχολείο στο χωριό ιδρύθηκε το 1862, ο δε δάσκαλος ήταν ταυτόχρονα ιεροψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος. 'Ομως. ο Ι. Κ. Περιστιάνης αναφέρει πως μερικοί δάσκαλοι δίδαξαν στο χωριό τα γράμματα και πριν από το 1862.
Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Γιαλούσα
Τα κυριότερα προϊόντα της Γιαλούσας πριν από την τουρκική εισβολή του 1974 ήταν τα σιτηρά, ο καπνός, οι ελιές, οι χαρουπιές, πολύ λίγα εσπεριδοειδή και όσπρια. Ο καπνός πριν την εισβολή ήταν η κυριότερη καλλιέργεια μερικών χωριών της Καρπασίας, ο δε Συνεργατικός Οργανισμός Καπνού (Σ.Ο.Κ.) είχε έδρα του την Γιαλούσα. Για χρόνια ο καπνός αποτελούσε την κύρια καλλιέργια στην περιοχή, όπου παλαιότερα εξαγόταν και γύψος από τοπικά λατομεία.
Ανεπτυγμένη πριν την εισβολή ήταν στην Γιαλούσα και η αιγοπροβατοτροφία. Στο χωριό εκτρέφονταν 3.306 πρόβατα, 1.769 κατσίκες, 235 μοσχάρια και 7.286 πουλερικά. Ο αριθμός των μοσχαριών ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος στην επαρχία Αμμοχώστου μετά τη Λύση και το Ριζοκάρπασο. Εκτός από τη βιομηχανία του καπνού δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη αξιόλογη βιομηχανική δραστηριότητα. Εξάλλου πριν από την εισβολή λειτουργούσε στη Γιαλούσα αλιευτικό καταφύγιο.
Φωτογραφία από την Γιαλούσα του 1928
Πηγή: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
            Κατεχόμενα: Μια περιδιάβαση στα κατεχόμενα χωριά και τις πόλεις μας
             Μάριος Θεμιστοκλή Στυλιανού
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Ο ναός και ο θρύλος της Παναγίας της Κανακαριάς στο κατεχόμενο χωριό Λυθράγκωμη

 Λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουμε στη μεγάλη κωμόπολη Γιαλούσα (Αιγιαλούσα), σε απλόχωρο κάμπο βρίσκουμε το χωριό Λυθράγκωμη (Ερυθρά Κώμη) με τ' αρχαιοχτισμένα του αργροτικά σπιτάκια και τα πράσινα λιβάδια του. Σ' ένα περίγυρο από κελλιά ερειπωμένα παλιού μοναστηριού και μερικά χαμόσπιτα κατοικημένα από γεωργούς φαντάζει όμορφα, με την καλλίγραμμη κορμοστασιά της, μια από τις ωραιότερες εκκλησίες της Κύπρου, η Παναγία η Κανακαριά ή Κανακαρκά, τρίκλιτη βασιλική με τρούλλο και με νάρθηκα τρουλλωτό, χρονολογούμενη από την εποχή των Εικονομάχων.
Ένα μυστικόπαθο αχνόφωτο τυλίγει στη διάφανη αχλή του το εσωτερικό της εκκλησίας όπου ξεχωρίζουν λίγες ξεφτισμένες τοιχογραφίες του Ιζ αιώνα μαζί με υπολείμματα από μαρμάρινες κολόνες και κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού εντοιχισμένα στον δυτικό νάρθηκα.  Απ΄αυτές τις περίφημες άλλοτε νωπογραφίες λίγα ίχνη σώζονται από τη Γέννηση του Χριστού, όπου βλέπουμε την Παναγία γερμένη στο σπήλαιο ύστερα απ΄τον τοκετό, με το θεϊκό της βρέφος, φασκιωμένο μέσα στο λίκνο του, να το φωτίζει το άστρο της Βηθλεέμ, ενώ δύο μάγοι, καβάλα σε άσπρα άλογα, παραστέκουν εκεί κοντά. Θαυμαστές ακόμη θα ήταν - καθώς διαφαίνεται μέσα απ΄τα ξεφτίδια του τοίχου - οι τοιχογραφίες στον μικρό τρούλλο του Ιερού.

 Όμως αυτό που θεωρείται σαν το πολυτιμότερο στολίδι μέσα στο χαριτωμένο τούτο παιλαιοβυζαντινό μνημείο είναι το εξαίσιο μωσαϊκό στην αψίδα του Ιερού με την Πλατυτέρα σε τύπο «Ένθρονου Οδηγητρίας». Η Παναγία κρατεί τον μικρόν Ιησού λευκοφορεμένον στην αγκαλιά της, έχοντας τους δύο αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ δεξιά και αριστερά, δυστυχώς σκεπασμένους, όπως και ένα μέρος της Παναγίας, από πλατιές επιφάνειες ασβεστοκονίαμα, γιατί το περισσότερο μέρος του εξαίσιου αυτού σε χρυσοποίκιλτες αποχρώσεις μωσαϊκού, με την κεντρική του σύνθεση και τα διακοσμητικά κυκλικά «σταθάρια» (médaillons) που πλαισιώνουν τις προτομές των Δώδεκα Αποστόλων στη μεγάλη του αψίδα, είναι μισοκαταστραμμένο. Με υψομένο το βλέμμα προς το λαμπρό αυτό υπόλειμμα της παλαιοβυζαντινής ψηφιδωτής τέχνης νιώθουμε ν' ανεβαίνει στα χείλη μας το θλιβερό επιφώνημα: «Κρίμα! Τί κρίμα να μην έχει περισωθεί από τη φθορά του χρόνου και από την αδιαφορία των ανθρώπων το μωσαϊκό της Κανακαριάς που, καθώς ειπώθηκε, θυμίζει στην χρωματιστή εναρμόνιση των τόνων του και στην τεχνοτροπία της εργασίας του τα φημισμένα ψηφιδωτά του Καχριέ Τζαμί της Πόλης, άλλοτε ελληνικής εκκλησίας. Αλλ' ας ακούσουμε και τη γνώμη των ειδικών σχετικά με την αρχιτεκτονική του ναού και με το εικονιζόμενο στην αψίδα του ψηφιδοτό.
Ότι  απέμεινε από την τοιχογραφία μετά την καταστροφή των Τούρκων το 1974
Ο ακαδημαϊκός βυζαντινολόγος κ. Γ. Σωτηρίου στα «Βυζαντινά Μνημεία της Κύπρου» (έκδ. Ακαδημίας Αθηνών, σ. 31 και πιν. 32 και 33) μας λέει: «Ο αρχικός ναός ήτο μία μονόκλιτος βασιλική η οποία αργότερον έγινε τρίκλιτος μετά τρούλλου». Όσο για το ψηφιδωτό της κόγχης του Ιερού ο κ. Σωτηρίου δημοσίευσε μόνο την εικόνα του στο παραπάνω αναφερόμενο βιβλίο του (πιν. 61 β). Γι' αυτό το ψηφιδωτό πρώτος εδημοσίευσε ο Wulff, διάσημος γερμανός βυζαντινολόγος, στην «Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Τέχνη» του (εικ. 369, σελ. 432), συνοδεύοντάς το με την ακόλουθη περιγραφή: «Η Θεοτόκος εικονίζεται έχοντας προς στο στήθος της καθιστό το παιδίον Ιησούν, που κρατεί με τα δυό του χέρια «ειλητόν κύλινδρον» (τυλιγμένο χαρτί). Παρ' όλη τη μεγάλη καταστροφή του ψηφιδωτού, που εφείσθηκε μόνο το παιδί, μπορεί κανείς καθαρά να διακρίνει ότι η Μαρία, που φορεί το κόκκινο «μαφόριον» (κάλυμμα από κεφαλής), είχε τοποθετήσει και τα δυό χέρια της στα γόνατα του παιδιού, και προπάντων ότι ο θρόνος της στέκει πάνω στη σφαίρα του κόσμου περιβαλλόμενος από κυανή ελλειψοειδή «δόξαν» (Mandoria) που έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ένας τόσο ισχυρός τονισμός του θεϊκού της αξιώματος δεν παρουσιάζεται σε άλλα παρόμοια δείγματα. Και εδώ επίσης η Παναγία συνοδεύεται από δυό αγγέλους από τους οποίους μόνον ένας διατηρήθηκε κατά το ήμισυ, ντυμένος με γαλάζιο ιμάτιο πάνω από λευκό χιτώνα. Αυτός ο άγγελος κρατούσε σκήπτρο στο κατεστραμμένο αριστερό του χέρι. Με τη μετωπική του στάση υποτάσσεται στην τέλεια «εικονική» αντίληψη της όλης συνθέσεως, που μας κάνει να διαβλέψουμε σ' αυτήν ένα έργο της μεταγενέστερης συριακής ζωγραφικής δηλ. της επηρεασμένης κιόλας από τη βυζαντινή τεχνοτροπία του ζ' αν όχι των αρχών του Ζ' μ.Χ. αιώνα. Τη Συρία άλλωστε μαρτυρά και ο ανατολικός χαρακτήρας της κεφαλής του παιδιού...»
Από τον τρούλλο του ναού, καθώς μου διηγούνται οι χωρικοί, κρεμόταν άλλοτε ένας βαρύτιμος χάλκινος πολυέλαιος χρονολογούμενος από εξακόσια χρόνια, σε σχήμα αετού που κρατούσε σφαίρα με διάφορες ανάγλυφες παραστάσεις και που συμβόλιζαν την «επτάφωτον λυχνίαν της ιουδαϊκής λατρείας». Το θαυμάσιο αυτό κειμήλιο, δώρο ίσως στην εκκλησία κάποιου ευλαβικού βυζαντινού άρχοντα, αρπάχτηκε μαζί με άλλα πολύτιμα σκεύη του ναού πάνω στις βαρβαρικές επιδρομές που πλάκωσαν το μεγαλονήσι και το λεηλάτησαν.

Ο Θρύλος της Κανακαριάς

 Για την επονομασία της Κανακαριάς λένε πως ίσως να προέρχεται από κανένα βυζαντινό πατρίκιο ή δούκα λεγόμενον Κανακάρη, που ήταν ο πρώτος κτίτορας του ναού της. Όμως η κυριότερη παράδοση που έχει επικρατήσει στον κυπριακό λαό είναι η ακόλουθη, όπως μου τη διηγήθηκε ο ογδοντάχρονος Παπανικόλας Λιασής, ιερέας του ναού πριν από πενήντα χρόνια: Όταν τον παλιό καιρό περνούσε από κει ένας οθωμανός Αράπης και είδε την εικόνα της Παναγίας, εντοιχισμένη στο εξωτερικό ανώφλι της εκκλησίας, αγρίεψε και είπε φουρκισμένος: «Για δες τους γκιαούριδες που προσκυνούν τες ζωγραφκιές!» Κι αμέσως βγάζει το βέλος του και σημαδεύει την αγία εικόνα. Ζεστό αίμα ξεπήδησε ξαφνικά από την πληγή της Θεομάνας κ' εχύθηκε, φλόγινο αυλάκι, πάνω στον βέβηλο, βάφοντας κατακόκκινα όχι μόνο το βέλος και τα χέρια του αλλά και ολόκληρο το σώμα και το πρόσωπό του. Σαν τρελός άρχισε να τρέχει προς την πηγή με το αγίασμα, για να πλυθεί, φωνάζοντας «κάν, καν!», που σημαίνει στην τουρκική γλώσσα «αίματα! αίματα!», κι απ' το φόβο του ξεψύχησε σ' αυτή τη θέση. Η λαϊκή παράδοση, που στηρίζεται σ' αυτό τα θαύμα της Παναγίας και που εξηγεί ότι από το «καν» του Αράπη έλαβε η εκκλησία την προσωνυμία Κανακαρία, πιστεύει πως το φάντασμά του παρουσιάζεται από καιρό σε καιρό στους χωρικούς εκεί όπου ο βέβηλος βρήκε το θάνατο τιμωρημένος από τη Μεγαλόχαρη για το ανοσιούργημά του, που έμεινε αλησμόνητο στη μνήμη του λαού.
Καθώς αργότερα εδιάβασα κάπου, το θαύμα της Κανακαριάς αναφέρεται από τον Δαμασκηνό, τον θεσσαλονικέα οσιοδιάκονο και στουδίτη που έζησε τον Ιζ' αιώνα, σε σύγγραμμά του («Θησαυρός», ΚΕ' Λόγοι, σελ. 406.) και με τον τίτλο «Διήγησις κοινή γλώσση περί αγίων εικόνων, διαλαμβάνουσα πόθεν ήρξατο ο διωγμός αυτών και τίνες οι διώκται...» κτλ. με αυτά τα λόγια «Και εις την Νήσον Κύπρον ήτον ποτέ Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου·  έξω δε του ναού επάνωθεν της πόρτας ήτον μία εικών της αυτής Παναγίας ζωγραφισμένη με ψηφίδας, είχε δε σχήμα ότι η μεν Παναγία, εκάθετο εις θρόνον και εκράτει τον Χριστόν ως βρέφος εις τα γόνατά της· δύο Άγγελοι εστέκοντο  από τα δύο μέρη της μετά φόβου πολλού. Μίαν γουν των ημερών επέρασεν απ΄εκεί Αράπης πηγαινάμενος εις το σπίτι του και, ως είχεν τον Διάβολον μέσα του, του αφάνη καλόν και ετόξευσεν την Παναγίαν εις το δεξιόν γόνατον και παρευθύς, ώ του θάυματος! Δια να δείξη η Παναγία την ενέργειάν της εικόνος, αίμα εχύθη περισσόν από την πληγήν και έσταξεν εις την γην. Ο δε Αράπης, ως είδε το θαύμα, τρέμοντας και φεύγοντας δια να υπάγει εις το σπίτι του εξεψύχησεν εις την στράταν.»

Πηγή: Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β', 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC



Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

«Επήαν και τ' αυκά και το καλάθιν»: Κυπριακό παραμύθι


 Μιαν βολάν κ' έναν καιρόν είχεν έναν κοπελλούιν κι αγγιόστην* δκυό σελίνια. Εκράτεν τα κάμποσες ημέρες κ' εσκέφτετουν είντα να τα κάμη. Να τα φυλάξη έσσω;* Αν του τα κλέψουν; Να τα παίξη κουμάριν* να τα πολλύνη; Αν του τα πάρουν; Σκέφτου-σκέφτου, αποφάσισεν ν' αγοράση τίποτε, να το πουλήση, να τα πολλύνη. Εγόρασεν αυκά*.
 Εγέμωσεν ένα καλάθιν, επήεν στην Χώραν,* επούλησέν τα και κείνα κ' εκέρτισεν κι άλλα. Τε, τε,* επόλλυνεν τα σελίνια. Εγινήκαν δκυό λίρες. Μιαν ημέραν εγέμωσεν το καλάθιν του αυκά κ' ελάμνησε* που το Δάλιν* να πά΄στην Χώραν. Άμαν έφτασεν στον Αλυκόν* ηύρεν τον κατσασμένον.* Εσκέφτην να κάτση νάκκου* να πνάση* ώστοι να κάτση λλίον ο ποταμός να μπορήση να ρέξη.* Έβαλεν το καλάθιν χαμαί κ΄έκατσεν πα΄στην πέτραν. Σαν εκάθετον έπκιασέν τον η συλλοή. Ελάλεν ΄που μέσα του «Έτσι που πάω, εννά κερτίσω πολλά ριάλια. Άμαν κερτίσω άλλα λλία, να γοράσω έναν γαούριν να μεν τυραννιούμαι μέσ΄στες στράτες. Άμαν τα πολλύνω κι άλλον, να πουλήσω το γαούριν να γοράσω μούλαν, κ΄ύστερα να πουλήσω την μούλαν να γοράσω άππαρον*, να περνώ ππασιάς. Να πααίνω στον καβενέν να βάλλω τό΄ναν πόϊν πα΄στ΄άλλον, έτο* έτσι.» Την ώραν που σήκωσεν το πόϊν του νκρίζει* του καλαθκιού, εποκουππίστην* μέσ΄τον ποταμόν κ' έπαιρνέν το το νερόν. Ήτουν να σκάση ΄που το μαράζιν του. Κείνην την ώραν έφτασεν κειαμαί ένας που τον έξερεν κι αρώτησεν τον είντα ΄παθεν κ΄ εν΄μαραζωμένος. Με δκυό χείλη καμένα λαλεί του: «Επήαν και τ' αυκά και το καλάθιν». Και είπεν του την ιστορίαν, καλή ώρα, όπως σας την λαλώ εγιώ τωρά.

Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

αγγιόστην = απόκτησε, έσσω = μέσα στο σπίτι, κουμάριν = στα χαρτιά, πολλύνη = πληθύνη, αυκά= αυγά, Χώρα = Λευκωσία, τε, τε = σιγά, σιγά, ελάμνησε = ξεκίνησε, Δάλιν = χωριό στην επαρχία Λευκωσίας, Αλυκός = παραπόταμος του ποταμού Γιαλιά, κατσασμένον = φουσκωμένο ή ανεβασμένο, νάκκου = λίγο, πνάση= ξεκουραστεί, ρέξη = περάσει, άππαρος = άλογο, έτο = νά, νκρίζει = αγγίζει ή σπρώχνει, εποκουππίστην = αναποδογύρισε.



Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Κυπριακά Κάλαντα των Φωτών


Μηνύματα χαρμόσυνα ήλθαμεν να σας πούμεν
πως ο Χριστός βαπτίζεται σήμμερον, να χαρούμεν.
-Ήλθαν τα Φώτα στον Ιορδάνην πρώτα-
Απόψε ήλθαμεν εδώ, για να σας ευχηθούμεν
και των Φωτών τα κάλαντα, σαν πρέπει, να σας πούμεν·
-Ήρθαν τα Φώτα, ευλογημέν΄η ώρα-
πως είν΄τα Θεοφάνια ανθρώπων σωτηρία,
που καθαρίζουν τας ψυχάς από την αμαρτίαν.
-Ήρθαν τα Φώτα και του Θεού τα δώρα-
Δεν είν' αυτή η εορτή, ωσάν την περασμένην,
μόνον μεγάλη και φρικτή και δοξολογημένη,
-Ήλθαν το Φώτα κι εφέρανε τα δώρα-
που κατεδέχθην ο Χριστός διά φιλανθρωπίαν
και ήλθεν κι εβαπτίσθηκεν, χωρίς να έχη χρείαν.
-Ήρθαν τα Φώτα χαρα σ' όλην την χώραν-
Εις σπήλιον πενιχρότατον, εις φάτνην των προβάτων
ήλθες Χριστέ, να γεννηθής, ώ θαύμα των θαυμάτων!
-Ήλθαν τα Φώτα, ευλογημέν΄η ώρα-
Με σπάργανα σ' ετύλιξεν η Δέσποινα Κυρία,
υμνούμεν, προσκυνούμεν σε, απείρανδρε Μαρία.
-'Ηρθαν τα Φώτα κι ελύθησαν τα σκότη-
Στας ΄κοσιπέντε Δεκεμβρίου ήλθες και εγγηνήθης
και εις την πρώτην Γενναριού σάρκαν περιετμήθης.
-Ήλθαν τα Φώτα κι εφάνην η θεότης-
Κι ο μήνας έξι σήμμερον έχει του Γενναρίου,
που όλοι εορτάζομεν τα Φώτα του Κυρίου.
-Ήλθαν τα Φώτα, κι εφώτισαν τον κόσμον-
Δοξάζομεν σε, βασιλεύ, με τα θαυμάσιά σου
και προσκυνούμεν, Κύριε, τα Θεοφάνιά σου.
-Ήρθαν τα Φώτα, κι αγιάζουσιν τον κόσμον-
Σήμμερον ήλθεν ο Χριστός στο άγιον ποτάμιν,
αυτό, π' ακούτε όλοι σας και λέγουν Ιορδάνην.
-Ήρθαν τα Φώτα και τα νερά εγερθήκαν-
Σήμμερον ο αόρατος του ουρανού και κτίστης
στον Ιορδάνην ποταμόν ήλθεν και εβαπτίσθην.
-Ήλθαν τα Φώτα και τα δαιμόνια ΄φύγαν-
Σήμμερον ήλθεν ο Χριστός στο άγιον ποτάμιν,
με προθυμιάν το βάπτισμαν ζητά του Ιωάννη.
-Ήρθαν τα Φώτα σ' Ανατολήν και Δύσιν-
Ως άνθρωπος στον ποταμόν ήλθεν στον Ιορδάνην,
υπό Προδρόμου της χειρός το βάπτισμαν λαμβάνει.
-Ήρθαν τα Φώτα, αγάλλεται η κτίσι-
Σήμμερον είναι των Φωτών, π' αγιάζουσιν τον κόσμον
και οι παπάδες περπατούν με τον σταυρόν στον δρόμον.
-Ήρθαν τα Φώτα, το θαύμαν των θαυμάτων-
και εις τα σπίτια μπαίνουσιν και λεν τον Ιορδάνην,
βοήθειαν να ΄χετε Χριστόν και μέγαν Ιωάννην,
-Ήρθαν τα Φώτα, για χάριν των κτισμάτων-
Απόψε εορτάζομεν, ύμνοις δοξολογούμεν,
τ' άγια Θεοφάνια υμνούμεν, προσκυνούμεν,
-'Ηρθαν τα Φώτα, και όλοι ευφρανθήτε-
γιατ' εκατέβην ο Χριστός, τούτον να τελειώση,
την αμαρτίαν του Αδάμ να σβήση να λειώση.
-Ήρθαν τα Φώτα, όλοι να ευτυχήτε-
Επήγεν και το βάπτισμαν ζητά του Ιωάννη,
να τον βαπτίση γρήγορα μέσα στον Ιορδάνην.
-Ήρθαν τα Φώτα και τα νερά αγιάζουν-
«'Ελα, προφήτα, γρήγορα», του λέγει, «βαπτισόν με,
στην κορυφήν την χείραν σου γγίξε κι υπούργησόν με.»
-Ήλθαν τα Φώτα, την πουλουστρίναν πρώτα-
«εγώ χρειάζομ΄από ΄σεν, Χριστέ, να με βαπτίσης,
νε με βαπτίσης, Δέσποτα, και να με συγχωρήσης.»
-Ήρθαν τα Φώτα, να σας χαρίζουν χρόνια-
Κι ως ΄μπήκεν εις τον ποταμόν, διά να τον βαπτίση,
ο Ιορδάνης ΄στράφηκεν οπίσω να γυρίση.
Άγγελοι και αρχάγγελοι εκεί υπηρετούσιν,
σκυμμένα τα κεφάλια των, ύμνους δοξολογούσιν.
Και θαύμαν μέγαν έγινεν, όπου δεν έχει ταίριν,
οι ουρανοί εσχίσθησαν κι εβγήκεν περιστέριν·
τ' άγιον πνεύμαν ήτανε, διά να μαρτυρήση,
υιός Θεού βαπτίζεται σ' Ανατολήν και Δύσιν.
Και η φωνή ακούσθηκεν, οπού τον εμαρτύραν
υιόν Θεού και Κύριον, αφέντην και σωτήραν.
Και τα νερά ηυλόγησεν, τες βρύσες, τα πηγάδια,
την οικουμένην άπασαν, βουνά, κήπους, λαγκάδια,
την θάλασσαν ημέρωσεν, πού ΄τον αγριωμένη,
ως ΄μπήκεν εις τον ποταμόν, ευρέθην μερωμένη,
για τούτον ως την σήμμερον οι ναύτες το κρατούσιν,
σαν βαπτισθώσιν τα νερά, στο πέλαγος να μπούσιν.
Και κει στην Ιερουσαλήμ, που παν και προσκυνούσιν
και οι χατζήδες τρέχουσιν να πάσιν να λουσθούσιν,
αχ! και να ήμαστεν κι εμείς εκεί στον Ιορδάνην,
για να λουσθούμεν και εμείς στο άγιον ποτάμιν!
Δόξαν να έχης βασιλεύ, με τα θαυμάσιά σου
και προσκυνούμεν, Κύριε, τα Θεοφανιά σου·
μα λέγει το Βαγγέλιον και του Χριστού το στόμαν,
όποιος δεν λάβει βάπτισμαν χάννει ψυχήν και σώμαν.
Εις τούτον το αρχοντικόν, που στέκουν κι αγροικούνε,
δος τους, Θεέ μου και Χριστέ, τέλος καλόν να δούνε,
που ΄χουν πολλήν επιθυμιάν και στέκουν κι αφικρούνται,
θωρώ τους, που παρακαλούν για μας και μας ευχούνται.
Και τώρα θα σχολάσωμεν και μέσα θα εμπούμεν,
να μας φιλοδωρήσετε κι εμείς να ευχηθούμεν.
Εμείς για τούτον ήλθαμεν με προθυμιάν μεγάλην,
νά ΄λθωμεν όλοι του καιρού, να σας τα πούμεν πάλιν.

Εις πολλά τα έτη.

photo

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Φωνή εκ του μνήματος: ένα τραγούδι από το κατεχόμενο χωριό Κυθρέα

Το χωριό κυθρέα κατά τα τέλη του 19ου αί.
Το ακόλουθο τραγούδι προέρχεται από το κατεχόμενο χωριό Κυθρέα και ανεφέρεται στη σφαγή δύο μικρών παιδιών από τους Τούρκους που έλαβε χώρα στην Κυθρέα κατά τον καιρό της τουρκοκρατίας. Έχει τον τίτλο «Φωνή εκ του μνήματος».

Φωνή εκ του μνήματος

Σίντας περάσης τα βουνά και πας εις την Κυθραίαν,
δεξιά μερκά ένα στρατίν βκάλλει σε σ΄ ένα λόγγον
που τον σκεπάζουσιν οι δκιές, πεύκοι και κυπαρίσσια·
στη μέσην από τα δεντρά έναν αρκάκιν ρέει,
γλυκίν είναι το ρέμμα του και καθαροσταλάζει.
Πήαινε τότες τ΄απισόν του αρκακιού και τρέχα·
θέννα σε βκάλη, Γεώρκη μου, σ΄έναν μεάλον σπήλιον.
Πέρνα δεξιά και θέννα βρης δυο μνήματα χτισμένα·
μεν τα πατήσης, Γεώρκη μου, τι κλαίσιν και τα δυο τους
και βκαίννουν άγριες φωνές και μπουμπουρίζει ο λόγγος:
«Τί φταίμεν τα δυο γέρημα, τα κακοσκοτωμένα,
ποιος ηύρεν και ποιος πατεί την πλάκαν του μνημάτου;
Εν φτάνει που μας φάασιν δυο Τούρκοι σκοτωμένα
σίντας η μάνα στο βυζίν μας  μας είχαν και τα δυο μας,
μον' ήρτατε να χάσωμεν και τον γλυκύν μας ύπνον;
Σκύψε γλυκέ κυπάρισσε, κι αρκίνα μοιρολόα·
κλάψε την ώραν την κακήν που ΄ρταμεν εις τον κόσμον·
κλάψε τους μαύρους μας γονιούς, που κλαίν τον θατονόν μας·
κλάψε τους χρόνους τους γλυκούς, που χάσαμεν της νιότης·
κλάψε την μοίραν την κακήν, πού ΄ρτεν να μας μαράνη
και καταράθου το σκυλλίν, που πήρεν την ζωήν μας.»
Αγγειοπλαστική στο χωριό Κυθρέα, τέλη 19ου αι.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Ο Γιαννακός και ο Άγιος Βασίλειος: Κυπριακό Ακριτικό Τραγούδι

Αντίπερα του ποταμού τρεις ζευκολάτες κάμνουν·
΄πο κείθθε κάμν΄ ο Γιαννακός, ΄πο δάθθε κάμν΄ ο Κρίτος,
ανάμεσά τους και τους δκυό κάμν΄ο Μωρογιαννάκας.
Βκαίννει ο ήλιος το πρωίν πάντα και χαιρετά τους:
«Παρακαλώ σε, Γιαννακό, πόσον σιτάριν βάλλεις;»
«Έχω ευκήν την μάνας μου, κατάραν του κυρού μου,
και του μιαλλύττερου μ' αρφού, να μεν το μολοήσω,
σαν μ΄έβαλες εις τον Θεόν, να σου το μολοήσω·
σιτάριν βάλλω δώδεκα, κριθάριν δεκά πέντε,
κουκιά και βίκον δεκακτώ ΄π΄ανωρίς ποζέγνω.»
«Ευκήν σ' αφίννω Γιαννακό, αύριον μεν εζέξης·
αρκιμηνιά κι αρκιχρονιά και πρώτη του Γεννάρη,
κι είναι τ΄αγίου Βασιλειού κι εν κάμνουσιν ζευκάριν.»
Και  θέλεις επαράκουσεν, θέλεις καταύτις κάμνει,
σηκώννεται ΄που το πωρνόν και πάει στο ζευκάριν·
έζεξεν κι επροστάφκιασεν εννιά μοδκιών χωράφιν,
μα ΄που την πρώτην αυλακιάν κουράκισεν τ΄αλέτριν.
«Βάστα τον, μαύρε, τον πυρκάν, κι εσού, πυρκά, τον μαύρον,
να δώσουμεν να βκάλουμεν ρίζαν του καλαμιώνα.»
Βαστά ο μαύρος τον πυρκάν και ο πυρκάς τον μαύρον,
κι εδώσασιν κι εφκάλασιν τρικέφαλην κουφούλλαν,
κι εδώσασιν κι ετυλίχτηκεν πα στο σταυρίν τ΄αλέτρου.
Τα χέρκα του εψήλωσεν, πάνω Θεόν δοξάζει:
«Δοξάζω σε, καλέ Θεέ, δοξάζω τ΄όνομά σου,
καμμιά δουλειά εν γίνεται, δίχως το θελημάν σου·
Θεέ μου, στράψε μιαν στραπήν, στράψε και μιαν μεάλην,
κι έφκαλε  μιαν μιαλλύττερην πα στο σταυρίν τ΄αλέτρου,
μήτε τα βούδκια να καούν, μήτε ο ζευκολάτης,
μόνον τα ζευλοράμματα, να φύουσιν τα βούδκια.»
Και τότε στράφτει μιαν στραπήν, στράφτει και μιαν μεάλην,
στράφτει και μιαν μιαλλύττερην πα στο σταυρίν τ΄αλέτρου,
μήτε τα βούδκια κάησαν, μήτε ο ζευκολάτης,
μόνον τα ζευλοράμματα, κι εφύασιν τα βούδκια.
Επήεν εις το σπίτιν του κι ήτουν πολλά γλιμμένος,
γλιμμένος και περίλυπος και καταδισκασμένος.
«Κι ίντα ΄παθες ά Γιαννακό κι είσαι πολλά γλιμμένος,
γλιμμένος και περίλυπος και καταδισκασμένος;
Μήπως του σσιού εισαί γλομός και του ηλιού καμένος,
όξα ΄ν΄ που τον πατέραν σου, που είσαι πικραμμένος;»
«Μήτε του σσιού είμαι γλομός, μήτε του ΄λιού καμένος,
μήτε που τον πατέραν μου εν, που ΄μαι πικραμμένος,
μα μόνον εν που τον Θεόν, που ΄μαι καταραμένος.
Σήμμερα είν' αρκιχρονιά και πρώτη του Γεννάρη
κι είναι τ΄αγίου Βασιλειού, κι εν κάμνουσιν ζευκάριν!»